OJSC BANK OF MOSCOW ν. ONEWORLD LTD, Αρ. Αγωγής: 6029/12, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A220 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6029/12 ΜΕΤΑΞΥ: OJSC BANK OF MOSCOW Εναγόντων -και- ONEWORLD LTD Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημ. 30.6.16 Για Επαναφορά Αγωγής/Παραμερισμό Απόφασης στην Ανταπαίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαρτίου, 2018. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Στ. Παύλου, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ452). Για τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Χρ. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ10). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η επαναφορά (REISTATEMENT) της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή του Ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 23/01/2015 και/ή ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της απόφασης και/ή διατάγματος ημερομηνίας 28/04/2016 με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Β. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 31/05/2016 που εξέδωσε το Δικαστήριο σε βάρος της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγομένης. ..................................................................................». Η αίτηση ερείδεται νομικώς «. στη Δ.48 Θ.1-7, Θ. 8
(1)(y) και Θ. 9(h), Δ.17 Θ.10, Δ.26, Θ.14 και στην Δ.64 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας .» και πραγματικώς στην ένορκη δήλωση (και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις) τού δικηγόρου Θεόδωρου Συμεωνίδη, όπου και επεξηγούνται οι λόγοι που οδήγησαν, στην απόρριψη της αγωγής και στην έκδοση απόφασης στην Ανταπαίτηση, όπως και το γιατί το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ενίστανται λέγοντας ότι καμιά προϋπόθεση συντρέχει για αποδοχή της αίτησης, αναπτύσσοντας το σκεπτικό τους σε ένορκη δήλωση (και συμπληρωματική ένορκη δήλωση) τού Γιώργου Φιλιππίδη, με σημείο αναφοράς τούς δέκα λόγους ένστασης που αποτυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ένστασης, ως ακολούθως: «
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
- Είναι εσφαλμένη η νομική βάση της αίτησης. Σε καμία περίπτωση δεν εφαρμόζεται η Δ.17 Θ.10 ή η Δ.26 Θ.
- Ψευδώς και/ή παραπλανητικώς υποστηρίζει η Ενάγουσα/Αιτήτρια ότι είναι άθελα της που άφησε την διαδικασία της αγωγής να κινηθεί εν απουσία της. Οι λόγοι που παραθέτει η Αιτήτρια ότι είναι δήθεν συνέπεια της διαδικασίας αναδιάρθωσης και/ή αναδιοργάνωσης σε αυτή που προκλήθηκε καθυστέρηση και συνέπεια της αλλαγής δικηγόρων της είναι ανυπόστατοι και/ή δεν ευσταθούν.
- Δε δίδεται μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία για την παράλειψη της Ενάγουσας να διορίσει έγκαιρα δικηγόρο να εμφανιστεί και να προωθήσει την αγωγή κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία της αγωγής ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και γενικότερα η όλη στάση της Ενάγουσας συνιστά αδιαφορία για την προώθηση της υπόθεσης και/ή καταφρόνηση δικαστηρίου έτσι που δε δικαιολογείται ο παραμερισμός και/ή επαναφορά της. Η δε ένορκη δήλωση Δικηγόρου που συνοδεύει την υπο εξέταση Αίτηση είναι ανεπαρκέστατη και/ή μη επιτρεπτή.
- Ανεξάρτητα και χωρίς βλάβη των πιο πάνω λόγων ένστασης, εσφαλμένα η Ενάγουσα/Αιτήτρια καταχώρησε και προωθεί την παρούσα αίτηση. Το ορθό δικονομικό μέσο κατά της απόφασης του Δικαστηρίου είναι η καταχώρηση έφεσης και όχι αίτηση επαναφοράς και/ή παραμερισμού της εκδοθείσης απόφασης ημερ. 28/04/2016 και 31/05/
- Το Δικαστήριο στερείται της αρομοδιότητας να παραμερίσει την επίδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει έχει εκπνεύσει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης και ουδέποτε η Αιτήτρια αποτάθηκε στο σεβαστό Δικαστήριο δια παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης παρότι πληροφορήθηκε προ πολλού για την έκδοση της επίδικης απόφασης.
- Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
- Η Ενάγουσα δεν έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και/ή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα αγωγή. Δεν δίδεται και/ή δεν παρουσιάζεται καμία θέση της Ενάγουσας ως προς τις αναφορές της Εναγόμενης περί συνομωσίας και περί της πρόκλησης σε αυτή τεράστιας ζημίας. Μόνο γενικά και αόριστα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δήθεν η Ενάγουσα έχει καλή Υπεράσπιση και ότι η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης είναι αβάσιμη και/ή μη παραδεκτή.
- Τυχόν παραμερισμός και/ή επαναφορά της αγωγής και του διατάγματος Norwich θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στην Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση καθότι η Πολιτκή Έφεση αρ. 32/15 έχει πλέον αποσύρθει και έχει ήδη επιστραφεί από την Τράπεζα στην Εναγομένη η εγγύηση η οποία και είχε δοθεί.
- Τυχόν έκδοση διατάγματος για επαναφορά της αγωγής και/ή παραμερισμό της απόφασης επί της Ανταπαίτησης των Εναγομένων ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων σε μια σύντομη δίκη χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και/ή των δικαιωμάτων τους προς διασφάλιση ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων.
- Τυχόν έκδοση για επαναφορά καταστρατηγεί τον παράγοντα της τελεσιδικίας και/ή κατ'επέκταση επηρεάζει με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα των Εναγομένων και/ή δε θα μπορέσει να εκτελεστεί η απόφαση επί της Ανταπαιτήσεως». Η αίτηση - και αυτό ως παρεμπίπτον σχόλιο - σαφώς και θα έπρεπε να είχε εκδικαστεί πολύ νωρίτερα από ό,τι τελικώς εκδικάστηκε και τούτο γιατί μετά την καταχώριση της απασχόλησαν σειρά αιτημάτων και έτεροι δικονομικοί χειρισμοί. Αποτίμησα στην πλήρη τους μορφή, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις/συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια. Μελέτησα προσέτι τις ικανές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων. Συγκλίνω με τις θέσεις του δικηγόρου των εναγόντων/αιτητών και αποκλίνω, με κάθε σεβασμό, από εκείνες του συνηγόρου των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Εντρυφώντας, θα επιλαμβάνομαι των ενστάσεων με τη διαδοχικότητα που επιβάλλει η λογική τής αναλυόμενης επιχειρηματολογίας και όχι η αριθμητική σειρά των λόγων ένστασης στην Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ένστασης. Την ημέρα που απορρίφθηκε η αγωγή, ήτοι την 28.4.16 και σύμφωνα με το πρακτικό της διαδικασίας (βλ. Τεκμήριο 6, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), η αγωγή δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση ή για οδηγίες. Δοσμένο είναι (για το Δικαστήριο τουλάχιστον), πως το δικαστικό πρακτικό, για λόγους που δεν αφορούν στα τρέχοντα, δεν αντικατοπτρίζει τα όσα όντως αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο στις 18.4.16, όταν όριζε στην πραγματικότητα την αγωγή (για οδηγίες) και την Ανταπαίτηση (και ειδικότερα την αίτηση ημερομηνίας 13.11.13), για απόδειξη. Δεν μεσολάβησε οποιοδήποτε αίτημα για διόρθωση του πρακτικού ή των άλλων επάλληλων πρακτικών ούτε και θεωρώ πως σε αυτό το στάδιο θα ήταν θεμιτό για το Δικαστήριο να επιβάλει ή να προβεί αυτοβούλως σε αντίστοιχη διόρθωση πρακτικών εκφράζοντας τουτέστιν τις πραγματικές του προθέσεις, διότι τούτο θα δημιουργούσε αδικία στους διαδίκους, ιδιαίτερα στους ενάγοντες/αιτητές και θα συγκρουόταν συν τω χρόνω με την πάγια νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο των πρακτικών, μέχρι αποδείξεως του εναντίου (και το Δικαστήριο δεν είναι εδώ μάρτυς), αποτελεί την αυθεντική εικόνα της δικαστικής διαδικασίας και το μόνο αξιόπιστο βάθρο επί του οποίου πρέπει να βασίζονται τα δικαστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Ltd, ΠΕ 188/10, ημ. 4.6.15). Επομένως, η απόρριψη της αγωγής στις 28.4.16, δεν έπρεπε να είχε επισυμβεί κατά τα δικονομικώς ειωθότα, με την δικηγόρο που είχε εμφανιστεί εκ μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να μην είχε ευθύνη ή καθήκον να στρέψει την προσοχή τού Δικαστηρίου στο ότι η αγωγή δεν ήταν ορισμένη, αφού δεν μπορούσε να γνωρίζει, όπως δεν γνώριζε και το Δικαστήριο (μια και τα πρακτικά δεν ήσαν αποστενογραφημένα), για το ασυνταύτιστο μεταξύ πρακτικού και πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής, ως διαμορφώθηκε και διαρθρώθηκε από τις περιστάσεις, είναι τώρα - δίχως να επιβάλλεται συζήτηση για το κατά πόσον η παρεχόμενη δικονομική εξουσία για τούτο εκπηγάζει από τη Δ.26Θ14 ή την Δ.33Θ5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - η άνευ επιλογής ακύρωση της απόφασης για απόρριψη της αγωγής και επαναφορά της ex debito justitiae, ως της μόνης ορθής και δίκαιης επιλογής δίκην οφειλόμενου χρέους στη Δικαιοσύνη (βλ. κατ' αναλογίαν, Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ΠΕ 413/11, ημ. 3.2.17). Υπό αυτό τη σκοπιά, το αιτητικό Α, χρήζει έγκρισης, όχι όμως σε ό,τι αφορά στο ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 23.1.15, για το οποίο δεν παρέχεται σχετική εξουσία από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ή από οποιαδήποτε άλλη νομοθετική ή νομολογιακή πρόβλεψη (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση της Ζήνας Μηλιού (Αρ.1)
(2005)1(Α) ΑΑΔ 154, 159). Ο λόγος ένστασης 8, δεν μπορεί να επιτύχει. Έρχομαι στο αιτητικό Β, το οποίο θα αποφασιστεί βάσει της Δ.26Θ14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (ως εισηγήθηκε ο κ. Παύλου) και όχι της Δ.33Θ5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (ως πρότεινε ο κ. Κληρίδης). Επεξηγώ. Η Δ.26Θ14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών σε αντίθεση με τις πιο εξειδικευμένες διατάξεις τής Δ.33Θ5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, έχει καθολικό χαρακτήρα και διέπει τα της επαναφοράς ή και παραμερισμού (υπόθεσης ή απόφασης), λόγω παράλειψης διαδίκου να ενεργήσει κατά τα δέοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπακόκκινου και Άλλης ν Χριστόφορος Πελεκάνος και Άλλων
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1275, 1282-1283). Οι παράμετροι άσκησης της εξουσίας αυτής εξετάστηκαν στην Evans v Bartlam
(1937)2 All ER 646, 651 (HL), το σκεπτικό της οποίας κατέστη, διαχρονικώς υιοθετούμενο στην Κυπριακή νομολογία, ως το ημεδαπό locus classicus επί του θέματος. Ένας συγκερασμός της νομολογίας αυτής δεικνύει (ως απόσταγμα), την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίζει τον παραμερισμό εκδοθείσας παρ' αυτού απόφασης, η ενάσκηση της οποίας δεν διέπεται από ατέγκτως προκαθορισμένους κανόνες ή ανελαστικούς αυτοπεριορισμούς. Η κατάδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης είναι μεν πρωταρχικής σημασίας αλλά απέχει από το να συνιστά τον απολύτως καθοριστικό παράγοντα διάπλασης της συναφούς απόφανσης, με τη σημασία που αποδίδεται στο κριτήριο αυτό, σημαντικότατο ως είναι ασφαλώς, να μην ανάγεται σε κανόνα δικαίου ή σε προϋποθετικό όρο για την επί τούτω δικαστική επιλογή. Το Δικαστήριο στη φάση αυτή, χωρίς να διατυπώνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα ή να ενδιατρίβει για τις επιπτώσεις τής ενώπιον του μαρτυρίας εν σχέσει προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών - και αποφεύγοντας πάντα την επίδειξη σπουδής για αποστέρηση τού επηρεαζόμενου διάδικου τής δυνατότητας ακρόασης στην ουσία της υπόθεσης του, μα και με κατά νούν την αναγκαιότητα για τελεσιδικία (βλ. κατ' αναλογίαν, Wakeham v Bhatti και Άλλου, ΠΕ 49/11, ημ. 25.5.16) - προβαίνει απλώς σε διαπίστωση περί (εκ πρώτης όψεως) ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πλευράς αιτούντος, ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει διά μαρτυρίας ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο την ημερομηνία έκδοσης της επίμαχης απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736, 742-750). Η Ανταπαίτηση (και η συνακόλουθη αίτηση των εναγομένων για έκδοση απόφασης στην Ανταπαίτηση «. λόγω έλλειψης καταχωρίσεως Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση»), ορίστηκε για απόδειξη τη μέρα που η αγωγή και η Ανταπαίτηση δεν ήσαν ορισμένες για ακρόαση. Η αίτηση ημερομηνίας 13.11.13 («η αίτηση για απόφαση στην Ανταπαίτηση»), στα κελεύσματα της οποίας δεν υπάκουσαν οι ενάγοντες/αιτητές στο χρόνο που όφειλαν, οδήγησε στην περί ης ο λόγος διαδικασία απόδειξης της Ανταπαίτησης κατά τον τρόπο που ήδη ειπώθηκε. Η παράληψη των εναγόντων/αιτητών να τηρήσουν τις δικονομικές πρόνοιες και δικαστικές οδηγίες για καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση και (εδώ είναι η ουσία), Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση είναι αυτή που κατηύθυνε εν πολλοίς τα πράγματα στο σημείο που κατέληξαν, με τη δικαστική απόφαση στην Ανταπαίτηση την 31.5.16, να μην κρίνεται κατόπιν εξέτασης της ουσίας τού αντικειμένου της διαφοράς που προσδιόριζε, αφού η διαδικασία απόδειξης της Ανταπαίτησης δεν θα μπορούσε (και δεν μπορεί), να αποχαρακτηριστεί και να μεταβληθεί σε δίκη με την έννοια της Δ.33Θ3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Ann-Clair Developments Ltd v Κυριακίδη
(1999)1(Α) ΑΑΔ 537, 542). Κατ' ακολουθίαν, η περίπτωση μας δεν σταχυολογείται σε εκείνες όπου ο διάδικος (εν προκειμένω οι ενάγοντες/αιτητές), δεν εμφανίστηκε στην ακρόαση της αγωγής/ανταπαίτησης ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η Δ.33Θ5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αντί η Δ.26Θ14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Φάντης ν Euroinvestment & Finance Limited
(2005)1(Α) ΑΑΔ 550, 554). Ο λόγος ένστασης 2, δεν ευσταθεί. Οι ενάγοντες/αιτητές κατέδειξαν ικανοποιητικώς καλή υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Απαύγασμα των θέσεων τους είναι ότι τα όσα προτάσσουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, δεν αποτελούν παρά μυθιστορηματικό αφήγημα με επιλεκτική ερμηνευτική αλλότριων ελατηρίων σε πράξεις των εναγόντων/αιτητών οι οποίες αποσκοπούσαν νομίμως και δικαιωματικώς στην προάσπιση των καλώς νοούμενων συμφερόντων τους έναντι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ή άλλων τρίτων προσώπων. Λέγουν οι ενάγοντες/αιτητές πως εάν τους επιτρεπόταν να υπερασπιστούν στην Ανταπαίτηση, θα κατέρριπταν όσα οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση τούς αποδίδουν, χώρια από το ότι οι ισχυρισμοί των τελευταίων (που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αστικών και άλλων αδικημάτων που επιρρίπτουν στους ενάγοντες/αιτητές), ουδόλως θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν. Το πλατύτερο φάσμα των υποστηρικτικών ισχυρισμών των εναγόντων/αιτητών, εμφαίνεται λεπτομερέστερα στο μέρος εκείνο της ένορκης δήλωσης τού Θεόδωρου Συμεωνίδη που συνάπτεται στην αίτηση και το οποίο κρίνω πως θα πρέπει να παραθέσω αυτούσιο για να καταδείξω τη λεπτομέρεια και δυναμική των προτασσόμενων, αφού η υπερασπιστική μεταβλητή συναπαρτίζει καίριας σημασίας παράγοντα για ό,τι εδώ μέλει: « ............................................................................................... 16. ................................................................................. (
- i)Η Αιτήτρια είναι τράπεζα, πρόκειται για μετοχική εταιρεία ανοικτού τύπου που συστάθηκε στη Ρωσία και έχει τα κεντρικά της γραφεία στη Μόσχα. Το 1995 εξαγοράστηκε από το Δήμο της Μόσχας. Ο τότε Δήμαρχος της Μόσχας διόρισε ως πρόεδρο της Τράπεζας τον Andrey Borodin και ως αντιπρόεδρο τον Dmitry Akulinin. Οι κκ Borodin και Akulinin ήταν μέλη του διευθυντικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας, ως επίσης και μέλη της επιτροπής δανεισμού που ήταν αρμόδια για την εξέταση και έγκριση δανείων. (
- ii)Το Φεβρουάριο του 2011 η JSC VTB Bank, Ρωσική τράπεζα, αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών που ο Δήμος της Μόσχας κατείχε στην Αιτήτρια. Η πλειοψηφία των μετοχών της JSC VTB Bank ανήκει στο Ρωσικό κράτος. Το Μάρτιο του 2011, μετά από λογιστικό έλεγχο που διενήργησε το Audit Chamber της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διαφάνηκε ότι υπήρχε μεγάλο έλλειμμα στα οικονομικά της τράπεζας, πέραν των USD10.000.000.000. Το έλλειμμα αυτό οφειλόταν σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τον Απρίλιο του 2011 Ρωσικό δικαστήριο διέταξε την αναστολή της συμμετοχής των κκ. Borodin και Akulinin στη διοίκηση της Αιτήτριας, ενόψει των ποινικών ερευνών που διεξάγονταν σε σχέση με τα πιο πάνω δάνεια, τα οποία είχαν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Στη συνέχεια, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, παύθηκαν και διέφυγαν στην Αγγλία, όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα. Στα πρόσωπα αυτά έχει δοθεί από την Αγγλική Κυβέρνηση πολιτικό άσυλο. (iii) Μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του λογιστικού ελέγχου του Audit Chamber άρχισαν εσωτερικές έρευνες για να διακριβωθούν τα αίτια των τεραστίων ζημιών που έχει υποστεί η Αιτήτρια. Οι έρευνες αυτές, οι οποίες βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, οδήγησαν την τράπεζα στο συμπέρασμα ότι οι κκ. Borodin και Akulinin, και πιθανό και άλλα τρίτα πρόσωπα, υπεξαίρεσαν δολίως από την τράπεζα τεράστια χρηματικά ποσά. Έρευνες του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας κατέδειξαν ότι οι κκ. Borodin και Akulinin προκάλεσαν τη χορήγηση δανείων από την Αιτήτρια σε Κυπριακές εταιρείες που ελέγχονταν από τους ιδίους. (
- iv)Η Αιτήτρια ζήτησε τη βοήθεια του δικηγορικού οίκου Hogan Lovells International LLP, στον οποίο ο κ. Armstrong είναι ανώτερος συνεργάτης, για την ανάκτηση των ποσών που είχαν υπεξαιρεθεί από την Αιτήτρια. Οι έρευνες του πιο πάνω οίκου φανέρωσαν ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν χορηγηθεί τα δάνεια στις εταιρείες Litisa Investments Limited ("Litisa") και Sostrefo Investments Limited ("Sostrefo") ήταν εξαιρετικά ύποπτες. Η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, της αγωγής 1832/2012, με την οποία ζητούσε την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, της Εναγόμενης και άλλων προσώπων, που συμμετείχαν στη διαχείριση των δύο πιο πάνω εταιρειών. (
- v)Από τις πληροφορίες και τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα, προέκυψε ότι μεγάλα χρηματικά ποσά μεταφέρονταν σε τακτική βάση σε και από τους λογαριασμούς των δύο πιο πάνω εταιρειών από και προς άλλες υπεράκτιες εταιρείες και ότι τα δανειακά κεφάλαια που εμβάστηκαν τμηματικά από την Αιτήτρια στους λογαριασμούς των δύο αυτών εταιρειών, μεταφέρονταν αμέσως σε διάφορες άλλες εταιρείες. Από την ένορκη δήλωση δε του Γιώργου Φιλιππίδη, ανώτατου εκτελεστικού διευθυντή της εναγομένης, προέκυψε ότι τα δάνεια που είχαν χορηγηθεί από την Αιτήτρια προς τις εταιρείες Litisa και Sostrefo αποτελούσαν μέρος ενός «πλέγματος δανείων» που είχαν χορηγηθεί από την Αιτήτρια σε πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες. Οι κκ. Borodin και Akulinin είχαν δώσει οδηγίες προς την εναγομένη να συστήσει, και στη συνέχεια να διαχειρίζεται, τις πιο πάνω πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια λάμβαναν δάνεια από την Αιτήτρια, το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν σε USD2.100.000.000. (
- vi)Τα δανειακά αυτά κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν για να αγοραστούν περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία τα οποία ακολούθως μεταφέρθηκαν σε εμπίστευμα, το οποίο θα αναφέρεται στη συνέχεια ως «το εμπίστευμα». Επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν η Εναγόμενη και δικαιούχοι αυτού διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη, η Εναγόμενη πάντοτε θεωρούσε ότι πελάτης της ήταν η τράπεζα, ήτοι η Αιτήτρια, και όχι η κκ. Borodin και Akulinin υπό την προσωπική τους ιδιότητα. (vii) Η Αιτήτρια, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong προς υποστήριξη της Αίτησης για Έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με το «πλέγμα δανείων» που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη. Τα μόνα στοιχεία που κατέχει η ίδια είναι τις φερόμενες συμφωνίες δανείου μεταξύ της ιδίας και αριθμού εταιρειών που συστάθηκαν και τυγχάνουν διαχείρισης από την Εναγομένη και των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια του διατάγματος αποκάλυψης που εκδόθηκε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Επισημαίνει επίσης ότι όταν οι κκ. Borodin και Akulinin απομακρύνθηκαν από την Αιτήτρια και διέφυγαν στην Αγγλία, πήραν μαζί τους τούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές που χρησιμοποιούσαν και το ηλεκτρονικό αρχείο που είχε δημιουργηθεί από τους ιδίους. (viii) Η Αιτήτρια ζήτησε, μέσω των νομικών της συμβούλων, από την Εναγόμενη διάφορες πληροφορίες σε σχέση με τα δάνεια που είχαν γίνει στις πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες, ως επίσης και σε σχέση με το εμπίστευμα. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να δώσει τα εν λόγω στοιχεία και έθετε όρους. Επέμενε, μεταξύ άλλων, προτού δώσει οποιαδήποτε στοιχεία να της καταβληθούν αποζημιώσεις και να απαλλαγεί εκ των προτέρων από οποιαδήποτε ευθύνη. (
- ix)Τους επόμενους δύο μήνες της απέστειλαν συνολικά τριάντα πέντε δηλώσεις εμπιστεύματος (declarations of trust), με τις οποίες διάφορες Κυπριακές εταιρείες οι οποίες ενεργούσαν ως εμπιστευματοπάροχοι (settlors) δήλωναν ότι κατείχαν διάφορα περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό και προς όφελος της Αιτήτριας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι πιο πάνω δηλώσεις εμπιστεύματος είναι άνευ νομικής ισχύος κι ότι, κι αν ακόμα ήταν έγκυρες, τυχόν αποδοχή τους από την Αιτήτρια θα εξέθετε αυτή σε ενδεχόμενη ευθύνη για παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Την τελευταία θέση της η Αιτήτρια τη στηρίζει στο γεγονός ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε να της δώσει πληροφορίες που αφορούσαν την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων, ιδιοκτητών των φερόμενων εμπιστευματοπαρόχων. (
- x)Ενόψει της επιμονής της Εναγόμενης ότι οι δηλώσεις εμπιστεύματος ήταν έγκυρες και ότι ως αποτέλεσμα αυτών τα δάνεια που είχαν δοθεί στις Κυπριακές εταιρείες εξοφλήθηκαν πλήρως, καθώς και της συνεχιζομένης άρνησής της να δώσει στην Αιτήτρια τις πληροφορίες που της είχε ζητήσει, η τελευταία προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. 17. Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης είναι, αν μη τι άλλο, επιπόλαια και συνιστά «μυθιστορηματική» αφήγηση μιας ιστορίας συνομωσίας χωρίς κάποια ουσιαστική απόδειξη. Ως προς την Ανταπαίτηση δε της Εναγόμενης, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι είναι παντελώς αβάσιμη και ότι εν πάση περιπτώσει αυτή έχει πολύ καλή Υπεράσπιση σε σχέση με αυτήν. 18. Συγκεκριμένα: (α) Ολοι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί δήθεν συνωμοσίας εναντίον της, αποτελούν συμπεράσματα, πεποιθήσεις και ιδέες περί τις προθέσεις της Αιτήτριας οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν μπορούν να αποδειχθούν αν επιτραπεί από το Δικαστήριο να υπάρξει αντίλογος στα πλαίσια κανονικής Ακρόασης. Βασίζεται η Εναγόμενη στο γεγονός ότι πλειοψηφούν μέτοχος της Αιτήτριας είναι το Ρωσικό Κράτος και αποδίδει και εξομοιώνει όλες και οποιεσδήποτε πράξεις οποιουδήποτε οργάνου ή αρχής στη Ρωσία με αυτές της Αιτήτριας, χωρίς να έχει την οποιαδήποτε χειροπιαστή απόδειξη προς τούτο. Η όποια απόφαση ξένων χωρών για κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας για άλλες ισχυριζόμενες «πολιτικές διώξεις» (Τεκμήριο 8Α στην Ένορκη Δήλωση του κ. Φιλιππίδη ημερομηνίας 27/04/2016 «η Ένορκη Δήλωση Απόδειξης») δεν αποτελούν «απόδειξη» της πολιτικής δίωξης άλλων τρίτων ατόμων, παρά μόνο αβάσιμη γενικολογία που εξυπηρετεί τις θέσεις και την εκδοχή της Εναγομένης. Βασίζεται η Εναγόμενη στην σχέση των κ.κ. Borodin και Akulinin με τον πρώην Δήμαρχο της Μόσχας ο οποίος ήταν ο κατ' ισχυρισμό «πρωταρχικά διωκόμενος» ως δήθεν ισχυρή πολιτική δύναμη η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να «διωχθεί», χωρίς να αναφέρει βέβαια ότι , όπως πληροφορούμαι, ο πρώην Δήμαρχος της Μόσχας έχει αθωωθεί από κάθε διαδικασία και είναι διορισμένος ως Πρύτανης σε Πανεπιστήμιο της Μόσχας όπου και διαμένει. Επισυνάπτω σχετικό ηλεκτρονικό άρθρο επί τούτου ως Τεκμήριο 11. Όπως καταλήγει το Δικαστήριο στην Απόφαση του ημ. 23/01/2015 «Το γεγονός δε ότι έχει δοθεί πολιτικό άσυλο στα δύο πρώην διευθυντικά στελέχη της Αιτήτριας/Τράπεζας, κκ. Borodin και Akulinin, θέμα στο οποίο έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση και βαρύτητα από την Καθ' ης η Αίτηση, δεν σημαίνει ότι και η παρούσα Αίτηση γίνεται αποκλειστικά για πολιτικά κίνητρα και σκοπό έχει την «εξόντωση» των δύο πιο πάνω προσώπων και των συνεργατών τους.» Τα δε «αληθή γεγονότα, αντικειμενικά από κάθε άποψη» που παρουσιάζει ο κ. Φιλιππίδης ως Τεκμήριο 4, δεν λένε τίποτα περισσότερο από το ότι παρουσιάστηκε τεράστιο έλλειμμα στους λογαριασμούς της Αιτήτριας, οι κκ. Borodin και Akulinin είναι ύποπτοι απάτης ή κλοπής και αυτοί έχουν πλέον μετακινηθεί στο Λονδίνο. (β) Ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι ψευδώς και κακόπιστα η Αιτήτρια προωθούσε διαδικασίες στη Ρωσία και Κύπρο, είτε ποινικές είτε πολιτικές, με σκοπό να θυματοποιήσει και εκβιάσει την Εναγόμενη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι η πάγια θέση της Αιτήτριας όπως διατυπώνεται στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής, είναι πως αυτή δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες του σχεδίου της πρώην διεύθυνσης της με το οποίο αποξενώθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια από την Αιτήτρια και η τελευταία προσπαθεί να ανακαλύψει τα κομμάτια του παζλ. Για αυτό και ενεργεί στη βάση των νόμιμων δικαιωμάτων της και προχωρεί σε διάφορα μέτρα ή καταγγελίες για να προστατεύσει τα συμφέροντα της. Η προστασία των συμφερόντων της Αιτήτριας δεν αποτελεί, ούτε και δικαιολογείται να θεωρείται ως καταπίεση προς τον οποιοδήποτε. Εάν η Εναγόμενη ενήργησε νόμιμα, τότε δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τις όποιες διαδικασίες και να κινήσει η Αιτήτρια. Είναι νόμιμα και βάσιμα που γίνονται όλα αυτά και στη βάση σοβαρών ενδείξεων και υποψιών και όχι στο πλαίσιο «θυματοποίησης» της Εναγόμενης με υποτιθέμενο σκοπό την λήψη μαρτυρίας εναντίον της πρώην διεύθυνσης. Ως διαπιστώνει το Δικαστήριο στην Απόφαση του ημ. 23/01/2015 «Είναι πρόδηλο ότι η Καθ' ης η Αίτηση συνειδητά παραγνωρίζει ότι πολύ μεγάλα ποσά συνολικού ύψους USD2.400.000.000, έχουν διοχετευτεί, υπό μορφή δανείων, κάτω από ύποπτες συνθήκες, σε μεγάλο αριθμό Κυπριακών εταιρειών, η σύσταση και διαχείριση των οποίων γινόταν από την ιδίαν.» (*έμφασης δική μου). (γ) Αν η Εναγόμενη ήταν αθώο μέρος που ενεπλάκηκε χωρίς να το γνωρίζει σε αυτό το δόλιο σχέδιο είναι κάτι που η Αιτήτρια δεν γνώριζε και παρά τις διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης, έπρεπε να διαπιστώσει η ίδια. Στο κάτω-κάτω για την ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου διάφορα αδικήματα έλαβαν χώρα όπως και διάφορα άτομα ενεπλάκησαν και η Αιτήτρια σκοπεί στο να εξιχνιάσει τις συνθήκες και τα αδικήματα που εμπλέκονται, για αυτό και έγιναν οι διάφορες διαδικασίες μέσω των Ρωσικών Αρχών και δικαστηρίων όπως και των Κυπριακών Αστυνομικών Αρχών και Δικαστηρίων. Αποτελεί μύθωμα και ψευδή ισχυρισμό της Εναγομένης ότι όλα όσα έκανε η Αιτήτρια έγιναν στη βάση «συνομωσίας» για να θυματοποιηθεί η Εναγόμενη και όχι για να προστατέψει η Αιτήτρια τα συμφέροντα της και να βρει τους υπαίτιους για την αποξένωση δισεκατομμυρίων δολαρίων. Όπως επίσης ψευδής είναι και η δήλωση του κ. Φιλιππίδη στην παράγραφο 23 της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης όπου αναφέρει ότι η Αιτήτρια κατηγορεί την Εναγόμενη ως ένα από τους τελικούς αδικοπραξίες, με σκοπό να την εκβιάσει. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν προκύπτει κατευθείαν τουλάχιστον, από το υλικό που παρέθεσε ο κ. Φιλιππίδης προς απόδειξη ενώ μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με αυτό. Στην επιστολή ημερομηνίας 28/05/2012 από τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας η οποία είναι μέρος του Τεκμηρίου 13 στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης αναφέρεται η θέση της Αιτήτριας η οποία και είναι ορθό να της δοθεί η ευκαιρία να την αποδείξει στα πλαίσια ακρόασης, ως εξής: «It is not defamatory to state that Oneworld has been "involved" in a scheme which the Bank regards as fraudulent; third parties can become involved in a fraudulent scheme on an entirely innocent basis (...). No allegation of fraudulent conduct has been made against Oneworld in our correspondence or our client's court papers to date». (δ) Η θέση της Εναγόμενης όπως προβάλλεται μέσω της Υπεράσπισης της και στη βάση της οποίας βασίζεται και η Ανταπαίτηση της, είναι ελλιπής και σε πολλά σημεία αντιφατική και δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Βασίζεται η Εναγόμενη σε ένα «Διεθνές Εμπίστευμα» και κρύβεται συνεχώς πίσω από τις «πρόνοιες εμπιστευτικότητας» αυτού του εμπιστευτικού Εμπιστεύματος. Θεωρούμε ότι χωρίς την αποκάλυψη και εξέταση του «Διεθνούς Εμπιστεύματος», σίγουρα η εκδοχή της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή στα πλαίσια Ακρόασης. Ειδικά έχοντας υπόψη ότι τα έγγραφα που όλες οι πλευρές έχουν δει και έχουν στην κατοχή τους και είναι παραδεκτά, είναι οι Συμφωνίες Δανείων με τις Δανειολήπτριες εταιρείες, στις οποίες συμφωνίες δεν υπάρχει καμία πρόνοια για αυτό το «Διεθνές Εμπίστευμα» ή για τις πρόνοιες του ή για τις υποτιθέμενες συμφωνίες μεταξύ της Εναγόμενης και της Αιτήτριας που προηγήθηκαν της σύναψης των Συμφωνιών Δανείων για διαφορετική αποπληρωμή ή άλλως πως. Δεν παρουσιάζει τίποτα περισσότερο η Εναγόμενη για να υποστηρίξει τη θέση της εκτός από τους δικούς της ισχυρισμούς που δεν είναι παραδεκτοί από την Αιτήτρια για προφορικές συμφωνίες με την προηγούμενη διεύθυνση της Αιτήτριας, προφορικές συμφωνίες για τις οποίες δεν υπάρχει απόδειξη και οι οποίες ουσιαστικά αναιρέθηκαν/ξεπεράστηκαν με την κατάρτιση των γραπτών Συμφωνιών Δανείων με πρόνοιες διαφορετικές από αυτές του υποτιθέμενου «Διεθνούς Εμπιστεύματος». Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρουσα η αντιφατική δήλωση του κ. Φιλιππίδη στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 07/11/2011 (μέρος του Τεκμηρίου 7 της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης), αναφερόμενος στα περιουσιακά στοιχεία του «Διεθνούς Εμπιστεύματος» τα οποία υποτίθεται διαχειρίζεται στη βάση των προνοιών του, ότι «If so, we shall then proceed to manage the assets, something which, as you know, is not our job and was not our intention in the first place. You appreciate that if we do not act, they will go into disarray and become worthless». (*έμφαση δική μου). Είναι λοιπόν φανερό ότι υπάρχουν αντιφάσεις ακόμα και στην εκδοχή της Εναγομένης. (ε) Οτιδήποτε ισχυρίζεται η Εναγόμενη σε σχέση με λίβελλο ή με δυσφήμιση της από την Αιτήτρια είναι θέματα που δεν θα κριθούν στο πλαίσιο της Αγωγής αλλά στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. 3574/12 στο Ε.Δ. Λεμεσού και ούτε μπορούν να αποτελέσουν μονομερώς «απόδειξη» συνομωσίας εναντίον της, ειδικά όταν αυτά δεν έχουν κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο ως να είναι όντως λίβελλος ή δυσφήμιση. (στ) Όπως πληροφορούμαι, ουδέποτε η Αιτήτρια συνωμότησε εναντίον της Εναγόμενης με σκοπό να την εκβιάσει και να της προκαλέσει ζημιά για να πετύχει τους υποτιθέμενους αλλότριους σκοπούς της. Αν κάποιος διαβάσει την Υπεράσπιση της Αιτήτριας ωσάν να διαβάζει δικόγραφο και χωρίς τα ευφάνταστα συμπεράσματα και εικασίες περί συνομωσίας και σκευωρίας, θα διαπιστώσει ότι οι ενέργειες της Αιτήτριας είναι απόλυτα συμβατές με την προσέγγιση ότι ενήργησε νόμιμα με σκοπό την προστασία των συμφερόντων της. (ζ) Οι περισσότερες από τις «Λεπτομέρειες Συνωμοσίας» της Υπεράσπισης που ισχυρίζεται η Εναγόμενη, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιες παρά μόνο μέσα από παραμόρφωση στην οποία τις υποβάλλει η εντελώς συμφεροντολογική και στερούμενη αλήθειας και αντικειμενικότητας θεώρηση της Εναγομένης. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια αρνείται όλους αυτούς τους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα: (
- i)Οι λεπτομέρειες υπό τις παραγράφους 95 (α), (β) και (γ) αφορούν ισχυριζόμενο λίβελλο ή δυσφήμιση τα οποία θα κριθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής με αριθμό 3754/12. (
- ii)Ως προς το 95 (δ), χωρίς να αποκαλύψει η Εναγόμενη τις οδηγίες που έλαβε από την πρώην διεύθυνση της Αιτήτριας ή να γνωρίζει τις πρόνοιες του «Διεθνούς Εμπιστεύματος» πώς είναι δυνατό να αντιληφθεί η Αιτήτρια κατά πόσο η Εναγόμενη ενήργησε στα πλαίσια αυτών ή όχι; Καμία ψευδής ή κακόβουλη κατηγορία δεν έγινε εκ μέρους της Αιτήτριας. (iii) Ως προς το 95(ε) και (ζ) η Αιτήτρια δεν παραθέτει καμία απολύτως απόδειξη για αυτούς τους ισχυριζόμενους εκβιασμούς. Οι σχετικές παράγραφοι της Υπεράσπισης όπου αναφέρονται οι δήθεν εκβιασμοί είναι οι παράγραφοι 27, 29, 30 και 34. Στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης δεν παραθέτει καμία απόδειξη προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών. Το Τεκμήριο 11 στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης δεν προσθέτει και δεν αποδεικνύει τίποτα. (iν) Ως προς το 95(στ), (κ) και (μ) η άρνηση της Αιτήτριας να αποδεχθεί δηλώσεις εμπιστεύματος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνομωσία. Η Αιτήτρια δεν γνωρίζει τις ισχυριζόμενες πρόνοιες του «Διεθνούς Εμπιστεύματος» και η Εναγόμενη δεν τις αποκαλύπτει. Η Αιτήτρια γνωρίζει μόνο τις Συμφωνίες Δανείων οι οποίες προνοούν για την αποπληρωμή τους σε χρήμα και όχι σε είδος. Δεν έχει καμία απολύτως υποχρέωση η Αιτήτρια να δεχθεί πληρωμή σε είδος προς ικανοποίηση των οφειλών των Δανειοληπτριών Εταιρειών. Οι Δανειολήπτριες ήταν και είναι όμως υπόχρεες να αποπληρώσουν τα δάνεια τους στη βάση των ρητών προνοιών των Συμφωνιών Δανείων, ήτοι με την αποπληρωμή χρημάτων και όχι με την μεταβίβαση άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία προσέφερε μονομερώς. Περαιτέρω είναι η Εναγόμενη που αρνήθηκε να προσφέρει τις απαραίτητες πληροφορίες για να μπορέσει να γίνει δεκτή η προσφορά της εκ μέρους των Δανειοληπτριών Εταιρειών για αποπληρωμή σε είδος και δεν μπορεί τώρα να κατηγορεί την Αιτήτρια για συνωμοτική συμπεριφορά όταν είναι η δική της άρνηση που οδήγησε στην απόρριψη της πρότασης της (βλέπε Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης). Επίσης, δεν είναι στη βάση «μη ισχύοντος Αγγλικού δικαίου» που βασίστηκε η Αιτήτρια για να πάρει την θέση ότι οι Δηλώσεις Εμπιστεύματος δεν είναι έγκυρες, αλλά στη βάση Κυπριακού Δικαίου όπως αυτό εξελίχθηκε από την νομολογία. Το θέμα είναι απλό: οι Δηλώσεις Εμπιστεύματος δεν είναι έγκυρες και δεν δημιουργούν έγκυρο εμπίστευμα (βλέπε Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης ιδιαίτερα τις επιστολές των κ.κ. Σκορδής, Παπαπέτρου & Συνεργάτες ημερομηνίας 21/05/2012 και 28/05/2012). Η αποδοχή αυτών των Δηλώσεων από την Αιτήτρια χωρίς να έχει εξηγήσεις για την πηγή των περιουσιακών στοιχείων ή τον τελικό τους δικαιούχο είναι αδύνατη εφόσον θα εξέθετε την Αιτήτρια σε υποψίες για πιθανό ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Τέλος η αποδοχή αυτών των Δηλώσεων από την Αιτήτρια πιθανόν να εξέθετε την Αιτήτρια σε αξιώσεις από τρίτα άτομα. Ως η Εναγόμενη ισχυρίζεται, τα περιουσιακά αυτά ήταν μέρος του «Διεθνούς Εμπιστεύματος» το οποίο η Επίτροπος διαχειρίζετο στη βάση των προνοιών αυτού. Ως επίσης η ίδια η Εναγόμενη ισχυρίζεται, η Αιτήτρια δεν είναι η μόνη τελική δικαιούχος του Εμπιστεύματος (βλέπε επιστολή των κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ημερομηνίας 25/04/2012, μέρος του Τεκμηρίου 13 της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης). Αποδοχή αυτών των περιουσιακών πιθανόν να εκθέσει την Αιτήτρια σε αξιώσεις από τους υπόλοιπους τελικούς δικαιούχους του Εμπιστεύματος. Συνεπώς, είναι βάσιμη και λογική η άρνηση της Αιτήτριας να αποδεχθεί τις Δηλώσεις Εμπιστεύματος και πάντως ενήργησε στα πλαίσια των νομικών δικαιωμάτων της και δεν είναι προϊόν καμίας συνομωσίας όπως θα ήθελε να πιστεύει η Εναγόμενη. (
- v)Σε σχέση με το 95(ζ), η παράγραφος αυτή, περιέχει μόνο αβάσιμες αναφορές, δεν δίνεται καμία απόδειξη ως προς αυτές τις αναφορές. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια δεν απείλησε την Εναγόμενη, ως ισχυρίζεται η τελευταία. (
- vi)Σε σχέση με την παράγραφο 95(η), ισχύουν τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στις υποπαραγράφους 18(β), (γ) και (ε) και η θέση της Αιτήτριας είναι ότι τα δικαστικά μέτρα που λαμβάνει είναι νόμιμα, εντός των δικαιωμάτων της και με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων της. (vii) Τα μέτρα για κράτηση του κ. Φιλιππίδη που αναφέρονται στην 95(θ) με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αποδοθούν στην Αιτήτρια στη βάση υποτίθεται κακόβουλων καταγγελιών και ούτε το Τεκμήριο 10 της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης αποδεικνύει αφ' εαυτού τις ισχυριζόμενες «ψευδείς καταγγελίες» ή τον έλεγχο της Ρωσικής Αστυνομίας από την Αιτήτρια. Σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται ο κ. Φιλιππίδης, ο κ. Kuzovlev δεν γνώριζε την ημερομηνία κατά την οποία ο πρώτος θα επισκεπτόταν την Ρωσία έτσι ώστε να ενημερώσει τις Αρχές, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 10 που επισύναψε ο κ. Φιλιππίδης. Οι Ρωσικές Αρχές είχαν ενώπιον τους καταγγελία για απάτη και αποξένωση δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Αιτήτρια και προφανώς θεώρησαν λογικό να ανακρίνουν όλους όσους εμπλέκονταν, αθώα ή μη, σε αυτή την απάτη. Η Εναγόμενη είναι εκείνη που με δική της παραδοχή διαχειρίζεται όλες τις εταιρείες που έλαβαν τα Δάνεια και εάν οι Ρωσικές Αρχές έκριναν πως έπρεπε να ανακρίνουν τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εναγόμενης, τότε αυτό δεν είναι θέμα που αφορά την Αιτήτρια. Ως πολύ σωστά απάντησε ο κ. Kuzovlev στις κατηγορίες του κ. Φιλιππίδη (βλέπε μέρος του Τεκμηρίου 10 στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης) «I wasn't involved in all this happening. I am in Cyprus from Wednesday night and I was surprised when you told me you were in Moscow. ... I don't know what you were told by police about our telephone and e-mails exchange but in such case like BOM when your clients embezzled billions of Euro the police interested in both of us. I am not surprised if they are following up my personal data exchange because it is their job and they are authorized for such actions I was interrogated and questioned many times and I do not see any reasons for hysteria.» To «Complaint» που επισυνάπτει ο κ. Φιλιππίδης ως μέρος του Τεκμηρίου 10 με το οποίο κατάγγειλε στις αρχές την συμπεριφορά της Αστυνομίας προς εκείνον, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ακριβώς ένα Παράπονο το οποίο περιλαμβάνει τις απόψεις του κ. Φιλιππίδη για το συμβάν. Καμία απόδειξη δεν προσφέρει για τις δήθεν απειλητικές προθέσεις της Αιτήτριας. Ούτε τα άρθρα που δημοσιεύουν την ιστορία από την πλευρά του κ. Φιλιππίδη μπορούν να θεωρηθούν απόδειξη παρά μόνο ανατύπωση της δικής του υποκειμενικής θέσης. (viii) Σε σχέση με τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 95(
- i)της υπεράσπισης και την παράγραφο 44(
- i)της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης, η Αιτήτρια καταρχήν τους θεωρεί παντελώς άσχετους και ασύνδετους με οποιοδήποτε ισχυρισμό συνομωσίας. Ιδιαίτερα ως προς το Τεκμήριο 14 και τους ισχυρισμούς που αφορούν σε ισχυριζόμενη μείωση του ποσοστού της Εταιρείας Plenium στην Αιτήτρια, η θέση της Αιτήτριας είναι ότι η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου έγινε νόμιμα και με την ορθή διαδικασία χωρίς καμμιά «συνομωτική» ή άλλη πρόθεση και ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης είναι αβάσιμοι. Είναι η θέση της Αιτήτριας και των Νομικών της Συμβούλων ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης περί δικαιώματος της Plenium να της δινόταν «Mandatory Bid» δεν ευσταθούν στην βάση του Ρωσικού Δικαίου και ιδιαίτερα της παραγράφου 8 του Άρθρου 84.2 του Ρωσικού Κώδικα που προβλέπει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν χρειαζόταν να δοθεί η ειδοποίηση που η Εναγόμενη ισχυρίζεται. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε προηγήθηκαν οποιαδήποτε δικαστικά ή άλλα μέτρα για ανατροπή της σχετικής αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ή για διεκδίκηση αποζημιώσεων είτε από την πιο πάνω Εταιρεία, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενώπιον των αρμοδίων Ρωσικών Δικαστηρίων. (
- ix)Σε σχέση με την υποπαράγραφο 95(λ), σχετική είναι η πιο πάνω υποπαράγραφος 18(γ) η οποία απαντά στα όσα καταλογίζει η Εναγόμενη στην Αιτήτρια. Καμία κατηγορία δεν έγινε μέσω των δικηγόρων της Αιτήτριας προς την Εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση, η ανάμιξη της Εναγόμενης στο σχέδιο της πρώην διεύθυνσης της Αιτήτριας δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη, έτσι δεν μπορεί να προεξοφληθεί ότι η εκδοχή που προτάσσει η Εναγόμενη είναι ορθή. Τέλος γενικές αναφορές όπως «τούτο έγινε ... και προφορικά σε σχετικές επαφές όπως επίσης και σε ένορκους δηλώσεις ... στο πλαίσιο της παρούσας και σε προηγηθείσες διαδικασίες» χωρίς συγκεκριμενοποίηση, δεν είναι αρκετές για να αποδείξουν το οτιδήποτε και πάντως αυτούς τους ισχυρισμούς η Αιτήτρια τους απορρίπτει ως αβάσιμους. (
- x)Αναφορικά με την παράγραφο 95(ν) και πάλι δεν παρατίθεται οποιαδήποτε απόδειξη και σε κάθε περίπτωση η Αιτήτρια αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη σε ισχυριζόμενη συνομωσία με πρώην δικηγόρους της Εναγομένης. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια αρνείται την αλήθεια αυτών των ισχυρισμών. Αυτό που φαίνεται από τα Τεκμήρια που επισυνάπτει ο κ. Φιλιππίδης στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης είναι ότι οι πρώην δικηγόροι του τον συμβούλεψαν να πληρώσει/εξαγοράσει τα Δικαστήρια - όχι ότι η Αιτήτρια προσέγγισε τους πρώην δικηγόρους της Εναγόμενης και συνωμότησε μαζί τους. Στο Τεκμήριο 11 ο κ. Φιλιππίδης αναφέρει πως: «Ms Gorbacheva and her brother advised us to "pay judges" in Moscow to influence their decision which we refused». Στο Τεκμήριο 12 το Παράπονο του κ. Φιλιππίδη περιγράφεται ως εξής: «Advocate in violation of the abovementioned provision, induced the Principal to commitment of a criminal offence - bribing foreign official». Πουθενά δεν αναφέρεται ότι η «κα. Gorbacheva και άλλοι παραδέχθηκαν ότι η Ενάγουσα τους προσέγγισε και πρότεινε να εξαγοράσει». Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η δικηγόρος της Εναγόμενης κατά τα λεγάμενα του κ. Φιλιππίδη ενθάρρυνε τον δεκασμό δημόσιου λειτουργού. (
- xi)Τα ίδια ισχύουν και με την υποπαράγραφο 95 (ξ): καμία απολύτως απόδειξη δεν παρατίθεται ενώ η Αιτήτρια αρνείται ρητά αυτούς τους ισχυρισμούς. (xii) Αναφορικά με το 95(ο), η προώθηση αιτήσεων εκκαθάρισης ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου, εκεί όπου οι οφειλέτες έχουν διαπράξει πράξη πτώχευσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη συνωμοσίας. Εάν οι εκεί καθ' ων η αίτηση έχουν όντως καλή τη πίστη υπεράσπιση, τότε αυτό θα κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο που θα εκδικάσει τις εν λόγω αιτήσεις εκκαθάρισης. Η προώθηση των Αιτήσεων δεν γίνεται ούτε εκδικητικά, ούτε στα πλαίσια συνομωσίας, αλλά στα πλαίσια άσκησης νομίμων δικαιωμάτων της Αιτήτριας. (xiii) Τέλος, σε σχέση με την υποπαράγραφο 44(π) της Ένορκης Δήλωσης Απόδειξης και τον δήθεν ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια απαγόρευσε σχετικές δημοσιεύσεις για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρω ότι δεν υπάρχει απόδειξη πως είναι η Αιτήτρια που «απαγόρευσε» τις δημοσιεύσεις αλλά αντιθέτως η συντάκτης της εφημερίδας. Ο ίδιος ο κ. Φιλιππίδης δεν είναι καν σίγουρος για αυτό λέγοντας ότι «presumably from the Russian Commercial Bank» - δηλαδή άλλο νομικό πρόσωπο που δεν είναι μέρος της ισχυριζόμενης συνωμοσίας. Περαιτέρω, ο κ. Φιλιππίδης επίτηδες δεν επισύναψε ολόκληρη την μετάφραση του δελτίου τύπου που επιθυμούσε να δημοσιεύσει Ρώσικη Εφημερίδα. Ολοκληρωμένη μετάφραση επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 12. Θεωρώ ασφαλές συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε ρώσικη εφημερίδα θα προβληματιζόταν έντονα προτού δημοσιεύσει ένα άρθρο στο οποίο μια κυπριακή εταιρεία κατηγορεί την Αιτήτρια και τον κ. Kuzovlev για παράνομες πράξεις και μάλιστα έχει άποψη για την υποτιθέμενη δίωξη στην οποία προβαίνει η Αιτήτρια σε σχέση με τρίτα άτομα. 19. Περαιτέρω είναι η θέση της Αιτήτριας και αυτό θα υποδειχθεί εφόσον της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την ανταπαίτηση ότι από την Ανταπαίτηση λείπουν διάδικοι οι οποίοι είναι απαραίτητο όπως συμπεριληφθούν στη διαδικασία για να μπορέσει να εκδοθεί απόφαση στη βάση της «συνομωσίας». Συγκεκριμένα δεν δύναται να εκδοθεί απόφαση για «συνωμοσία» εναντίον μόνο ενός ατόμου, ακόμα και αν αυτό το άτομο είναι νομικό πρόσωπο. Εξ όσων γνωρίζω τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας είναι η
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα. Στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης δεν προστίθενται ως εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι άλλα άτομα με τα οποία κατ' ισχυρισμό συνωμότησε η Αιτήτρια για να προκαλέσει ζημιά στην Εναγόμενη. Χωρίς να προστεθούν τα άτομα τα οποία υποτίθεται συμφώνησαν να συνωμοτήσουν και εξέφρασαν αυτήν την συμφωνία τους μέσω της Αιτήτριας και να κληθούν να έρθουν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι δίκαιο η Αιτήτρια να βρεθεί αντιμέτωπη με απόφαση εναντίον της που να δηλώνει ότι όντως αυτή συνωμότησε. Σίγουρα οι γενικολογίες της Εναγόμενης όπως «Συνωμότησε με πρώην δικηγόρους της Εναγόμενης...» (παράγραφος (95(ν) της Υπεράσπισης) ή «... συνωμότησε ... μετά του εν λόγω διοικητικού και διευθυντού εκτελεστικού συμβούλου της κ. Κουζόβλεφ και άλλων παραγόντων της Τράπεζας όπως του προέδρου αυτής κ. Κόστιν» (παράγραφος 94 της Υπεράσπισης), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές αναφορές που αποδεικνύουν την σύμπραξη δύο ή περισσότερων ατόμων με σκοπό να προβούν σε όλες αυτές τις πράξεις που καταλογίζει η Εναγόμενη για να προκαλέσουν ζημιά σε αυτήν. Ούτε τέθηκαν αυτοί οι ισχυριζόμενοι συνωμότες ενώπιον του Δικαστηρίου για να τους δοθεί η ευκαιρία να θέσουν την δική τους θέση και να κριθούν από αυτό.
- Τέλος η ζημιά που υποτίθεται «απόδειξε» η Εναγόμενη και η οποία επιδικάστηκε υπέρ της με την Απόφαση, είναι παντελώς αυθαίρετη. Χωρίς να έχουμε τα πρακτικά της διαδικασίας απόδειξης ή την Απόφαση την ίδια, εφόσον δεν λάβαμε μέχρι σήμερα αντίγραφο από το Πρωτοκολλητείο, πιστεύω ότι εφόσον επιδικάστηκε υπέρ της Εναγόμενης το ποσό των €15,492,531, το Δικαστήριο θεώρησε δικαιολογημένη την υποτιθέμενη ζημιά που υπέστη η Εναγόμενη για τις χρονιές 2012-
- Ως ο κ. Φιλιππίδης ισχυρίζεται αυτή η ζημιά των 15 εκατομμυρίων Ευρώ, οφείλεται αποκλειστικά στις πράξεις της Ενάγουσας.
- Φανερά και αυτός ο υπολογισμός της ζημιάς γίνεται χωρίς κανένα αντικειμενικό κριτήριο. Από το 2012 και έπειτα, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψιν την τεράστια ζημιά που έπαθαν όλες οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι από την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση η οποία το 2013 οδήγησε και στην κατάρρευση της Κυπριακής Οικονομίας και των Τραπεζών της όπως επίσης μείωσε τις επενδύσεις, την εγγραφή νέων εταιρειών και άλλα πολλά. Επίσης κάποιος θα ανέμενε ότι η (χωρίς απόδειξη) υποτιθέμενη συρρίκνωση της εργασίας της Εναγόμενης με Ρώσους πελάτες θα οφείλετο επίσης και στην Ρωσική Οικονομική κρίση, στην μείωση του Ρουβλιού ή λόγω του πλαισίου της αναδιάρθρωσης του Ρωσικού φορολογικού πλαισίου που αποθαρρύνει πλέον την χρήση υπεράκτιων εταιρειών (γνωστό ως de-offshorization) ή των οικονομικών μέτρων αποκλεισμού της Ρωσίας λόγω της Ουκρανικής κρίσης. Η Εναγόμενη δεν μπορεί να μην επηρεάζεται από καμία μεταβολή, εξέλιξη ή κρίση της Εγχώριας και Παγκόσμιας Οικονομίας που επηρεάζει όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του κόσμου και της Κύπρου, αλλά επηρεάζεται μόνο και αποκλειστικά από τις πράξεις της Αιτήτριας. Η Εναγόμενη στην πραγματικότητα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός πως η Αιτήτρια παρέμεινε χωρίς εκπροσώπηση στην Αγωγή και θεώρησε αυτό ως ευκαιρία να αναπληρώσει την ζημιά που υπέστη λόγω της οικονομικής κρίσης, από την Αιτήτρια. Εννοείται βέβαια ότι αν δεν γίνουν δεκτοί στα πλαίσια Ακρόασης οι ευφάνταστοι και ανυπόστατοι ισχυρισμοί της Εναγομένης, αυτή δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε αποζημίωση. Η θέση της Αιτήτριας είναι πως ότι έπραξε ή παρέλειψε, έγινε στα πλαίσια της άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της, ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης για μείωση των εισοδημάτων της αφενός δεν συνδέονται με αιτιώδη συνάφεια με οποιαδήποτε παράνομη πράξη της Αιτήτριας και αφετέρου δεν γίνονται δεκτοί, αφού είναι υπερβολικοί και αβάσιμοι και η Αιτήτρια δεν όφειλε κανένα συμβατικό ή άλλο καθήκον ως προς την Εναγόμενη ή την διατήρηση της κερδοφορίας της, ώστε να ευθύνεται για τυχόν μείωση της. .....................................................................................». Το ότι εκδόθηκε η απόφαση στην Ανταπαίτηση μετά από μαρτυρία που προσάχθηκε από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση κατά την απόδειξη δεν εμποδίζει τη θεώρηση των πραγμάτων μέσα από τον φακό που η νομολογία προσδιορίζει ως επιβαλλόμενο για τους σκοπούς της Δ.26Θ14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, μια που, ως διατυπώθηκε και πιο πάνω, η υπό ανάλυσιν ερήμην ετυμηγορία δεν αποφάσισε τελεσιδίκως την ουσία της διαφοράς εφόσον δεν προήλθε μετά από αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων (βλ. κατ' αναλογίαν, Γεωργίου και Άλλων ν Επάρχου Λεμεσού
(2000)1(Α) ΑΑΔ 79, 83-84). Καταδείχθηκε καλή υπεράσπιση των εναγόντων/αιτητών στην Ανταπαίτηση. Ο λόγος ένστασης 7, καλεί σε απόρριψη. Ό,τι οδήγησε στη μη εμφάνιση των εναγόντων/αιτητών κατά τον χρόνο απόδειξης της Ανταπαίτησης - αλλά και την ημέρα που απορρίφθηκε η αγωγή και ορίστηκε η Ανταπαίτηση για απόδειξη διά της αίτησης για απόφαση στην Ανταπαίτηση - δεν θα μπορούσε να σταχυολογηθεί στις απλές εκείνες περιπτώσεις όπου διάδικος, για δικές του παραλείψεις, αφήνει τα πράγματα να ακολουθήσουν δικονομική πορεία αποτμημένη από τις όποιες προθέσεις και ενδιαφέρον του. Οι προηγούμενοι δικηγόροι των εναγόντων/αιτητών, ζητώντας άδεια να αποσυρθούν από την αντιπροσώπευση των τελευταίων καταχώρισαν γραπτή ενημέρωση που είχαν αποστείλει στους πελάτες τους (Τεκμήριο 10). Δεν είχαν πληροφορήσει τους ενάγοντες/αιτητές για το ενδεχόμενο απόρριψης της αγωγής ή (ακόμη πιο σημαντικό για τη θεματική που εξετάζεται), για την πιθανότητα διορισμού νέων δικηγόρων προς περιφρούρηση των συμφερόντων των εναγόντων/αιτητών πριν από την αποπληρωμή των όποιων οφειλόμενων δικηγορικών εξόδων. Κατά τους κρίσιμους χρόνους και χωρίς να παραγνωρίζεται πως οι διάδικοι συζητούσαν μεταξύ τους την πιθανότητα εξώδικου συμβιβασμού, παρατηρήθηκαν φαίνεται προβλήματα στη λειτουργία και διοίκηση των εναγόντων/αιτητών τα οποία προξένησαν πολύ μεγάλες δυσκολίες τόσο στην εσωτερική επικοινωνία μεταξύ των υπαλλήλων τους και των μητρικών εταιρειών των εναγόντων/αιτητών αλλά και με δικηγόρους των εναγόντων/αιτητών στο εξωτερικό, με άμεσο παρεπόμενο τον επηρεασμό στο χειρισμό των υποθέσεων τους που εκκρεμούσαν εκείνη τη στιγμή σε διάφορα Δικαστήρια. Μια από αυτές ήταν και η τρέχουσα. Γύρω στον Φεβρουάριο 2016, εκτυλισσόταν διαδικασία διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων/αιτητών προς δημιουργία κακής και καλής τράπεζας, με προοπτική να μετονομάζονταν και να αναλάμβαναν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια και υγιή περιουσιακά στοιχεία τους θα μεταφέρονταν σε άλλη τράπεζα που είχε στο μεταξύ αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών των εναγόντων/αιτητών το
- Η διαδικασία αναδιάρθρωσης αποπερατώθηκε περί τα τέλη Μαΐου
- Εξαιτίας της αναδιοργάνωσης, πλείστοι υπάλληλοι των εναγόντων/αιτητών έφυγαν ή μετακινήθηκαν από τη βάση, αφήνοντας κενά στην οργανωτική δομή, έλεγχο και εσωτερική επικοινωνία των εναγόντων/αιτητών, με τους παραμένοντες εκεί να αντιμετωπίζουν τεράστιο όγκο εργασίας, με όλα τα συνεπακόλουθα. Περαιτέρω, οι υπάλληλοι της VTB Bank (μητρικής των εναγόντων/αιτητών), που συντόνιζαν τις υποθέσεις των τελευταίων με τους εξωτερικούς τους συνεργάτες, παρέμειναν κατ' ουσίαν ασυντόνιστοι μεταξύ τους, κάτι που επηρέασε τη ροή των οδηγιών μέσω των προσφερόμενων εταιρικών καναλιών. Τούτη η κατάσταση, αποτέλεσε και μία από τις αιτίες που συνέτεινε στην καθυστέρηση αποπληρωμής των αποχωρησάντων δικηγόρων των εναγόντων/αιτητών και στην εκφρασθείσα στάση των τελευταίων ότι δεν ήσαν διατεθειμένοι να συντάξουν και καταχωρίσουν Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (βλ. Τεκμήρια 3 και 10 στην ένορκη δήλωση Συμεωνίδη), εκτός και αν εξοφλούνταν για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους. Φύεται από τα γεγονότα, στην έκταση που τούτο μπορεί να διατυπωθεί ως διαπίστωση (και σίγουρα όχι ως εύρημα), πως οι ενάγοντες/αιτητές δεν είχαν πρόθεση να παραγνωρίσουν τη δικαστική διαδικασία, εκτός του ότι το αντικείμενο της αγωγής και της Ανταπαίτησης διασυνδέεται δικογραφικώς με αξιώσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Είναι γεγονός πως - και ποσώς παραβλέπω ή μειώνω τις ανησυχίες του κ. Κληρίδη επί τούτω - η τυχόν αγόγγυστη υιοθέτηση αιτιάσεων όπως αυτές των εναγόντων/αιτητών θα μπορούσε να διαπλάσει ένα άκρως ανεπιθύμητο προηγούμενο και άνοιγμα των κρουνών για προώθηση όμοιων ή παρόμοιων αιτημάτων επαναφοράς ή παραμερισμού σε άλλες περιπτώσεις. Συνιστά σίγουρα η ανησυχία τούτη μια συνειρμική πτυχή με τη δική της αξία, όχι όμως τέτοιας βαρύτητας που να προαποφασίζει, ως θέμα πολιτικής του δικαίου πλέον, οριζοντίως άπασες τις προσιδιάζουσες με την ενεστώσα περιπτώσεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο και (στοιχειωδώς), τιμωρητικό και υποβιβαστικό των συνταγματικών δικαιωμάτων τού εκάστοτε αιτητή χωρίς εξατομικευμένη κρίση τής περίπτωσης ως η νομολογία ορίζει και συνεπακόλουθη ενάσκηση της ευρείας πάντως διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ακριβώς, η διακριτική αυτή ευχέρεια ως στοιχείο ύψιστης σημασίας δεν περιστέλλει αλλά αντιθέτως αφήνει άθικτη τη δικαστική αυτή εξουσία να κρίνει τα πράγματα κατά τις ανάγκες και περιστάσεις με τρόπο αντικειμενικό, ορθολογικό και εν τέλει δικαστικό. Το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που περιγράφουν οι ενάγοντες/αιτητές, αλλά και που προκύπτει από τη μαρτυρία, δεν κατατείνει σε διαγωγή καταφρονητική από μέρους τους προς τη δικαστική διαδικασία. Η υπό κρίσιν αίτηση δεν εκπορεύεται και δεν διασυνδέεται άμεσα με αμέλεια δικηγόρων ή κακών χειρισμών εκ πλευράς τους έτσι ώστε να ενταχθούν τα πράγματα υπό το πρίσμα των όσων με σαφήνεια κατά τα άλλα καθορίζει η νομολογία ως επίπτωση στα δικαιώματα του πελάτη/αιτητή. Εδώ, οι τέως δικηγόροι των εναγόντων/αιτητών, για οικονομικούς μάλλον λόγους, άφησαν τα πράγματα να εκτυλιχθούν επικινδύνως για τους εναγόντες/αιτητές, ως υπέδειξε με όμοια φρασεολογία ο κ. Παύλου, χωρίς την ίδια στιγμή να υποδεικνύουν ή να παρέχουν επικουρία στους ενάγοντες/αιτητές ως προς το πώς θα έρεπε ίσως να χειρίζονταν τα πράγματα υπό τις ιδιάζουσες εκείνες συνθήκες, έστω και αν, αυστηρώς, μπορεί και να μην είχαν τέτοια υποχρέωση προς τους απερχόμενους πελάτες σε εκείνη την περίοδο της σχέσης τους. Όπως με πολύ μεγάλη προσοχή μερίμνησε να υποδείξει ο κ. Παύλου στη γραπτή του αγόρευση, τα συζητούμενα δεν σκοπούν στην κατάγνωση μομφής προς τους προηγούμενους δικηγόρους. Κάθε άλλο. Στο μόνο που στοχεύουν είναι στον εξεικονισμό των όσων ανέκυψαν ως κατ' επίφασιν δεδομένα επί σκοπώ άντλησης διαπιστώσεων αναφορικώς προς ό,τι ενδιαφέρει επιδίκως. Ομοίως, το Δικαστήριο καταγράφει τα γεγονότα ως προβλήθηκαν από τους άμεσα επηρεαζόμενους διαδίκους (ενάγοντες/αιτητές) οι οποίοι έχουν και την αρμόζουσα υποτίθεται πρωτογενή γνώση των τεκταινομένων, άνευ πάλι πρόθεσης απόληξης σε οιοδήποτε εύρημα. Οι λόγοι που δόθηκαν από τους ενάγοντες/αιτητές κρίνονται ως αντικειμενικώς επαρκείς και καθόλου ακραίοι και απαράδεκτοι ώστε να ταξινομηθούν στην κατηγορία της συμπεριφοράς που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικούς δικαστικούς συνειρμούς, δίχως να λέγω ότι οι ενάγοντες/αιτητές λειτούργησαν και με ιδιαίτερη επιμέλεια, διορατικότητα και αισθαντικότητα των επιπτώσεων που θα μπορούσαν να έχουν οι πράξεις και παραλείψεις τους στους ίδιους, στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση και στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης εν γένει. Καταλήγοντας, δεν παρέβλεψα και τα όσα πρότειναν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση για τον χειρισμό άλλων δικαστηριακών υποθέσεων των εναγόντων/αιτητών που εκκρεμούσαν πριν από ή και μετά την παρούσα, ακόμη και δικονομικών χειρισμών και αιτημάτων στην υπόθεση (ως υπέδειξε ο κ. Κληρίδης), αποβλέποντας έτσι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στην αποψίλωση της αξιοπιστίας τής υπό συζήτησιν εκδοχής των εναγόντων/αιτητών κατά τα πρότυπα παράθεσης θα μπορούσε να εκφράσει κανείς, μαρτυρίας κακού χαρακτήρα (εν τη ευρεία εννοία του όρου εννοείται). Τούτη όμως η οπτική απέτυχε να συζεύξει ως ζήτημα αιτίου και αιτιατού τη λειτουργία των εναγόντων/αιτητών με την όποια λειτουργία τους σε άλλες περιπτώσεις, στην έκταση τού εδώ επιτρεπτού. Οι λόγοι ένστασης 3 και 4, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Το κρινόμενο αίτημα δεν καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη ή υπέρμετρη καθυστέρηση ή υπό περιστάσεις που να δείχνουν απαξία στη δικαστική διαδικασία ή συναίνεση και συγκατάθεση των εναγόντων/αιτητών στα όσα επισυνέβησαν. Οι ενάγοντες/αιτητές, διά των νέων τους δικηγόρων και έως ότου ετοιμαστούν τα πρακτικά και ενεργοποιηθούν οι αφορούντες δικονομικοί μηχανισμοί, υπέβαλαν την αίτηση σχετικώς σύντομα, έχοντας ερευνήσει και τον φάκελο της υπόθεσης. Η όποια αργοπορία δεν παρέμεινε ανεξήγητη μηδέ και ασύνδετη με όσα οφείλονταν να πραχθούν για να καταστεί εφικτή η ενεργοποίηση των διαβημάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Πεγιώτης ν Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601, 1606). Ο λόγος ένστασης 1, κρίνεται απορριπτέος. Το ότι θα μπορούσε να καταχωριστεί έφεση εναντίον των υπό συζήτησιν αποφάσεων, δεν αμβλύνει μήτε και ακυρώνει το δικαίωμα των εναγόντων/αιτητών να αποταθούν - όπως και έπραξαν - προς το πρωτόδικο Δικαστήριο για επαναφορά της αγωγής ή και παραμερισμό της απόφασης στην Ανταπαίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλαμπίδης ν Πέτρου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2071, 2073-2074). Ο λόγος ένστασης 5, υπόκειται σε απόρριψη. Αποφαίνομαι πως όλα συνηγορούν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με αυτό τον τρόπο είναι που θα εξυπηρετηθούν και καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης δίχως να επηρεάζονται καταλυτικώς και αθεράπευτα τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση για δίκαιη και ταχεία δίκη. Οι συναφείς με αυτά εναπομείναντες λόγοι ένστασης 6, 9 και 10, κρίνονται και αυτοί ως ανεπιτυχείς. Η διαφαινόμενη κατάληξη του αιτήματος (σε ό,τι αφορά στο αιτητικό Α), θα ήταν η ίδια, ακόμη και αν ήθελεν θεωρηθεί δευτεροβαθμίως πως δεν συνέτρεχαν λόγοι για επαναφορά της αγωγής στη βάση των ήδη αποφασισθέντων και τούτο γιατί θα επέτρεπα την επαναφορά στη βάση όσων συζήτησα στο πλαίσιο της προβληματικής για την Ανταπαίτηση, αναλόγως προσαρμοσμένων (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπανικολάου ν Κότσαπα
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1800, 1803-1805). Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά Α και Β της αίτησης. Σε σχέση προς τα έξοδα του αιτήματος για επαναφορά της αγωγής (αιτητικό Α), αυτά θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής ως εκ της φύσης τού λόγου ακύρωσης τής απόφασης ημερομηνίας 28.4.16 για απόρριψη της αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, White v Weston
(1968)2 All ER 842,846). Τα έξοδα που αφορούν στην αίτηση (αιτητικό Β) και στην Ανταπαίτηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών (θα είναι ωστόσο μειωμένα κατά το ½ λόγω μερικής επιτυχίας της αίτησης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν) και θα είναι πληρωτέα αμέσως έχοντας πρώτα τύχει υπολογισμού από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (και έγκρισης του Δικαστηρίου) έπειτα από προσκόμιση από τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση σχετικού καταλόγου εξόδων, ο οποίος να προσκομιστεί προς τον Πρωτοκολλητή εντός 14 ημερών από σήμερα. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο