← Κύπρος

JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK ν. LEDOYEN HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1052/2015, 19/3/2018

JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK ν. LEDOYEN HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1052/2015, 19/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1052/2015 Μεταξύ: JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK Ενάγοντες και

  1. LEDOYEN HOLDINGS LTD
  2. HALYNA MYKHAILIVNA SHEPELEVA
  3. AMITIEL LTD
  4. SFERTON CONSULTING & SERVICES LTD
  5. ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΤΣΕΚΚΟΣ
  6. AEROTECH MANAGEMENT LTD
  7. ANDREA PROSPERO
  8. OLEKSANDR OLEKSANDROVICH SHEPELEV
  9. ICD INVESTMENTS SA
  10. SERHII KASSIANOV
  11. PICTET & CO BANKERS
  12. BOMBARDIER INC
  13. PRO-MARK SAVERS CLUB LTD
  14. ASIADA TRADE LTD
  15. TRIUMPH ART PROMOTION LTD
  16. MICHAILO SHEPELEV
  17. YEMELYAN ZAKHAROV
  18. SERHII SHCHERBYNA
  19. MEGANOM DEVELOPMENT INC
  20. OLENA KUZNETSOVA Εναγομένων Αίτηση εναγομένων 11 ημερομηνίας 14.9.17 για παραμερισμό και/ή ακύρωση του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17, της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 19 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 11 - Αιτητές: κ. Μ. Μιχαήλ Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Ν. Στάροβλαχ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι 11 (στο εξής οι αιτητές) αποβλέπουν στην ακύρωση και/ή παραμερισμό α) του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17 με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 11.5.17 και του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών «Courier» και β) της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 11.5.17 και του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17 μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών «Courier». Περαιτέρω, οι αιτητές αποβλέπουν στην αναστολή και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας εναντίον των εναγομένων
  21. Το εν λόγω αίτημα θα γίνει πιο κατανοητό με τη σκιαγράφηση του ιστορικού της υπόθεσης. Οι ενάγοντες (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 9.3.15 την παρούσα αγωγή. Στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 31.3.15, οι καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν στις 22.4.15 Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επετράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές, μεταξύ άλλων και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, μέσω της διαδικασίας που καθορίζει ο Κυρωτικός Νόμος 40/1982, δηλαδή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως της αρμόδιας Κεντρικής Αρχής, σε συγκεκριμένη διεύθυνση των αιτητών στην Ελβετία. Στη συνέχεια, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.5.17, οι καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν στις 16.5.17 Διάταγμα με το οποίο επετράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier) στην ίδια διεύθυνση στην Ελβετία. Σύμφωνα με ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.7.17 της Εύης Λάμπρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, τα δικαστικά έγγραφα παραδόθηκαν από την εταιρεία ταχυμεταφορών DHL (Courier) στις 16.6.17 στη συγκεκριμένη διεύθυνση των αιτητών (τεκμήριο 7). Στις 28.7.07 οι αιτητές καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στις 14.9.17 προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.1, Θ.2, Δ.2, Θ.Θ. 2 και 3, Δ.5 Θ.Θ. 1, 2, 3, 7, 9, και 10, Δ.5 Α, Δ.6 Θ.Θ. 1-9, Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.3, Δ.39 Θ.Θ. 1-12, 15 και 16, Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 8, 9, 11, 12 και 13, Δ.51 Θ.Θ. 1-7, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3 και 9, στον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 Ν. 40/1982, στην Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων Εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Σύμβαση της Χάγης), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 30, 169

(3), στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών άρθρο 6, στο άρθρο 271 του Ελβετικού Ποινικού Κώδικα, στη νομολογία, πρακτική και γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χρίστης Κυθραιώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών ημερομηνίας 14.9.
  1. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρθηκε στην ενημέρωση που είχε το γραφείο της από τους αιτητές στις 27.6.17, ότι στις 16.6.17 είχαν παραλάβει από την υπηρεσία ταχυμεταφορών DHL, έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή και τους απέστειλαν αντίγραφα. Κατόπιν μελέτης αυτών και μετά από έρευνα το φάκελο του Δικαστηρίου, διαπίστωσαν ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν αποσταλεί στους αιτητές, στα πλαίσια του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.
  2. Ισχυρίζεται ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους αιτητές έγινε παράτυπα και πάσχει νομικά, όπως και η έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17 για τους ακόλουθους λόγους: α) Η επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών, αντίκειται στις Πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και του Κυρωτικού αυτής Νόμου 40/1982 και ειδικότερα στο άρθρο 10, εφόσον η Ελβετία ως το κράτος προορισμού ενίσταται στην επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου (ή υπηρεσίας ταχυμεταφορών). Προς τούτο, κατέθεσε ως τεκμήρια 1 και 2 εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Hague Conference on Private International Law όπου φαίνεται η σχετική διακήρυξη της Ελβετίας ως προς την ένσταση της στις διαδικασίες επίδοσης που προβλέπονται στο άρθρο 10 της Σύμβασης ως και οι Κεντρικές Αρχές που έχει καθορίσει η Ελβετία για παραλαβή δικαστικών εγγράφων. Τις ίδιες πληροφορίες έχει λάβει και από τον Ελβετό εσωτερικό νομικό σύμβουλο των αιτητών. Περαιτέρω πληροφορήθηκε από άλλο εσωτερικό νομικό σύμβουλο των αιτητών ότι οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους τρίτου κράτους σε Ελβετικό έδαφος χωρίς νόμιμη εξουσία, ενδέχεται να αποτελεί ποινικό αδίκημα με βάση το άρθρο 271 του Ελβετικού Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, η επίδοση δικαστικών εγγράφων στην Ελβετία, γίνεται μόνο μέσω των αρμόδιων αρχών και δεν είναι δυνατή ή νομότυπη η επίδοση στην Ελβετία μέσω υπηρεσίας ταχυδρομείων ή ταχυμεταφορών. β) Οι καθ' ων η αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης τους ημερομηνίας 11.5.17, με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, ότι η Ελβετία ενίσταται στην αποστολή δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς απευθείας σε πρόσωπα στην επικράτεια της. γ) Η επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών, ως και το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, είναι ενάντια σε προηγούμενο Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15, το οποίο βρίσκεται σε ισχύ. δ) Με βάση την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.5.17 που συνοδεύει την αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.5.17 - στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 - η διαδικασία επίδοσης που διατάχθηκε με το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 μέσω των αρμόδιων αρχών, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί κα συνεχίζει να εκκρεμεί. Η τελευταία πληροφόρηση που έχουν οι καθ' ων η αίτηση με βάση επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 10.5.17 (τεκμήριο 11 στην αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.5.17) είναι ότι δεν είχε ληφθεί ακόμα οποιαδήποτε ενημέρωση από τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας σχετικά με την εκκρεμούσα επίδοση. Δεν υπάρχει καμία πληροφόρηση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση ότι η διαδικασία επίδοσης με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 (δηλαδή μέσω των αρμόδιων αρχών), έχει τερματιστεί ή ανασταλεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, δεν είναι νομικά ορθό, ενώ εκκρεμεί ακόμα η διαδικασία επίδοσης με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15, οι καθ' ων η αίτηση να προχωρούν παράλληλα με άλλη παράτυπη διαδικασία επίδοσης, η οποία αντίκειται στη Σύμβαση της Χάγης. ε) Η αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.5.17, με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, δεν περιέχει ίχνος μαρτυρίας ως προς το λόγο για τον οποίο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση ή για τη βάση αγωγής εναντίον των αιτητών ή για το λόγο που αυτοί είναι αναγκαίοι διάδικοι. στ) Η αίτηση των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11.5.17, με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, πάσχει διότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.5.17, η οποία δεν θεωρείται νομότυπη. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των καθ' ων η αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εύης Λάμπρου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 19.12.17 και με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  3. Το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 ορθά εκδόθηκε και η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων είναι νομότυπη.
  4. Το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 εκδόθηκε νομότυπα διότι η επίδοση των δικαστικών εγγράφων που είχε επιτραπεί με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 δεν είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τις 16.5.17, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι καθ' ων η αίτηση αιτήθηκαν διάταγμα για επίδοση στους αιτητές μέσω ταχυμεταφορέα (Courier), εφόσον η επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν χρονοβόρα και πολλές φορές χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, η έκδοση νέου Διατάγματος που επέτρεπε επίδοση στους αιτητές μέσω άλλης μεθόδου που θα εξασφάλιζε την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη επίδοση των δικαστικών εγγράφων στους αιτητές. Οι καθ' ων η αίτηση, είχαν προσκομίσει στο Δικαστήριο με την αίτηση τους ημερομηνίας 11.5.17, έγγραφα που αποδείκνυαν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενημέρωση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης σχετικά με την επίδοση στους αιτητές, ως οι πρόνοιες του Διατάγματος ημερομηνίας 22.4.
  5. Τελικά, με τη μέθοδο που εξουσιοδότησε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 επιτεύχθηκε τάχιστα και αποτελεσματικά η επίδοση των δικαστικών εγγράφων στους αιτητές.
  6. Το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 εκδόθηκε νομότυπα και ήταν συνέχεια του Διατάγματος ημερομηνίας 22.4.
  7. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, το αποδεικτικό υλικό που υποστήριζε την αίτηση ημερομηνίας 31.3.15 - με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 - ως και τη μαρτυρία που υποστήριζε την αίτηση ημερομηνίας 11.5.17, προκύπτει ότι α) πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του Διατάγματος ημερομηνίας 22.4.15, β) αποδεικνύετο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση εναντίον των αιτητών, οι οποίοι είναι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή ως και γ) ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν πολύ καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των αιτητών.
  8. Οι αιτητές εμποδίζονται να εγείρουν θέματα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων αφού το ζήτημα της δικαιοδοσίας αποφασίστηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.11.
  9. Η Εύη Λάμπρου διευκρίνισε στην ένορκη της δήλωση ότι η ένσταση των καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις α) του Sergiy Dyadechko ημερομηνίας 9.3.15, β) του Volodymyr Bogatyr ημερομηνίας 9.3.15, γ) της Άννας Ανισίμοβα ημερομηνίας 11.3.15, δ) της Μαρίας Πίττα ημερομηνίας 31.3.15, ε) της ιδίας, ημερομηνίας 10.5.17 και στ) της ιδίας, ημερομηνίας 19.12.17 που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Ανέφερε ότι η αίτηση ημερομηνίας 11.5.17 - με βάση την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 - καταχωρήθηκε σχεδόν 2 χρόνια μετά την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 22.4.15 και αφού απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 12.5.16 στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, στην οποία έλαβαν απάντηση στις 10.5.17, ότι δεν είχε ληφθεί ακόμα οποιαδήποτε ενημέρωση από τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας σε σχέση με την εκκρεμούσα επίδοση στους αιτητές. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποία καταχώρησαν την αίτηση ημερομηνίας 11.5.17, επιδιώκοντας να επιδοθούν στους αιτητές τα δικαστικά έγγραφα με Courier (DHL), εφόσον η διαδικασία επίδοσης με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 δεν είχε επιτευχθεί και είχε αποδειχθεί ότι ήταν αναποτελεσματική. Αντίθετα, ο σκοπός της επίδοσης με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, έχει τελικά επιτευχθεί αφού οι αιτητές ενημερώθηκαν για την παρούσα διαδικασία. Το γεγονός ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ δεν εμπόδισε τους καθ' ων η αίτηση να εξασφαλίσουν άλλο διάταγμα για να επιδοθούν τα δικαστικά έγγραφα, εφόσον αυτό είναι προς όφελος των αιτητών, αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης ώστε να επιδοθεί η αγωγή στους αιτητές το συντομότερο δυνατό. Η μέθοδος επίδοσης που επιτράπηκε με το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 αποδείχθηκε αποτελεσματική και τάχιστη και οι αιτητές τελικά έλαβαν γνώση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Σ' ό,τι αφορά το αίτημα των αιτητών για απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής εναντίον των αιτητών, ανέφερε ότι το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 19.11.15, είχε αποφασίσει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων που συνενώθηκαν ως αναγκαίοι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και των αιτητών οι οποίοι κατέχουν τα χρηματικά ποσά που οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι από τους καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23.5.17 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή συζητήσιμη υπόθεση και καλές πιθανότητες έκδοσης απόφασης υπέρ τους, γι' αυτό και απολυτοποίησε τα ενδιάμεσα Διατάγματα. Ισχυρίζεται ότι οι αιτητές κατέχουν περιουσιακά στοιχεία που κλάπηκαν από τους καθ' ων η αίτηση και τα οποία είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 6 που τηρούνται στην τράπεζα των αιτητών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Είναι η θέση των αιτητών ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές στην Ελβετία, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, ως και η επίδοση που επιτεύχθηκε δυνάμει αυτού, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier), θα πρέπει να παραμερισθεί και/ή ακυρωθεί διότι έγινε κατά παράβαση του άρθρου 10 της Σύμβασης περί της Εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (στο εξής η Σύμβαση της Χάγης), στην οποία προσχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία με τον Κυρωτικό Νόμο 40/1982 και υπερισχύει του ημεδαπού δικαίου με βάση το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος. Αντίθετα, η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υιοθετήσει τυπολατρική προσέγγιση του εγερθέντος θέματος, εφόσον το κριτήριο που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ότι με τον προτεινόμενο τρόπο επίδοσης, το κλητήριο ένταλμα θα περιέλθει σε γνώση του εναγόμενου και ο μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο προτεινόμενος τρόπος επίδοσης μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier) DHL, ήταν καθόλα ενδεδειγμένος, εφόσον ο αιτητές καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία μέσων Κυπρίων δικηγόρων. Το βασικό ερώτημα στο οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την εξουσία να επεκτείνουν τη δικαιοδοσία τους σε ξένο κράτος το οποίο είναι, όπως και η Κυπριακή Δημοκρατία, συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση της Χάγης, κατά παράβαση ρητών προνοιών της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, που έγινε στους αιτητές στην Ελβετία μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier), θα πρέπει να ακυρωθεί, εφόσον αυτή έγινε κατά παράβαση του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης, έχοντας κατά νου ότι η Ελβετία ως συμβαλλόμενο κράτος προορισμού, ενίσταται στην αποστολή δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς απευθείας στα πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφος της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει τόσο από την ένσταση τους, όσο και από τη γραπτή τους αγόρευση. Το άρθρο 10 (α) του Κυρωτικού Νόμου 40/1982 ορίζει ως ακολούθως: "10. Ύπό τήν προϋπόθεσιν δτι τό Κράτος προορισμού δεν ένίσταται, ή παρούσα Σύμβασις ουδόλως περιορίζει- (α) τήν έλευθερίαν αποστολής δικαστικών έγγραφων ταχυδρο­μικώς απ' ευθείας είς πρόσωπα έν τη αλλοδαπή» .........................." Στην Αγγλική υπόθεση Shiblaq v Sadikoglu
(2004)2 All ER (Comm) 596, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, εγέρθηκε το ίδιο θέμα νομιμότητας της επίδοσης δικαστικών εγγράφων με βάση το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, όμως το κράτος προορισμού ενίστατο στη συγκεκριμένη μέθοδο επίδοσης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν νοείται επίδοση από ένα κράτος σε άλλο, ασύμβατη με τις πρόνοιες Σύμβασης πως είναι δεσμευτική μεταξύ δύο Κρατών. Ούτε και μπορούν να παρακαμφθούν οι επίσημες απαιτήσεις που τίθενται από τη Σύμβαση. Το θέμα ανάγεται σε θεμελιακούς κανόνες της διεθνούς αβρότητας και οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις του ημεδαπού δικαίου σε θέματα επίδοσης στο εξωτερικό, δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις εν λόγω αρχές. Το πιο κάτω απόσπασμα από την παράγραφο 57 της εν λόγω απόφασης είναι σχετικό: «The correct approach is, in my judgment, that neither r6.8 (prospectively) nor r 6.9 (prospectively or retrospectively) should normally be used if their deployment is for the purpose of substituting a form of service or avoiding a defect in service which is inconsistent with a service convention binding as between this country and the country of service. Where it is sought to apply r 6.9 retrospectively, if the effect of dispensing with service is to place the defendant in the same position as he would have been in if service had not been by an impermissible method but by a method provided for by such service convention, no order should be made. The impleading of a foreign defendant which is provided for by international convention should not be effected by a fictional device aimed at circumventing the formal requirements of the relevant convention. This is an emanation of the fundamental principle of international comity and is not amenable to dilution by any feature of the overriding objective in CPR 1.1.» Στην υπόθεση Johannes Heeren v Uwe Scaper κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 1069, αποφασίστηκε ότι ενόψει της ενστάσεως της Γερμανίας ως Κράτος Προορισμού, σε σχέση με το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, η επίδοση που είχε γίνει με διπλοσυστημένη επιστολή απευθείας στον εναγόμενο θα έπρεπε να παραμερισθεί. Τα ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Είναι ορθό όμως να καταγράψω την αντίληψή μου πως ο ενάγων δεν αρνήθηκε τελικά ότι ενόψει της ένστασης της Γερμανίας σε σχέση με το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης που αναφέρθηκε, η επίδοση θα έπρεπε να παραμεριστεί εν πάση περιπτώσει, αφού έγινε με διπλοσυστημένη επιστολή απ' ευθείας στον εναγόμενο 3. Πράγματι, δεν μου φαίνεται ότι θα υπήρχε τελικά περιθώριο διάσωσής της εφόσον προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της Διεθνούς Σύμβασης που διέπει το θέμα.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Unitica Enterprises Ltd v Slovak Republic
(2001)1 (B) ΑΑΔ 1196, αποφασίστηκε ότι η Σύμβαση της Χάγης καθορίζει τις συγκεκριμένες μεθόδους με βάση τις οποίες επιτυγχάνεται νόμιμη επίδοση δικαστικών εγγράφων σε συμβαλλόμενο κράτος. Όπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, με βάση το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος «Συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι συνομολογούμεναι συμφώνως ταις ειρημέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου έχουσιν από της δημοσιεύσεως αυτών εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ηυξημένην ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρον ότι αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό του αντισυμβαλλομένου.» Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, έχω την άποψη ότι τα όσα επιχειρήματα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, δεν ευσταθούν. Και τούτο γιατί στην προκειμένη περίπτωση το θέμα που εγείρεται, δεν αφορά θέμα υποκατάστατης επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε πρόσωπα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε να προέχει η επίτευξη του μοναδικού σκοπού της επίδοσης, που είναι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά ώστε να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει ό,τι επιδιώκεται εναντίον της (βλ. Karim v Κονιδάρη
(1994)1 ΑΑΔ 36, και Φραγκέσκου ν Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765). Στην προκειμένη περίπτωση, εγείρεται θέμα επίδοσης δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας δηλαδή σε πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό και ειδικότερα στην Ελβετία, η οποία ως κράτος προορισμού, ενίσταται στη συγκεκριμένη μέθοδο με την οποία οι καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να τα επιδόσουν στους αιτητές και συνεπώς πρόκειται για επίδοση που επιτεύχθηκε κατά παράβαση του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης. Συγκεκριμένα, πρόκειται για επίδοση απευθείας στους αιτητές στην Ελβετία, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier), η οποία ως ιδιωτική ταχυδρομική εταιρεία, με βάση την υπόθεση KEAN SOFT DRINKS LTD v SAFMARINE CONTAINER LINES N.V. κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1784, περιλαμβάνεται στον όρο «ταχυδρομικώς» "postal channels" του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που επιτεύχθηκε με τον πιο πάνω τρόπο - με δεδομένη την ένσταση της Ελβετίας - θα πρέπει να ακυρωθεί, εφόσον παραβιάζει το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, η οποία υπερισχύει της σχετικής ημεδαπής νομοθεσίας. Κατ' επέκταση, το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.5.17 το οποίο επέτρεψε την επίδοση με τον συγκεκριμένο τρόπο, θα πρέπει επίσης να ακυρωθεί. Υπάρχει ακόμα ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 και η συνακόλουθη επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί. Αυτός αφορά την παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.5.17, με βάση την οποία εξασφαλίστηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το γεγονός ότι η Ελβετία ενίσταται στη δυνατότητα επίδοσης δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών, με βάση το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης. Είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογία που διέπει την υποχρέωση του διάδικου όταν αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, να προβαίνει σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του εκδοθέντος μονομερούς Διατάγματος και οδηγεί σε ακύρωση του, όταν διαπιστωθεί ότι συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377, Demstar Ltd v Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ 597, Resola (Cyprus) Ltd v Χρήστου
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 598 και Dmitry Rybolovlev v Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η ένσταση της Ελβετίας στη δυνατότητα επίδοσης δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών που προβλέπεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, αποτελεί εξαιρετικά ουσιώδες γεγονός, το οποίο οι καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση και καθήκον να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, όταν αιτήθηκαν μονομερώς την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Και τούτο γιατί η αποκάλυψη του αναμφίβολα θα επηρέαζε το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στην έκδοση του εν λόγω Διατάγματος. Η μη αποκάλυψη αυτού του πολύ ουσιώδους στοιχείου από τους καθ' ων η αίτηση, ενέχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία ως προς το καθήκον τους να μην παραπλανούν το Δικαστήριο, εφόσον είχε προηγηθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, η παράλειψη τους να αποκαλύψουν επίσης στο Δικαστήριο την ένσταση της Ουκρανίας στην αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου με βάση το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, όταν είχαν εξασφαλίσει μονομερώς την έκδοση Διατάγματος για επίδοση μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορέα (Courier) στους εναγόμενους 2. Σχετική επισήμανση έγινε από το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 19.11.15, στο πιο κάτω απόσπασμα: «Είναι επίσης παραδεκτό ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ουκρανία, είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Χάγης (Σύμβαση Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις). Η Σύμβαση της Χάγης τέθηκε σε ισχύ στην Κύπρο την 1.6.1983 με τον Κυρωτικό Νόμο 40
(1)/1982 και στην Ουκρανία την 1.12.
  1. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης επιτρέπει την επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου «υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος προορισμού δεν ενίσταται». Η Ουκρανία, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που παρουσίασε η Εναγόμενη 2 με την αίτηση της έχει εναντιωθεί, δηλώνοντας ρητά πως δεν αποδέχεται την αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου. Ενόψει της πιο πάνω επιφύλαξης της Ουκρανίας, η επίδοση δικαστικών εγγράφων στην Ουκρανία θα πρέπει να διενεργείται μέσω των αρμοδίων Αρχών (διπλωματικής οδού) όπως προβλέπεται και στη διμερή Σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή η επίδοση στην Ουκρανία μέσω ταχυδρομείου ή παρεμφερών υπηρεσιών. Στην κρινόμενη υπόθεση, η επίδοση στην Εναγόμενη 2 έγινε με υποκατάστατη επίδοση στο δικηγόρο της, μέσω ταχυδρομείου. Είχε προηγηθεί η έκδοση διατάγματος για επίδοση μέσω των αρμοδίων αρχών, όπως προβλέπεται στη διμερή Σύμβαση και στη Σύμβαση της Χάγης. Υποστηρίχθηκε, όμως, από την Ενάγουσα, ότι επειδή η διαδικασία επίδοσης μέσω του μηχανισμού που προβλέπεται στη διμερή Σύμβαση είναι πολύ χρονοβόρα, εδικαιολογείτο η υποκατάστατη επίδοση στο δικηγόρο της, μέσω Ταχυδρομείου. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση της Ενάγουσας. Με δεδομένη την ένσταση της Ουκρανίας στην επίδοση μέσω ταχυδρομείου, δεν ήταν επιτρεπτό το σχετικό αίτημα της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο, εκδίδοντας το επίδικο διάταγμα, πιθανό να μην είχε υπόψη του τη σχετική επιφύλαξη της Ουκρανίας. Κρίνεται ορθή η επισήμανση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2, ότι η Ενάγουσα όφειλε να είχε θέσει υπόψη του δικαστηρίου την εκδηλωθείσα ένσταση της Ουκρανίας, όταν αποτάθηκε μονομερώς για να επιτύχει την έκδοση του επίδικου διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορέα ("courier"). Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν την αυξημένη υποχρέωση να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο την ένσταση της Ελβετίας, πράγμα όμως που δεν έπραξαν, αδιαφορώντας πλήρως για το καθήκον ύψιστης πίστεως που έχουν ενώπιον του Δικαστηρίου και παρά την πιο πάνω προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, εξασφάλισαν μονομερώς την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.17 παραπλανώντας εκ νέου το Δικαστήριο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση αν και αναφέρονται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 10.5.17 που υποστήριζε την αίτηση ημερομηνίας 11.5.17, στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.11.15 και στον παραμερισμό της επίδοσης αναφορικά με την εναγόμενη 2, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι και στην περίπτωση της εναγόμενης 2 η Ουκρανία ενίστατο στη μέθοδο αποστολής εγγράφων μέσω ταχυδρομείου, όπως επίσης παρέλειψαν επιμελώς να αναφέρουν ότι και η Ελβετία στην προκειμένη περίπτωση, ενίσταται για την ίδια μέθοδο επίδοσης δικαστικών εγγράφων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους στην παρούσα αίτηση, όχι μόνο δεν προέβαλαν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί άγνοιας τους για την ένσταση της Ελβετίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αλλά ούτε και δικαιολόγησαν την παράλειψη τους να την αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης τους ημερομηνίας 11.5.
  2. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι αναπόφευκτα το Διάταγμα ημερομηνίας 16.5.17 θα πρέπει να ακυρωθεί. Τονίζεται ότι με βάση τα όσα οι καθ' ων η αίτηση ανέφεραν στην ένσταση τους, το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.15 για επίδοση των δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας στους αιτητές μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και με βάση την ενημέρωση τους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, μέχρι τις 10.5.17 (τεκμήριο 11 στην αίτηση ημερομηνίας 11.5.17) αλλά μέχρι και σήμερα, δεν λήφθηκε καμιά ενημέρωση από τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας σχετικά με την επίδοση στους αιτητές. Εναπόκειται στους καθ' ων η αίτηση να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ώστε να τύχουν σχετικής ενημέρωσης, εφόσον η διαδικασία επίδοσης μέσω των αρμόδιων αρχών εξακολουθεί να εκκρεμεί. Σ' ό,τι αφορά το αιτούμενο Διάταγμα για αναστολή και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος, κρίνω ότι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο γιατί οι αιτητές εμφανίζονται στην παρούσα αγωγή υπό διαμαρτυρία και με βάση τη Δ.16 θ.9, έχουν το δικαίωμα σε τέτοια περίπτωση να αιτηθούν τον παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτούς του κλητηρίου εντάλματος ή της Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή την ακύρωση του Διατάγματος που επέτρεψε τέτοια επίδοση και όχι την ακύρωση του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος. Τέτοιο αίτημα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλης διαδικασίας, εάν και εφόσον οι αιτητές καταχωρήσουν κανονική εμφάνιση, αφού προηγουμένως τους επιδοθεί με τον ορθό και νόμιμο τρόπο το παρόν κλητήριο ένταλμα ή ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 22.4.
  3. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α και Β της Αίτησης. Το αιτούμενο Διάταγμα ως η παράγραφος Γ απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των αιτητών και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.