← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «AGAS 5» ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΛΩΝΑΡΟΣ, Αρ. Αγωγής 6422/2015, 27/2/2018

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «AGAS 5» ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΛΩΝΑΡΟΣ, Αρ. Αγωγής 6422/2015, 27/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6422/2015 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ «AGAS 5» Ενάγουσας και ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΛΩΝΑΡΟΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ Μιχαήλ με κα Μιχαήλ Για Εναγόμενο: κ Ενταφιανός με κα. Ενταφιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση της Ενάγουσας για το ποσό των €1.312,00 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως η συνεισφορά - αναλογία του Εναγομένου για κοινόχρηστα έξοδα κοινόκτητης οικοδομής. Να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ Μιχαήλ δήλωσε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας μειώνεται σε €1.147,

  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι η Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας «Agas 5» η οποία βρίσκεται στην Λεωφόρο Τσερίου 164, Λευκωσία (στο εξής η «Πολυκατοικία»), δεόντως συσταθείσα δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και/ή των κανονισμών της Πολυκατοικίας, η οποία είναι κοινόκτητη οικοδομή. Η Ενάγουσα είναι, μεταξύ άλλων, επιφορτισμένη με την διαχείριση, έλεγχο, συντήρηση, καθαριότητα και είσπραξη καθορισμένων οφειλών (κοινοχρήστων) και/ή άλλων αναγκαίων δαπανών από τους ιδιοκτήτες και/ή κατόχους και/ή ενοίκους των διαμερισμάτων και καταστημάτων που βρίσκονται στην Πολυκατοικία. Τα κατά καιρούς καθοριζόμενα ποσά κοινοχρήστων και/ή άλλες αναγκαίες δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, καθορίζονται από την Ενάγουσα κατά κύριο μονάδας, κατ' αναλογία μεριδίου με βάση το εμβαδόν κάθε μονάδας ως ο Νόμος ορίζει. Τα δε μηνιαία κοινόχρηστα της Πολυκατοικίας αποτελούν το ελάχιστο ποσό για την λειτουργία, στοιχειώδη συντήρηση και εύρυθμη λειτουργία της Πολυκατοικίας, πλέον κάποιο πάγιο ταμείο για αντιμετώπιση εκτάκτων εξόδων και/ή καταστάσεων. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι από 1.1.2013 μέχρι σήμερα, ο Εναγόμενος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή είχε υπό τον έλεγχο του και/ή ήταν ο κάτοχος του διαμερίσματος με αρ. 201 στην Πολυκατοικία (στο εξής το «Διαμέρισμα»). Με βάση την ποσοστιαία αναλογία του μεριδίου του Διαμερίσματος, το πάγιο ποσό που καθορίσθηκε ως μηνιαία καταβλητέο από τον Εναγόμενο ανερχόταν σε €55,00 μηνιαίως μέχρι 1.3.2014, ενώ από 1.4.2014 μέχρι και σήμερα το ποσό μειώθηκε σε €47,00 μηνιαίως. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, για την κάλυψη έκτακτων εξόδων που αφορούσαν την επιδιόρθωση, συντήρηση ή βελτίωση της Πολυκατοικίας η Ενάγουσα απαίτησε σε 2 περιπτώσεις, ήτοι στις 15.5.2014 και 30.5.2014, την καταβολή επιπλέον ποσού ως έκτακτη δαπάνη κοινοχρήστων τα οποία αναλογούσαν στον Εναγόμενο σε: α) €38,00 για αγορά "Πάνελ Αποχετευτικού", και β) €28,00 για αγορά "Float switch". Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε ούτε τα μηνιαία κοινόχρηστα ούτε την έκτακτη δαπάνη κοινοχρήστων ως όφειλε με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των κοινοχρήστων που όφειλε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής να ανέρχεται σε €1.312,
  2. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς αρνείται την ύπαρξη και/ή σύσταση της Ενάγουσας και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατέστη κάτοχος του Διαμερίσματος κατά/ή περί τα μέσα του
  3. Εξ' όσων δε γνωρίζει, ως διαχειριστής της Πολυκατοικίας παρουσιάζεται κάποιος με το όνομα Φώτης, ο οποίος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Πολυκατοικία ούτε και εξουσία να ασκεί καθήκοντα διαχειριστή καθότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε Διαχειριστική Επιτροπή. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι κατά ή περί την 24.12.2014 ενοικίασε το Διαμέρισμα δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου σε κάποιο πρόσωπο επ' ονόματι Ανδρέα Καμούγιαρο, ο οποίος πρότεινε στον εν λόγω Φώτη να του καταβάλλει το ποσό των €25 μηνιαίως για τα κοινόχρηστα, πλην, όμως, αυτός αρνήθηκε να τα παραλαμβάνει, αξιώνοντας από αυτόν το ποσό των €50,- μηνιαίως. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι η Ενάγουσα τον ενημέρωσε για οποιαδήποτε κοινόχρηστα έξοδα και/ή την ύπαρξη πάγιου ταμείου και υποστηρίζει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι ένοικοι ουδέποτε έτυχαν οποιασδήποτε ενημέρωσης για τα μηνιαία κοινόχρηστα. Τέλος, ο Εναγόμενος αρνείται την κατ' ισχυρισμό οφειλή του και τις λεπτομέρειες αυτής και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και/ή το ποσό των €731 στην Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, ζητά την απόρριψη της αγωγής. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.12.2015 και με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε στις 6.2.2015, 31.5.2015 και 28.7.2017 κατατάσσεται στις υποθέσεις Ταχείας Εκδίκασης αφού το αντικείμενο της δεν υπερβαίνει το ποσό των €3,
  4. Σύμφωνα δε με τη Δ.30 Θ. 5, στα πλαίσια της αγωγής το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες σε σχέση με την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των δυο πλευρών. Έτσι, στις 12.12.2016 καταχωρήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας η Ένορκη Δήλωση του κ Παναγιώτη Μαραθοβουνιώτη, ενώ στις 20.1.2017 καταχωρήθηκε η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου, κ Κυριάκου Κλώναρου. Οι εν λόγω Ένορκες Δηλώσεις αποτέλεσαν την μαρτυρία των δύο πλευρών για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας και σε αυτές επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η Ένορκη Δήλωση του κ Μαραθοβουνιώτη (Μ.Ε.), ο οποίος, ως αναφέρει, είναι Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής από το 2010, αποτελεί κατά κύριο λόγο επανάληψη και υιοθέτηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης. Σε αυτήν αναφέρεται περαιτέρω ότι από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος είναι νόμιμος ιδιοκτήτης του Διαμερίσματος (το Πιστοποιητικό Έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση). Η δε Ενάγουσα συστάθηκε δεόντως δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών της Πολυκατοικίας (τα πρακτικά της πρώτης Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της Πολυκατοικίας ημερομηνίας 15.7.2010 τα οποία ειναι υπογραμμένα από τους παρόντες στη Γενική Συνέλευση ιδιοκτήτες διαμερισμάτων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο Β). Σε ότι αφορά στα κοινόχρηστα που αξιώνονται, ο κ Μαραθοβουνιώτης αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε το ύψος αυτών, τονίζοντας ότι κατά καιρούς έγιναν διάφορες πληρωμές χωρίς διαμαρτυρία. Ως Τεκμήριο Γ επισυνάφθηκε η αναλυτική κατάσταση χρεώσεων και πληρωμών που αφορά το Διαμέρισμα για την περίοδο 1.1.2011 - 1.2.
  5. Η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου επίσης αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό επανάληψη της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Σε αυτήν ο κ Κλώναρος εξακολουθεί να αγνοεί και να απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αφενός επί το ότι η Πολυκατοικία αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή αφετέρου σε σχέση με τη σύσταση της Διαχειριστικής Επιτροπής. Προβάλλει δε ότι ο Παναγιώτης Μαραθοβουνιώτης δεν τυγχάνει ιδιοκτήτης διαμερίσματος στην Πολυκατοικία ούτε πρόεδρος της Ενάγουσας. Καθήκοντα προέδρου της Ενάγουσας από τα τέλη περίπου του 2015 ασκεί κάποιος Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, ιδιοκτήτης του διαμερίσματος
  6. Εξ όσων δε είχε πληροφορηθεί, κατά τα μέσα του 2013 κάποιος κύριος ονόματι Φώτης παρουσιαζόταν ως διαχειριστής, παρόλο που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Πολυκατοικία. Ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε και τον ενημέρωσε οποιοσδήποτε περί ύπαρξης διαχειριστικής επιτροπής. Αγόρασε το Διαμέρισμα περί τα μέσα του 2013, πλην, όμως, αυτό περιήλθε στην κατοχή του κατά ή περί τα μέσα του 2014 λόγω του ότι η πωλήτρια εταιρεία το είχε ήδη ενοικιασμένο, ενώ τα κοινόχρηστα καταβάλλονταν από τον ενοικιαστή. Ο ίδιος ενοικίασε το Διαμέρισμα κατά ή περί την 24.12.2014 δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση) σε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Ανδρέας Καμμούγιαρος, ο οποίος του ανέφερε ότι ο εν λόγω κύριος Φώτης του ζήτησε να του καταβάλλει το ποσόν των €50 το μήνα για κοινόχρηστα, με αυτόν να προτείνει το ποσό των €
  7. Ο κ Κλώναρος περαιτέρω αναφέρει ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιαδήποτε κοινόχρηστα έξοδα ή για την ύπαρξη πάγιου ταμείου, ενώ δεν αναρτούσε σε οποιοδήποτε μέρος της πολυκατοικίας κατάσταση μηνιαίων κοινοχρήστων εξόδων και την επιβολή τους στους ενοίκους. Για πρώτη φορά έλαβε γνώση ότι οφείλει δήθεν κοινόχρηστα με την καταχώρηση της αγωγής. Αποτέλεσε, επίσης, θέση του Εναγόμενου ότι ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό για κοινόχρηστα, ο δε ενοικιαστής του Διαμερίσματος καταβάλλει κοινόχρηστα εκ €25 μηνιαίως στον Κωνσταντίνο Χριστοδούλου, ο οποίος ασκεί καθήκοντα Προέδρου της Ενάγουσας από τα τέλη του
  8. Επαναλαμβάνει ότι η Ενάγουσα δεν τον ενημέρωσε ποτέ για θέματα κοινοχρήστων, ούτε τον κάλεσε να πληρώσει οτιδήποτε που αφορούσε σε αυτά. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι από τα τέλη του 2015 το κοινόχρηστο ηλεκτρικό ρεύμα πληρώνεται από τον Κωνσταντίνο Χριστοδούλου, παρά το γεγονός ότι ο λογαριασμός εκδίδεται στο όνομα της εργοληπτικής εταιρείας Klonaros & Koliandrs Developments Ltd (αντίγραφο του λογαριασμού και της απόδειξης πληρωμής της Α.Η.Κ. επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου). Παράλληλα, αναφέρει ότι από τα μέσα του 2015 και μετά, η Ενάγουσα και ο εν λόγω Παναγιώτης Μαραθοβουνιώτης δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό για την συντήρηση του ανελκυστήρα (κατάσταση λογαριασμού συντήρησης του ανελκυστήρα επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο Γ). Μετά την καταχώρηση των πιο πάνω Ενόρκων Δηλώσεων, το Δικαστήριο έδωσε άδεια στις δυο πλευρές ώστε να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες, καθορίζοντας τον χρόνο της αντεξέτασης σε 20 λεπτά σύμφωνα και με τις πρόνοιες της Δ.30 Θ. 7(ε) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντεξεταζόμενος ο κ Μαραθοβουνιώτης υποστήριξε ότι η Πολυκατοικία είναι κοινόκτητη οικοδομή αφού αποτελείται από 7 μονάδες. Ερωτηθείς αναφορικά με το ύψος του ποσού που χρεώνεται για κοινόχρηστα έξοδα, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι τα ποσά που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή και την Ένορκη Δήλωσή του, καθορίστηκαν με απόφαση των ιδιοκτητών του 51% της κοινόκτητης ιδιοκτησίας. Ως προς την συλλογή των κοινόχρηστων εξόδων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή γίνεται είτε με πληρωμή σε μετρητά και την ταυτόχρονη έκδοση τριπλότυπης απόδειξης από τον εισπράκτορα της Ενάγουσας κ Φώτη Μαραθοβουνιώτη, είτε με κατάθεση στο λογαριασμό της Ενάγουσας που αναφέρεται στο Τεκμήριο Β. Αναφορικά με τα έκτακτα έξοδα και την αναλογία η οποία απαιτείται από τον Εναγόμενο, ο κ Μαραθοβουνιώτης κατέθεσε ότι δεν λήφθηκε απόφαση από την Διαχειριστική Επιτροπή καθότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, ενώ πρόσθεσε ότι η πληρωμή των συγκεκριμένων εξόδων δεν μπορούσε να καλυφθεί από το πάγειο ταμείο λόγω της μη συστηματικής καταβολής των κοινοχρήστων από τον Εναγόμενο. Τέλος, ο κ. Μαραθοβουνιώτης κατέθεσε ότι αναλυτική κατάσταση των εσόδων και εξόδων της Διαχειριστικής Επιτροπής κοινοποιείτο κάθε μήνα. Οι δε θέσεις της υπεράσπισης που υποβλήθηκαν στον κ Μαραθοβουνιώτη μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: - Δεν έχει συσταθεί Διαχειριστική Επιτροπή σύμφωνα με το Νόμο. - Ο μάρτυρας δεν ήταν ούτε Πρόεδρος ούτε Μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής. - Τα Τεκμήρια Β και Γ είναι κατασκευασμένα. - Το Τεκμήριο Β δεν κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. - Οι χρεώσεις στις οποίες προέβηκε η Ενάγουσα είναι αυθαίρετες. Κατά την αντεξέταση του, ο κ Κλώναρος υποστήριξε ότι αγόρασε το Διαμέρισμα το καλοκαίρι του 2013 και έλαβε κατοχή περί τα τέλη του
  9. Επέμεινε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι δεν έχει υπογράψει οτιδήποτε με το οποίο να συναινεί στον διορισμό του Παναγιώτη Μαραθοβουνιώτη ως Διαχειριστή της Πολυκατοικίας. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας και Ευρήματα του Δικαστηρίου Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Πράττω δε τούτο λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας και δεν διαφεύγουν την προσοχής μου οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλέπε Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (βλέπε Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Καταθέτωντας στο Δικαστήριο, ο κ Μαραθοβουνιώτης άφησε πολύ θετική εντύπωση για τη σαφήνεια και σταθερότητα των θέσεων του. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας και επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα Τεκμήρια Β και Γ παρατηρώ ότι ο μάρτυρας της Ενάγουσας έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν πρόκειται για κατασκευασμένα έγγραφα, ως η θέση της υπεράσπισης, καθώς επίσης ότι αποτυπώνουν την πραγματική και αληθινή εικόνα. Το δε γεγονός της αναφοράς της ημερομηνίας 22.7.2010 στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου Β δεν υποδηλώνει μη αυθεντικότητα των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης που έλαβε χώρα στις 15.7.2010 αλλά, όπως εκεί υποδεικνύεται, ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία τα πρακτικά τοποθετήθηκαν κάτω από τις εισόδους των διαμερισμάτων. Ο μάρτυρας της Ενάγουσας δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε την καλύτερη των εντυπώσεων. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από γενικότητα, αοριστία αλλά και συγκρουόμενες, επί του ιδίου θέματος, θέσεις. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που ενώ η βασική του θέση, τόσο δικογραφικά όσο και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ήταν ότι δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της Ενάγουσας, τη σύσταση της, το δικαίωμα της να χρεώνει και εισπράττει κοινόχρηστα, τα μέλη της και ειδικότερα τον Πρόεδρο της και/ή το πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως εισπράκτορας εκ μέρους της, από την άλλη και σε πλήρη σύγκρουση με τις βασικές αυτές θέσεις του, προώθησε ισχυρισμούς οι οποίοι συνάδουν με υποχρέωση καταβολής κοινοχρήστων προς την Ενάγουσα συγκεκριμένου ύψους πλην, όμως, σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι στον Κωνσταντίνο Χριστοδούλου, στον οποίο αποδίδει την ιδιότητα του Προέδρου της Ενάγουσας (ισχυρισμός που εν πάση περιπτώση δεν δικογραφείται). Επίσης, και πάλι σε σύγκρουση με τις πιο πάνω αρχικές θέσεις του, ο Εναγόμενος προώθησε και τον ισχυρισμό ότι το πρόσωπο που διαμένει στο Διαμέρισμα υπέβαλε πρόταση προς τον κατά τα άλλα μη εξουσιοδοτημένο εισπράκτορα (Φώτη) της Ενάγουσας για να καταβάλει μειωμένα (σε σύγκριση με τα απαιτούμενα) κοινόχρηστα στην Ενάγουσα. Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα του πως είναι δυνατόν οι τελευταίες αυτές θέσεις του Εναγόμενου να συμβαδίζουν με τον ισχυρισμό του επί το ότι ουδέποτε ήρθε σε γνώση του η όποια απαίτηση της Ενάγουσας για καταβολή κοινοχρήστων σε σχέση με το Διαμέρισμα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος απαντούσε ανάλογα με το τι θεωρούσε ο ίδιος ότι βόλευε την υπόθεση του τη δεδομένη στιγμή και όχι με πρόθεση να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Ενδεικτικές της μόλις πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και οι αναφορές του Εναγόμενου κατά την αντεξέταση του με τις οποίες αναγνωρίζει άμεσα και σαφώς την ιδιότητα του κ Μαραθοβουνιώτη ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής (για συγκεκριμένο έστω χρονικό διάστημα)[1], και οι οποίες συγκρούονται μετωπικά με τους πιο πάνω αρχικούς ισχυρισμούς του. Σε πλήρη διάσταση με τις πιο πάνω αρχικές θέσεις του Εναγομένου, είναι και το περιεχόμενο της Κατάστασης Λογαριασμού που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση του, το οποίο παρουσιάζει τον κ Μαραθοβουνιώτη ως το πρόσωπο που μέσω επιταγών κατέβαλε χρήματα σε σχέση με οφειλές της Ενάγουσας (βλέπε αναφορές για πληρωμές στις 10.2.2015 και 8.6.2015 από «P. Marathovouniotis»). Σε γενικότερο πλαίσιο, η μαρτυρία του Εναγόμενου, ως ανέφερα και πιο πάνω, χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και υπεκφυγές, με απώτερο σκοπό την αποφυγή παραδοχής οποιωνδήποτε εκ των θέσεων της Ενάγουσας ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές αφορούν σε αληθείς ισχυρισμούς. Στη βάση, λοιπόν, των πιο πάνω, στο βαθμό που η μαρτυρία του Εναγόμενου συγκρούεται με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία αυτή απορρίπτεται. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του κ Μαραθοβουνιώτη για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, το Δικαστήριο εξάγει ανάλογα ευρήματα τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης. Χρόνος Αντεξέτασης Προτού προχωρήσω στην ουσία της υπόθεσης κρίνω ορθό να σχολιάσω τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης η οποία προωθήθηκε μετά το πέρας της αντεξέτασης του κ Μαραθοβουνιώτη αλλά και στο στάδιο των αγορεύσεων και αφορά το ότι ο Εναγόμενος δεν έτυχε της καλύτερης δυνατής υπεράσπισης και συνακόλουθα δίκαιης δίκης καθότι ο χρόνος που του παρασχέθηκε για σκοπούς αντεξέτασης ήταν περιορισμένος. Σε σχέση με το θέμα αυτό παρατηρώ καταρχήν ότι η αντεξέταση του κ Μαραθοβουνιώτη επιτράπηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) σύμφωνα με διάταγμα ημερομηνίας 2.2.2017, όπου ο χρόνος αντεξέτασης καθορίστηκε σε 20 λεπτά, το οποίο διάταγμα δεν προσβλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο επέτρεψε στον κ Ενταφιανό να ολοκληρώσει την αντεξέταση του παραχωρώντας του χρόνο δέκα ακόμα λεπτών (συνολικός χρόνος αντεξέτασης 30 λεπτών). Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και βαθμό πολυπλοκότητας της υπόθεσης, την έκταση και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του κ Μαραθοβουνιώτη, τις πρόνοιες της Διαταγής 30 ως αυτή έχει πρόσφατα τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις οποίες η αντεξετάση ενός μάρτυρα στα πλαίσια εκδίκασης υπόθεσης ταχείας εκδίκασης επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και για περιορισμένο χρόνο, όπως επίσης τον χρόνο που παραχωρήθηκε στον κ Ενταφιανό για σκοπούς αντεξέτασης, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν αποστερήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο. Κρίνω ορθό να επισημάνω ότι το Δικαστήριο δεν έχει μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να θέτει χρονικούς περιορισμούς κατά τη δίκη για διεκπεραίωση αντεξέτασης (όπως και κυρίως εξέτασης και επανεξέτασης), όταν μάλιστα διαπιστώνει ότι οι ερωτήσεις είναι άσκοπες και γενικώς εκτός πλαισίων (βλέπε Ορνιθάρης ν. Τμήματος Δημοσίων Έργων κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A37, Πολιτική Έφεση αρ. 232/2010, απόφαση ημερομηνίας 21.1.2014). Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να διατηρεί τον έλεγχο της δίκης και να φροντίζει ώστε να μην σπαταλείται άσκοπα πολύτιμος δικαστικός χρόνος (βλέπε R. v. Ptohopoulos
(1968)52 Cr App R 47 και Στυλιανίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 158/2011, απόφαση ημερομηνίας 9.9.2013), όπως έπραξε και στην προκειμένη περίπτωση. Σημειώνω, τέλος, ότι τα όσα προβάλει ο κ Ενταφιανός με εντελώς αδόκιμο τρόπο στην γραπτή του αγόρευση επιχειρηματολογώντας ότι κακώς το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την υποβολή συγκεκριμένων ερωτήσεων κατά την αντεξέταση του μάρτυρα της Ενάγουσας δεν χρήζουν συζήτησης ή εξέτασης στο στάδιο αυτό. Εκπροσώπηση Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά του Εναγόμενου είναι πως δεν έχει διευκρινιστεί μέχρι σήμερα ποιος δικηγόρος εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και ποιος δικαιούται να την εκπροσωπήσει. Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στο ότι ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε από τον δικηγόρο Μιχάλη Μιχαήλ, ο οποίος και χειρίστηκε την υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία, η Ένορκη Δήλωση του κ Μαραθοβουνιώτη καταχωρήθηκε στις 12.12.2016, από τους δικηγόρους Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Η έλλειψη της δέουσας ειδοποίησης και/ή κατάλληλου διοριστηρίου επενεργεί, κατά την άποψη του κ Ενταφιανού, ως εμπόδιο για το Δικαστήριο σε σχέση με την ακρόαση των επηρεαζόμενων διαδίκων και της υπόθεσης γενικότερα, και έχει ως αποτέλεσμα την «μόλυνση» της δικαστικής διαδικασίας. Σε σχέση με το θέμα αυτό κρίνω ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Παρατηρώ, καταρχήν, ότι η Δ.16 Θ. 11 στην οποία κάνει αναφορά ο κ Ενταφιανός δεν βρίσκει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Richmond v. Branson & Son [1914] 1 Ch 968, το ζήτημα της εξουσιοδότησης δικηγόρου δεν εξετάζεται παρά μόνο στα πλαίσια του κατάλληλου διαδικαστικού διαβήματος, ήτοι αίτησης από ενδιαφερόμενο διάδικο για αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης εξουσιοδότησης, κάτι το οποίο δεν έγινε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Παρομοίως, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της ΑΗΚ και εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, απόφαση ημερομηνίας 24.2.2016, εκεί όπου η πλευρά του εναγόμενου θέτει θέμα εξουσιοδότησης του δικηγόρου του ενάγοντα, θα πρέπει να εγείρει το ζήτημα έγκαιρα και δεόντως και να λάβει μέτρα χωρίς καθυστέρηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά του Εναγόμενου ανέφερε μεν στην παράγραφο 1 της Ένορκης Δήλωσης του κ Κλώναρου το ζήτημα αυτό, παρόλα αυτά προχώρησε και ζήτησε την αντεξέταση του κ Μαραθοβουνιώτη και δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο ώστε να ανασταλεί η διαδικάσια. Ως εκ τούτου, το ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Νομική Ανάλυση και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Έχοντας προβεί στην πιο πάνω ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης επι το ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή, καθότι δεν πρόκειται περί υπαρκτού φυσικού ή νομικού προσώπου. Είναι γεγονός ότι η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση (βλέπε K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 689). Έχει, ωστόσο, νομολογηθεί ότι η αμφισβήτηση της ύπαρξης του ενάγοντα χωρεί μόνο προδικαστικά, με τον προβλεπόμενο από τη Δ.27 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τρόπο, καθώς και ότι το ορθό δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου, παρέχεται από τη Διαταγή 27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Sartas Importers -Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1 Α.Α.Δ.446, Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 73 και Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Συντάξεων (πιο πάνω)). Όπως υποδείχθηκε στη Lioufis (πιο πάνω), η ύπαρξη του ενάγοντα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων, εφόσον η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων, και το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοια αίτηση δεν καταχωρήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, για σκοπούς πληρότητας, είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του Μέρους ΙΙΑ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο αφορά κοινόκτητες οικοδομές. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της και η Διαχειριστική Επιτροπή συνίσταται και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΑ και σχετικών Κανονισμών που θα συντάξουν οι κύριοι μονάδων. Το άρθρο 38ΚΣτ προνοεί μεταξύ άλλων ότι η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων και θα ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη οικοδομή. Το δε άρθρο 38ΚΖ καθορίζει τις υποχρεώσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής, ενώ στο άρθρο 38ΚΗ προνοείται ότι μεταξύ των εξουσιών της Επιτροπής είναι να διατηρεί ταμείο για τα έξοδα διαχείρισης της οικοδομής, να καθορίζει από καιρό σε καιρό τα ποσά που πρέπει να εισπράττονται για τη διαχείριση της οικοδομής, να εισπράττει τα καθορισμένα με τον τρόπο αυτό ποσά με την επιβολή συνεισφοράς στους κυρίους των μονάδων δυνάμει του άρθρου 38ΙΑ και να ανακτά με αγωγή από τον κύριο μονάδας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που δαπανήθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή για επιδιορθώσεις ή εργασίες που έγιναν. Επιπρόσθετα, με βάση τα άρθρα 38Β και 38ΛΑ του Κεφ. 224, όταν οικοδομή αποτελείται από πέντε τουλάχιστον μονάδες, αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή η οποία πρέπει να εγγραφεί ως τέτοια στο Κτηματικό Μητρώο. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ Μαραθοβουνιώτης ανέφερε ότι η Πολυκατοικία αποτελείται από 7 μονάδες με τρόπο ώστε με βεβαιότητα να προκύπτει ότι αυτή αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή εν τη εννοία του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΑ, όταν δεν γίνει εγγραφή Κανονισμών δυνάμει του άρθρου 38Κ, οι πρότυποι Κανονισμοί που εκτίθενται στο Παράρτημα του Κεφ. 224 θα λογίζονται ως οι εγγεγραμμένοι Κανονισμοί αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών της Πολυκατοικίας ημερομηνίας 15.7.2010 (βλέπε Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση του κ Μαραθοβουνιώτη), κατά την εν λόγω ημερομηνία αποφασίστηκε η σύσταση Διαχειριστικής Επιτροπής και εκλέγηκαν τα μέλη αυτής, καθορίζοντας τον Πρόεδρο, Γραμματέα και Ταμία αυτής. Τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο Β δεν αποτελούν Κανονισμούς αλλά πρακτικά, και ως εκ τούτου στην απουσία εγγραφής οποιωνδήποτε κανονισμών, ισχύουν οι Πρότυποι Κανονισμοί ως παρατίθενται στο Παράρτημα του Κεφ. 224. Η δε κατάθεση των πρακτικών ημερομηνίας 15.7.2010 στα μητρώα του Κτηματολογίου δεν ήταν με οποιοδήποτε τρόπο αναγκαία ή επιβεβλημένη. Το γεγονός ότι ο κ Μαραθοβουνιώτης ο οποίος ορίστηκε ως Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής ουδέποτε υπήρξε κύριος μονάδας στην Πολυκατοικία ουδόλως επηρεάζει το νόμιμο της σύστασης της Επιτροπής αφού με βάση τον Κανονισμό 37 των Πρότυπων Κανονισμών (Πίνακας Α του Κεφ. 224), μόνο εάν τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής δεν υπερβαίνουν τα δύο, θα πρέπει να είναι κύριοι μονάδων. Με βάση τα όσα καταγράφονται πιο πάνω, τα μέλη της Επιτροπής ήταν τρία, με τρόπο ώστε να ήταν επιτρεπτή και η συμμετοχή του κ Μαραθοβουνιώτη, ο οποίος δεν ήταν κύριος μονάδας στην Πολυκατοικία. Παρατηρώ, τέλος, ότι η μη εγγραφή της Πολυκατοικίας ως κοινόκτητη οικοδομή δεν καθιστά την Ενάγουσα ανύπαρκτη αφού μια τέτοια εγγραφή δεν είναι απαραίτητη για το σκοπό αυτό με βάση τις διατάξεις του Κεφ. 224. Όπως, άλλωστε, υποδείχθηκε στην υπόθεση Ταλιάνου ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 Α.Α.Δ. 102, η εκ του Νόμου συγκρότηση διαχειριστικής επιτροπής αποτελεί αφ΄εαυτής στοιχείο νομιμοποιητικό της Διαχειριστικής Επιτροπής ως ενάγουσας. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, λοιπόν, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει συσταθεί νόμιμα και σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και των κανονισμών. Στο σημείο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η απόφαση της ημερομηνίας 15.7.2010 που αφορούσε στον καθορισμό του ποσού των μηνιαίων κοινοχρήστων και ακολούθως τη συνεισφορά του κάθε κύριου μονάδας λήφθηκε ορθά και σύμφωνα με τις πρόνοιες των Πρότυπων Κανονισμών που ίσχυαν. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 38ΙΑ, οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδόν κάθε μονάδας. Σύμφωνα δε με τον ορισμό που αποδίδεται στον όρο «κύριος μονάδας» στο άρθρο 38Α του Νόμου, αυτός είναι ο κύριος, χωρίς στον ορισμό να περιλαμβάνεται ο κάτοχος αυτής. Μελετώντας τα πρακτικά ημερομηνίας 15.7.2010 διαπιστώνεται ότι η απόφαση λήφθηκε από τους ιδιοκτήτες 3 εκ των 7 μονάδων της Πολυκατοικίας. Ως δε ανέφερε ο κ Μαραθοβουνιώτης, τα πρόσωπα αυτά ήταν ιδιοκτήτες του 51% επί της κοινόκτητης οικοδομής, με τρόπο ώστε η απόφαση να λήφθηκε νόμιμα και ορθά και σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κανονισμού 20 των Πρότυπων Κανονισμών που ίσχυαν τη δεδομένη στιγμή, ο οποίος προβλέπει ότι για τη λήψη απόφασης χρειάζεται απαρτία από πρόσωπα στα οποία ανήκει τουλάχιστον το 50% της κοινόκτητης οικοδομής. Η θέση του κ Ενταφιανού για αναγκαιότητα απαρτίας 75% δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού το συγκεκριμένο ποσοστό απαρτίας είναι αναγκαίο για σκοπούς τροποποίησης Κανονισμών σύμφωνα με τα άρθρο 38ΙΘ, ενώ δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Παρομοίως, η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης στη σελίδα 9 της αγόρευσης του σε σχέση με την παρουσία ιδιοκτητών περιουσίας ποσοστού 44% στην εν λόγω συνέλευση, δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήσης από το Δικαστήριο αφού συνιστά θέση συνηγόρου και όχι μαρτυρία, χωρίς, ωστόσο, να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η θέση αυτή του συνηγόρου εδράζεται επί συλλογιστικής του στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικού υλικού. Αυτό, όμως, δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι δεν είναι δυνατόν, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί η συγκεκριμένη εκδοχή (περί παρουσίας του 44% μόνο) όχι μόνο δεν προωθήθηκε από οποιωνδήποτε εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αντίθετα η θέση του κ Μαραθοβουνιώτη περί απαρτίας, ήτοι παρουσίας ιδιοκτητών του 51%, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, όπως ούτε τέθηκε στον συγκεκριμένο μάρτυρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του οποιαδήποτε σχετική υποβολή (βλέπε Frederickou Schools Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc
(2000)1 Α.Α.Δ. 1382). Η πιο πάνω απόφαση αυτή δεσμεύει τους κυρίους των μονάδων ανεξαρτήτως της παρουσίας τους κατά την εν λόγω συνέλευση. Παρομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 38Λ του Κεφ. 224, μια τέτοια απόφαση δεσμεύει όλους τους κυρίους μονάδων είτε είναι κύριοι μονάδας κατά το χρόνο λήψης της απόφασης είτε έγιναν κύριοι μονάδας μετά από αυτήν. Στη βάση των πιο πάνω, ως ιδιοκτήτης του Διαμερίσματος και κατ' επέκταση ως κύριος μονάδας, ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση για καταβολή του καθορισμένου ποσού κοινοχρήστων και τούτο ανεξαρτήτως του κατά πόσον ο ίδιος είχε κατοχή αυτού ή όχι. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 13
(1)των Πρότυπων Κανονισμών, όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των κυρίων που απορρέουν από τις διατάξεις των Κανονισμών αυτών θα συνεχίζουν να ανήκουν και να βαρύνουν τον κύριο κάθε μονάδας, είτε τη μονάδα κατέχει ή χρησιμοποιεί ο κύριος της μονάδας ή οποιοδήποτε πρόσωπο που αντλεί τα δικαιώματα του από τον κύριο αυτό είτε όχι. Αν, μάλιστα, κάποια μονάδα παραμένει αχρησιμοποίητη ή κενή για οποιαδήποτε χρονική περίοδο, ο κύριος θα παραμένει υπεύθυνος για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του και για την καταβολή των εξόδων που αναλογούν στη μονάδα του, όπως καθορίζεται στους Κανονισμούς αυτούς. Ερχόμενη στα ποσά τα οποία αξιώνονται από την Ενάγουσα παρατηρώ καταρχήν ότι σύμφωνα με την αναλυτική Κατάσταση Λογαριασμού που αφορά στο Διαμέρισμα, κατά την 1.1.2013, οπότε και ο Εναγόμενος κατέστη ιδιοκτήτης και κύριος αυτού, υπήρχε υπόλοιπο εκ €165,00, to oποίο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια αυτά. Σε σχέση με τις υπόλοιπες καταχωρήσεις, παρατηρώ ότι από την αποδεκτή μαρτυρία του κ Μαραθοβουνιώτη διαφάνηκε και αποδείχθηκε το ύψος των χρεώσεων σε σχέση με τα μηνιαία κοινόχρηστα, ενώ το ύψος των πληρωμών που έγιναν όπως και η διενέργεια αυτών δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Άρα, με απλές μαθηματικές προτάσεις προκύπτει ότι ο Εναγόμενος οφείλει το ποσό των €1.081,00 αναφορικά με την αναλογία κοινοχρήστων του Διαμερίσματος για την περίοδο 1.1.2013-1.12.2015. Ως προς την ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος κατέστη κύριος του Διαμερίσματος, περιορίζομαι να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης στην παράγραφο 1(γ) αυτής επί το ότι ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης από 1.1.2013 δεν αμφισβητείται στην Έκθεση Υπεράσπισης, όπου, βέβαια, προβάλλεται ότι έλαβε κατοχή περί τα μέσα του 2014. Σε ότι αφορά στα ποσά των €38,00 και €28,00 ως η αναλογία του Εναγόμενου για panel αποχετευτικού και float switch, κρίνω ότι στην απουσία οποιασδήποτε απόφασης της Ενάγουσας ως προς τούτα (βλέπε άρθρο 38ΚΗ
(2)του Κεφ. 224) και/ή οποιουδήποτε στοιχείου που να αποδεικνύει την καταβολή των πιο πάνω ποσών, αυτά δεν μπορούν να επιδικαστούν εναντίον του Εναγόμενου. Και τούτο σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας που επιβάλλουν αυστηρή απόδειξη των ειδικών ζημιών (βλέπε Κούνουνα κ.ά ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126 και KEO PLC v. Χριστάκη Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010, απόφαση ημερομηνίας 22.5.2012). Σημειώνεται, τέλος, ότι παρά το γεγονός ότι με την αγωγή της Ενάγουσας αξιώνονταν κοινόχρηστα από 1.1.2016 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, τέτοια απαίτηση δεν προωθήθηκε τελικά (βλέπε παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης του κ Μαραθοβουνιώτη και σελίδα 16 της Γραπτής Αγόρευσης του κ Μιχαήλ). Ως εκ τούτου, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.081,00 με νόμιμο τόκο επί αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] (i) Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι «όταν σταμάτησε τα καθήκοντα του ο Ενάγοντας (υπονοώντας τον Μ.Ε.), αποφασίστηκε στην Πολυκατοικία, 3-4 άτομα, και ανέλαβε να εισπράττει ο Κωνσταντίνος Χριστοδούλου τα κοινόχρηστα.» (ii) Επίσης, στα πλαίσια της αντεξέτασης του ανέφερε τα ακόλουθα: «Εγώ πριν που ήταν ο κ Μαραθοβουνιώτης δεν ασχολούμουν με τούτα τα θέματα για διαχειριστές...» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.