Κοσμάς Μολέσκης ν. Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο (Κλινική) Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8015/2007, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A210 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8015/2007 Μεταξύ: Κοσμάς Μολέσκης Ενάγοντος -και- Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο (Κλινική) Λτδ 2. Ανδρέας Μυριάνθους Εναγομένων Ημερομηνία: 30.03.2018 Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Αβρααμίδης με Μ. Φιλίππου για Λ. Παπαφιλίππου. Για τους Εναγόμενο 1: κ. Γ Κορφιώτης με κα Π. Θρασυβούλου Για τους Εναγόμενο 1: κ. Γ Κορφιώτης με κα Π. Θρασυβούλου και κα Χρ. Μαυρικίου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη λόγω της διενέργειας σε αυτόν από τον Εναγόμενο 2, χειρουργικής επέμβασης στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο του Εναγόμενου 1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, την 07.09.2004 ο Εναγόμενος 2 υπέβαλε τον Ενάγοντα σε επέμβαση διουρηθρικής προστατεκτομής, καθότι είχε διαγνώσει όγκο στον προστάτη. Επρόκειτο για λανθασμένη διάγνωση. Ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να προβεί σε όλες τις δέουσες και αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις που επιβάλλονταν, υπό τις περιστάσεις και απέτυχε να διαγνώσει ορθά την κατάσταση του Ενάγοντα και να αντιληφθεί ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα οφείλονταν σε λόγους που δεν είχαν σχέση με όγκο στον προστάτη. Παραπλάνησε και ή έπεισε τον Ενάγοντα ότι επιβαλλόταν να υποβληθεί άμεσα σε επέμβαση για αποφυγή σοβαρών επιπλοκών και ότι η επέμβαση ήταν ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Τον διαβεβαίωσε και ή παρέστησε σε αυτόν και ή παρέσχε ψευδείς και ή παραπλανητικές πληροφορίες ότι δεν θα υπήρχε κανένας κίνδυνος και ή επιπλοκή από την επέμβαση και ότι η μόνη αρνητική συνέπεια θα ήταν το χάσιμο του σπέρματος. Εάν ο Ενάγοντας είχε την ορθή πληροφόρηση για τους πιθανούς κινδύνους και ή επιπλοκές και ή συνέπειες που θα είχε η διουρηθρική προστατεκτομή, «. σε καμία περίπτωση θα έδινε τη συγκατάθεση του να υποβληθεί στην εν λόγω εγχείριση». Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενώ ο Εναγόμενος 2 είχε συμφωνήσει μαζί του όπως διενεργήσει «ανοικτή προστατεκτομή», αυτός διενήργησε «διουρηθρική προστατεκτομή TURP». Δεν εξασφάλισε την ελεύθερη συγκατάθεση του Ενάγοντα για τη διενέργεια της εν λόγω χειρουργικής επέμβασης και ή την εξασφάλισε δια παροχής σ' αυτόν λανθασμένων και ή ανεπαρκών και ή ψευδών και ή ανυπόστατων και ή παραπλανητικών πληροφοριών, αναφορικά με τη διάγνωση και ή την προταθείσα χειρουργική επέμβαση, τους κινδύνους και τις επιπλοκές κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του έναντι του Ενάγοντα, και των άρθρων 11 και 12 του περί Καταχώρισης και Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου του 2004. Ο Εναγόμενος 2 επενέβη και ή διενήργησε την ως άνω εγχείρηση κατά τρόπο παράνομο και ή υπό συνθήκες και ή περιστάσεις που συνιστούν και ή ισοδυναμούν με επίθεση (assault) ή και άδικο επίθεση (battery) κατά του Ενάγοντα και ή κατά τρόπο που παρενέβαινε παράφορα προς το δικαίωμα ασφάλειας και ή προστασίας και ή ελέγχου του σώματος του. Διενήργησε χειρουργική επέμβαση χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντα, υπό συνθήκες που συνιστούν επέμβαση κατά του προσώπου του (trespass to the person). Ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να εξασκήσει και ή επιδείξει τον αναγκαίο βαθμό επιδεξιότητας και ή προσοχής και ή επιμέλειας που συνήθως επιδεικνύεται από εχέφρονες και ή συνετούς γιατρούς της «ιδίας βαθμίδας και ή επιπέδου και ή επιτηδειότητας και ή ειδικότητας». Παρέσχε στον Ενάγοντα λανθασμένη διάγνωση και ή θεραπεία κατά τρόπο αμελή και ή επιπόλαιο και ή παραδεκτό για τα ιατρικά δεδομένα και ή επιπέδου της ιατρικής επιστήμης και παρέλειψε να του παράσχει τον «δέον και ή υπό τις περιστάσεις επιβαλλόμενο και ή ιατρικώς αναμενόμενο». Περαιτέρω και ή διαζευκτικώς με τα ως άνω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 και ή ο Εναγόμενος 1 και ή οι υπάλληλοι και ή εργοδοτούμενοι και ή αντιπρόσωποι τους, διενήργησαν την επέμβαση κατά τρόπο παράνομο και ή κατά παράβαση της ιατρικής δεοντολογίας και ή του ιατρικού και ή συμβατικού καθήκοντος του. Ο Εναγόμενος 1 ήταν υπεύθυνος και ή εκ προστήσεως υπεύθυνος για τις ενέργειες και ή παραλείψεις του Εναγόμενου 2 και του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του Απολλώνειου Νοσοκομείου. Κατά την επέμβαση αφαιρέθηκε ολόκληρος ο προστάτης και η επέμβαση προκάλεσε στον Ενάγοντα σοβαρό και μόνιμο μετεγχειρητικό στένωμα της ουρήθρας, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία έντονων και μόνιμων δυσουρικών ενοχλημάτων. Ο Ενάγοντας υποφέρει από τη μόνιμη παραμονή μεγάλης ποσότητας ούρων μετά την ούρηση, πάσχει από μόνιμη στυτική δυσλειτουργία και ή σεξουαλική ανικανότητα και αδυναμία χρησιμοποίησης Viagra. Συνεπεία των σοβαρών μετεγχειρητικών επιπλοκών και ή επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα που προκλήθηκε από την επέμβαση, ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δεκατέσσερις περίπου χειρουργικές επεμβάσεις και θα χρειασθεί και στο μέλλον να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις, θεραπείες και εξετάσεις για αντιμετώπιση των προβλημάτων που του προκάλεσε η επέμβαση. Οι Εναγόμενοι παραβίασαν το δικαίωμα του Ενάγοντα να λάβει τα ιατρικά του αρχεία και ή απώλεσαν και ή κατέστρεψαν τα αρχεία αυτά, κατά παράβαση των άρθρων 10 και 12 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων 2001 - 2012 και των άρθρων 17 και 18 του περί Κατοχύρωσης και Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου του 2004. Τα μετεγχειρητικά προβλήματα που ο Ενάγοντας υπέστη εξαιτίας της επέμβασης και ιδιαίτερα η σεξουαλική του ανικανότητα, είχε ως αποτέλεσμα αυτός να υποφέρει από κατάθλιψη, συγκεκριμένη «μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, υποτροπιάζουσα». Πάσχει από ανηδονία, διαταραχή του ύπνου, εύκολη κόπωση, έντονη αγχώδη διαταραχή. Λόγω της σοβαρής του αναπηρίας, έχει επανερχόμενες σκέψεις θανάτου, με κατά καιρούς αυτοκτονικό ιδεασμό. Η κατάσταση του, χρήζει μόνιμης ιατρικής και ψυχιατρικής παρακολούθησης και θεραπείας. Ο Ενάγοντας είναι σήμερα ανίκανος για οποιανδήποτε εργασία. Ως ανέφερα και πιο πάνω, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Οι ειδικές αποζημιώσεις περιλαμβάνουν τα έξοδα που ο Ενάγοντας κατέβαλε για την επίδικη χειρουργική επέμβαση, μεταφορικά, τα έξοδα των εξετάσεων που έγιναν πριν την επέμβαση και τα έξοδα των θεραπειών λόγω των μετεγχειρητικών συνεπειών. Αξιώνει επίσης γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη και θα συνεχίσει να υφίσταται, για τα έξοδα που θα καταβάλει στο μέλλον, για ιατρική παρακολούθηση, φάρμακα και εξετάσεις για «προφυλακτικές πάνες» και για αλλαγή καθετήρα. Ο Εναγόμενος 2 στην Υπεράσπιση που καταχώρισε, ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγοντας κωλύετο από το να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι αυτό αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας, υπό την έννοια της υπερβολικής και υπέρμετρης καθυστέρησης. Το θέμα αυτό δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, στην ουσία εγκαταλείφθηκε και ορθώς κατά την άποψη μου, καθότι η αγωγή καταχωρήθηκε δύο περίπου χρόνια μετά την επέμβαση. Εχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, τα περίπλοκα ιατρικά θέματα που εγείρονται σε συνδυασμό με την κατάσταση του Ενάγοντα κρίνω ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση. Το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Σε σχέση με την ουσία της αξίωσης, ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι ήταν γιατρός με ειδικότητα ουρολόγου χειρούργου και ότι το ιατρείο του βρισκόταν στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, που του παρείχε διάφορες διευκολύνσεις και ή τις εγκαταστάσεις του για την περίθαλψη των ασθενών του. Ισχυρίζεται όμως ότι ενοικιάζει το ιατρείο του από το πιο πάνω Νοσοκομείο και ότι αυτό, ήτοι το Νοσοκομείο, «ουδεμία σχέση και ή έλεγχο ασκεί στη νοσηλεία που ο Εναγόμενος 2 παρέχει στους ασθενείς του». Παραδέχεται επίσης ότι είχε παρακολουθήσει για κάποια χρονική περίοδο τον Ενάγοντα, ισχυρίζεται όμως ότι ουδέποτε διέγνωσε καρκίνο του προστάτη. Εκείνο που διέγνωσε ήταν φράξη στον αυχένα της ουροδόχου κύστης (bladder outlet obstruction) και την ύπαρξη μεσαίου λοβού. Ο Εναγόμενος 2, σύμφωνα πάντα με την Υπεράσπιση του, εισηγήθηκε στον Ενάγοντα να υποβληθεί σε ενδοσκοπική διουρηθρική προστατεκτομή, γνωστή ως «TURP». Του εξήγησε, σε «γενικές γραμμές», τη φύση της επέμβασης στην οποία θα τον υπέβαλλε, «τις πιθανότητες επιτυχίας και τις δυνατές επιπλοκές και ή παρενέργειες» που μπορούσαν να προκύψουν. Ο Ενάγοντας του ανέφερε αρχικά ότι προτιμούσε να υποβληθεί σε ανοικτή προστατεκτομή στη συνέχεια όμως συμφώνησε όπως υποβληθεί σε ενδοσκοπική διουρηθρική προστατεκτομή και επιβεβαίωσε και γραπτώς τη σχετική συγκατάθεση του. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και ότι παρέβη οποιοδήποτε καθήκον που απορρέει από το Νόμο. Αρνείται επίσης ότι ο Ενάγοντας υπέστη λόγω της επέμβασης οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες και ισχυρίζεται διαζευκτικώς ότι πλείστα από τα προβλήματα που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη οφείλονται στην πάθηση που αντιμετώπιζε και ή αποτελούν αναπόφευκτη επιπλοκή και ή ουδεμία σχέση και ή αιτιώδη συνάφεια έχουν με τις υπηρεσίες του Εναγόμενου 2. Η Εναγομένη 1 στην Υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζεται ότι αυτή είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ιδιοκτήτρια του ιδιωτικού νοσοκομείου γνωστό ως 'Απολλώνειο Νοσοκομείο'. Η Εναγόμενη 1 δεν εργοδοτεί τον Εναγόμενο 2 και ουδένα έλεγχο έχει ή μπορεί να έχει στην άσκηση της ειδικότητας του. Ο Εναγόμενος 2 διατηρεί ιατρείο στο νοσοκομείο της Εναγόμενης 1, στο οποίο εισάγει ασθενείς της ειδικότητας του και χρησιμοποιεί τις διευκολύνσεις και ή εγκαταστάσεις για περίθαλψη των ασθενών του, χωρίς η Εναγόμενη 1 ή οποιοσδήποτε υπάλληλος να έχει δικαίωμα καθορισμού ή ελέγχου της προσφερόμενης περίθαλψης. Ο Ενάγοντας στην Απάντηση που καταχώρισε στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρίζεται ότι είχε αποταθεί στον Εναγόμενο 1 για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και ήταν ο τελευταίος που τον παρέπεμψε σε ουρολόγο, ήτοι στον Εναγόμενο 2. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ουρολόγος, δηλαδή ο Εναγόμενος 2, «αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του συστήματος εργασίας του Εναγόμενου 1 κατά τρόπο που αυτός να ευθύνεται για την αμέλεια του». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δεκατέσσερις συνολικά μάρτυρες. Η εξέταση και αντεξέταση κάποιων εξ αυτών ήταν πολύωρη ενώ τα πρακτικά της διαδικασίας καταλαμβάνουν πέραν των 500 δακτυλογραφημένων σελίδων. Πρόκειται για υπόθεση με πολύπλοκα και περίπλοκα ιατρικά θέματα, στην οποία κατέθεσαν επτά γιατροί, που είχαν διαφορετικές απόψεις σε ουσιώδη θέματα. Εκ μέρους του Ενάγοντα κατέθεσαν ο γιος του Χρυσόστομος Μολέσκη, Μ.Ε.2, ο ουρολόγος Χρυσόστομος Χριστοφή, Μ.Ε.3, ο ακτινολόγος Στυλιανός Κοκκής, Μ.Ε.4, ο Χαράλαμπος Γαβριηλίδης, Μ.Ε.5, η Βασιλική Νικολάου, Μ.Ε.6 και ο ίδιος. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ο ουρολόγος Πρόδρομος Φιλίππου, Μ.Υ.1, ο παθολολοανατόμος Δώρος Λυσιώτης, Μ.Υ.2, ο ουρολόγος Σπύρος Ηλιάδης, Μ.Υ.5, ο ουρολόγος χειρούργος Αγγελος Αχιλλέως, Μ.Υ.7, ο ουρολόγος χειρούργος Σταύρος Χαραλάμπους, Μ.Υ.8, ο διευθυντής του Απολλωνείου Νοσοκομείου, Νίκος Σατραζάμης, Μ.Υ.3, ο Γεώργιος Κασάπης, Μ.Υ.6 και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2. Ως ανέφερα αμέσως πιο πάνω, επρόκειτο για μια μακρά διαδικασία στην οποία ηγέρθησαν σωρεία θεμάτων. Κάποια, ως διαφάνηκε εκ των υστέρων, ήταν, κατά την άποψη μου, εντελώς αχρείαστα καθότι δεν έριξαν φως στην ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου κρίνω άσκοπο να ασχοληθώ μαζί τους. Ένα εκ των θεμάτων αυτών, ήταν κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 είχε πάει στην αντιπροσωπεία των οχημάτων Mercedes για να παραλάβει ένα όχημα ενώ τον περίμενε ο Ενάγοντας στο Νοσοκομείο για να τον εξετάσει. Πρόκειται για εντελώς παρεμφερές θέμα, η μόνη σχετικότητα του ήταν με κάποιο χρόνο επίσκεψης και ως εκ τούτου καμιά αναφορά θα γίνει στη μαρτυρία που σχετίζεται με το θέμα αυτό, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η μαρτυρία του Γεωργίου Κασάπη, Μ.Υ.6. Η απόφαση μου θα επικεντρωθεί στα επίδικα θέματα ήτοι κατά πόσο υπήρξε σωστή διάγνωση της κατάστασης του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 2, αν ο Ενάγοντας έλαβε τη σωστή ενημέρωση σε σχέση με την κατάσταση του, τον τύπο της επέμβασης στην οποία θα υποβαλλόταν και των συνεπειών της και κατά πόσο έδωσε τη συγκατάθεση του για τη θεραπεία που θα υποβαλλόταν. Θα εξετάσω επίσης κατά πόσο υποβλήθηκε στην ορθή θεραπεία και κατά πόσο τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Ενάγοντας είναι απότοκα της θεραπείας που έλαβε από τον Εναγόμενο 2 και την ευθύνη του Εναγομένου 1. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι ένα από τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν μετά την επίδικη επέμβαση ήταν η ακράτεια. Μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε για το θέμα αυτό, οι πλείστοι μάρτυρες εξετάσθηκαν και αντεξετάσθηκαν επί τούτου και εξέφρασαν διάφορες απόψεις. Παρατηρώ ότι πουθενά στη πολυσέλιδη Εκθεση Απαίτησης γίνεται μνεία, έστω και έμμεσα για 'ακράτεια'. Ηταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η ακράτεια εμπεριέχεται στον όρον 'δυσουρία', που αποτελεί, με βάση την Εκθεση Απαίτησης, μια από τις ζημιές που υπέστη ο Ενάγοντας. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Δυσουρία, με βάση το ερμηνευτικό λεξικό του Μπαμπινιώτη είναι 'η επώδυνη δυσχέρεια κατά την ούρηση', με βάση το Dorland's Medical Dictionary[1] είναι 'η δυσχερής ή επώδυνη ούρηση', ενώ σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη ιατρική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, είναι η δυσκολία στην έξοδο των ούρων που συνοδεύεται από πόνο. Ακράτεια, σύμφωνα με το Λεξικό του Μπαμπινιώτη είναι η 'αδυναμία εκούσιας συγκρατήσεως των απεκκρίσεων', σύμφωνα με το Dorland's Medical Dictionary είναι 'η αδυναμία ελέγχου των απεκκριτικών λειτουργιών', ενώ με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι η ανεπιθύμητη, η άθελη απώλεια ούρων είτε από ένα απλό φτάρνισμα ή βήξιμο ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Καταλήγω ότι η 'ακράτεια' δεν περιλαμβάνεται στον όρον 'δυσουρία' και κατ' επέκταση πρόκειται για θέμα το οποίο δεν έχει δικογραφηθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη[2]. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι παρά το γεγονός ότι η παρουσίαση της υπόθεσης του Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν πολύ καλή, η Εκθεση Απαίτησης ήταν αχρείαστα μακροσκελής. Συμπεριλήφθηκε σε αυτή μαρτυρία ενώ κάποιες θέσεις κατεγράφησαν πέραν της μιας φοράς, γεγονός που κατέστησε το έργο του Δικαστηρίου και των συνηγόρων, κατά την ακροαματική διαδικασία, δύσκολο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διελάθει της προσοχής όλων μας ότι ο ισχυρισμός περί ακράτειας δεν ήταν δικογραφημένος. Προσπάθησα στη συνέχεια να συνοψίσω τη μαρτυρία/γεγονότα που δεν αμφισβητούνται. Με βάση τις κοινές θέσεις των δύο μερών, ως αυτές προκύπτουν μέσα από τη δικογραφία και τη μαρτυρία ως επίσης, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτουν τα πιο κάτω γεγονότα: Ο Ενάγοντας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι το 2004, τριανταπέντε ετών, διέμενε με την οικογένεια του, ήτοι τη σύζυγο του και τα τρία ανήλικα παιδιά του στο Φρέναρος και ήταν γεωργός. Ήταν άτομο πολύ περιορισμένης μόρφωσης, φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Κατά ή περί το 2002 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα κατά την ούρηση. Παρενθετικά επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας στη γραπτή δήλωση του, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι οι ενοχλήσεις αυτές άρχισαν τέλη Δεκεμβρίου του 2002 αρχές του 2003, ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία συμφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι άρχισαν δυόμιση περίπου έτη πριν την πρώτη επίσκεψη του στον Εναγόμενο 2. Αν λάβω υπόψη ότι η πρώτη επίσκεψη του ήταν το καλοκαίρι του 2004 καταλήγω ότι οι ενοχλήσεις του άρχισαν αρχές και όχι τέλος του 2002. Το καλοκαίρι του 2004 οι ενοχλήσεις αυτές, με βάση τη μαρτυρία του ιδίου του Ενάγοντα που δεν αμφισβητήθηκε, ήταν πιο έντονες και πιο συχνές. Συγκεκριμένα είχε δυσουρία, αδυναμία στην εκσπερμάτωση και πόνο στην οσφυϊκή περιοχή. Την 21.6.2004 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον παθολόγο Μιχάλη Ζουβάνη. Παραπονείτο για δυσουρία, αδυναμία και πόνο στην οσφυϊκή περιοχή. Ο γιατρός του συνέστησε να κάνει αιματολογικές και βιοχημικές αναλύσεις και υπερηχογράφημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιου του Ενάγοντα, Χρυσόστομου Μολέσκη Μ.Ε.2, που ήταν παρών κατά την επίσκεψη, ο Ενάγοντας παραπονέθηκε στο γιατρό για «έντονους πόνους». Την 25.06.2004 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα του προστάτη. Η απεικόνιση του υπερηχογραφήματος, η οποία έγινε από το γιατρό ακτινολόγο Στυλιανό Κοκκή, Μ.Ε.4, κατατέθηκε στο Δικαστήριο, πρόκειται για το Τεκμήριο 3. Σύμφωνα με το πιο πάνω μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο, ο όγκος του προστάτη ήταν φυσιολογικός, 20 cc και δεν υπήρχε μεσαίος λοβός. Αν υπήρχε μεσαίος λοβός τότε θα δημιουργείτο στην απεικόνιση, εντύπωμα στην ουροδόχο κύστη. Η ουροδόχος κύστης ήταν «χωρίς τοιχωματική αλλοίωση ή ενδοουλικό περιεχόμενο». Κατά ή περί την 10.07.2004, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον ουρολόγο Γαβριήλ Μηνά, ο τελευταίος του σύστησε να κάνει αναλύσεις ούρων και καλλιέργεια και να λάβει φαρμακευτική αγωγή. Ο πιο πάνω γιατρός δεν κλήθηκε να καταθέσει. Λίγες μέρες αργότερα ο Ενάγοντας επισκέφθηκε, λόγω του πιο πάνω προβλήματος του και το γιατρό Χρυσόστομο Χριστοφή, ΜΕ3 που το συγκεκριμένο χρόνο εργαζόταν στο δημόσιο. Ο ΜΕ3 τού συνέστησε να συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή που του είχε συστήσει αρχικά ο ουρολόγος Γαβριήλ Μηνά. Τον ίδιο μήνα, ήτοι τον Ιούλιο του 2004, κατά ή περί την 20 - 23, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε και τον Εναγόμενο 2, που διατηρούσε ιατρείο στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, ιδιοκτησία της Εναγομένης 1. Παραπονείτο ότι είχε αδύνατη ούρηση, για δυσκολία στην ούρηση, συχνοουρία, δεκαέξι φορές την ημέρα, αδυναμία να κενώσει την ουροδόχο κύστη από τα ούρα πλήρως και περιορισμό στην εκσπερμάτωση. Ο Εναγόμενος 2 σύστησε στον Ενάγοντα φαρμακευτική αγωγή και του ζήτησε όπως τον επισκεφθεί σε λίγες μέρες. Ο Ενάγοντας είχε εν τω μεταξύ πληροφορήσει τον Εναγόμενο 2 ότι ελάμβανε ήδη φαρμακευτική αγωγή, μετά από σύσταση των δύο προηγούμενων γιατρών που είχε επισκεφθεί. Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2, τρεις περίπου φορές. Κατά τις επισκέψεις υποβλήθηκε σε δαχτυλική εξέταση, σε ουρομέτρηση και σε υπερηχογράφημα. Την 27.07.2004 υποβλήθηκε και σε αξονική τομογραφία. Παρενθετικά αναφέρω ότι η αξονική τομογραφία, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Δρ. Σ. Χαραλάμπους, Μ.Υ.8, «συνιστάται μόνο για σταδιοποίηση καρκίνου του προστάτη, η οποία θα έχει ήδη τεκμηριωθεί από προηγηθείσα βιοψία του προστάτη». Υπήρξε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης ποιός είχε προτείνει τη διενέργεια της αξονικής τομογραφίας, κατά πόσο ήταν μετά από εισήγηση του Εναγόμενου 2 ή λόγω επιμονής του Ενάγοντα. Το θέμα αυτό θα με απασχολήσει αργότερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, εκείνο όμως που έχει σημασία στο στάδιο αυτό είναι η κοινή θέση και των δύο μερών ότι η εν λόγω εξέταση ήταν εντελώς αχρείαστη υπό τις περιστάσεις. Σε κάποια από τις επισκέψεις, ο Εναγόμενος 2 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα του θα έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Τη 02.09.2004, ημέρα που προγραμματίσθηκε να λάβει χώραν η επέμβαση, ο Ενάγοντας πήγε στο Νοσοκομείο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του, όταν όμως πληροφορήθηκε από τη τελευταία ότι ο Εναγόμενος 2 σκόπευε να τον υποβάλει σε επέμβαση με «αρίδα», έφυγε από το Νοσοκομείο, αφού προηγήθηκε έντονη συζήτηση με τον Εναγόμενο 2. Λίγες μέρες αργότερα ο Ενάγοντας επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 και προγραμματίσθηκε εκ νέου η χειρουργική επέμβαση για την 07.09.2004. Την 07.09.2004 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο 2, στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, σε χειρουργική επέμβαση, ενδοσκοπική διουρηθρική προστατεκτομή, γνωστή ως TURP και στη συνέχεια σε διατομή του αυχένα, γνωστή ως TUIP. Κατά την επέμβαση αφαιρέθηκε ολόκληρος ο προστάτης. Σχετική είναι η ιατρική έκθεση του Εναγόμενου 2, ημερομηνίας 29.09.2006, Τεκμήριο 30(α). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν τα έντυπα συγκατάθεσης που είχε υπογράψει ο Ενάγοντας και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για το Τεκμήριο 98. Αντίγραφο της συγκατάθεσης περιλαμβάνεται και στο Τεκμήριο 8(β) που αποτελεί δέσμη εγγράφων του Απολλώνειου Νοσοκομείου. Το έγγραφο συγκατάθεσης υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των μερών και αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου έκρινα σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο, κατωτέρω: ΑΠΟΛΛΟΝΕΙΟ ΙΔΙΟΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Λεωφόρος Λευκοθέου 20. 2054. Στρόβολος . Λευκωοία. Κύπρου Τηλ : 22469000. Φαξ: 22469001 ΑΕΛΤΙΟ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ, ΘΕΡΑΠΕΙΑ ή ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ονοματεπώνυμο Διεύθυνση:.......................................................................... Ημερομηνία Γέννησης: ....................................................... Φύλλο Άρρεν...Θήλυ .. ΙΑΤΡΟΣ (Αυτό το μέρος να συμπληρωθεί από τον ιατρό) (Ίδε σημειώσει; στη 2 σελίδα). Είδος εγχείρησης, διερεύνησης ή θεραπείας για την οποία χρειάζεται γραπτή απόδειξη συγκατάθεσης: Βεβαιώ ότι έχω εξηγήσει στον ασθενή την εγχείρηση, διερεύνηση ή θεραπεία και τις υπάρχουσες ενδεδειγμένες εναλλακτικές διαδικασίες & τον τύπο της αναισθησίας αν προτάθηκε (γενικής/τοπικής/ηρεμιστικής), τυχόν επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν με τρόπο ο οποίος κατά την κρίση μου είναι κατανοητός από τον ασθενή. (Στην παρουσία μάρτυρα - αν χρειάζεται) Υπογραφή:................................................. Όνομα Μάρτυρα:....................................... ΑΣΘΕΝΗΣ 1. Παρακαλώ διάβασε αυτό το δελτίο και τις πίσω σημειώσεις πολύ προσεκτικά. 2. Αν υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνεις από την επεξήγηση ή χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες πρέπει να ρωτήσεις τον ιατρό. 3. Παρακαλώ έλεγξε αν όλες οι πληροφορίες στο δελτίο είναι ορθές. Αν ναι και κατάλαβες την επεξήγηση που σου έγινε τότε υπόγραψε το δελτίο. Είμαι ο ασθενής........................................................................ Δηλώνω Α. Ότι ο γιατρός μου έχει εξηγήσει λεπτομερώς το είδος της επέμβασης, τους κινδύνους, τα ωφελήματα και τις απαλλακτικές λύσεις της θεραπείας αυτής. Β. Ότι κατανοώ πλήρως τις επεξηγήσεις που μου δόθηκαν για τη φύση, την ωφελιμότητα και τον σκοπό της εγχείρησης, θεραπείας ή άλλης διαδικασίας, τους ενδεχόμενους κίνδυνους, τις υπαλλακτικές λύσεις και τυχόν επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν. Συμφωνώ Α. Στο τι μου προτείνεται, το οποίο μου έχει επεξηγηθεί από τον ιατρό που αναγράφεται σ'αυτό το δελτίο. Β. Στη χρήση του αναισθητικού που μου έχει αναφερθεί. Γ. Στη συμμετοχή φοιτητών ιατρικής ή ασκουμένων ιατρών κάτω από επίβλεψη (διάγραψε αν χρειάζεται). ΝΑΙ ΟΧΙ Δ. Στη μετάγγιση αίματος ή παραγώγων αίματος. ΝΑΙ ΟΧΙ Αντιλαμβάνομαι Α. Ότι κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, θεραπείας ή άλλης διαδικασίας δυνατόν να προκύψουν απρόβλεπτες καταστάσεις. Β. Ότι δεν προσφέρεται απόλυτη εγγύηση όσον αφορά το αποτέλεσμα. Γ. Ότι οποιαδήποτε διαδικασία πρόσθετα στη διερεύνηση ή θεραπεία που περιγράφεται σ' αυτό το δελτίο θα διεξαχθεί μόνο αν είναι απαραίτητη και για το συμφέρον της υγείας μου και μπορεί να δικαιολογηθεί για ιατρικούς λόγους. Έχω αναφέρει στον ιατρό αν πάσχω από οποιαδήποτε μεταδοτική ασθένεια και δεν έχω αποκρύψει οτιδήποτε αφορά το ιατρικό μου ιστορικό. Ημερομηνία: ................................................... ........................................... ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ: ΙΑΤΡΟΥΣ • Ο Ασθενής έχει νομικό δικαίωμα να συμπληρώσει δελτίο συγκατάθεσης πριν από εξέταση ή θεραπεία. Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται σαφείς πληροφορίες με κατανοητό γι' αυτούς τρόπο, όσον αφορά την προτεινόμενη θεραπεία και τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Οι ασθενείς πρέπει να αφήνονται να αποφασίσουν αν θα συμφωνήσουν με τη θεραπεία και μπορούν να αρνηθούν ή να αποσύρουν δελτίο συγκατάθεσης τους για θεραπεία οποτεδήποτε. Η συγκατάθεση του ασθενή για θεραπεία πρέπει να καταγράφεται σ' αυτό το δελτίο. ΑΣΘΕΝΕΙΣ • Ο/Η ιατρός είναι εδώ για να σε βοηθήσει. Θα σου εξηγήσει την προτεινόμενη θεραπεία και ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις. Μπορείς να κάνεις όποιες ερωτήσεις θέλεις και να ζητήσεις περισσότερες πληροφορίες. Μπορεί να αρνηθείς τη θεραπεία. • Μπορείς να ζητήσεις την παρουσία συγγενή σου ή φίλου σου ή νοσοκόμας. • Η εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας είναι αναγκαία στη διατήρηση της συνέχειας των υπηρεσιών υγείας και βελτιώνει την ποιότητα φροντίδας. Η θεραπεία σου μπορεί να παρέχει μια σημαντική ευκαιρία για τέτοια εκπαίδευση και όπου είναι αναγκαίο κάτω από την επίβλεψη του έμπειρού ιατρού. Μπορείς να αρνηθείς οποιαδήποτε ανάμειξη με επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα χωρίς αυτό να επηρεάζει το βαθμό της φροντίδας και θεραπείας σου', Ο Εναγόμενος 2, κατά το χρόνο που πρόσφερε θεραπεία στον Ενάγοντα διατηρούσε κάρτα ασθενή, που είχε τη μορφή φακέλου. Η κάρτα αυτή δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και ο Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε αντίγραφο αυτής, παρά το γεγονός ότι την είχε ζητήσει με γραπτή επιστολή, μέσω του δικηγόρου του. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίσθηκε ότι είχε απωλέσει την πιο πάνω κάρτα ισχυρισμός που αμφισβητήθηκε έντονα από τον Ενάγοντα και που θα εξετασθεί από το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο. Στο Δικαστήριο κατατέθηκε το παραπεμπτικό εισαγωγής του ασθενή σε επέμβαση, αποτελεί μέρος τουΤεκμηρίου 8(β), στο οποίο καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας έπασχε από «P. Adenoma » (Prostate adenoma), που στην Ελληνική μεταφράζεται ως «αδένωμα του προστάτη». Με βάση τη μαρτυρία του ουρολόγου Σπύρου Ηλιάδη Μ.Υ.5, που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, το αδένωμα του προστάτη είναι συνώνυμο με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη. Πρόκειται για ένα καλοήθη όγκο που αναπτύσσεται στη μεταβατική ζώνη του προστάτη, γύρω - γύρω από την ουρήθρα και προκαλεί απόφραξη ανάλογη με το μέγεθος της υπερπλασίας. Ο Ενάγοντας απολύθηκε από το Νοσοκομείο την 09.09.2004 φέροντας υπερηβικό καθετήρα. Παρενθετικά αναφέρω ότι υπήρξε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης κατά πόσο έφερε και διουρηθρικό καθετήρα. Ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι κατά την απόλυση του από το νοσοκομείο έφερε και τους δύο καθετήρες, τον υπερηβικό και τον διουρηθρικό ενώ ο Εναγόμενος 2 επέμενε ότι αυτός έφερε μόνο υπερηβικό. Κατά την επέμβαση αφαιρέθηκαν δείγματα του προστάτη και στάληκαν για ιστοπαθολογικές εξετάσεις στον παθολογοανατόμο Δρ. Δώρο Λυσιώτη, Μ.Υ.2. Οι ιστοπαθολογικές εξετάσεις κατέδειξαν ότι ο προστάτης παρουσίαζε «ινομυωματώδη υπερπλασία». Η υπερπλασία που παρουσίαζε ο προστάτης δεν ήταν φυσιολογική για ένα άτομο τριανταπέντε ετών, όπως ήταν ο Ενάγοντας. Αποτελεί επίσης κοινή θέση των μερών, ότι ο προστάτης του Ενάγοντα ήταν μικρός, 20 cc, φυσιολογικός και μαλακός και δεν είχε προσβληθεί από καρκίνο. Η χαμηλή τιμή των εξετάσεων PSA στις οποίες είχε υποβληθεί, το αποτέλεσμα της υπερηχογραφίας, τα ευρήματα της δακτυλικής εξέτασης και τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας, αποτελούσαν ευρήματα που απέκλειαν την ύπαρξη καρκίνου. Στην περίπτωση ύπαρξης καρκίνου του προστάτη πιθανό να «ψηλαφάται σκληρία», κάτι που δεν ίσχυε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου κατά την ψηλάφηση ο προστάτης ήταν μαλακός. Είναι επίσης κοινή θέση όλων ότι ο Ενάγοντας δεν έπασχε, κατά τον επίδικο χρόνο, από προστατίτιδα. Με βάση δε τη μαρτυρία του Δρ. Σ. Χαραλάμπους, ΜΥ8 που παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, όταν παρουσιάζεται προστατίτιδα υπάρχει πόνος στη ψηλάφηση του προστάτη που είναι εντονότερος όταν η προστατίτιδα είναι σε οξεία φάση. Ήταν η θέση των ουρολόγων Σπύρου Ηλιάδη, Μ.Υ. 5 και του Άγγελου Αχιλλέως, Μ.Υ.7, ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα μετά τη διενέργεια της πιο πάνω επέμβασης, η κατάσταση του Ενάγοντα να υποτροπίαζε, θέση που βρίσκει σύμφωνη και την πλευρά του Ενάγοντα. Σχετική επί τούτου ήταν και η μαρτυρία του γιατρού Χρυσόστομου Χριστοφή, Μ.Ε.3, που πολύ παραστατικά είχε προειδοποιήσει τον Ενάγοντα ότι σε περίπτωση που υποβαλλόταν σε επέμβαση, «θα δάγκωνε το ένα του δάκτυλο και θα τα πονούσε όλα». Ο ουρολόγος Σπύρος Ηλιάδης, Μ.Υ.5, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ως είχε η κατάσταση του αυχένα της κύστης, ήταν 'μοιραίο' ότι θα υποτροπίαζε ενώ σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του δέχθηκε τη θέση που τού τέθηκε ότι στενώματα της ουρήθρας μπορούν να προκληθούν και από τη διενέργεια της επέμβασης TURP και πρόσθεσε ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, είναι «μέσα στην όλη διαδικασία». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Τώρα όποιος έχει εμπειρία από χειρουργική του αυχένα της ουροδόχου κύστεως ξέρει ότι το ποσοστό των υποτροπών μετά από κάποιες επεμβάσεις είναι πολύ μεγάλο. .... Από την άλλη πλευρά πρέπει να ξέρουμε και να ξέρει και ο ασθενής ότι υπάρχουν τεράστιες πιθανότητες υποτροπής στη χειρουργική της συγκεκριμένης περιοχής. ... Η πραγματικότητα όμως είναι, αυχένας της κύστεως και χειρουργική του, μεγάλο ποσοστό υποτροπών.» Ο Ενάγοντας συνέχισε να έχει προβλήματα κατά την ούρηση και μετά την επέμβαση. Ο ακριβής χρόνος που επανήρχισαν τα προβλήματα αμφισβητήθηκε, αποτελεί όμως κοινή θέση ότι τις επόμενες εβδομάδες, αυτός δυσκολευόταν να ουρήσει, πονούσε κατά την ούρηση και κατέστη σεξουαλικά ανίκανος. Επισκέφθηκε για το σκοπό αυτό τον Εναγόμενο 2, ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δώσει λύση στα προβλήματα του. Κατά την τελευταία επίσκεψη, η οποία έλαβε χώραν τη 23.02.2005, ο τελευταίος προσπάθησε να προβεί σε διαστολή του αυχένα της ουροδόχου κύστης με ειδικό σύρμα. Ο Ενάγοντας πόνεσε πολύ και ο γιατρός αναγκάσθηκε να διακόψει τη διαδικασία. Την 08.03.2005 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον ουρολόγο Άγγελο Αχιλλέως, Μ.Υ.7, ο οποίος διενήργησε ουρηθροκυστεοσκόπηση και διέγνωσε στένωμα του αυχένα ουροδόχου κύστεως. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, ο Ενάγοντας παραπονέθηκε για μεγάλη δυσκολία στην ούρηση. Μετά από σύσταση του πιο πάνω γιατρού, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε από το Μ.Υ.7, την 13.03.2005, σε ανοικτή εγχείρηση αυχένα κύστεως (πλαστική αυχένα κατά Υ-V). Μία βδομάδα περίπου αργότερα και συγκεκριμένα την 21.03.2005 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε από τον ίδιο γιατρό σε δεύτερη ουρηθροκυστεοσκόπηση και πέντε περίπου μήνες αργότερα, την 09.08.2005, σε οπτική ουρηθροτομία. Την 02.11.2005 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε από το δρ. Σπύρο Ηλιάδη, Μ.Υ.5, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε ουρηθροκυστεοσκόπηση και διαστολή της ουρήθρας λόγω στενώματος. Τη 15.11.2005 υποβλήθηκε από τον ίδιο γιατρό σε διάνοιξη του αυχένα της κύστεως λόγω στενώματος. Το Σεπτέμβριο του 2006, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε από τον Α. Αχιλλέως, Μ.Υ.7, σε διουρηθρική αφαίρεση του ουλώδους ιστού του αυχένα της ουροδόχου κύστεως. Το 2006 υποβλήθηκε και σε δύο νέες ουρηθροκυστεοσκοπήσεις. Την 19.09.2006 ο Ενάγοντας πήγε στη Βουλγαρία και ένα μήνα αργότερα, την 25.10.2006, πήγε στη Γερμανία όπου υποβλήθηκε σε ουρηθροκυστεοσκόπηση και στη συνέχεια σε ουρηθροτομή. Τον Ιούλιο του 2007 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε ουρηθροτομή από τον Α. Αχιλλέως, Μ.Υ.7 και τον Αύγουστο του 2007 στην ίδια επέμβαση από κάποιο γιατρό στο Ισραήλ. Τη 18.10.2007 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε δεύτερη επέμβαση, πλαστική αυχένα κύστεως, από τον Α. Αχιλλέως, Μ.Υ.7. Τον Ιανουάριο του 2009 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον Χρυσόστομο Χριστοφή, Μ.Ε.3, ο οποίος τον υπέβαλε σε ουρηθροκυστεοσκόπηση, η οποία κατέδειξε «φοβερά στενώματα ουρήθρας». Την 18.05.2010 ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε ουρηθροκυστεοσκόπηση, σε διαστολή ουρήθρας και σε οπτική ουρηθροτομή από τον Χρυσόστομο Χριστοφή, Μ.Ε.3. Στην ίδια θεραπεία υποβλήθηκε από τον ίδιο γιατρό και τη 10.11.2010. Τον επόμενο χρόνο και συγκεκριμένα την 29.02.2011 υποβλήθηκε σε καθετηριασμό της κύστης από το Μ.Ε.3 και την 28.06.2011 σε υπερηβική κυστεοστομή. Έκτοτε ο Ενάγοντας φέρει μόνιμο υπερηβικό καθετήρα και κουβαλά συνέχεια τον ουροσυλλέκτη σε χάρτινη σακούλα. Την 27.05.2010, καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, εκ μέρους των δύο Εναγομένων, Ενορκες Δηλώσεις Αποκάλυψης Εγγράφων, Τεκμήρια 7(α) και 7(β), ομοίου περιεχομένου, που υπογράφονται από τον Εναγόμενο 2. Και στα δύο πιο πάνω έγγραφα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κάρτα ασθενή του Ενάγοντα, απωλέσθη λίγες μέρες πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τη 12.1.2010. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της ιδίας διαδικασίας, Τεκμήριο 7(γ) και υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο, τον Εναγόμενο 2, αναφέρεται ότι τα αποτελέσματα της ουρηθροκυστεοσκόπησης και της ουροροομέτρησης ήταν σημειωμένα στην εν λόγω κάρτα. Το περιεχόμενο των πιο πάνω δηλώσεων ήτοι κατά πόσο τα στοιχεία είχαν απωλεσθεί ή όχι αμφισβητήθηκε έντονα. Το θέμα αυτό θα τύχει εξέτασης σε κατοπινό στάδιο. Αποτελεί επίσης κοινή θέση όλων των μερών, ότι το Απολλώνειο Νοσοκομείο είναι ιδιωτικό Νοσοκομείο, ιδρύθηκε το 1990 και λειτούργησε το 1991. Ανήκει στον Εναγόμενο 1. Ο Εναγόμενος 2 είναι ένας εκ των ιδρυτών μετόχων του Νοσοκομείου και το ιατρείο του στεγάζεται εκεί από την ημέρα ίδρυσης του. Οι σχέσεις μεταξύ των γιατρών, τα ιατρεία των οποίων βρίσκονται στο εν λόγω νοσοκομείο, συμπεριλαμβανομένου και της συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 2, διέπονται από γραπτή συμφωνία. Η πιο πάνω συμφωνία παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στην κατοχή των δύο Εναγόμενων, δεν έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ιατρικά θέματα και συγκεκριμένα κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε ο Ενάγοντας σε διουρηθρική προστατεκτομή και κατά πόσο τα προβλήματα που παρουσίασε μετά την επέμβαση ήταν απότοκα της πιο πάνω επέμβασης. Ενόψει τούτου κρίνω σκόπιμο, προτού παραθέσω τις εκατέρωθεν θέσεις στα σημεία που αμφισβητούνται, να παραθέσω τη μαρτυρία που αφορά την ανατομία του ουροποιητικού συστήματος του ανδρός, στην έκταση που αφορά τα όργανα αποχέτευσης των ούρων, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα και να περιγράψω κάποιες εξετάσεις και επεμβάσεις που υποβάλλονται άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα κατά την ούρηση. Η μαρτυρία που θα παραθέσω αμέσως μετά δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί μέρος της προφορικής μαρτυρίας των γιατρών που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, των ιατρικών συγγραμάτων και των σχεδιαγραμμάτων του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος (LUTS) του άνδρα, που κατατέθηκαν Tεκμήρια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία αυτή που παρατίθεται με απλό τρόπο, με τον τρόπο που έγινε αντιληπτή από το Δικαστήριο, είναι κατά την άποψη μου βοηθητική. Θα βοηθήσει τον αναγνώστη να αντιληφθεί την υπόλοιπη μαρτυρία που αφορά επί το πλείστον ιατρικά θέματα και περιστρέφεται κατά κύριον λόγο στις διαγνωστικές εξετάσεις, στις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε ο Ενάγοντας και στην ιατρική κατάσταση του τελευταίου, γενικά. Στο ουροποιητικό σύστημα του άνδρα εντοπίζεται μεταξύ άλλων η ουροδόχος κύστη, που είναι ένα κοίλο μυώδες όργανο που μοιάζει με 'μικρό μπαλόνι'. Τα ούρα όταν παραχθούν από τους νεφρούς συλλέγονται στην ουροδόχο κύστη και αποθηκεύονται εκεί πριν την απέκκριση τους μέσω της ούρησης. Τα ούρα αποβάλλονται από τον οργανισμό μέσω της ουρήθρας, το πάνω μέρος της οποίας είναι ενωμένο με την κύστη. Η ουρήθρα έχει το σχήμα μικρού σωλήνα. Η ουροδόχος κύστη έχει κάποιο στόμιο, από το οποίο εξέρχονται τα ούρα και διοχετεύονται μέσα στην ουρήθρα. Ο αυχένας είναι το τελευταίο μέρος της ουροδόχου κύστης, πριν μεταπέσει στην ουρήθρα. Για να αποβληθούν τα ούρα από την κύστη πρέπει να προηγηθεί σύσπαση της κύστης. Το στόμιο της κύστης διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό σφικτήρα. Η ουρήθρα βγαίνει μέσα από την κύστη και διελαύνει του προστάτη. Ο προστάτης είναι ένας μικρός αδένας σε σχήμα «κάστανου», που βρίσκεται κάτω ακριβώς από την ουροδόχο κύστη και περιβάλλει την ουρήθρα, στο πάνω μέρος της. Ο προστάτης είναι απαραίτητος για την εκσπερμάτωση και την αναπαραγωγή. Με βάση τη μαρτυρία του ουρολόγου Χρυσόστομου Χριστοφή, Μ.Ε.3, που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, ο προστάτης παράγει ιχνοστοιχεία και ειδικά πρωτεολυτικά ένζυμα και είναι αυτά που θα «ρευστοποιήσουν» το σπέρμα και θα το εξωθήσουν κατά την εκσπερμάτωση προς την ουρήθρα. Στον προστάτη υπάρχει ο δεξιός και ο αριστερός λοβός, σε ορισμένους άντρες, σε κάποιες περιπτώσεις, υπάρχει και ο μεσαίος λοβός. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε στο θέμα αυτό, δυστυχώς όμως δεν ζητήθηκε από τους μάρτυρες να περιγράψουν τη λειτουργία των λοβών αυτών. Ο προστάτης μπορεί να παρουσιάσει ινομυοματώδη υπερπλασία ή αδενοματώδη υπερπλασία. Η αδενοματώδης και η ινομυοματώδης υπερπλασία του προστάτη, που έχει ως αποτέλεσμα τη διόγκωση του, αποτελεί κοινό φαινόμενο στους άνδρες. Όταν ο προστάτης διογκώνεται τότε γίνεται απόφραξη του αυλού από τον οποίο περνούν τα ούρα προς τα έξω, ήτοι της ουρήθρας, καθότι ο αυλός αυτός περνά διαμέσου του προστάτη. Όταν ο προστάτης διογκώνεται τότε η ουρήθρα αποφράσσεται. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του παθολογοανατόμου Δώρου Λυσιώτη, ΜΥ2, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί ινώδης σκλήρυνση του αυχένα της ουροδόχου κύστης. Η ίνωση ή υπερτροφία των ινών του αυχένα της ουροδόχου κύστεως, είναι δυνατό να προκαλέσει σοβαρά συμπτώματα και δυσκολία στην ούρηση, ακόμα και στην περίπτωση που ο προστάτης είναι μικρός, καθότι γίνεται απόφραξη της ροής των ούρων λόγω του γεγονότος ότι ο αυχένας της ουροδόχου κύστης, εξ αιτίας της ινώδους σκλήρυνσης, στενεύει. Η ινώδης σκλήρυνση του αυχένα της ουροδόχου κύστης μπορεί να παρουσιαστεί και σε νεαρούς άνδρες, ακόμα και σε παιδιά. Στην περίπτωση που η ινώδης σκλήρυνση του αυχένα της ουροδόχου κύστης είναι εκ γενετής, αυτή είναι γνωστή ως «Marion disease» ή στη Γερμανική γλώσσα ως «Sphinktersklerose». Όταν υπάρχει απόφραξη στην έξοδο των ούρων, ο ασθενής σφίγγεται και τότε λόγω του σφιξίματος αρχίζει η πάχυνση της ουροδόχου κύστης. Ουροδυναμικός έλεγχος είναι η εξέταση των πιέσεων της ουροδόχου κύστης με ειδικά μηχανήματα. Με τη διαγνωστική αυτή εξέταση ο ουρολόγος μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα το πρόβλημα του ασθενή να οφείλεται σε απόφραξη των ούρων και να εστιάσει τη διάγνωση του σε κάποιες άλλες αιτίες. Η ουροροομέτρηση είναι μια εξέταση που δίνει την ευκαιρία στο γιατρό να συλλέξει πληροφορίες σε σχέση με την ποιότητα ούρησης του ασθενή. Γίνεται μέτρηση της ποσότητας αποβολής των ούρων από την ουρήθρα στη μονάδα του χρόνου. Ο ασθενής ουρεί στο χωνί του μηχανήματος και καταγράφεται αυτόματα, η μέγιστη ροή των ούρων, ο όγκος των ούρων και ο χρόνος ούρησης. Τα πιο πάνω αποτελέσματα αποτυπώνονται σε γραφική παράσταση. Η ουρηθροκυστεοσκόπηση, η ουρηθροσκόπηση, η ουρηθροστεοσκόπηση και ή κυστεοσκόπηση, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για συνώνυμες έννοιες. Ο κάθε μάρτυρας χρησιμοποιούσε διαφορετικό όρο, ήταν αντιληπτό όμως ότι εννοούσαν την ίδια διαγνωστική εξέταση. Το Δικαστήριο θα αναφέρεται στην πιο πάνω εξέταση χρησιμοποιώντας ένα όρο, για αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης, την «ουρηθροκυστεοσκόπηση». Πρόκειται για διαγνωστική εξέταση που γίνεται δια της εισαγωγής ενός ενδοσκοπικού εργαλείου, του κυστεοσκοπίου μέσα στην ουρήθρα και δίνει τη δυνατότητα στο γιατρό να εξετάσει την κύστη. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Α. Αχιλλέως, ΜΥ7, με τη χρήση του πιο πάνω εργαλείου ο γιατρός βλέπει την ουρήθρα, τον αυχένα και την ουροδόχο κύστη, ενώ ο Σ. Χαραλάμπους, ΜΥ8 ανέφερε ότι η εξέταση αυτή, «. με άμεση όραση έχει σκοπό να ελέγξει την ουρήθρα και την ουροδόχο κύστη και να αποσαφηνίσει τυχόν κάποια παθολογική κατάσταση που να δικαιολογεί την απόφραξη». Η δυσκολία στην ούρηση μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Ως ανέφερε ο Σ. Χαραλάμπους, Μ.Υ.8 μπορεί να οφείλεται σε ινώδη προστάτη, στην ύπαρξη όγκου στην ουροδόχο κύστη, σε υπερπλασία του προστάτη, στην ύπαρξη ξένου σώματος όπως για παράδειγμα λίθων στην κύστη, σε στένωμα της ουρήθρας σε κάποιο σημείο της διαδρομής, σε αδυναμία της κύστης να συσπασθεί ή σε νευρολογικά αίτια όπως είναι η κατά πλάκα σκλήρυνση. Την ίδια θέση υποστήριξε και ο Χρυσόστομος Χριστοφή, Μ.Ε.3. Τόνισε ότι τα πιθανά αίτια είναι πολλά και συμπεριέλαβε σ' αυτά νευρολογικές παθήσεις, τη λήψη ψυχοτρόπων ουσιών και τη λήψη ναρκωτικών. Ακόμη και ένας μικρός προστάτης είναι δυνατό να προκαλέσει δυσκολία στην ούρηση. Ένα από τα πιθανά αίτια είναι ο ινώδης αυχένας της ουροδόχου κύστης που προκαλεί απόφραξη των ούρων. Σε περίπτωση που το πρόβλημα εστιάζεται στην απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστεως, η πάθηση αυτή αντιμετωπίζεται αρχικά με τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ικανοποιητική βελτίωση, τότε δυνατό να διενεργηθεί χειρουργική επέμβαση. Στην περίπτωση απόφραξης των ούρων λόγω ινώδη-ουλώδη αυχένα, ακόμη και σε περίπτωση που ο ασθενής υποβληθεί σε επέμβαση, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, λόγω προδιάθεσης, ο ασθενής να το αναπτύξει και στο μέλλον και η κατάσταση του, ως ανέφερα και πιο πάνω, να υποτροπιάσει. Ο Ενάγοντας στην υπό κρίση υπόθεση, υποβλήθηκε σε ενδοσκοπική διουρηθρική εκτομή του προστάτη (TURP - Transurethral Resection of the Prostate) και στη συνέχεια σε διατομή του αυχένα (TUIP - Transurethral Incision of the Prostate). Κατά την ενδοσκοπική διουρηθρική προστατεκτομή (ΤURP), σύμφωνα με τον ουρολόγο Σπύρο Ηλιάδη, Μ.Υ.5, αφαιρείται ο προστάτης. Γίνεται, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «εκτομή του προστάτη διαμέσου της ουρήθρας». Ο ουρολόγος Χρυσόστομος Χριστοφή, Μ.Ε.3, εξήγησε ότι κατά την πιο πάνω επέμβαση, αφαιρείται ο προστάτης διουρηθρικά, αφαιρείται σε «κομματάκια», με ειδικά εργαλεία. Μετά την υποβολή του ασθενή σε διουρηθρική προστατεκτομή, αυτός παρουσιάζει οπίσθια εκσπερμάτωση. Όπως εξήγησε ο Εναγόμενος 2, «οπίσθια εκσπερμάτωση είναι αντί να έρχεται μπροστά το σπέρμα, λόγω της αφαίρεσης του έσω σφιγκτήρα, εκεί που ήταν το πρόβλημα, λόγω των πιέσεων, το σπέρμα πηγαίνει προς την κύστη. Υπάρχει οργασμός, ο ασθενής δεν βλέπει το σπέρμα την ώρα του οργασμού και το ουρά φυσιολογικά, μετά». Μια άλλη επεμβατική μέθοδος είναι η διουρηθρική διατομή του προστάτη, γνωστή ως «TUIP», (Transurethral Incision of the Prostate). Σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα, Μ.Υ.5, κατά την πιο πάνω επέμβαση, γίνεται διατομή του προστάτη στο σημείο που ενώνεται με τον αυχένα της κύστεως. Η τομή γίνεται διαμέσου της ουρήθρας. Πρόκειται για απλή διατομή με σκοπό τη χαλάρωση του αυχένα της κύστης. Ο ουρολόγος Χρυσόστομος Χριστοφή, Μ.Ε.3, εξήγησε ότι κατά την πιο πάνω επέμβαση ο γιατρός «ανοίγει ένα αυλάκι, μια τομή, σε 1-2 σημεία του αυχένα της κύστης και του προστάτου». Κατά την πιο πάνω επέμβαση ο προστάτης δεν αφαιρείται, απλώς τέμνεται για να ανοίξει. Η διαφορά των δύο επεμβάσεων έγκειται στο ό,τι η διατομή που γίνεται κατά την επέμβαση TUIP έχει σκοπό την χαλάρωση του αυχένα της κύστης και του προστάτη ενώ με την TURP αφαιρείται ο προστάτης, γίνεται εκτομή αυτού διαμέσου της ουρήθρας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Χρ. Χριστοφή, Μ.Ε.3, που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, οι επιπλοκές από τη διενέργεια της επέμβασης TUIP, είναι πολύ πιο λίγες από τη διενέργεια της επέμβασης TURP. Κατά την πλαστική αυχένα της ουροδόχου κύστης, 'διατέμνεται' ο αυχένας της κύστης κατά μήκος και συρράπτεται εγκάρσια. Σχετική επί του θέματος ήταν και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία του Δρ. Σ. Ηλιάδη, Μ.Υ.5. Η ουρηθροτομή έχει σκοπό τη διάνοιξη «στενωμένου τμήματος της ουρήθρας» ή και απλώς τη διεύρυνση του αυλού για την εισαγωγή των εργαλείων που χρησιμοποιούνται για τις διουρηθρικές επεμβάσεις. Η ουρηθροτομή μπορεί να γίνει με οπτικό ουρηθροτόμο ή με ουρηθροτόμο OTIS, που αφορά ολόκληρο το μήκος της πρόσθιας ουρήθρας. Η διουρηθρική διαστολή η οποία γίνεται με τη χρήση διαστολέων γίνεται για τη διαστολή της ουρήθρας ή κάποιου στενωμένου μέρους αυτής ή κάποιου στενώματος. Κατά την πιο πάνω διαδικασία τα εργαλεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέχρι τον αυχένα της ουροδόχου κύστεως. Η πιο πάνω μαρτυρία, ως έχω ήδη αναφέρει δεν έχει αμφισβητηθεί, είναι αποδεκτή από όλα τα μέρη και γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια θα παραθέσω, σε κάποια έκταση, τη μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν στο βαθμό βέβαια που κρίνω ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται. Ο Ενάγοντας ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη δήλωση του, αναφέρει ότι γνώρισε τον Εναγόμενο 2 μέσω κάποιου άλλου γιατρού, του δρ Κρουσιόφσκι. Ο τελευταίος του σύστησε τον Εναγόμενο 2, ως «ένα πολύ καλό γιατρό που θα έδινε λύση στα προβλήματα του». Αναφέρθηκε στις επαφές που είχε με τον Εναγόμενο 2 και ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη δεύτερη επίσκεψη και αφού είχε προηγηθεί το υπερηχογράφημα, ο τελευταίος του ανέφερε ότι είχε όγκο στον προστάτη και ότι χρειαζόταν επειγόντως επέμβαση για την αφαίρεση «ολοκλήρου του προστάτη». Σχετικές είναι οι παραγράφοι 24 και 25 της γραπτής δήλωσης του, έγγραφο με Ενδειξη Α. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι όταν ο Εναγόμενος 2 είδε τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας, τον ενημέρωσε για την ανάγκη αφαίρεσης του προστάτη, την ημέρα όμως της επέμβασης δεν τον ενημέρωσε τι θα του αφαιρούσε. Η πιο πάνω θέση, ήτοι ότι ο Εναγόμενος 2 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι έπασχε από καρκίνο του προστάτη, αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση. Του υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 του είχε πει ότι δεν υπήρχε «ίχνος καρκίνου». Ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε επίσης ότι όταν συζητήθηκε μεταξύ του ιδίου και του γιατρού το είδος της επέμβασης στην οποία θα υποβαλλόταν, συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως υποβληθεί σε χειρουργική «ανοικτή επέμβαση» και όχι σε επέμβαση με «αρίδα». Συγκεκριμένα αυτός επέμενε όπως υποβληθεί σε ανοικτή επέμβαση, είχε έντονη άποψη για το θέμα αυτό καθότι «είχε ακούσει στο καφενείο» ότι «η εγχείρηση με αρίδα καταστρέφει τον προστάτη». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο γιατρός που του είχε εισηγηθεί τη διενέργεια «ανοικτής επέμβασης και όχι με αρίδα». Και αυτή η θέση αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση. Του υποβλήθηκε ότι εκείνο που του είχε συστήσει ο γιατρός ήταν η διενέργεια διουρηθρικής επέμβασης και ότι αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ τους, θέση που απέρριψε ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας απόρριψε επίσης τη θέση ότι υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, λόγω δικής του επιμονής και όχι μετά από εισήγηση του Εναγόμενου 2. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά ότι όταν ο γιατρός τον πληροφόρησε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε συγκεκριμένη επέμβαση αυτός «φοβόταν να μπει στο μηχάνημα». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του κατέθεσε ότι δεν ήξερε καν τι ήταν ο αξονικός τομογράφος, ήταν ο Εναγόμενος 2 που του περιέγραψε το πιο πάνω μηχάνημα. Απέρριψε επίσης τη θέση που του υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι ο Εναγόμενος 2 κατά την πρώτη επίσκεψη του στο ιατρείο του, τού είχε πει ότι θα έπρεπε να υποβαλλόταν σε ουρηθροκυστεοσκόπηση. Απάντησε χαρακτηριστικά : «Μα δεν μου έκανε κάτι τέτοιο. Ημουν γεωργός εντιμοτάτη, εγώ δεν κατέχω από ιατρική». Κατά την αντεξέταση του είπε ότι το μόνο που ο Εναγόμενος 2 τού είχε αναφέρει, σε σχέση με τις επιπτώσεις που θα είχε από τη χειρουργική επέμβαση, ήταν η απώλεια σπέρματος. Τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα είχε οποιεσδήποτε άλλες επιπλοκές και τον καθησύχασε λέγοντας του ότι η επέμβαση θα είχε «100% επιτυχία» και την είχε κάνει σε πολλούς ασθενείς στο παρελθόν. Του είπε χαρακτηριστικά, «δως μου απόλυτη εμπιστοσύνη», θέση που επανέλαβε στη συνέχεια, πέραν της μιας φοράς. Του τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα επηρεαζόταν η σεξουαλική ικανότητα του. Αναφερόμενος στα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 2.09.2004 και τους λόγους που ήταν η αιτία να ματαιωθεί η επέμβαση που είχε προγραμματισθεί για την ημέρα εκείνη, είπε ότι ενώ ήταν μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, πάνω στο κρεβάτι με προνάρκωση έτοιμος για να μεταφερθεί στο χειρουργείο, η γυναίκα του τού ανέφερε ότι είχε πληροφορηθεί από το γιατρό, ήτοι τον Εναγόμενο 2, ότι θα τον υπέβαλλε σε επέμβαση με 'αρίδα'. Ο Ενάγοντας μόλις το άκουσε, ντύθηκε και πήγε να συναντήσει το γιατρό. Διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Εναγόμενο 2 και στη συνέχεια πήγε στο γραφείο του γιατρού Κρουσιόφσκι για να τον καταγγείλει για το συμβάν. Εκεί πήγε και ο Εναγόμενος 2. Κατά την παραμονή τους στο πιο πάνω γραφείο και στην παρουσία του δρ. Κρουσιόφσκι, ο Εναγόμενος 2 τον διέψευσε και ισχυρίστηκε ότι εκείνο που του είχε αναφέρει εξ αρχής ήταν ότι θα τον υπέβαλλε σε επέμβαση με «αρίδα». Του είπε χαρακτηριστικά «εγώ πάντα σου έλεγα με την αρίδα και όχι ανοικτή επέμβαση». Μετά από την πιο πάνω συζήτηση, ο Ενάγοντας έφυγε από το Νοσοκομείο. Τρεις μέρες αργότερα, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 τηλεφωνικά. Κατά τη συνομιλία που είχαν, ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι θα τον υπέβαλλε σε «ανοικτή» επέμβαση και ότι θα γινόταν 100% καλά, η μόνη αρνητική συνέπεια θα ήταν η απώλεια σπέρματος. Συμφώνησαν όπως η επέμβαση λάβει χώραν τη 07.09.2004, πράγμα που έγινε. Μετά την επέμβαση ο Εναγόμενος 2 παραδέχθηκε ότι τον είχε υποβάλει σε επέμβαση με αρίδα, τον διαβεβαίωσε όμως ότι «όλα θα πάνε καλά». Ο Ενάγοντας απολύθηκε από το Νοσοκομείο, φέροντας διουρηθρικό και υπερηβικό καθετήρα. Την 9.9.2004, την προτελευταία μέρα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, αφαιρέθηκε ο διουρηθρικός καθετήρας, επανατοποθετήθηκε όμως μια ώρα αργότερα καθότι αυτός δεν μπορούσε να ουρήσει. Κάτι παρόμοιο συνέβηκε και την επομένη ημέρα, αφαιρέθηκε και επανατοποθετήθηκε ο διουρηθρικός καθετήρας, λόγω της αδυναμίας του να ουρήσει. Στη γραπτή δήλωση του, που αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του, κάνει αναφορά και στις επισκέψεις που είχε κάνει στον Εναγόμενο 2, μετά την επέμβαση. Κατά την πρώτη επίσκεψη, που έλαβε χώραν οκτώ μέρες μετά την επέμβαση, έγινε αφαίρεση του διουρηθρικού καθετήρα. Ο Εναγόμενος 2 του συνέστησε να επιστρέψει σε τριάντα ημέρες. Ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε όμως πρόβλημα στην ούρηση και αντί να επιστρέψει σε τριάντα ημέρες επέστρεψε στις δεκαπέντε ημέρες. Την ημέρα εκείνη ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε να πετύχει διάνοιξη κατεβάζοντας «μέσα στην ουρήθρα ένα λεπτό σίδερο με λεπίδα». Η πιο πάνω διαδικασία του προκάλεσε φρικτούς πόνους και ούρλιαζε. Ο Εναγόμενος 2 αναγκάσθηκε να σταματήσει. Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε εκ νέου, κάποιο χρόνο αργότερα τον Εναγόμενο 2 καθότι συνέχιζε να αντιμετωπίζει προβλήματα στην ούρηση, ο Εναγόμενος 2 εισηγήθηκε να τον υποβάλει στην ίδια διαδικασία, ο Ενάγοντας όμως αρνήθηκε και έφυγε. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι κατά την προφορική του μαρτυρία ο Ενάγοντας ανέφερε ότι επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2, τέσσερις συνολικά φορές μετά την επέμβαση, τοποθέτησε όμως τις τελευταίες του επισκέψεις στον Εναγόμενο 2, σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που αναφέρει στη γραπτή δήλωση του. Προφορικά ανέφερε ότι οι δύο τελευταίες επισκέψεις έλαβαν χώραν τέλος Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου του 2005 και όχι κατά το Φθινόπωρο του 2004 που άφησε να εννοηθεί στη γραπτή δήλωση του. Μετά την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε την 07.09.2004, η ζωή του Ενάγοντα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, «κατάντησε ένα καθημερινό μαρτύριο», δυσκολευόταν να ουρήσει, ουρούσε «σταγόνα, σταγόνα», είχε έντονους πόνους, ακράτεια ούρων και ήταν σεξουαλικά ανίκανος. Αυτός ήταν και ο λόγος που αναγκάσθηκε να επισκεφθεί στη συνέχεια και συγκεκριμένα τη 08.03.2005 και τον ουρολόγο χειρούργο Α. Αχιλλέως, Μ.Υ.7. Κατέθεσε ότι αν γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα βίωνε τις επιπλοκές που τελικά βίωσε, δεν θα συγκατατίθετο να υποβληθεί σε επέμβαση. Σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του αναγνώρισε ότι αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα και πριν την επέμβαση, είχε περιορισμένο σπέρμα και μειωμένη ούρηση, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ΄μπορούσε να ουρήσει έστω και λίγο', μετά την επέμβαση όμως έχασε εντελώς το σπέρμα, είχε στυτική αδυναμία και το πρόβλημα ούρησης επιδεινώθηκε. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στη συνέχεια στις θεραπείες που είχε υποβληθεί από τους διαφόρους γιατρούς, οι οποίες παρατίθενται πιο πάνω και έχουν ήδη γίνει εύρημα του Δικαστηρίου. Η κατάσταση στην οποία περιήλθε ο Ενάγοντας τον κατέστησε ανίκανο για εργασία. Κατάφερε να καλλιεργήσει τα χωράφια του για κάποια χρονική περίοδο, λόγω της βοήθειας που του παρείχαν τα παιδιά του και άλλα συγγενικά του πρόσωπα. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την εργασία του, η σεξουαλική ανικανότητα του και τα δυσουρικά προβλήματα, τον εξασθένησαν τόσο σωματικά όσο και ψυχικά και τον οδήγησαν σε κατάθλιψη. Ένοιωθε ότι δεν μπορούσε να αντέξει όλα αυτά που του συνέβαιναν και την 22.10.2005, σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με δηλητήριο lannate. Όταν έλαβε το δηλητήριο τηλεφώνησε στη σύζυγο του για να την αποχαιρετήσει. Η σύζυγος του και ο γιος του έσπευσαν στο χώρο που βρισκόταν και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου και εκεί του παρασχέθηκε η κατάλληλη θεραπεία. Κατά την προφορική μαρτυρία του, είπε ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη απόπειρα, αποπειράθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του και δύο φορές προηγουμένως, τη μια φορά με τη χρήση χαπιών και τη δεύτερη φορά καταναλώνοντας μικρή ποσότητα lannate. Ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι αν ετύγχανε της δέουσας ενημέρωσης, σε σχέση με τον τύπο και της επιπλοκές της επέμβασης, ουδέποτε θα συγκατατίθετο να υποβληθεί σε επέμβαση. Ο Ενάγοντας παρακολουθείτο για κάποια χρονική περίοδο από τους ψυχιάτρους Βερεσιέ και Καραβία, κατέθεσε δε πιστοποιητικά των δύο γιατρών όπου περιγράφεται η κατάσταση του. Ο Δρ. Γεώργιος Καραβίας στην έκθεση του, Τεκμήριο 68Β, αναφέρει ότι από τις κλινικές εξετάσεις, το ιστορικό του Ενάγοντα και τα αποτελέσματα των ψυχομετρικών δοκιμασιών, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υποφέρει από μείζονα καταθληπτική διαταραχή υποτροπιάζουσα. Ο Δρ. Κυριάκος Βερεσιέ στην έκθεση του, Τεκμήριο 68Α, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπέβαλε τον Ενάγοντα σε ψυχομετρικό τεστ και συγκεκριμένα στην κλίμακα νευροψυχιατρικής εκτίμησης η οποία έδειξε πως είχε παραληρητικές ιδέες. Διέγνωσε επίσης ότι αυτός έπασχε από κατάθλιψη. Οι ψυχιάτροι δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Την 11.01.2011 ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθεί σύνταξη ανικανότητας σε ποσοστό 100%. Η πιο πάνω αίτηση εγκρίθηκε τη 15.10.2011. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ψυχολογική του κατάσταση, αμφισβήτησε όμως τον ισχυρισμό του ότι τα ψυχολογικά προβλήματα ήταν απότοκα της κατάστασης που περιήλθε μετά την επίδικη επέμβαση. Του υποβλήθηκε ότι αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα πριν την επίδικη επέμβαση. Αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό του ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και ότι λόγω της κατάστασης στην οποία περιήλθε, ήταν ανίκανος για εργασία. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε και στα έξοδα που κατέβαλε για την περίθαλψη του, τόσο τα ιατρικά όσο και τα υπόλοιπα, έξοδα μετακίνησης, φάρμακα, καθετήρες και άλλα και παρουσίασε αριθμό αποδείξεων. Αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει το Απολλώνειο Νοσοκομείο. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι η μόνη ιατρική υπηρεσία που του είχε προσφέρει ήταν η αξονική τομογραφία και οι αναλύσεις. Ο Ενάγοντας απόρριψε την πιο πάνω θέση. Ενώπιον του Δικαστηρίου κλήθηκε και κατέθεσε και ο πρωτότοκος γιος του Ενάγοντα, Χρυσόστομος Κοσμά Μολέσκης, Μ.Ε.2. Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι το 2004, ο Μ.Ε.2 ήταν δεκατεσσάρων ετών. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το μόνο πρόβλημα που είχε ο πατέρας του, την πιο πάνω περίοδο, ήταν «το ουρικό». Παραπονείτο για πόνους κατά την ούρηση και κάψεις. Λόγω του προβλήματος του επισκεπτόταν συχνά τους γιατρούς και την ευθύνη των χωραφιών, όταν αυτός απουσίαζε, την αναλάμβανε ο ίδιος και ο αδελφός του. Μια μέρα, μετά την επιστροφή του Ενάγοντα από το γιατρό, ο μάρτυρας τον είδε σκυμμένο στο τραπέζι και τη μητέρα του να κλαίει. Ο μάρτυρας τους ζήτησε να πληροφορηθεί τι είχε συμβεί και η μητέρα του, τού είπε, «ο παπάς έχει καρκίνο». Τότε αυτός, ήτοι ο μάρτυρας, αντέδρασε έντονα, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «ό,τι έβλεπε μπροστά του τα έσπαζε» ενώ στη συνέχεια έφυγε από το σπίτι και γύρισε αργά το βράδι. Κατέθεσε επίσης ότι όταν ο πατέρας του επέστρεψε στο σπίτι, μετά την επέμβαση, η μητέρα του τούς ανέφερε ότι ο γιατρός τούς είχε διαβεβαιώσει ότι 'όλα πήγαν καλά' και ότι η εγχείρηση πέτυχε. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πατέρας του να εργασθεί και στην απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει και τον τρόπο που τον έσωσαν εκείνος και η μητέρα του. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι πριν την απόπειρα τον είχε κοροϊδεύσει ο θείος, ένας από τους αδελφούς του Ενάγοντα για τη σεξουαλική ανικανότητα του και το γεγονός ότι έβαζε «μότες» όπως οι γυναίκες. Ο θείος του ήταν γνωστός στην κοινότητα τους ότι «δεν τα είχε 400» και δεν ήταν «φυσιολογικός». Ο Εναγόμενος 2 ετοίμασε γραπτή δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, πρόκειται για το έγγραφο με την Ενδειξη 'Δ'. Εξετάσθηκε και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε επισταμένα για πολλά θέματα. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην κάρτα του ασθενή, του Ενάγοντα, κατά πόσο είχε απωλεσθεί, για τη διάγνωση του όσο αφορά τα προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε και την ενημέρωση που είχε ο τελευταίος από τον ίδιον πριν την επέμβαση. Συνοψίζω τη μαρτυρία του. Ο Εναγόμενος 2 απέκτησε το πτυχίο της Ιατρικής το 1977, από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια εργάστηκε σαν ειδικευόμενος στη χειρουργική, για ένα περίπου έτος, σε νοσοκομείο στο Mechernich, στη Γερμανία. Τα επόμενα πέντε έτη ειδικεύθηκε στην ουρολογία στο νοσοκομείο του πανεπιστημίου του Aachen, στο Duren, στη Γερμανία. Υπό την καθοδήγηση των καθηγητών και των συναδέλφων του, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, έμαθε τι σημαίνει «σεβασμός, ευγένεια, ευπροσηγορία προς τον ασθενή, το προσωπικό και τους συναδέλφους, σκληρή δουλειά, πειθαρχία, συλλογική εργασία και προ παντός υπευθυνότητα». Επέστρεψε στην Κύπρο το 1986 και εργάστηκε ως ιδιώτης γιατρός στην κλινική Πεδιαίος. Το 1989, μαζί με ομάδα άλλων ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, ήταν ένας από τα ιδρυτικά μέλη του Εναγομένου 1, που έκτισε και στη συνέχεια λειτούργησε το Απολλώνειο Νοσοκομείο. Έκτοτε, ασκεί εκεί την ειδικότητα του ως ιδιώτης αυτοεργοδοτούμενος γιατρός. Τον Ενάγοντα τον συνάντησε για πρώτη φορά στο ιατρείο του δρ. Κρουσιόφσκι, ο οποίος επίσης διατηρούσε ιατρείο, στο Απολλώνειο Νοσοκομείο. Η συνάντηση έλαβε χώρα την 27.07.2004. Κατά τη συνάντηση ο Ενάγοντας τού ανέφερε ότι τα τελευταία δυόμιση τουλάχιστο έτη, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ούρησης, τα οποία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει, «παρά τους ιατρούς που είχε επισκεφθεί». Συγκεκριμένα είχε καύσος και άλγος στην ουρήθρα, δυσκολία στην ούρηση, συχνοουρία, αίσθηση μη πλήρους κένωσης της κύστης, ανοργασμία. Ο μάρτυρας τον υπέβαλε, την ίδια ημέρα, σε υπερηχογράφημα που έδειξε μικρό προστάτη, μεσαίο λοβό 19mm, φυσιολογική ουροδόχο κύστη και φυσιολογικούς νεφρούς. Σε δακτυλική εξέταση του προστάτη διαπίστωσε ότι αυτός ήταν μικρός και μαλακός ενώ κατά την ουρομέτρηση στην οποία τον υπέβαλε, το μάξιμουμ «flow» ήταν «5ml/sec». Ο Εναγόμενος 2 συνέστησε στον Ενάγοντα να συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή που του είχε χορηγήσει ο δρ. Μηνάς, ήτοι το Zithromax, και του εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε ουρηθροκυστεοσκόπηση που θα γινόταν με τοπική νάρκωση. Ο Ενάγοντας του ζήτησε όπως υποβληθεί σε αξονική τομογραφία, ο Εναγόμενος 2 του εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, ο Ενάγοντας όμως επέμενε και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 2 συγκατατέθηκε και τον συνόδευσε την ίδια ημέρα στο ακτινολογικό τμήμα του Απολλώνειου Νοσοκομείου όπου ο δρ. Παπαλεοντίου τον υπέβαλε στη σχετική εξέταση. Την επόμενη μέρα ο Ενάγοντας και η σύζυγος του επισκέφθηκαν εκ νέου τον Εναγόμενο 2 και ο τελευταίος τούς επεξήγησε τί ανέφερε η έκθεση του δρ. Παπαλεοντίου. Συγκεκριμένα τούς είπε ότι δεν προέκυψε τίποτε παθολογικό από την εξέταση εκτός από το γεγονός ότι μετά από ούρηση υπήρχε αρκετό υπόλειμμα ούρων. Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό ισχυρίστηκε ότι είχε εξηγήσει στον Ενάγοντα ότι η αξονική τομογραφία δεν αποτελούσε μέρος της εξέτασης, βλέποντας όμως ένα «ασθενή φοβισμένο», που επέμενε να υποβληθεί σε αξονικό, προσπάθησε να τον αποτρέψει. Εκείνος όμως επέμενε και τότε ο ίδιος σαν γιατρός και «ψυχολογώντας τον ασθενή» αντιλήφθηκε «πού το πήγαινε, ότι δηλαδή θα μπορούσε να έχει καρκίνο και γι' αυτό ακριβώς το λόγο τον άφησε να το κάνει». Ο Εναγόμενος 2 αντεξετάστηκε και σε σχέση με τη δήλωση του ότι ο Ενάγοντας, όταν ήρθε την πρώτη φορά να τον επισκεφθεί, «φοβόταν για καρκίνο». Παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε τού είχε αναφέρει για φόβο για καρκίνο, ο ίδιος όμως ως γιατρός και «λίγο ψυχολόγος» αντιλήφθηκε ότι το αίτημα του να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία πήγαζε από το φόβο του για καρκίνο. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε ρώτησε τον Ενάγοντα κατά πόσο φοβόταν για καρκίνο, από την εμπειρία του όμως το θεώρησε «σαν δεδομένο». Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση ότι ήταν αυτός που είχε προτείνει στον Ενάγοντα να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία. Την 09.08.2004, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, υπέβαλε τον Ενάγοντα σε ουρηθροκυστεοσκόπηση. Η εξέταση κατέδειξε ότι ο αυχένας της ουροδόχου κύστης ήταν κλειστός, το σπερματικό λοφίδιο ήταν σχετικά μεγάλο και η ουροδόχος κύστη ήταν φυσιολογική. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 2 εξήγησε στον Ενάγοντα, στην παρουσία της συζύγου του, ότι αυτός έπασχε από απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης (bladder outlet obstruction). Του ανέφερε ότι εάν η κατάσταση του δεν αντιμετωπιζόταν συντηρητικά, τότε θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί χειρουργικά για να αποτραπούν οι συνέπειες από την παραμονή στην ουροδόχο κύστη υπολοίπου ούρων, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πιο πάνω μαρτυρία αμφισβητήθηκε έντονα από την άλλη πλευρά. Τού συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, του συνταγογράφησε το σκεύασμα Omnic T που είναι αναστολέας Α1, (Α1 blocker). Ο Ενάγοντας θα έπρεπε να παίρνει ένα χάπι ημερησίως, για τις επόμενες 20 μέρες. Τού συνέστησε επίσης να συνεχίσει να παίρνει το Ciprobay που τού είχε χορηγήσει άλλος γιατρός και τού ζήτησε να επανέλθει μετά την πάροδο είκοσι ημερών. Ο Ενάγοντας επανήλθε με τη σύζυγο του, την 30.08.2004. Κατά την πιο πάνω επίσκεψη ο Ενάγοντας τού ανέφερε ότι υπήρξε ελαφριά βελτίωση της κατάστασης του στην αρχή, στη συνέχεια όμως επιδεινώθηκε και ως εκ τούτου αυτός δεν έλαβε τα τελευταία δύο χάπια Omnic T. Τού ανέφερε ότι «δεν άντεχε άλλο» και τού ζήτησε να τον χειρουργήσει με ανοικτή προστατεκτομή. Ο Εναγόμενος 2 του εξήγησε ότι η χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος του μπορούσε να έχει κάποιες επιπλοκές. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική παράγραφο: «Αφού του εξήγησα ότι η χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος του Ενάγοντα θα συνεπαγόταν απώλεια της δυνατότητας του για τεκνοποίηση και τού ανέφερα τις πιθανότητες επιτυχίας και κάποιες πιθανές επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν, τού είπα ότι η εισήγηση μου είναι να προχωρήσουμε σε διουρηθρική προστατεκτομή (TUR-P)». Ο Ενάγοντας τού ανέφερε ότι προτιμούσε ανοικτή προστατεκτομή, ο Εναγόμενος όμως του εξήγησε ότι λόγω του μεγέθους του προστάτη του, δεν ενδείκνυτο η πιο πάνω επέμβαση. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στον Ενάγοντα 100% επιτυχία και ότι του είχε εξηγήσει ότι ο ανθρώπινος οργανισμός δημιουργεί ξανά το πρόβλημα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της μαρτυρίας του: «Ουδέποτε είχα υποσχεθεί στον Ενάγοντα 100% επιτυχία όπως ο ίδιος αναφέρει τώρα, αντίθετα του είχα πει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ανθρώπινος οργανισμός δημιουργεί ξανά το πρόβλημα, βέβαια στην προσπάθεια μου να του εξηγήσω γιατί δεν έπρεπε να τον υποβάλω σε ανοικτή επέμβαση, πολλές φορές του ανέφερα ότι η TUR-P έχει πολύ καλά αποτελέσματα». Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό, κατά πόσο είχε αναφέρει στον Ενάγοντα τυχόν επιπλοκές από την επέμβαση, ισχυρίσθηκε ότι προειδοποίησε τον Ενάγοντα για προβλήματα αιμορραγίας, ουρολοιμώξεις, στένωσης και «επανεμεγάλωμα του προστάτη». Παρενθετικά αναφέρω ότι οι πιο πάνω θέσεις δεν υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα, το μόνο που του υποβλήθηκε ήταν ότι ο γιατρός τού ανέπτυξε τα διάφορα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα ή τις παρενέργειες της κάθε μιας από τις δύο βασικές προσεγγίσεις. Ρωτήθηκε τότε κατά πόσο ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε πρόβλημα στον προστάτη και αυτός απάντησε θετικά. Τού υποβλήθηκε τότε ότι ο αυχένας και ο προστάτης ήταν «δύο διαφορετικά πράγματα» . Ο Ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι «ο αυχένας είναι μέρος του προστάτη». Κατά την αντεξέταση ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 2 να πει με λεπτομέρεια ποια ήταν η συζήτηση που είχαν κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη, ήτοι τις 30.08.2004 και αυτός έδωσε μια απάντηση διαφορετική από προηγουμένως. Ρωτήθηκε ειδικά τότε κατά πόσο είχε αναφέρει στον Ενάγοντα ότι υπήρχε πιθανότητα 13%, αυτός, μετά την επέμβαση να μείνει ανίκανος. Ο μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει. Αναγνώρισε ότι η ανικανότητα ήταν μια από τις επιπλοκές που μπορούσε να υποστεί κάποιος ασθενής που υποβαλλόταν στη συγκεκριμένη επέμβαση, αναγνώρισε ότι ο Ενάγοντας μετά την επέμβαση κατέστη ανίκανος, αρνήθηκε όμως ότι το ποσοστό των πιθανοτήτων ήταν τόσο ψηλό, ήτοι 13 %. Η επέμβαση προγραμματίσθηκε, κατ' απαίτηση του Ενάγοντα, την 02.09.2004, ο Ενάγοντας προσήλθε στο Νοσοκομείο μαζί με τη σύζυγο του την ημέρα εκείνη, δεν υποβλήθηκε όμως σε επέμβαση λόγω της επιμονής του να χειρουργηθεί με ανοικτή τομή και όχι διουρηθρικά. Ο Ενάγοντας του είπε ότι δεν θα ήταν ορθό ιατρικά και προσπάθησε να του εξηγήσει τους λόγους, χωρίς όμως να καταφέρει να τον μεταπείσει. Ο Ενάγοντας έφυγε από το Νοσοκομείο, επικοινώνησε όμως μαζί του δύο τρεις μέρες αργότερα, τού απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του και τού ζήτησε να ορίσει νέα ημερομηνία για να υποβληθεί σε διουρηθρική επέμβαση, πράγμα που έγινε. Ορίσθηκε η επέμβαση την 7.9.2004. Ο Εναγόμενος 2 αντεξετάσθηκε επισταμένα και για το έντυπο συγκατάθεσης που υπέγραψε ο Ενάγοντας, Τεκμήριο 98. Το πρώτο υπογράφηκε από τον Ενάγοντα τη 02.09.2004 και το δεύτερο τη 07.09.2004. Παραδέχθηκε ότι και στα δύο έντυπα συγκατάθεσης δεν καταγράφονται τα ό,σα κατ' ισχυρισμό ανέφερε στον Ενάγοντα. Δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι αυτό συμβαίνει συχνά γιατί μπορεί ο γιατρός να κληθεί να πάει σε κάποιο άλλο τμήμα, με αποτέλεσμα το έντυπο συγκατάθεσης να παραμείνει τελικά ασυμπλήρωτο. Πιθανολόγησε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συνέβηκε και την 07.09.2004. Του επισήμανε τότε ο δικηγόρος του Ενάγοντα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτός θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός ενόψει και του επεισοδίου που έλαβε χώραν λίγες μέρες μόνο νωρίτερα, τη 02.09.2004, όταν ο Ενάγοντας αρνήθηκε να υποβληθεί σε διουρηθρική προστατεκτομή καθότι σύμφωνα με τον ίδιον είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ανοικτή επέμβαση. Ο Εναγόμενος 2 επικαλέσθηκε τότε το γεγονός ότι ο ίδιος είναι «άνθρωπος απλός και απονήρευτος» και «δεν πέρασε από το νου του το ενδεχόμενο να συμβεί εκείνο που τελικά συνέβηκε». Ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε διουρηθρική προστατεκτομή (TUR-P) με τη χρησιμοποίηση ενδοσκοπίου και οθόνης και υπερηβικής παροχέτευσης. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης ο Εναγόμενος 2 διαπίστωσε ότι ο αυχένας της κύστης ήταν ιδιαίτερα ινώδης και σκληρός και ως εκ τούτου προχώρησε και σε TUI-P, «. κάνοντας τομή στην ώρα 6 και 12 προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερη σχάση». Κατά την επέμβαση τοποθετήθηκε στον Ενάγοντα διουρηθρικός και υπερηβικός καθετήρας. Ο Εναγόμενος 2 αντεξετάστηκε γιατί στο Τεκμήριο 8(β), που είναι το παραπεμπτικό εισαγωγής του ασθενούς σε επέμβαση, καταγράφηκε ότι ο ασθενής έπασχε από «αδένωμα προστάτη» (Prostate Adenoma) και όχι «απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης», που όπως ισχυρίσθηκε ήταν η διάγνωση στην οποία κατέληξε. Η εκδοχή του Εναγόμενου 2 ήταν ότι αν έγραφε «απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης» σε μια νοσοκόμα, η οποία έπρεπε να προετοιμάσει τον ασθενή για επέμβαση, σίγουρα αυτή δεν θα το αντιλαμβανόταν. Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι για τη νοσοκόμα ο πιο πάνω όρος «δεν σημαίνει τίποτε». Την 10.09.2004 αφού ο Εναγόμενος 2 αφαίρεσε το διουρηθρικό καθετήρα και διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας ουρούσε κανονικά, τον απέλυσε από το Νοσοκομείο αφήνοντας του τον υπερηβικό για προληπτικούς λόγους. Ο Ενάγοντας επανήλθε για εξέταση την 16.09.2004 και αφού είπε στον Εναγόμενο 2 ότι ουρούσε κανονικά, ο τελευταίος του αφαίρεσε και τον υπερηβικό καθετήρα και του ζήτησε να επανέλθει σε μία βδομάδα για έλεγχο ούρησης. Η επομένη επίσκεψη ήταν την 22.10.2004. Ο Ενάγοντας του παραπονέθηκε τότε για κάψιμο στην ούρηση. Ανάλυση ούρων δεν έδειξε μόλυνση, ενώ το υπερηχογράφημα στο οποίο τον υπέβαλε, δεν έδειξε υπόλοιπο ούρων. Ο Εναγόμενος 2 του συνέστησε να επανέλθει σε 15 μέρες για επαναξιολόγηση. Ο Ενάγοντας δεν επέστρεψε σε 15 μέρες για επαναξιολόγηση, επισκέφθηκε το γιατρό πολλές βδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα την 23.02.2005 παραπονούμενος για προβλήματα ούρησης. Τον υπέβαλε σε ουροροομέτρηση η οποία έδειξε πολύ χαμηλή ροή ούρων, μάξιμουμ flow 2ml/sec. Τον υπέβαλε επίσης σε εύκαμπτη κυστεοσκόπηση με τοπική αναισθησία που έδειξε ουρήθρα φυσιολογική αλλά έντονη στένωση στον αυχένα της ουροδόχου κύστης. Του συνέστησε διαστολή η οποία έλαβε χώρα την 02.03.2005. Κατά τη διαστολή ο Ενάγοντας πονούσε πολύ και ο Εναγόμενος 2 αναγκάστηκε να διακόψει την προσπάθεια. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ο Εναγόμενος 2 είδε τον Ενάγοντα. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του επανέλαβε ότι με βάση τη διάγνωση του, ο Ενάγοντας έπασχε από 'bladder outlet obstruction' και ότι το πρόβλημα του, «. δεν οφείλετο σε οποιαδήποτε άλλη αιτία παρά στη διαμόρφωση και σύσπαση των ιστών της περιοχής του αυχένα της ουροδόχου κύστης», η κατάσταση αυτή στη Γερμανική ορολογία περιγράφεται σαν 'sphinktersklerose'. Ισχυρίσθηκε ότι ο οργανισμός του Ενάγοντα παρά την απελευθέρωση του αυχένα της ουροδόχου κύστεως από το τμήμα του προστάτη που το περιέβαλλε και τις τομές που έγιναν στον αυχένα, σε περίοδο περίπου πέντε μηνών, δημιούργησε νέο στένωμα του αυχένα της κύστεως. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί επιπλοκή ή ενδεχόμενο το οποίο συμβαίνει σε μικρό ποσοστό περιπτώσεων σε όλες τις επεμβάσεις για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα (LUTS) και ειδικότερα στις περιπτώσεις απόφραξης του αυχένα της ουροδόχου κύστης και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την επιδεξιότητα ή οποιαδήποτε ενέργεια του ιατρού που πραγματοποιεί την επέμβαση είτε αυτή είναι «TUR-P ή TUI-P ή ανοικτή». Η αντιμετώπιση τέτοιας εξέλιξης γίνεται με διαστολή ή διατομή του αυχένα, προσπάθεια που αν αποτύχει οδηγεί σε πλαστική επέμβαση στον αυχένα. Ήταν η θέση του ότι η επέμβαση στην οποία είχε υποβάλει τον Ενάγοντα ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και επιβεβλημένη, ανεξάρτητα των εξελίξεων, τις οποίες ο Ενάγοντας «λόγω της σύστασης των ιστών και της διαμόρφωσης της περιοχής του αυχένα της ουροδόχου κύστεως, θα είχε να αντιμετωπίσει αργά ή γρήγορα». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε η ιατρική έκθεση, Τεκμήριο 30(Α) που ετοίμασε ο Εναγόμενος 2 και αφορά τον Ενάγοντα. Η έκθεση φέρει ημερομηνία 29.09.2006. Στην έκθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Ο κ. Μολέσκης παραπονέθηκε ότι από το 2001 παρουσιάζει συχνοουρία 10χ, νυχτουρία 3-6χ, αδύνατη ούρηση, σφίγγεται κατά την ούρηση. Επιπρόσθετα αναφέρει χρόνια προστατίτιδα. U/S: Προστάτης μικρός με μεσαίο λοβό 10 mm U/S: Νεφροί αμφω : κφ U/S: Blase : κφ Ουροροομέτρηση: Maximum Flow (ροή) 5ml/sec πιέζεται Flexible Urethrocystoskopy: Ουρήθρα φυσιολογική. Αυχένας ουροδόχου κύστης λευκός, σκληρός, πλήρως κλειστός. Ουροδόχος κύστη κφ.» Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης έγγραφο το οποίο συντάχθηκε από τον Εναγόμενο 2 και φέρει ημερομηνία 17.07.2009. Πρόκειται για το Τεκμήριο 14. Στο έγγραφο αυτό καταγράφονται στοιχεία που αφορούσαν τον Ενάγοντα σε διάφορες ημερομηνίες και συγκεκριμένα την 04.08.2004, την 09.08.2004, την 30.08.2004, την 02.09.2004, την 07.09.2004, την 16.09.2004, την 23.02.2005 και την 02.03.2005. Πριν την καταγραφή των στοιχείων, ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Θα ήθελα να αναφέρω κατ' αρχήν ότι είμαι ιδιαιτέρως ευτυχής διότι πάντοτε κρατώ λεπτομερές αρχείο κάθε ασθενή και λαμβάνω υπόψη ότι, ό,τι δεν καταγράφεται δυνατό να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου. Την κάρτα του ασθενούς την ενημερώνω γράφοντας στη Γερμανική γλώσσα λόγω της ειδίκευσης μου στην πρώην Δυτική Γερμανία. Διαβάζοντας την έκθεση απαιτήσεως του κ. Μολέσκη αντιλαμβάνεται κάποιος ότι αυτή βρίθει ανακριβειών, ενσυνείδητων και ή ασυνείδητων αλληλοσυγκρουόμενων αντιφάσεων, έλλειψη ορθής ή ακριβούς συμβουλής είτε από το δικηγόρο ή και από το σύμβουλο ιατρό! Να αναφέρω επίσης ότι πριν την κατάθεση της έκθεσης απαίτησης μου τηλεφώνησε ο ίδιος ο κ. Μολέσκης για να με παροτρύνει να παραδεχθώ αμέλεια ή κλπ και να λάβει αποζημίωση γνωρίζοντας ότι ήμουν ασφαλισμένος. Το αρνήθηκα ασυζητητί. Το ίδιο συνέβη και 15-20 μέρες προ της κατάθεσης της απαίτησης έκθεσης όταν κάποιος ο οποίος μου συνεστήθη ως αδελφός του κ. Μολέσκη μου ζήτησε το ίδιο πράγμα που απέρριψα αμέσως.» Μετά την εισαγωγή καταγράφεται με κεφαλαία γράμματα «ΜΕΤΑΦΡΑΖΩ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΑΣΘΕΝΟΥΣ» και ακολουθεί στη συνέχεια καταγραφή διαφόρων στοιχείων κατά τις ημερομηνίες που έχω ήδη αναφέρει. Αντεξετάστηκε επισταμένα και σε σχέση με το εύρημα του για μεσαίο λοβό. Υπενθυμίζω ότι στην έκθεση του, Τεκμήριο 30(α) καταγράφει για την ύπαρξη μεσαίου λοβού στον προστάτη, ενώ με βάση τη μαρτυρία των γιατρών που ο ίδιος κάλεσε, δεν υπήρχε μεσαίος λοβός. Δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση για το θέμα αυτό. Παραθέτω αυτούσιες κάποιες από τις απαντήσεις που έδωσε για το θέμα αυτό. «Ε. Συμφωνείτε αντιλαμβάνομαι ότι σε εκείνη την εξέταση είναι σαφές ότι δεν υπάρχει εύρημα για μεσαίο λοβό. Α. Έγραφε, το ultrasound είναι μια δυναμική εξέταση, άλλο θα δει ο ακτινολόγος και άλλο θα δει ο ουρολόγος ο οποίος ασκεί το ultrasound. Ο ουρολόγος έχει το πλεονέκτημα, ότι είναι κλινικός γιατρός και ψάχνει να βρει ή να αποκλείσει κάτι συγκεκριμένο και πράγματι έγραψα για μεσαίο λοβό. Αυτό δεν αλλάζει τίποτε, όσον αφορά το πρόβλημα και θα σας εξηγήσω. ............................. Εδώ στην περίπτωση του κ. Μολέσκη δεν είχαμε μόνο fibromuscular, στη δεύτερη μόνο περίπτωση αλλά είχαμε ίνωση στο μέγιστο βαθμό. Όπως περιγράφεται και στην ιστολογική εξέταση του δρ. Λυσιώτη αυτός ήταν ο λόγος που έγραψα για μεσαίο λοβό ήταν η ίνωση η οποία δημιουργούσε αυτό το δακτύλιο και φαίνεται από το Τεκμήριο 94. .............................. Α. Σας είπα ότι ο μεσαίος λοβός φάνηκε, ότι ήταν ο δακτύλιος που πίεζε προς τα πάνω από την ίνωση, είναι απλό. Ε. Δηλαδή ο δακτύλιος είναι ο μεσαίος λοβός δηλαδή; Α. Δείχνει την εικόνα συμπιέζεται ο αυχένας προς τα πάνω .» Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η λανθασμένη εντύπωση περί ύπαρξης μεσαίου λοβού τού δημιουργήθηκε από το υπερηχογράφημα. Κατά την ουρηθροκυστεοσκόπηση όμως που έλαβε χώρα την 09.08.2004, αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε μεσαίος λοβός. Ερωτήθηκε αμέσως μετά γιατί στο Τεκμήριο 30(α) που συντάχθηκε στις 29.09.2006, δύο και πλέον έτη μετά την πιο πάνω εξέταση, αυτός κατέγραψε ότι υπήρχε προστάτης με μεσαίο λοβό. Απάντησε ότι το έγραψε γιατί έτσι «το αισθανόταν». Αντεξετάστηκε και για τους λόγους που τον ώθησαν να υποβάλει τον Ενάγοντα σε διουρηθρική προστατεκτομή, TURP και να αφαιρέσει ολόκληρο τον προστάτη, αντί να τον υποβάλει απευθείας στη μέθοδο TUIP. Και σε αυτή την περίπτωση δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις και προέβαλε διάφορες εκδοχές στις οποίες θα αναφερθώ εκτενώς στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο Πρόδρομος Φιλίππου, Μ.Υ.1, είναι ουρολόγος και το 2005 εργαζόταν ως ειδικευόμενος ουρολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σήμερα εργάζεται ως ουρολόγος στο Απολλώνειο Νοσοκομείο και στο American Heart Medical Center. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι στο φάκελο ασθενή του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που αφορούσε τον Ενάγοντα, Τεκμήριο 21, η καταχώριση στη δεύτερη σελίδα του πιο πάνω Τεκμηρίου που αφορά το ιστορικό του ασθενή, συντάχθηκε από τον ίδιο. Στην εν λόγω καταχώριση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι μετά την επέμβαση TURP που υποβλήθηκε ο ασθενής το Σεπτέμβριο του 2004, παρατηρήθηκε «κ.φ. ούρηση για δύο μήνες ακολούθως». Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η φράση «κ.φ. ούρηση» σημαίνει 'κατά φύση ούρηση'. Αναγνώρισε επίσης ότι η σημείωση στην ίδια σελίδα που αναγράφει «δηλητηρίαση μετά από οργανοφωσφορικό ψέκασμα - ΜΕΘ (εξιτήριο προ 8 ημερών)» ήταν δική του. Εξεταζόμενος σε σχέση με την πιο πάνω σημείωση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ασθενής είχε εκτεθεί σε μια κατηγορία ουσιών που ονομάζονται οργανοφωσφορικά, τα οποία είναι κοινής χρήσης εντομοκτόνα, για την οποία νοσηλεύτηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Εξετάστηκε στη συνέχεια κατά πόσο ο ασθενής, ήτοι ο Ενάγοντας, είχε αναφέρει οτιδήποτε για αυτοκτονία. Ο μάρτυρας έδωσε την πιο κάτω απάντηση «Σύμφωνα με τα γραφόμενα όχι». Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί από μνήμης τι διημήφθη μεταξύ του ιδίου και του ασθενή και ότι η μαρτυρία του βασίσθηκε στις συγκεκριμένες σημειώσεις. Αναγνώρισε επίσης ότι πιθανό να είχαν μιλήσει μεταξύ τους για θέματα «σχετικά ή άσχετα με την υγεία του ασθενούς τα οποία δεν καταγράφηκαν». Σε σχέση με τη δεύτερη σημείωση, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η λήψη φαρμάκου lannate είναι το ίδιο με τη δηλητηρίαση από οργανοφωσφορικά. Είπε επίσης ότι ακόμα και στην περίπτωση που ο ασθενής τού είχε αναφέρει ότι είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας με τη χρήση της πιο πάνω ουσίας, αυτός θα κατάγραφε για σκοπούς «ιατρικής επικοινωνίας» τη φράση «δηλητήρια από οργανοφωσφορικά». Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι μετά τη διενέργεια της επέμβασης TURP ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε στυτική δυσλειτουργία. Ο μάρτυρας έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Ούτε αυτό το καταγράφω, αλλά υπάρχουν πάρα πολλές πιθανότητες αυτό το πράγμα να μην καταγραφόταν στη ρουτίνα, γιατί οι συνθήκες λήψης του ιστορικού συνήθως δεν ήταν οι κατάλληλες στο παλιό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Τέτοιες προσωπικές ερωτήσεις εγίνοντο σε περιβάλλον εξωτερικού ιατρείου και όχι στο θάλαμο». Ο γιατρός Χρυσόστομος Χριστοφή, Μ.Ε.3, απέκτησε το πτυχίο της ιατρικής από Πανεπιστήμιο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και την ειδικότητα του στη γενική χειρουργική και ακολούθως στην ουρολογία, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι την πρακτική εξάσκηση του για την απόκτηση των πιο πάνω ειδικοτήτων την έκανε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εργάσθηκε σε δημόσια νοσοκομεία στην Κύπρο από το 1978 μέχρι το 2006. Έκτοτε εργάζεται στο Αρεταίειο Νοσοκομείο ως χειρούργος ουρολόγος. Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το Μ.Ε.3 για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2004, ενώ ο τελευταίος υπηρετούσε ως γιατρός στο δημόσιο. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι κατά την πιο πάνω επίσκεψη εξέτασε το υπερηχογράφημα που του είχε προσκομίσει ο Ενάγοντας και υπέβαλε τον τελευταίο σε δακτυλική εξέταση. Το υπερηχογράφημα ήταν, σύμφωνα με το μάρτυρα, «φυσιολογικότατο» ενώ κατά τη δακτυλική εξέταση διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε παθολογικό ως προς την υπερτροφία του προστάτη. Ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι «. πιθανότατα τα συμπτώματα του να οφείλονται σε άλλα αίτια και του είπε να μην τολμήσει αν του πει κάποιος για χειρουργική επέμβαση γιατί θα δαγκώνει το ένα του δάκτυλο και θα τον πονάνε όλα». Ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή την οποία του είχε συστήσει άλλος γιατρός και συγκεκριμένα το φάρμακο OMNIC T που κατατάσσεται στην κατηγορία των A1 blocker. Ο μάρτυρας του σύστησε όπως συνεχίσει την πιο πάνω φαρμακευτική αγωγή. Έκτοτε, ο Μ.Ε.3 δεν είχε άλλη επαφή ή επικοινωνία με τον Ενάγοντα, μέχρι και το φθινόπωρο του 2008. Το φθινόπωρο του 2008 ο Ενάγοντας επικοινώνησε μαζί του, τού ανέφερε ότι είχε υποβληθεί σε επέμβαση και τού ζήτησε όπως τον επισκεφθεί, «για να τον γιάνει». Ο μάρτυρας του απάντησε τότε χαρακτηριστικά: «Τι θες; Να γράψεις 15ος μαλάκας Χρυσούλης; Δεν το επιτρέπω. Άκουσες τη συμβουλή που σου είχα δώσει; Όχι. Δηλαδή τί μου έκαμες, με έγραψες, αυτό σου κάνω και εγώ, μην με ξαναενοχλήσεις.». Στη συνέχεια του έκλεισε το τηλέφωνο. Μερικούς μήνες αργότερα επικοινώνησε μαζί του ο δικηγόρος Ιάκωβος Αβρααμίδης και του είπε, «Έχω ένα ασθενή και θέλω να σου τον στείλω να τον εξετάσεις και να μου γράψεις μια έκθεση». Ο ασθενής ήταν ο Ενάγοντας. Ο μάρτυρας αρχικά αρνήθηκε, όταν όμως ο δικηγόρος τού υπενθύμισε τον όρκο που είχε δώσει στον Ιπποκράτη, αυτός υπέκυψε και δέχθηκε όπως τον εξετάσει. Τον εξέτασε την 07.01.2009 και ετοίμασε έκθεση σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του. Μετά από πάροδο κάποιων μηνών, ο δικηγόρος Ιάκωβος Αβρααμίδης επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και τού είπε «γιατρέ θα χάσουμε τον πελάτη, έκαμε απόπειρα αυτοκτονίας». Ο μάρτυρας δέχθηκε και τον είδε και του παρείχε τη θεραπεία που κατέγραψα ανωτέρω στην αρχή της απόφασής μου. Καταθέτοντας σε σχέση με την κατάσταση του Ενάγοντα και ιδιαίτερα για τα αίτια του προβλήματός του, το καλοκαίρι του 2004, ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του δεν έδωσε μια θετική απάντηση, πιθανολόγησε ότι υπήρχαν πολλές αιτίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα, μία εξ αυτών ήταν το στένωμα του αυχένα της ουροδόχου κύστης. Ισχυρίστηκε όμως ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, ο θεράπων γιατρός προτού προχωρούσε σε επέμβαση, θα έπρεπε να είχε εξαντλήσει όλη τη συντηρητική θεραπεία. Την ίδια θέση επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του. Κατέθεσε ότι ο γιατρός θα έπρεπε να άρχιζε πρώτα με συντηρητιική θεραπεία και να υπόβαλλε τον ασθενή σε χειρουργική επέμβαση μόνο όταν ο τελευταίος παρουσίαζε κάποια σοβαρά συμπτώματα, όπως είναι η επίσχεση ούρων, η ακράτεια ούρων, η ουρολοίμωξη, η αιματουρία, η παρουσίαση λίθων και εκκολπωμάτων, η παρουσίαση διάτασης του ανωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η υδρονέφρωση και η νεφρική ανεπάρκεια. Ο συγκεκριμένος ασθενής δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω συμπτώματα. Ερωτηθείς κατά πόσο το υπόλοιπο ούρων ήταν μια από τις σοβαρές ενδείξεις για να υποβαλλόταν κάποιος σε επέμβαση, αυτός ανέφερε ότι τούτο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις καθότι το υπόλοιπο ούρων μπορεί να οφείλεται σε νευρολογική ασθένεια και κατ' επέκταση, αν ισχύει κάτι τέτοιο, ο ασθενής δεν χρήζει χειρουργικής επέμβασης. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι ο αυχένας της ουροδόχου κύστεως του Ενάγοντα ήταν στενός εκ της φύσεως του, το δημιούργησε ο οργανισμός του, προκλήθηκε όμως στένωμα και μετεγχειρητικά λόγω της επέμβασης. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Α. Εδώ υπάρχουν δύο καταστάσεις. Το πρωτοπαθές στένωμα του αυχένα της ουροδόχου κύστης που έχει ο ασθενής, είναι εκ φύσεως ο οργανισμός που το δημιουργεί. Δύναται όμως να προκληθεί και μετεγχειρητικά, μετά την επέμβαση όπως και υπήρξε στην περίπτωση μας και μετεγχειρητικό στένωμα του αυχένα της ουροδόχου κύστης. Ε. Εννοείτε στένωμα το οποίο προκλήθηκε λόγω της εγχείρησης; Α. Μάλιστα. Το δεύτερο στένωμα ήταν λόγω της επέμβασης. Το πρώτο όχι, ήταν εκ φύσεως του οργανισμού.» Ο μάρτυρας επανέλαβε πέραν της μιας φοράς, κατά την αντεξέτασή του, ότι ο Ενάγοντας παρουσίαζε στένωμα του αυχένα της ουροδόχου κύστης, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο αναγνώρισε ότι τα αποτελέσματα της ιστοπαθολογικής εξέτασης, Τεκμήριο 12, έδειχναν έντονη ινομυώδη υπερτροφία του αυχένα της ουροδόχου κύστης. Κατέθεσε ότι το πρόβλημα του Ενάγοντα εστιάζετο στον αυχένα της ουροδόχου κύστης, υπήρχε απόφραξη. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «. ενώ υπήρχε προηγουμένως η σωστή διάγνωση απόφραξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης (ο Εναγόμενος 2) ακολούθησε άλλες πρακτικές από αυτές που ορίζουν οι οδηγίες της Πανευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας». Η διενέργεια διουρηθρικής προστατεκτομής, TURP, στο συγκεκριμένο ασθενή δεν ήταν, σύμφωνα πάντα με το Μ.Ε.3, η ενδεδειγμένη, καθότι ο Ενάγοντας ήταν νεαρό άτομο, 35 ετών και το μέγεθος του προστάτη του, δεν το δικαιολογούσε. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η πιθανότητα ο ασθενής να καταστεί ανίκανος, να έχει στυτική δυσλειτουργία μετά τη διενέργεια της διουρηθρικής προστατεκτομής, TURP, ήταν 13%, ενώ στην περίπτωση της διατομής του προστάτη, TUIP, ήταν 4.6%. Επανέλαβε ότι προτού ο θεράπων γιατρός υπέβαλλε τον Ενάγοντα σε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, θα έπρεπε να είχε «εξαντλήσει όλη τη συντηρητική θεραπεία», ήτοι θα έπρεπε να επιμείνει στη φαρμακευτική αγωγή και παράλληλα θα έπρεπε να τον είχε υποβάλει σε ουροδυναμικό έλεγχο. Σε περίπτωση που ο ασθενής δεν ανταποκρινόταν στη συντηρητική θεραπεία ο ίδιος θα υπόβαλε τον ασθενή σε διατομή του αυχένα (TUIP) και όχι σε διουρηθρική προστατεκτομή καθότι όσο περισσότερο «σκαλίζει» ο χειρούργος κατά την επέμβαση τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα δημιουργίας επιπλοκών. Σε καμιά περίπτωση δεν θα αφαιρούσε τον προστάτη, καθότι ο προστάτης στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν «αθώος, μικρός, φυσιολογικός». Κατέθεσε επίσης ότι ένας μεγάλος προστάτης μπορεί να μη δημιουργήσει «ενόχλημα» ενώ ένας προστάτης φυσιολογικού μεγέθους μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, όπως είναι η «ίνωση, σκληρία στην περιοχή του αυχένα». Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 2, όπως φαίνεται και από το παραπεμπτικό εισαγωγής, (admission slip), που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 8(β), διέγνωσε λανθασμένα ότι ο Ενάγοντας έπασχε από υπερτροφία του προστάτη. Ο μάρτυρας παρέπεμψε στη σχετική αναφορά όπου ο Εναγόμενος 2 είχε καταγράψει «P- Adenoma». Τού υποβλήθηκε ότι γράφτηκε «P- Adenoma», «για να καταλάβει το νοσηλευτικό προσωπικό τι περίπου θα ήταν η επέμβαση και να προετοιμάσουν ανάλογα τον άρρωστο». Ο μάρτυρας απέρριψε την πιο πάνω εξήγηση είπε ότι σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να καταγράφεται η σωστή διάγνωση και το «σωστό» νοσηλευτικό προσωπικό ξέρει τι σημαίνει διουρηθρική προστατεκτομή και ή διάνοιξη του αυχένα της ουροδόχου κύστης. Για τον ίδιο ήταν «αδιανόητο και φθηνό» να γίνεται εκ των υστέρων προσπάθεια να δικαιολογηθεί η λανθασμένη διάγνωση με επίκληση την κατ' ισχυρισμό λανθασμένη αντίληψη της νοσοκόμας. Αντεξετάσθηκε και κατά πόσο ο Ενάγοντας τού είχε αναφέρει «για διάγνωση καρκίνου», ο μάρτυρας θυμόταν ότι του το είχε αναφέρει. Του είπε ότι όταν τον εξέτασε ο Εναγόμενος 2 τού είχε αναφέρει για καρκίνο, εκείνος όμως δεν το έλαβε υπόψη. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Η αλήθεια είναι ότι ο ασθενής μου ανέφερε, αλλά εγώ δεν πίστεψα ότι υπήρχε θέμα ή αναφέρθηκε για καρκίνο του προστάτη. Δεν πιστεύω ότι υπήρχε και δεν υπήρξε ποτέ διάγνωση καρκίνου του προστάτη. Ο ασθενής ισχυρίστηκε όταν τον εξέτασα ότι τού είπε ο συνάδελφος για καρκίνο, εγώ ούτε το έλαβα υπόψη, ούτε και το πίστεψα, δεν ξέρω αν συνέβηκε αυτό ή όχι, αν τού είπε ή όχι ο συνάδελφος για καρκίνο δεν ήμουν εκεί για να ξέρω». Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε εκτενώς, κατά πόσο ο προστάτης του Ενάγοντα είχε μεσαίο λοβό. Ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, του υποβλήθηκε όμως από τον κ. Κορφιώτη ότι υπήρχε μεσαίος λοβός. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τις επεμβάσεις που επακολούθησαν της επίδικης είπε ότι μετά από τόσο μεγάλο αριθμό επεμβάσεων είναι φυσικό επακόλουθο ο Ενάγοντας να αντιμετωπίζει δυσκολία στην ούρηση, να υπάρχουν στενώματα και να παρουσιαστεί κάκωση του σφικτήρα. Ο μάρτυρας κατέθεσε και σε σχέση με το έγγραφο συγκατάθεσης που υπογράφεται από τον ασθενή προτού αυτός υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Το έντυπο συγκατάθεσης που εγκρίθηκε από τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 86. Στο πάνω μέρος του εγγράφου συμπληρώνονται τα στοιχεία του ασθενή, αμέσως μετά είναι η δήλωση του ιατρού με την οποία βεβαιώνει ότι έχει εξηγήσει στον ασθενή την εγχείριση, τις ενδεδειγμένες εναλλακτικές διαδικασίες και τυχόν επιπλοκές που θα μπορούσαν να προκύψουν. Ακολουθεί η δήλωση του ασθενή ότι κατανόησε πλήρως τις επεξηγήσεις που του δόθηκαν από τον γιατρό, ότι συμφωνεί στη θεραπεία που πρόκειται να λάβει και ότι αντιλαμβάνεται ότι μπορούν να προκύψουν απρόβλεπτες καταστάσεις. Στο εν λόγω έγγραφο συμπεριλαμβάνεται η Συμφωνία Εισαγωγής, στην οποία καταγράφεται μεταξύ άλλων η αιτία εισαγωγής και η Ανάληψη Υποχρέωσης Πληρωμής Ασθενούς. Σε όλες τις περιπτώσεις που ασθενής υποβάλλεται σε επέμβαση το πιο πάνω έγγραφο πρέπει να συμπληρώνεται από το θεράπων γιατρό και να υπογράφεται από τον ασθενή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Έγγραφο Συγκατάθεσης, Τεκμήριο 98, ήταν ασυμπλήρωτο. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την εγχείρηση που θα διενεργείτο, καμία αναφορά κατά πόσο όντως έλαβε χώραν κάποια επέμβαση, καμιά υπογραφή από το θεράπων γιατρό, επρόκειτο για μια «κόλλα άσπρη». Κατά την αντεξέταση του παρατήρησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμπλήρωση του εγγράφου συγκατάθεσης ήταν πιο επιτακτική, έχοντας υπόψη ότι ο Ενάγοντας «έκανε καβγάδες» και είχε έντονη άποψη ως προς το είδος της επέμβασης που θα έπρεπε να υποβληθεί. Ο μάρτυρας παρατήρησε επίσης ότι στο έγγραφο Τεκμήριο 8(β), που πρόκειται για πολυσέλιδο έγγραφο του Απολλώνειου Νοσοκομείου στο οποίο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και έντυπο που περιγράφει τη μετεγχειρητική πορεία του Ενάγοντα, καταγράφεται ότι δύο μέρες μετά την επέμβαση και συγκεκριμένα τη 09.09.2004 και ώρα 8.30 αφαιρέθηκε ο καθετήρας (διουρηθρικός), κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Παρατήρησε επίσης ότι από το συγκεκριμένο έγγραφο απουσίαζε η τελευταία σελίδα και δεν φαινόταν καν πότε ο Ενάγοντας απολύθηκε από το νοσοκομείο. Στα έγγραφα του νοσοκομείου πουθενά δεν καταγράφηκε πότε αφαιρέθηκε ο δεύτερος καθετήρας (υπερηβικός), ούτε πότε ούρησε ο ασθενής κανονικά. Το 2009 όταν ο μάρτυρας υπέβαλε τον Ενάγοντα σε ουρηθροκυστεοσκόπηση, η εξέταση έδειξε ότι υπήρχαν «σοβαρά στενώματα ουρήθρας», διάνοιξε τα στενώματα αλλά το πρόβλημα επανήλθε και τα στενώματα ξανάκλεισαν. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δυστυχώς αυτή είναι η εξέλιξη των στενωμάτων της ουρήθρας, της ίνωσης που παρατηρείται στο βλεννογόνο της ουρήθρας και έχουν την τάση να ξανακλείνουν». Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάσταση ο μάρτυρας εισηγήθηκε στον Ενάγοντα την τοποθέτηση υπερηβικού καθετήρα, πάνω από την ηβική σύμφυση. Ο ουρολόγος Σπύρος Ηλιάδης, Μ.Υ.5, απέκτησε το πτυχίο της Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Την ειδικότητα του στην ουρολογία την άρχισε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και τη συμπλήρωσε στην Αγγλία. Εργάσθηκε στα δημόσια νοσηλευτήρια της χώρας μας για τριάντα περίπου έτη και διετέλεσε μεταξύ άλλων διευθυντής της Ουρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 21, ως το φάκελο νοσηλείας του Ενάγοντα που τηρείτο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και έφερε αριθμό 12526/2005 και το Τεκμήριο 22, ως το δεύτερο φάκελο νοσηλείας του Ενάγοντα που έφερε αριθμό 13067/2005. Στον φάκελο, Τεκμήριο 21, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων μια καταχώριση ημερομηνίας 03.11.2005, όπου καταγράφεται η πιο κάτω αναφορά: «Επέμβαση : κυστεοσκόπηση Χειρούργοι : Ηλιάδης, Βασιλειάδης, ...., Σταύρου Ουρήθρα βατή. Μικρό στένωμα βολβικής ουρήθρας. Σφικτήρας κύστης λειτουργεί κανονικά. Αυχένας ουροδόχου κύστης χαλαρός στην 6ην ώρα Διαστολή στενωμάτων με τη διέλευση κυστεοσκοπίου.» Ο μάρτυρας εξετάσθηκε για το περιεχόμενο της πιο πάνω αναφοράς και του ζητήθηκε να δώσει κάποιες διευκρινίσεις. Εξετάσθηκε και σε σχέση με τις καταχωρίσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 22. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τη 17.11.2005 έγινε διατομή του αυχένα λόγω της στένωσης που παρουσιαζόταν στο συγκεκριμένο σημείο. Μετά τις δύο επεμβάσεις που υποβλήθηκε ο Ενάγοντας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας επακολούθησε μεγάλος αριθμός άλλων επεμβάσεων και η κάθε μια, ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας, «... άφηνε τα ίχνη της». Πρόσθεσε στη συνέχεια ότι μετά τη διενέργεια τόσο μεγάλου αριθμού επεμβάσεων «... ίσως είναι θαύμα που υπήρχε ακόμη ουρήθρα». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, είπε ότι από τη στιγμή που υπήρχε το υπόστρωμα της σοβαρής ίνωσης στον αυχένα, η ρίκνωση στον αυχένα, η επανεμφάνιση του στενώματος ήταν «μοιραία» και η πορεία του «προδιαγεγραμμένη». Εξετάσθηκε και σε σχέση με την επέμβαση που υποβλήθηκε ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο 2 και αυτός ανέφερε κατά λέξη τα πιο κάτω: «Συνήθως η απλή διατομή του αυχένα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επαρκεί σοβαρή ίνωση του αυχένα και ο χειρούργος αναγκάζεται να προχωρήσει σε πλήρη εκτομή του αυχένα.» Υποστήριξε στη συνέχεια ότι το είδος της επέμβασης που επιλέγηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διουρηθρική προστατεκτομή, ήταν λόγω της σοβαρής ίνωσης που παρουσίαζε ο αυχένας της κύστης, το καταλληλότερο υπό τις περιστάσεις. Την ίδια μέθοδο θα ακολουθούσε και ο ίδιος. Απέρριψε τη θέση ότι η κατάσταση που παρουσίαζε ο Ενάγοντας οφειλόταν στην επίδικη επέμβαση και ισχυρίσθηκε ότι η κατάσταση του οφειλόταν στις επεμβάσεις που επακολούθησαν. Εξετάσθηκε και για τα αποτελέσματα της ιστοπαθολογίας και συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο που ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε επέμβαση από τον Εναγόμενο 2, αυτός έπασχε από «ίνωση του αυχένα της ουροδόχου κύστης». Υποστήριξε τη θέση του επικαλούμενος την αναφορά που γίνεται στην έκθεση του ιστοπαθολόγου, «severe fibromuscular hypertrophy of the bladder neck». Κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι ήταν αναμενόμενο, μετά την επέμβαση, η κατάσταση του Ενάγοντα να υποτροπίαζε και να στένευε εκ νέου ο αυχένας της κύστης, λόγω της «ινωμυικής υπερπλασίας στον αυχένα». Αντεξετάσθηκε και για τη διάγνωση, 'Prostatic Adenoma', που κατέγραψε ο Εναγόμενος 2 στο παραπεμπτικό εισαγωγής του ασθενή, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 8(β). Ισχυρίσθηκε ότι εκείνο που έχει σημασία ήταν η διάγνωση εξόδου του ασθενή και όχι η διάγνωση εισόδου, που αποτελεί απλώς «provisional diagnosis». Πρόσθεσε στη συνέχεια ότι δεν υπάρχει νόμος «... που να απαγορεύει να υπάρχει διαφορά στη διάγνωση εισόδου από τη διάγνωση εξόδου». Κατά την αντεξέταση του τόνισε τη διαφορά μεταξύ του αυχένα της ουροδόχου κύστεως και του προστάτη, πρόκειται ανατομικά για δύο διαφορετικά πράγματα. Στη συνέχεια συμφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε από το δικηγόρο του Ενάγοντα ότι σε περίπτωση παρουσίασης στένωσης του αυχένα της κύστεως, γίνεται διατομή του αυχένα ακολούθως γίνεται Mercedes type εγχείρηση και τέλος εκτομή του αυχένα, ολοκλήρου. Συμπλήρωσε ότι στην περίπτωση που ο αυχένας είναι «δύσκολος», «σκληρός», δεν αρκεί να γίνει μια διατομή αλλά πρέπει να αφαιρεθεί με ιδιαίτερη φροντίδα όλος ο ιστός. Σε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή απόφραξη του αυχένα πρέπει να αφαιρεθεί ολόκληρος ο αδενωματώδης ιστός και να γίνει μια «χοάνη» που θα διευκολύνει την αποβολή των ούρων. Ο μάρτυρας παρέπεμψε στο σύγγραμμα Transurethrale Operationen, του W. Mauermayer, Τεκμήριο 94, σελίδα 373 στη μετάφραση του στην Ελληνική. Πρόκειται για τις ίδιες παραγράφους που επικαλέσθηκε ο Εναγόμενος 2 για να δικαιολογήσει την ενέργεια του ότι επιβαλλόταν υπό τις περιστάσεις η αφαίρεση του προστάτη. Του υποβλήθηκε τότε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 2 διενήργησε πρώτα την προστατεκτομή και μετά προέβη σε διατομή του αυχένα της ουροδόχου κύστεως. Ο μάρτυρας απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο, το θεώρησε 'αδύνατο' και τόνισε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο γιατρός ξεκινά από τον αυχένα και όχι με την αφαίρεση του αδένα, ήτοι του προστάτη. Ο γιατρός Αχιλλέας Αχιλλέως, Μ.Υ.7, απέκτησε το πτυχίο του στην ιατρική από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια ειδικεύθηκε στην ουρολογία στην Πρώτη Πανεπιστιμιακή Κλινική του Λαικού Νοσοκομείου Αθηνών και στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών. Από το 2003 μέχρι σήμερα εργάζεται στη Λεμεσό ως ιδιώτης ουρολόγος. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις επεμβάσεις στις οποίες υπέβαλε τον Ενάγοντα από το Μάρτιο του 2003 και εντεύθεν και γενικά στην κατάσταση του. Το πρόβλημα του Ενάγοντα εστιαζόταν στον αυχένα της ουροδόχου κύστεως. Υπήρχε σκλήρυνση του αυχένα της κύστεως, ο έσω σφικτήρας αντί να ανοίγει ομοιόμορφα με τον έξω σφιγκτήρα για να περνούν τα ούρα, είχε πάθει σκλήρυνση και δεν επέτρεπε τη δίοδο των ούρων. Σκοπός όλων των ουρολόγων, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ήταν η αφαίρεση του έσω σφιγκτήρα. Και αυτός ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ακόμη και σε περίπτωση επέμβασης του συγκεκριμένου σημείου, υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο υποτροπής. Τέτοια κατάσταση αντιμετωπίζεται αρχικά με «μικρές επεμβάσεις», με ήπιες επεμβάσεις, όπως είναι η διατομή του αυχένα (TUIP), στη συνέχεια με «συνθετότερες» και ακολουθούν οι πιο «βαριές». Στη συνέχεια εξήγησε ότι εκείνο που προτείνει αρχικά ο θεράπων γιατρός σε ασθενή με τέτοιας φύσης πρόβλημα, είναι η εκτομή του αυχένα ενδοσκοπικά, αφαιρείται ο ουλώδης ιστός, είτε περνώντας ηλεκτρικό ρεύμα είτε με την εκτομή του με ένα «μικροσκοπικό νυστεράκι». Πολλοί ασθενείς που υποβάλλονται σε τέτοιας φύσης επέμβαση, «πάνε καλά», υπάρχουν όμως περιπτώσεις που οι ασθενείς υποτροπιάζουν. Όταν ένας ουρολόγος πρόκειται να χειρουργήσει κάποιο ασθενή στο σημείο εκείνο, πρέπει σύμφωνα με το μάρτυρα να τον προειδοποιήσει για τις επιπλοκές που δυνατόν να παρουσιασθούν και την πιθανότητα υποτροπής. Θα πρέπει να του πει για την πιθανότητα μετά την επέμβαση ο αυχένας της ουροδόχου κύστεως να σκληρύνει και να ξαναπαρουσιασθεί στένωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω υποτροπής ο Ενάγοντας υποβλήθηκε την 13.03.2005 σε ανοιχτή χειρουργική του αυχένα και το 2007 σε YV του αυχένα της ουροδόχου κύστεως που πρόκειται για «βαριές χειρουργικές επεμβάσεις». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν αφαιρέθηκε ολόκληρος ο προστάτης του Ενάγοντα, πρόσθεσε δε ότι η αφαίρεση του προστάτη γίνεται μόνο όταν ο ασθενής διαγνωσθεί ότι πάσχει από καρκίνο. Σε τέτοια περίπτωση, υποβάλλεται σε «ριζική προστατεκομή». Υποδείχθηκε τότε στο μάρτυρα το Τεκμήριο 30(α), η έκθεση του Εναγόμενου 2 σε σχέση με τον Ενάγοντα, στην οποία καταγράφεται μεταξύ άλλων ότι αφαιρέθηκε ολόκληρος ο προστάτης. Ο μάρτυρας απάντησε ότι επρόκειτο περί λάθους. Αντεξεταζόμενος για τη αναφορά του Εναγομένου 2, «Prostatic adenoma», στο παραπεμπτικό εισαγωγής δικαιολόγησε και αυτός την ενέργεια αυτή, λέγοντας ότι το έπραξε για να αντιληφθεί η νοσοκόμα που θα του ετοίμαζε τα εργαλεία για την επέμβαση. Δικαιολόγησε και τον τρόπο που συμπληρώθηκε το έντυπο συγκατάθεσης, Τεκμήριο 98 στο οποίο το μόνο στοιχείο που καταγράφεται ήταν το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και η υπογραφή του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας είχε την άποψη ότι ήταν «εντάξει». Ο Σταύρος Χαραλάμπους Μ.Υ.8, είναι γιατρός ουρολόγος και πρόεδρος της Ουρολογικής Εταιρείας Κύπρου. Απέκτησε το πτυχίο του στην Ιατρική από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη και την ειδίκευση του από το Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Εργάσθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο δημόσιο στην Ελλάδα στην Ουρολογική Κλινική και ως υπεύθυνος στο Γυναικείο Ουρολογικό και Ουροδυναμικό Τμήμα. Ο μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση, κλήθηκε από την Υπεράσπιση να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, μετά από παράκληση του Εναγόμενου 2. Ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Εναγόμενο 2 όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την κατάσταση του Ενάγοντα και ετοίμασε μια δήλωση/έκθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Πρόκειται για το έγγραφο με την Ένδειξη Δ. Για την ετοιμασία της πιο πάνω έκθεσης αφιέρωσε ως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά, «απέραντο χρόνο», δεν έλαβε όμως οποιαδήποτε αμοιβή. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η εργασία που εκτέλεσε αποτελεί «κοινωνικό έργο». Κατά την ετοιμασία της πιο πάνω έκθεσης ο μάρτυρας έλαβε ως δεδομένο ότι όλα όσα κατέγραψε ο Εναγόμενος 2 στο Τεκμήριο 14, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Για το θέμα αυτό ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «A. Διάβασα τη δήλωση του κυρίου Μυριάνθους, την αντιγραφή κάρτας που έχει φέρει από το νοσοκομείο. Για να έρθει η κάρτα από το Απολλώνειο Νοσοκομείο που είναι ένα τεκμηριωμένο ίδρυμα σημαίνει ότι υπάρχει έλεγχος». Σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του είπε ότι δεν είδε ο ίδιος τα αποτελέσματα των εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο 2, τα στοιχεία αυτά τα έλαβε από το Τεκμήριο 14. Εξέλαβε ό,σα καταγράφονταν στο εν λόγω τεκμήριο, ως «δεδομένα». Αντεξετάσθηκε για το έντυπο συγκατάθεσης που υπογράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατέθεσε ότι από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα, θεώρησε ως δεδομένο ότι αυτός είχε ενημερωθεί δεόντως για τις πιθανές επιπλοκές της επέμβασης. Εξέλαβε επίσης ως δεδομένο ότι το εν λόγω έγγραφο δόθηκε στον ασθενή από τον Εναγόμενο 2. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, αντεξεταζόμενος κατά πόσο ο γιατρός θα έπρεπε να ενημερώνει τον ασθενή για τις πιθανές επιπλοκές από την εγχείρηση, εξέφρασε εμμέσως πλην σαφώς τη θέση ότι δεν θα πρέπει να προηγείται σχετική ενημέρωση του ασθενή. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του: «A. Σας απάντησα και την περασμένη φορά ότι εάν ξεκινούσαμε από τις επιπλοκές δεν θα χειρουργούσαμε κανένα ασθενή. Η στατιστική βγαίνει εκ των υστέρων, δεν είναι εκ των προτέρων. Εάν υπάρχει ένα ποσοστό είτε 1 είτε 10 είτε 15, εμείς πηγαίνουμε για το 85 της επιτυχίας ή το 89. Επομένως ο χειρουργός έχει αυτή την φιλοσοφία και αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτονται οι γιατροί. Οι επιπλοκές και τα guidelines είναι ο οδηγός που πιθανόν να σας βοηθά εσάς σε τέτοιες παρόμοιες δικαστικές υποθέσεις». Ρωτήθηκε και για την αναφορά που γίνεται στο Τεκμήριο 30(α), «στο προστάτη με μεσαίο λοβό». Υπενθυμίζω ότι το Τεκμήριο 30(α) συντάχθηκε από τον Εναγόμενο 2, πρόκειται για ιατρική έκθεση αναφορικά με τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας απέδωσε την πιο πάνω αναφορά σε «τυπογραφικό λάθος», καθότι δεν μπορεί να υπάρχει εύρημα για μεσαίο λοβό κα παράλληλα για ινώδη σκλήρυνση του αυχένα. Πρόσθεσε δε ότι οι ασθενείς που έχουν μεσαίο λοβό δεν έχουν υπερυψωμένο αυχένα. Ο μάρτυρας στην έκθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Δ, αναφέρει ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος ήταν ότι ο αυχένας της ουροδόχου κύστεως παρουσίαζε «ινώδη-ουλώδη ιστό». Η προστατική ουρήθρα έχασε την ελαστικότητα της και ο υπερυψωμένος αυχένας της ουροδόχου κύστεως εμπόδιζε την ομαλή και ελεύθερη ροή των ούρων. Το αποτέλεσμα της ιστολογικής εξέτασης οδηγεί στη νόσο «Marion Disease» (ινώδη σκλήρυνση του αυχένα της ουροδόχου κύστεως) που είναι συνώνυμο στη Γερμανική ορολογία με τον όρο «Sphinkterslerose» που είναι εκ γενετής. Πρόκειται για σπάνια νόσο που παρατηρείται αποκλειστικά σε άνδρες. Στην έκθεση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, κάτω από τον τίτλο «Τελικό Συμπέρασμα» ότι ο ασθενής, ήτοι ο Ενάγοντας, κατά το πρώτο στάδιο, προτού επισκεφθεί τον Εναγόμενο 2, δεν έτυχε επαρκούς και ενδελεχούς διερεύνησης, διάγνωσης και θεραπεία ενώ η διερεύνηση και «η συνολική θεραπευτική προσέγγιση» από τον Εναγόμενο 2, ήταν η ενδεδειγμένη και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας. Σε περίπτωση που ο προστάτης είναι μικρός, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, η επέμβαση πρέπει να γίνεται «αρκούντως εκτεταμένα» για πλήρη διάνοιξη για αφαίρεση προστατικού ιστού. Περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολούθησε ο Εναγόμενος 2 κατά την επέμβαση ή καλύτερα τη διαδικασία που υπέθεσε ότι ακολούθησε ο Εναγόμενος 2, είπε ότι αυτός έκανε βαθιές τομές για να ανοίξει ο αυχένας της ουροδόχου κύστεως και στη συνέχεια επειδή ο προστάτης σε αυτή την ηλικία είναι μικρός, αφαιρέθηκαν τμήματα προστατικού ιστού. Κατά την άποψη του ο γιατρός «. ξεκίνησε για αυχενεκτομή και στη συνέχεια αφαίρεσε όλον τον σκληρό ιστό που συνάντησε κατά την πορεία της επέμβασης». Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εναγόμενος ξεκίνησε αντίστροφα, έκανε πρώτα την προστατεκτομή και μετά προέβη σε διάνοιξη του αυχένα. Ο μάρτυρας θεώρησε αυτό το ενδεχόμενο «απίθανο» και επανέλαβε ότι πρώτα ανοίγεται ο αυχένας και μετά γίνεται προστατεκτομή. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε αφαιρέσει ολόκληρο τον προστάτη. Στη συνέχεια ανέφερε ότι αν ο ίδιος διενεργούσε την εν λόγω επέμβαση και έχοντας υπόψη ότι «. η προστατική ουρήθρα είναι η συνέχεια του αυχένα της ουροδόχου κύστεως», εκ των πραγμάτων τέμνοντας τον αυχένα της ουροδόχου κύστεως, θα αφαιρούσε και προστατικό ιστό για να γίνει απόφραξη του αυχένα. Συμφώνησε όμως με τη θέση που του υποβλήθηκε από το δικηγόρο του Ενάγοντα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις κατά την «αυχενεκτομή» πρέπει να γίνεται «η ελάχιστη παρέμβαση», στον προστατικό ιστό. Ο Νίκος Σατραζάμης Μ.Υ.3 είναι ο Διοικητικός Διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ο μάρτυρας ετοίμασε γραπτή δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη δήλωση του αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το πιο πάνω Νοσοκομείο εργοδοτεί μόνο τους γιατρούς των Πρώτων Βοηθειών και του Ακτινολογικού Τμήματος. Οι υπόλοιποι γιατροί που στεγάζονται στο χώρο είναι αυτοεργοδοτούμενοι, «...αξιοποιούν τις εγκαταστάσεις και άλλες υπηρεσίες του για τη νοσηλεία των ασθενών των έναντι τιμών που είναι ενιαίες για όλους και είναι αναρτημένες σε διάφορα σημεία του Νοσοκομείου ή διατίθενται προς γνώση των ασθενών». Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 1 δεν ασκεί οποιονδήποτε έλεγχο στις αποφάσεις ή στις ενέργειες που οι ειδικοί γιατροί λαμβάνουν σχετικά με τη νοσηλεία των ασθενών τους, εκτός για θέματα που αφορούν δεοντολογία. Η Εναγόμενη 1 παραχωρεί στους γιατρούς που στεγάζονται στο χώρο της, διευκολύνσεις σε ό,τι αφορά τη θεραπεία των ασθενών τους. Οι σχέσεις της Εναγόμενης 1 και των γιατρών που στεγάζονται στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, διέπονται από γραπτή συμφωνία που είναι κοινή για όλους. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το Απολλώνειο Νοσοκομείο και οι γιατροί του εμφανίζονται προς τους ασθενείς ότι λειτουργούν ως μια οντότητα, θέση που ο μάρτυρας τελικά αποδέχθηκε. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Είναι μια μονάδα η οποία λειτουργεί μαζί δεν σημαίνει ότι είμαστε μια ενιαία οντότητα. Οι σχέσεις καθορίζονται μέσα από το συμβόλαιο που υφίσταται. Το ότι στον κόσμο μπορεί να φαινόμαστε γιατί οι γιατροί στεγάζονται μέσα ναι, οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει και δεν κατέχει τις σχέσεις οι οποίες υπάρχουν μεταξύ του ιδρύματος, με άλλα λόγια της εταιρείας και του γιατρού, ο κόσμος μας βλέπει σαν μια οντότητα αυτό το αποδέχομαι.» Την πιο πάνω θέση, την επανέλαβε και λίγο αργότερα, αναφέροντας χαρακτηριστικά, «... στο κόσμο φαινόμαστε ένα κοινό πράγμα». Ο μάρτυρας αποδέχθηκε επίσης ότι όλοι οι γιατροί που στεγάζονται εκεί χρησιμοποιούν το λογότυπο του Απολλώνειου Νοσοκομείου. Αντεξετάσθηκε και για το έγγραφο συγκατάθεσης και είπε μεταξύ άλλων ότι η συμπλήρωση και η υπογραφή του εν λόγω εγγράφου είναι απαραίτητη, προβλέπεται από τη νομοθεσία. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά: «... Είθισται σε όλον τον κόσμο οι ασθενείς να γνωρίζουν τους κινδύνους στους οποίους πρόκειται να υποβληθούν κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Εάν είναι όμως απλή θεραπεία δεν υπάρχει τέτοια συγκατάθεση. Η συγκατάθεση του ασθενή υπάρχει πριν το χειρουργείο για ευνόητους λόγους». Ο ασθενής υπογράφει το έντυπο συγκατάθεσης για να διασφαλισθεί ότι πριν να χειρουργηθεί ο ασθενής, «... ο γιατρός έχει κάνει σωστά τη δουλειά του, έχει κάμει σωστά τη δεοντολογία». Υποδείχθηκε στο μάρτυρα το έγγραφο συγκατάθεσης που υπογράφηκε από τον ασθενή, ήτοι τον Ενάγοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση και αυτός παρατήρησε ότι είναι ασυμπλήρωτο, επρόκειτο, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, για «... μια κόλλα στην οποία γράφεται το όνομα του ασθενή, τίποτε άλλο». Καταθέτοντας σε σχέση με το νοσηλευτικό προσωπικό που εργοδοτείται από τον Εναγόμενο 1, αυτός είπε ότι είναι καταγεγραμμένο στο μητρώο νοσηλευτών της Κύπρου για να έχουν το δικαίωμα να εξασκούν το επάγγελμα της νοσηλευτικής, ελέγχεται από τον Έφορο Νοσηλευτηρίων Κύπρου, ετήσια και ο Εναγόμενος 1 θεωρεί ότι οι νοσηλευτές που εργοδοτούνται στο εν λόγω νοσοκομείο, έχουν τόσο τα προσόντα όσο και τις ικανότητες να ασκήσουν το επάγγελμα της νοσηλευτικής, αυτός είναι και ο λόγος που τους προσλαμβάνουν. Οι Χαράλαμπος Γαβριηλίδης, Μ.Ε.5 και Βασιλική Νικολάου, Μ.Ε.6, κατέθεσαν σε σχέση με τα εισοδήματα του Ενάγοντα. Ο Μ.Ε.5 εργαζόταν στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Φορολογίας ως προϊστάμενος διαχείρισης δηλώσεων της επαρχίας Λευκωσίας. Υπό την πιο πάνω ιδιότητα του είχε στην κατοχή του το φορολογικό φάκελο του Ενάγοντα. Με βάση τον πιο πάνω φάκελο, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας είχε υποβάλει δύο μόνο φορολογικές δηλώσεις για τα έτη 2008 και 2011. Η Βασιλική Νικολάου, Μ.Ε.6, είναι επιθεωρήτρια του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η μάρτυρας κατέθεσε δέσμη εγγράφων που αφορούσαν τις ασφαλιστέες αποδοχές του Ενάγοντα. Με βάση τα πιο πάνω έγγραφα προκύπτει ότι οι ασφαλιστέες αποδοχές του που ισοδυναμούν με τα ετήσια εισοδήματα του για τα έτη 1982 μέχρι το 2010 κυμαίνονταν από «0» μέχρι €11.377. Το 2011 ο Ενάγοντας κρίθηκε δικαιούχος σύνταξης ανικανότητας. Η πιο πάνω σύνταξη εγκρίθηκε για τη χρονική περίοδο 09.05.2011 μέχρι 31.01.2031. Εξετάζοντας τις ασφαλιστέες αποδοχές του από το 1994 μέχρι και το 2010, προκύπτει ότι τα έτη 1992 - 1994 και το 2001 ήταν μηδέν, τα έτη 1998 - 2000 και 2002 - 2007 κυμαινόταν μεταξύ ΛΚ4.103 και ΛΚ5.927, το 2008 ήταν €11.377, το 2009 €8.941 και το 2010 €5.647. Τόσο η μαρτυρία του Μ.Ε.5 όσο και η μαρτυρία της Μ.Ε.6 δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα προχωρήσω αμέσως μετά στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους δεν θα περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε ενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά όπου κρίνεται αναγκαίο θα συσχετιστεί, θα αντιπαραβληθεί και θα διερευνηθεί με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων[3]. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι κρίνω αχρείαστο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω τη Νομολογιακή Αρχή ότι ουσιώδεις θέσεις που δεν τέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές στο τελικό στάδιο της δίκης δια της επιχειρηματολογίας συνηγόρου, στα πλαίσια της αγόρευσης του. Ειδικότερα η υπεράσπιση έχει καθήκον να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου, στους μάρτυρες ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Η υποχρέωση δε αυτή καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό[4]. Στην πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου ν Αστυνομίας[5] λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «Θα αναμενόταν επίσης να διατυπώνετο ευθεία και σαφής υποβολή για το τι συνέβη σε σχέση με την εκδοχή που εν τέλει προώθησε. .............................. Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει.» Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολό της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου, αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μου, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μου[6]. Προτού προβώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι Μ.Ε.3, Μ.Ε.4, Μ.Υ.1, Μ.Υ.2, Μ.Υ.5, Μ.Υ.7, Μ.Υ.8 και ο Εναγόμενος 2, κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες. Η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία[7]. Η ιατρική μαρτυρία όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Στην Σπύρου ν Χ"Χαραλάμπους[8] υιοθετήθηκε απόσπασμα από διάλεξη του Lord Macmillan στην οποία τονίζεται μεταξύ άλλων η ανεξαρτησία που πρέπει να έχει ο εμπειρογνώμονας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Of one thing I am certain, and that is that no scientific man ought ever to become the partisan of a side; he may be the partisan of an opinion in his own science, if he honestly entertains it, but he ought never to accept a retainer to advocate in evidence a particular view merely because it is the view which it is in the interests of the party who has retained him to maintain. To do so is to prostitute science and to practice a fraud on the administration of justice» Στην υπόθεση National Justice Compania Naviera SA v Purdential Assurance Company Ltd, "The Ikarian Reefer"[9], ο Δικαστής Cresswell J. τονίζει μεταξύ άλλων ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα πρέπει να παραμένει ανεπηρέαστη από τις απαιτήσεις της υπόθεσης. Ο εμπειρογνώμονας πρέπει να παρέχει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη βοήθεια μέσω της αντικειμενικής και αμερόληπτης γνώμης τους. «(
- i)Expert evidence presented to the court should be, and should be seen to be, the independent product of the expert uninfluenced as to form or content by the exigencies of litigation; (
- ii)An expert witness should provide independent assistance to the court by way of objective unbiased opinion in relation to matters within his expertise. An expert witness should never assume the role of an advocate; (iii) An expert witness should state the facts or assumptions upon which his opinion is based. He should not omit to consider material facts which could detract from his concluded opinion; (
- iv)An expert witness should make it clear when a particular question or issue falls outside his expertise; (
- v)If an expert's opinion is not properly researched because he considers that insufficient data is available, then this must be stated with an indication that the opinion is no more than a provisional one. In cases where an expert witness, who has prepared a report, cannot assert that the report contains the truth, the whole truth and nothing but the truth without some qualification, that qualification should be stated in the report; .» Παρενθετικά επισημαίνω ότι τα προσόντα των πιο πάνω προσώπων αναφορικά με τα θέματα για τα οποία κλήθηκαν να καταθέσουν, δεν έχουν αμφισβητηθεί, στοιχείο που σε συνάρτηση με την εμπειρία, εκπαίδευση και κατάρτιση τους, αποδέχομαι ότι τους κατατάσσουν στην κατηγορία των μαρτύρων εμπειρογνωμόνων. Αξιολόγηση των θέσεων που πρόβαλε έκαστος των εμπειρογνωμόνων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Αρχίζοντας την αξιολόγηση μου από τους Χαράλαμπο Γαβριηλίδη, Μ.Ε.5 και Βασιλική Νικολάου, Μ.Ε.6, παρατηρώ ότι αυτοί ήταν εντελώς τυπικοί μάρτυρες. Η μαρτυρία τους η οποία δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο ουρολόγος Πρόδρομος Φιλίππου, Μ.Υ.1, ήταν ειλικρινής και δεν δίστασε να καταθέσει ότι πιθανό να μην κατέγραψε στο ιστορικό του ασθενή όλα όσα διημήφθησαν μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδίου. Η αναφορά του στο Τεκμήριο 21, για φυσιολογική «κφ» ούρηση για δύο μήνες μετά την επέμβαση, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές εύρημα του δικαστηρίου και κατ΄επέκταση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι με βάση τη δική του μαρτυρία «οι συνθήκες λήψης του ιστορικού συνήθως δεν ήταν οι κατάλληλες στο παλιό νοσοκομείο Λευκωσίας», ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του παραδέχτηκε ότι η αναφορά σε «δύο μήνες», πιθανόν να μην ήταν ορθή. Πέραν των πιο πάνω, η πιο πάνω καταχώριση δεν συνάδει με τα ό,σα ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε στο Τεκμήριο 14 και συγκεκριμένα με την καταγραφή ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε προβλήματα ούρησης από τον πρώτο μήνα μετά την επέμβαση. Θετική ήταν και η εικόνα που σχημάτισα για τον ακτινολόγο Στυλιανό Κοκκή, Μ.Ε.4 και τον παθολογοανατόμο Δώρο Λυσιώτη, Μ.Υ.2. Η μαρτυρία τους ήταν εμπεριστατωμένη, είχε συνοχή και ήταν πλήρως τεκμηριωμένη. Γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ο Νίκος Σατραζάμης, Μ.Υ.3, ήταν ο διοικητικός διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, δεν δίστασε να αναγνωρίσει ότι το Απολλώνειο Νοσοκομείο και οι γιατροί του εμφανίζονται προς τους ασθενείς ότι λειτουργούν ως «μία οντότητα». Δεν δίστασε επίσης να ψέξει τον τρόπο που συμπληρώθηκε ή κατ' ακρίβεια τον τρόπο που δεν συμπληρώθηκε το έγγραφο συγκατάθεσης, Τεκμήριο 98. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το Τεκμήριο 98 επρόκειτο για μία 'κόλλα ασυμπλήρωτη' στην οποία το μόνο που αναγραφόταν ήταν το όνομα του ασθενή. Η μαρτυρία του η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας ήταν γεωργός, άτομο περιορισμένης μόρφωσης και γνώσεων. Φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι, ενώ δεν είχε οποιεσδήποτε ιατρικές γνώσεις, επέμενε όπως υποβληθεί σε «ανοικτή επέμβαση» καθότι αυτή τη συμβουλή του έδωσαν κάποιοι συγχωριανοί του στο καφενείο. Πέραν τούτου, έχοντας υπόψη την επιμονή του να υποβληθεί σε συγκεκριμένο τύπο επέμβασης και τον τρόπον που συμπεριφέρθηκε τη 02.09.2004, την πρώτη φορά που πήγε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο για να υποβληθεί σε επέμβαση, κρίνω ότι επρόκειτο και για άτομο ισχυρογνώμων, παρορμητικό και ευέξαπτο. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του για το θέμα της ιατρικής κατάστασης του, όταν επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2, σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτός δεν έδωσε όλη την πραγματική εικόνα, προσπάθησε να υποβαθμίσει σε κάποιο βαθμό την ένταση των προβλημάτων του. Στα πλαίσια της πιο πάνω μαρτυρίας ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι μετά τη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής η κατάσταση του βελτιώθηκε κατά 50%. Οι πιο πάνω θέσεις δεν με πείθουν. Καμία επιστημονική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου ότι υπήρξε βελτίωση της κατάστασης του, σε τόσο σημαντικό βαθμό, ενώ ο τρόπος που ενήργησε, ήτοι κάθε λίγες μέρες επισκεπτόταν και διαφορετικό γιατρό, δεικνύει το αντίθετο. Δεικνύει, κατά την άποψη μου, άτομο που υπέφερε πολύ και ήθελε επειγόντως να αποθεραπευτεί. Εξάλλου με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί προκύπτει ότι ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας που αποφάσισε από μόνος του να διακόψει την φαρμακευτική αγωγή που του χορηγήθηκε από τον Εναγόμενο 2. Αν η βελτίωση της κατάστασης του ήταν τόσο μεγάλη, ως αυτός ισχυρίσθηκε, ένας εύλογα θα ανέμενε ότι λόγω των ευεργετικών επιπτώσεων της φαρμακευτικής αγωγής, θα τη συνέχιζε και δεν θα τη διέκοπτε και ούτε θα αναζητούσε την αποθεραπεία του μέσω χειρουργικής επέμβασης. Η πιο πάνω κατάληξη μου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ήδη γνώριζε, λόγω της πληροφόρησης που έτυχε από το γιατρό Χρ. Χριστοφίδη, Μ.Ε.3, τους κινδύνους από τη χειρουργική επέμβαση. Υπενθυμίζω ότι ο Μ.Ε.3 τον είχε προειδοποιήσει να μην υποβληθεί σε επέμβαση, του είπε χαρακτηριστικά «αν γελαστείς να κάμεις εγχείρηση θα δακκάνεις το ένα δάκτυλο και θα σε πονούν όλα». Αν υπήρχε τέτοια βελτίωση από τη φαρμακευτική αγωγή, ως αυτός ισχυρίσθηκε, θα αναμένετο ότι δεν θα διευθετούσε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, έχοντας υπόψη ότι ήταν ενήμερος των σοβαρών κινδύνων που ενέχονταν σε περίπτωση που αυτός υποβαλλόταν σε επέμβαση . Διαπίστωσα ότι η κατάθεση του σε σχέση με τις ημερομηνίες που επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2 και τις ημερομηνίες που υποβλήθηκε στις διάφορες εξετάσεις, σε κάποια σημεία, δεν έχει συνοχή. Πρόκειται όμως κατά τη γνώμη μου για θέμα ήσσονος σημασίας. Οι ανακρίβειες ως προς το χρόνο δεν είναι καν άξιες μνείας και δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Δεν θα ανέμενε κάποιος από τον Ενάγοντα να θυμάται με κάθε λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που συνέβηκαν πριν δέκα και πλέον χρόνια, έχοντας παράληλα υπόψη ότι οι επισκέψεις του σε γιατρούς ήταν πολυάριθμες, άρχισαν το 2004 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Η μαρτυρία του Ενάγοντα αμφισβητήθηκε έντονα σε τέσσερα σημεία. Το πρώτον, κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 τον είχε πληροφορήσει ότι έπασχε από καρκίνο του προστάτη, δεύτερο, κατά πόσο τον ενημέρωσε για τον τύπο της επέμβασης στην οποία θα τον υπέβαλλε και τις πιθανές επιπλοκές της, τρίτον, κατά πόσο μετά την επίδικη επέμβαση αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με τη χρήση lannate και τέταρτο κατά πόσο μετά την επέμβαση έπασχε από ακράτεια. Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το θέμα της ακράτειας δεν είναι δικογραφημένο και ως εκ τούτου δεν θα τύχει οποιαδήποτε εξέτασης. Σε σχέση με την ενημέρωση που είχε ο Ενάγοντας από τον Εναγόμενο 2, παρατηρώ ότι όλες οι συζητήσεις μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 γινόντουσαν σε σχέση με «την ανοικτή εγχείρηση» και «την εγχείρηση με αρίδα». Στις συζητήσεις αυτές δεν έγινε καμία αναφορά για «διουρηθρική προστατεκτομή» ή για «TURP», που είναι βέβαια το ίδιο. Ο Ενάγοντας ήταν άτομο πολύ περιορισμένης μόρφωσης, φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου και δεν είχε γνώσεις για ιατρικά θέματα ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τη διαδικασία που ακολουθείτο σε κάθε επέμβαση, ήτοι την «ανοικτή επέμβαση» και την «επέμβαση με αρίδα». Επέμενε να υποβληθεί σε ανοικτή επέμβαση, όχι γιατί είχε άποψη για το θέμα ή γιατί γνώριζε τη συγκεκριμένη διαδικασία, αλλά γιατί αυτό τον είχαν συμβουλεύσει τρίτοι, μεταξύ των οποίων και οι θαμώνε