← Κύπρος

ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγ. 4676/2013, 15/2/2018

ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγ. 4676/2013, 15/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 4676/2013 Μεταξύ: ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγουσας και ΔΗΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ Πέτρος Μιχαήλ Για τον Εναγόμενο: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών και το ιστορικό της υπόθεσης Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 16.7.2013 δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία της απόρριψης της Αίτησης με αρ. 423/11 από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας λόγω αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή μη επίδειξης της δέουσας επιμέλειας, προσοχής και επαγγελματικής δεξιότητας που ο Εναγόμενος όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο αυτή εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. στην Αίτηση αρ. 423/11 μεταξύ αυτής και του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού καθώς και της εταιρείας Alfa Media Services Ltd στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας, ενώ ο Εναγόμενος ήταν δικηγόρος και εργοδοτείτο στο δικηγορικό γραφείο Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε.. Κατά ή περί το 2011 ο Εναγόμενος ανέλαβε να ετοιμάσει και/ή καταχωρίσει και/ή χειριστεί την υπόθεση της Ενάγουσας η οποία εργαζόταν στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Μεταξύ της Ένωσης Συντακτών Κύπρου και του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών υπήρχε κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή συλλογική σύμβαση εργασίας. Στα πλαίσια της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι ο Εναγόμενος θα επιδείκνυε την δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις. Κατόπιν συναντήσεων και/ή επεξηγήσεων και/ή πληροφοριών και/ή στοιχείων που η Ενάγουσα έδωσε στον Εναγόμενο σχετικά με την υπόθεση της, ο Εναγόμενος προχώρησε στην καταχώριση σχετικής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας με αριθμό 423/2011. Κατά τις συναντήσεις και/ή προσωπικές και/ή τηλεφωνικές επαφές που η Ενάγουσα είχε με τον Εναγόμενο του παρέδωσε μεταξύ άλλων όλα τα στοιχεία και/ή δεδομένα και τον ενημέρωσε ότι ο εργοδότης της ήταν η Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και όχι η Alfa Media Services Ltd. Λόγω αμέλειας και/ή διότι δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις, ο Εναγόμενος προχώρησε στην καταχώριση της πιο πάνω αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού και της εταιρείας Alfa Media Services Ltd αντί της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος αμέλησε και/ή δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις στην εν λόγω καταχωρηθείσα αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας δηλαδή να αξιώσει διάφορες θεραπείες που εδικαιούτο η Ενάγουσα λόγω της παράνομης απόλυσης της από την Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, όπως ετήσιες αυξήσεις, επίδομα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), επίδομα διακίνησης, επίδομα άδειας και άλλα. Κατά ή περί την 6.3.2012 ο Εναγόμενος προέβηκε στην καταχώριση αίτησης για την τροποποίηση τόσο του τίτλου της Αίτησης με αριθμό 423/11, δηλαδή με την αντικατάσταση της εταιρείας Alfa Media Services Ltd με την Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, όσο και του κειμένου της Αίτησης με την προσθήκη των θεραπειών και/ή αξιώσεων που είχε η Ενάγουσα και οι οποίες αμελώς δεν είχαν συμπεριληφθεί. Με απόφαση του ημερομηνίας 8.10.2012 το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας απέρριψε την αίτηση τροποποίησης που υπέβαλε ο Εναγόμενος διότι: (α) δεν ήταν σύμφωνη και δεν περιείχε τις λεπτομέρειες που απαιτούνται από τον Τύπο 6 των Κανονισμών του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, (β) ήταν νομικά εσφαλμένη, (γ) δεν γινόταν αναφορά στην Δ.9 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά την προσθήκη διαδίκου αφού η Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και η Alfa Media Services Ltd είναι δύο ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, (δ) η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα και (ε) παρήλθε η προθεσμία των δώδεκα μηνών που θέτει το άρθρο 12

(10)του Νόμου 8/67 για την καταχώριση αίτησης για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εναντίον της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι συνεπεία της αμέλειας που επέδειξε ο Εναγόμενος ως περιγράφεται στις λεπτομέρειες αμέλειας, η ίδια υπέστηκε ζημιές τις οποίες αξιώνει με την παρούσα αγωγή και έχουν ως ακολούθως: (α) Τιμαριθμικό επίδομα (ΑΤΑ) για τα έτη 2007-2011 ήτοι €200 με βάση την Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (β) Επίδομα διακίνησης €3,500 με βάση την Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (γ) Ετήσιες αυξήσεις €2,400 με βάση τις κλίμακες της Σύμβασης του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (δ) Επίδομα άδειας €2,
  1. (ε) Ταμείο Προνοίας €780 για την περίοδο Νοεμβρίου του 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του
  2. (στ) Δικηγορικά έξοδα €900 τα οποία επιδικάστηκαν και υπολογίστηκαν εναντίον της μετά την απόρριψη της αίτησης 423/11 από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας. (ζ) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. (η) Αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας (η απαίτηση αυτή δεν προωθήθηκε τελικά). Στις 12.2.2014 ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή όπου παραδέχεται ότι ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης της Ενάγουσας, πλην, όμως, ισχυρίζεται ότι αυτή του ανέφερε ότι ο εργοδότης της ήταν η Alpha Media Services Ltd. Αρνείται ότι δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και/ή προσοχή και/ή επαγγελματική δεξιότητα στην καταχώρηση της αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και προβάλλει ότι τα όσα καταγράφηκαν στην εν λόγω αίτηση ήταν σύμφωνα με τα γεγονότα που του ανέφερε η Ενάγουσα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρνείται ότι οι θεραπείες που ζητήθηκαν με την αίτηση τροποποίησης δεν είχαν συμπεριληφθεί αμελώς, όπως και ότι η αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε για λόγους που καταδεικνύουν αμέλεια από την πλευρά του και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ζητά δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, ενώ στις 18.5.2016 ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσυρθεί. Έκτοτε ο Εναγόμενος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο και στις 20.10.2017, οπότε η υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση, αυτός παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Ακολούθως, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για Απόδειξη στις 22.11.2017 και έδωσε οδηγίες προς το Πρωτοκολλητείο όπως ο Εναγόμενος ειδοποιηθεί σχετικά με την εν λόγω ημερομηνία. Παρόλο που ο Εναγόμενος ειδοποιήθηκε δεόντως από το Πρωτοκολλητείο σε σχέση με τα πιο πάνω, δεν παρουσιάστηκε στις 22.11.2017 και τελικά η Ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης της στις 7.12.
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία για τους σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της Ενάγουσας κλήθηκαν και κατέθεσαν δυο μάρτυρες: η ίδια η Ενάγουσα (Μ.Ε. 1) και ο δικηγόρος κ Κώστας Δημητριάδης (Μ.Ε. 2). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η κα Άννα Μαρία Ευτυχίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Α) όπου στην ουσία επαναλαμβάνονται οι θέσεις της ως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και συνοψίζονται πιο πάνω και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Παρουσίασε, μάλιστα, ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: - Αντίγραφο της συλλογικής σύμβασης εργασίας (Τεκμήριο 1). - Πιστό αντίγραφο της αίτησης με αριθμό 423/2011 που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (Τεκμήριο 2). - Αντίγραφο της επιταγής ημερομηνίας 17.1.2011 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €3.734,76 την οποία έλαβε από την Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κατά τον τερματισμό της απασχόλησης της. (Τεκμήριο 3). - Την επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της, υπογεγραμμένη από τον κ. Γ.Κ.Τσαλακό ημερομηνίας 10.1.2011 (Τεκμήριο 4). - Κατάσταση των απολαβών της (Τεκμήριο 5). - Πιστό αντίγραφο της αίτησης τροποποίησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 423/2011 (Τεκμήριο 6). - Αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας ημερομηνίας 8.10.2012 (Τεκμήριο 7). - Αντίγραφο του συνταχθέντος πρακτικού/απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας ημερομηνίας 14.11.2012 σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης (Τεκμήριο 8). Ο κ Κώστας Δημητριάδης (Μ.Ε. 2) είναι δικηγόρος από την 1.9.
  4. Αφού εξασφάλισε πτυχίο νομικής στην Αθήνα, εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Ασκεί ανελλιπώς το επάγγελμα του δικηγόρου για 35 χρόνια και διετέλεσε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας για την περίοδο 2012 ‑
  5. Στα πλαίσια αυτά γνωρίζει και τον Εναγόμενο ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης ασκούσε δικηγορία. Ενόψει της κλήτευσης του ως μάρτυρα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης έχει μελετήσει την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 8.10.2012 στην Αίτηση με αρ. 423/2011 και κατά την δική του αντίληψη και γνώση η αμέλεια του Εναγόμενου συνίστατο καταρχήν στο ότι προχώρησε στην καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης εναντίον νομικού προσώπου που δεν ήταν ο εργοδότης της Ενάγουσας. Ακολούθως οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση ήγειραν προδικαστική ένσταση, προβάλλοντας ότι η Αιτήτρια (Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή) δεν εργαζόταν στην εταιρεία Alpha Media Services Ltd, αλλά στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Αντί, λοιπόν, ο Εναγόμενος να μελετήσει την εν λόγω προδικαστική ένσταση και να λάβει μέτρα ώστε είτε η υπόθεση να αποσυρθεί ή διακοπεί και να καταχωρηθεί νέα, είτε να ζητηθεί τροποποίηση εντός ευλόγου χρόνου, δεν έπραξε οτιδήποτε και άφησε την χρονική περίοδο του ενός έτους να παρέλθει. Όταν τελικά ο Εναγόμενος προχώρησε στην αίτηση τροποποίησης, η οποία ακολούθως ορίστηκε για ακρόαση, διαφάνηκαν τρία κενά: Πρώτον, ότι η αίτηση δεν έπρεπε να στηρίζεται στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά στον Τύπο 6 που προβλέπουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Δεύτερον, υπήρχε χρόνος παραγραφής και τρίτον, με την αίτηση επιδιώχθηκε αλλαγή ονόματος, ενώ η περίπτωση δεν ήταν τέτοια. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής αφού παρέλειψε να αξιώσει όλα τα ωφελήματα και θεραπείες που θα μπορούσε να διεκδικήσει η Ενάγουσα, όπως ετήσιες αυξήσεις, επίδομα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ταμείο προνοίας και επίδομα διακίνησης. Αφού το Δικαστήριο άκουσε και μελέτησε τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 2, ζήτησε από τον συνήγορο της Ενάγουσας κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με τα ποσά τα οποία αξιώνονται και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αίτηση με αρ. 423/11 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 14.11.
  6. Στα πλαίσια αυτά ο κ. Μιχαήλ αιτήθηκε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου ώστε να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας για το σκοπό αυτό. Προς τούτο στις 2.2.2018 καταχωρήθηκε από μέρους της Ενάγουσας Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της όπου διευκρινίζεται ο τρόπος υπολογισμού των αξιούμενων ποσών (λεπτομέρειες θα δοθούν στη συνέχεια), όπως επίσης ότι στις 14.11.2012 αυθαίρετα και χωρίς τις οδηγίες της ο Εναγόμενος συμφώνησε στην απόρριψη της αίτησης εναντίον της Alpha Media Services Ltd και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με δεδομένη την είσπραξη του ποσού των €2.770.18 για την προειδοποίηση 8 εβδομάδων, του ποσού των €585,82 ως υπερωρίες και του ποσού των €33,70 ως αναλογία 13ου μισθού, δεν αξιώνει τα συγκεκριμένα κονδύλια ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους δυο μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Πράττω δε τούτο λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, όπως επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας και δεν διαφεύγουν την προσοχής μου οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλέπε Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Στην προκειμένη περίπτωση και οι δυο μάρτυρες άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς την αμεσότητα με την οποία απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν όσο και την σαφήνεια των θέσεων τους και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Δεν έχω επίσης παρατηρήσει οποιαδήποτε προσπάθεια τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, χωρίς να παραγνωρίζεται κάποια διάσταση η οποία εντοπίζεται μεταξύ της Γραπτής Δήλωσης της Μ.Ε. 1 και της Συμπληρωματικής Ένορκης της Δήλωσης σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά. Παρόλα αυτά, έχοντας υπόψη τη θετική εντύπωση που απεκόμισα για την Ενάγουσα σε συνδυασμό με το ότι η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη, το Δικαστήριο θα στηριχθεί στα όσα καταγράφονται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της σε σχέση με τα ποσά που αξιώνει. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Barry Wwine v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλέπε επίσης R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Σε ότι δε αφορά στην μαρτυρία του κ Δημητριάδη, παρατηρώ ότι με δεδομένη τη μόρφωση αλλά και την εμπειρία του στο συγκεκριμένο τομέα, αυτός κρίνεται ως εμπειρογνώμονας επί του θέματος (ως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Σύμφωνα δε με τη νομολογία, οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους για να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586), κάτι το οποίο ο Μ.Ε. 2 έχει πράξει στην προκειμένη περίπτωση. Στη βάση της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 2 εξάγονται ανάλογα ευρήματα τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης ενόψει της εκτενούς ανάλυσης της μαρτυρίας που γίνεται πιο πάνω. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η Ενάγουσα έχει αποδείξει τις δικογραφημένες θέσεις της και εάν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Στα πλαίσια αυτά χρήζουν εξέτασης τα πιο κάτω ζητήματα: Το καθήκον επιμέλειας ενός δικηγόρου Η υποχρέωση επιμέλειας επαγγελματιών, καλύπτεται από το άρθρο 51
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει ότι πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ή επί της ιδιοκτησίας του οποίου ασκεί το επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή προς στον οποίο παρέχει την υπηρεσία. Οι δικηγόροι, δεν έχουν οποιαδήποτε ασυλία, αλλά συμπεριλαμβάνονται στην πιο πάνω γενική κατηγορία επαγγελματιών. Το επίπεδο επιμέλειας τους καθορίζεται από το άρθρο 51
(1)(β) που διαλαμβάνει τα ακόλουθα:- «51
(1)Αμέλεια συνίσταται- (α) ..................,........ ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: ...............................». To ζήτημα της επιμέλειας που πρέπει να επιδυκνύει ένας δικηγόρος προς τον πελάτη του εξετάστηκε στην υπόθεση Beaumont Muriel κ.ά ν. Nίκου Παπακλεοβούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 525 όπου λέχθηκε ότι οι δικηγόροι δεν έχουν οποιαδήποτε ασυλία, αλλά συμπεριλαμβάνονται στην γενική κατηγορία επαγγελματιών που αναφέρεται στο Κεφ. 148. Υποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι όπου επαγγελματίας προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής αναλαμβάνει ταυτόχρονα συμβατικό καθήκον επιμέλειας. Η ύπαρξη αυτού του καθήκοντος, το οποίο απορρέει από τη μεταξύ του επαγγελματία και του πελάτη του συμβατικής σχέσης, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη και ανεξάρτητη ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και της δυνατότητας καταλογισμού παράλληλης ευθύνης δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας (βλέπε μεταξύ άλλων Forster v. Outred and Co (a firm) [1982] 2 All E.R. 753, Costa ν. Georghiou [1985] 1 PN 201 και Henderson v. Merret Syndicates Ltd (No. 1) [1994] 3 All E.R. 506). Από τα πιο πάνω συνάγεται, η ευθύνη των δικηγόρων μπορεί να προκύπτει τόσο από το αστικό αδίκημα της αμέλειας όσο και από παράβαση συμβατικής υποχρέωσης. Κάθε σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών επ' αμοιβή αναμφίβολα περιέχει συμβατική υποχρέωση να επιδεικνύεται από τον δικηγόρο ικανότητα και φροντίδα για τον πελάτη του. Επί τούτου στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts (20th Edition) στη σελίδα 678 υπό τον τίτλο «Duties owed to clients» αναφέρεται ότι: «When a solicitor is engaged for reward there is no doubt as to the existence of a contractual duty to exercise skill and care on behalf of his client.» Ταυτόχρονα με την συμβατική υποχρέωση υπάρχει βεβαίως και η ευθύνη στην βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Ως προς το τι συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας παραπέμπω στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts (πιο πάνω), στη σελίδα 688 όπου αναφέρονται τα εξής κάτω από τον τίτλο «What amounts to breach of duty»: «A lawyer is not "bound to know all the law". His duty is, like that of every other professional person, to exercise that reasonable degree of skill and care to be expected of a competent and reasonably experienced solicitor» Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνεται ότι κάθε επαγγελματίας στη διαγωγή του κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και διεξιότητας που αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους επιμελούς και ικανού επαγγελματία και όχι εκείνο του πολύ προσοντούχου αλλά ούτε και εκείνου που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα (βλ. Panayiotou v. Attorney General
(1972)6 JSC 706, Αθανασίου ν. Κουνούνης
(1997)1Α.Α.Δ. 614, Beaumont Muriel και Άλλος ν.Nίκου Παπακλεοβούλου (πιο πάνω) και Cook v. S [1966]1 W.L.R. 635). Το καθήκον επιμέλειας του Εναγόμενου στην προκειμένη περίπτωση Το ερώτημα του τι συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια, αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Στην παρούσα περίπτωση το καθήκον επιμέλειας αφορά άσκηση δικηγορίας σε σχέση με δικαστηριακή εργασία. Στην σελίδα 698 του συγγράμματος Clerk & Linsell on Torts (πιο πάνω) κάτω από τον τίτλο "Specific Duties" και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το "Duty to take care in conduct of litigation" αναφέρονται τα ακόλουθα: «Lawyer is under a duty to take care at all stages during litigation whether in court or out of it. Ηe will be liable if he issues proceedings in the wrong court or against the wrong parties.» Από τις αυθεντίες σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, προκύπτει με σαφήνεια ότι κατά την άσκηση δικαστηριακής εργασίας, ο δικηγόρος βρίσκεται σε συνεχές καθήκον επιμέλειας έναντι στον πελάτη του τόσο σε προκαταρκτικό στάδιο όσο και κατά το στάδιο της δίκης, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου. Έχει ειδικότερα καθήκον να συμβουλεύει κατάλληλα τον πελάτη του για τις πιθανότητες επιτυχίας μιας υπόθεσης, να φέρει σε γνώση του τυχόν προβλήματα, τυχόν εγγενείς κινδύνους, να τον προειδοποιεί γι' αυτούς και γενικότερα να προστατεύει τα συμφέροντά του. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι επίσης δεδομένο πως ένας δικηγόρος ο οποίος προχωρεί σε καταχώρηση μιας υπόθεσης στο Δικαστήριο οφείλει:
  1. Να καταχωρήσει την υπόθεση εναντίον του ορθού προσώπου (νομικού ή φυσικού).
  2. Να καταχωρήσει την υπόθεση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (εάν υπάρχει τέτοια προθεσμία).
  3. Να προβεί σε όλα τα δικονομικά μέτρα επικαλούμενος τις ορθές δικονομικές διατάξεις.
  4. Να αξιώσει όλες τις θεραπείες στις οποίες δικαιούται ο πελάτης του. Κατά πόσον υπήρξε παράβαση καθήκοντος από τον Εναγόμενο Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέμεινε αναντίλεκτη παρατηρώ ότι η Ενάγουσα απέδειξε ότι ο Εναγόμενος παρέβηκε το καθήκον επιμέλειας το οποίο όφειλε σε αυτήν αφού:
  5. Δεν καταχώρισε την αίτηση με αρ. 423/11 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας εναντίον του ορθού νομικού προσώπου δηλαδή της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ η οποία ήταν ο εργοδότης της Ενάγουσας.
  6. Καθυστέρησε αδικαιολόγητα να προβεί στα δέοντα μέτρα ώστε η υπόθεση να προχωρήσει εναντίον των ορθών προσώπων.
  7. Λανθασμένα καταχώρισε αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αίτησης με αρ. 423/11 και όχι αίτηση για προσθήκη εναγομένου αφού η Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ήταν άλλο νομικό πρόσωπο και δεν επρόκειτο για λανθασμένη αναγραφή ονόματος του εναγόμενου (misnomer), ενώ η αίτηση που καταχωρήθηκε στηρίχθηκε σε λανθασμένη και ελλειπή νομική βάση. Παράλληλα δεν δικαιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης σε σχέση με την επέκταση των αιτούμενων θεραπειών.
  8. Η αίτηση με αρ. 423/11 αποσύρθηκε στις 14.11.2012 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού ενώ με δεδομένες τις πρόνοιες των άρθρων 6 και 16 του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου Ν.24/67, η Ενάγουσα ενδεχομένως να δικαιούτο στις αξιούμενες θεραπείες από το Ταμείο. Κρίνω ορθό να σημειώσω ότι με δεδομένο τον τερματισμό της απασχόλησης της Ενάγουσας αυτή θα αποζημιωνόταν είτε από την εργοδότρια εταιρεία είτε από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι πιο πάνω ενέργειες του Εναγόμενου με την καταχώρηση της αίτησης εναντίον λανθασμένου προσώπου και την απόσυρση της αίτησης εναντίον του Ταμείου, αποστέρησαν από την Ενάγουσα τη δυνατότητα εξασφάλισης απόφασης σε σχέση με την αποζημίωση για τον τερματισμό της απασχόλησης της είτε από το ένα είτε από το άλλο πρόσωπο.
  9. Δεν συμπεριέλαβε στην αίτηση όλες τις θεραπείες στις οποίες δικαιούτο η Ενάγουσα σύμφωνα με τη σύμβαση εργοδότησης της. Σε ότι αφορά στη θέση της Ενάγουσας περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης από την πλευρά του Εναγομένου, παρατηρώ ότι κάτι τέτοιο δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Και τούτο γιατί από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφάνηκε ότι η αίτηση με αρ. 423/11 έχει καταχωρηθεί στις 15.7.2011 ενώ ο Εναγόμενος ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης το 2011 χωρίς να καθορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία και/ή μήνας, με τρόπο ώστε η συγκεκριμένη θέση της Ενάγουσας να παραμένει στη σφαίρα της αοριστίας. Ποιά η ζημιά της Ενάγουσας συνεπεία της παράβασης του καθήκοντος του Εναγόμενου ως περιγράφεται πιο πάνω Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επί το ότι ο Εναγόμενος παρέβηκε το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς την Ενάγουσα με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, το μόνο ζήτημα που παραμένει να κριθεί είναι το ποσό της αποζημίωσης στο οποίο δικαιούται η Ενάγουσα. Σύμφωνα με τη νομολογία, σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στον ενάγοντα αποζημίωση για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί (βλέπε Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christophi
(1982)1 C.L.R. 789 και Χαρίλαου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση (βλέπε Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Ο εκάστοτε ενάγοντας σε μια τέτοια αγωγή, είτε ενάγει στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είτε δυνάμει παράβασης συμβατικού καθήκοντος, πρέπει ασφαλώς να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά. Στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts (πιο πάνω), αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 700: «Measure of Recovery: The Claimant complaining of legal malpractice is entitled to be put in the position he would have been in had the defendant performed his duty. In many cases this means that he recovers the amount by which he is out of pocket as a result of relying on the defendant's advice.» Επίσης στη σελίδα 704 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «Loss of a chance Prima facie the burden is on the claimant to prove on a balance of probabilities, that the defendant lawyer's negligence was a cause of his loss: if he can do so he recovers in full, while otherwise he receives nothing. In certain cases, however, the claimant may recover damages based on the loss of a chance of making a gain or avoiding a loss. One such instance concerns bungled litigation, where claimants regularly recover damages from their lawyers based on the amount they would have recovered if successful, discounted by the probability that the claim might have failed anyway. .. .. .. Where a solicitor negligently causes a client to lose litigation (for example by failing to serve proceedings on time, or allowing the action to be struck out for want of prosecution) he will be liable not only for any costs wasted but also for the client's loss of the chance of winning. Hence if he had a 40 per cent chance of recovering £10,000, the measure of loss will be £4,000. . . . For these purposes, the claimant must demonstrate an appreciable chance that he would have won on the merits. The mere "nuisance-value" of a demonstrably bad claim will not suffice. But once the claimant has leapt thisw hurdle the court must do its best to assess the value of the claim and the chance of success.» Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η Ενάγουσα δικαιούται απόφαση εναντίον του Εναγομένου για τα ποσά που θα επιδικάζονταν σε αυτήν είτε εναντίον της εργοδότριας της (εάν η υπόθεση στρεφόταν εναντίον αυτής) είτε εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού (εφόσον από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υφίστατο οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις των άρθρων 19 και 20 του Ν. 24/1967) και εάν με την αίτηση αξιώνονταν όλες οι θεραπείες στις οποίες δικαιούτο. Σε σχέση, λοιπόν, με τις αξιώσεις της Ενάγουσας όπως παρατίθενται πιο πάνω παρατηρώ τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ τον Νοέμβριο του 2007 ως συντάκτης στην εφημερίδα Αλήθεια και ο μισθός της ανερχόταν σε €1.230,00 μηνιαίως. Επιπλέον, η Ενάγουσα δικαιούτο 13ο μισθό και διάφορα άλλα ωφελήματα ως εμφαίνονται στην συλλογική σύμβαση (Τεκμήριο 1). Στις 10.1.2011 τερματίστηκε η απασχόληση της με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 4) όπου γίνεται αναφορά στην οικονομική κρίση και σε ανάγκη για περισυλλογή. Σύμφωνα με την κατάσταση αποδοχών της Ενάγουσας αλλά και την επιταγή της εταιρείας Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 17.1.2011 (Τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα), κατά την εν λόγω ημερομηνία η Ενάγουσα εισέπραξε το ποσό των €3.734,76 το οποίο περιελάμβανε τα ακόλουθα ποσά: - €397,22 αναλογία μισθού. - €33,70 αναλογία 13ου μισθού. - €3.356,00 αποζημίωση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Ως δε προκύπτει από την παράγραφο 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας ημερομηνίας 1.2.2018, η ίδια δεν προωθεί την απαίτηση της σε σχέση με τα πιο πάνω, όπως ούτε για την παράνομη απόλυση της. Υπενθυμίζεται επίσης ότι δεν αξιώνονται ούτε αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας. Σε ότι αφορά στις υπόλοιπες αξιώσεις σημειώνονται τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Ν. 8/67, αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα. Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, η Ενάγουσα δικαιούτο να απαιτήσει ωφελήματα μόνο σε σχέση με την περίοδο που αρχίζει από 15.7.2010, ήτοι δώδεκα μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης με αρ. 423/2011 (βλέπε επίσης Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 1051) μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης του εφόσον καταβλήθηκε σε αυτήν πληρωμή έναντι προειδοποίησης. Επομένως: - Αναφορικά με το τιμαριθμικό επίδομα, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας, σε συνάρτηση με την πρόνοια στη Συλλογική Σύμβαση προνοείται ότι «στον βασικό μισθό προστίθεται το εκάστοτε τιμαριθμικό επίδομα», κρίνω ότι η Ενάγουσα θα δικαιούτο το ποσό των €177,12, ήτοι €1230 χ 2,4%=29.52 χ 6 μήνες (15.7.2010-10.1.2011). - Σε σχέση με το ποσό των €3,500 που αξιώνεται ως επίδομα για την περίοδο διακίνησης, παρατηρώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 21 της Συλλογικής Σύμβασης παρέχεται επίδομα χρήσης αυτοκινήτου. Λαμβανομένων δε υπόψη των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 9 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας σε σχέση με την καταβολή ποσού €5 ημερησίως για το σκοπό αυτό, η Ενάγουσα θα δικαιούτο σε συνολικό ποσό €630, ήτοι €5 χ 21 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα = €105 μηνιαίως χ 6 μήνες. - Ως προς την ετήσια αύξηση, έχοντας υπόψη ότι η Ενάγουσα θα δικαιούτο αύξηση εκ 1% σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση, θα της αποδίδετο το ποσό των €73,80, ήτοι €1230 χ 1% = 12,30 τον μήνα χ 6 μήνες. - Σε σχέση με την ετήσια άδεια και την αξίωση της Ενάγουσας για €2,300, κρίνω ότι με δεδομένες τις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης τόσο για την περίοδο αδειών όσο και για την συσσώρευση αυτής, θα δικαιολογείτο η επιδίκαση του. Ο υπολογισμός εκ €2.308,48 ο οποίος γίνεται στην παράγραφο 8 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είναι ορθός. Έχοντας, όμως, υπόψη ότι με την αγωγή αξιώνεται ποσό €2.300,00, μπορεί να της αποδοθεί το ποσό αυτό και όχι €2.308,48. - Ως προς την αξίωση της Ενάγουσας σε σχέση με την αναλογία του Ταμείου Προνοίας, παρατηρώ ότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 12 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας, αυτή αφορά τα έτη 2007 και 2008 εφόσον η συνεισφορά του εργοδότη για τα έτη 2009-2011 έχει καταβληθεί. Έχοντας, ωστόσο, υπόψη τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας που συνοψίζονται πιο πάνω, η αξίωση της Ενάγουσας για τα έτη 2007 και 2008 είχε παραγραφεί το 2011 και η Ενάγουσα δεν θα δικαιούτο οποιαδήποτε θεραπεία για το κονδύλι αυτό. Ερχόμενη στην αξίωση της Ενάγουσας για το ποσό των €900 δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον της στην αίτηση με αρ. 423/2011 από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, έχοντας υπόψη το συνταχθέν πρακτικό ημερομηνίας 14.11.2012 (Τεκμήριο 8), σύμφωνα με το οποίο επιδικάστηκαν εναντίον της Ενάγουσας έξοδα εκ €543,00 με νόμιμο τόκο από 15.7.2011 πλέον €92,31 Φ.Π.Α., τα οποία προκλήθηκαν συνεπεία της αμέλειας που επέδειξε ο Εναγόμενος, κρίνω ότι δικαιολογείται να επιδικαστεί το ποσό αυτό στην Ενάγουσα. Σε ότι αφορά στον τόκο, αυτός θα υπολογιστεί από 15.7.2011 μέχρι σήμερα. Τέλος, σε σχέση με την αναφορά της Ενάγουσας στην παράγραφο 13 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της επί το ότι θα δικαιούτο σε αυξημένες αποζημιώσεις για την παράνομη απόλυση της, παρατηρώ ότι δεν έχει προσκομιστεί σχετική προς τούτο μαρτυρία. Ως εκ τούτου και στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.816,23 πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού από 16.7.2013 μέχρι εξοφλήσεως πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €543,00 από 15.7.2011 μέχρι σήμερα. Επιπλέον, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.