DICKRAN OUZOUNIAN & CO LTD ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 99/2011, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 99/2011 Μεταξύ: DICKRAN OUZOUNIAN & CO LTD, από τη Λευκωσία. Ενάγουσα -και- ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία. Εναγομένη Ημερομηνία: 30 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Ο κ. Ιακώβου Για Εναγόμενη: Ο κ. Τυλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €6,647.98 ως «αντιπροσωπεύον τη συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή των Εναγόντων για επιδιορθώσεις που διενήργησαν στο υπ.αρ.ΚRP 476, αυτοκίνητο, κατόπιν οδηγιών, εντολής και συμφωνίας με τους Εναγόμενους». Οι δικογραφημένες θέσεις Η δικογράφηση της Ενάγουσας Στον βαθμό που αφορά σε υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζεται ότι περί τον Ιανουάριο ‑ Φεβρουάριο του έτους 2009, κατόπιν εντολής και/ή συμφωνίας με την Εναγόμενη, προέβη στην επιδιόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν συνεπεία ατυχήματος στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRP 476, το οποίο ήταν ασφαλισμένο από την Εναγόμενη, ούσα ασφαλιστική εταιρεία, για περιεκτική κάλυψη. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη είχε αναλάβει έναντι του ιδιοκτήτη του οχήματος την ευθύνη αποκατάστασης των προκληθέντων ζημιών και τούτο συνεπεία των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου που σύναψε με αυτόν και κατ' επέκταση ανέθεσε (η Εναγόμενη) στην Ενάγουσα την επιδιόρθωση των ζημιών, αναλαμβάνοντας προς την τελευταία την υποχρέωση να της καταβάλει το κόστος τους. Η Ενάγουσα, παρέδωσε το ρηθέν όχημα πλήρως επιδιορθωμένο στον ιδιοκτήτη του και παρά το ότι κάλεσε, τόσο γραπτώς, όσο και προφορικώς την Εναγόμενη για να καταβάλει το κόστος επιδιόρθωσης, η τελευταία παρέλειψε να πράξει τούτο. Για τους λόγους αυτούς κίνησε την υπό εξέταση αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Δικογράφηση Εναγόμενης Η Εναγόμενη, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αρνείται την ύπαρξη της επικαλούμενης στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνίας και/ή από πλευράς της εντολής για την επιδιόρθωση των ζημιών. Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού της αυτού, προωθεί τη θέση ότι, το ατύχημα, στα πλαίσια του οποίου προκλήθηκαν οι ζημιές, επεσυνέβη λόγω προβλήματος και/ή ελαττώματος που παρουσίασε το επίδικο όχημα, και δη «παλάρισμα» και/ή ανάπτυξη των στροφών της μηχανής χωρίς την προγενέστερη χρήση «του πατιδιού της βενζίνης». Ισχυρίζεται, ακριβώς, ότι, για την ύπαρξη του μηχανικού αυτού προβλήματος, η Εναγόμενη ήταν ενήμερη από την οδηγό του οχήματος προτού επιχειρηθούν οι οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις σε αυτό και ότι, συνεπεία τούτου, αρνήθηκε να αναλάβει τη δαπάνη για την επιδιόρθωση του. Τελική δικογράφηση της Ενάγουσας Με το δικόγραφο της Απάντησης, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και σημειώνει ότι η μοναδική συμβατική σχέση των διαδίκων της παρούσας αγωγής, σε σχέση πάντα με το επίδικο όχημα, περιορίζεται στην εντολή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα για επιδιόρθωση των ζημιών. Ως προς δε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος, η ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι αποτελεί κοινό τόπο των δύο πλευρών ότι τούτο ανήκει στους πελάτες της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα προωθεί τη θέση ότι, η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να προβάλλει οποιαδήποτε παράπονα για την κατάσταση και/ή γενικότερα για την όποια ισχυριζόμενη δυσλειτουργία του οχήματος. Η Ενάγουσα, επίσης, ισχυρίζεται ότι, συνεπεία των όρων του συμβολαίου ασφάλισης μεταξύ της Εναγόμενης και των πελατών της/ιδιοκτητών του επίδικου οχήματος, οφείλει και έχει καθήκον να καλύψει τη ζημιά του οχήματος και είναι επί τη βάση αυτής της υποχρέωσης και καθήκοντός της, που ανέθεσε στην Ενάγουσα την επιδιόρθωση των ζημιών χωρίς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, να εκφράσει οποιανδήποτε διαφωνία της. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, η πρώτη φορά που η Εναγόμενη αρνήθηκε την καταβολή του κόστους της επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματος, ήταν στις 7.7.2009, και δη επτά μήνες μετά το ατύχημα. Τέλος, η Ενάγουσα, πάντα μέσω της Απάντησής της, απορρίπτει κάθε ισχυρισμό περί ελαττωματικότητας του οχήματος και κάθε σχετικό με αυτήν παρεμφερή ισχυρισμό της Εναγόμενης, προβάλλοντας τη θέση ότι, η απόφαση της Εναγόμενης να μην καταβάλει σε αυτήν το κόστος της επιδιόρθωσης των ζημιών, είναι το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων της, με μόνο σκοπό την αποφυγή των ευθυνών της. Ακροαματική διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Φοίβο Σολομωνίδη (ΜΕ1) και τον Χάρη Ζερταλή (ΜΕ2). Από πλευράς της Εναγόμενης κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Ειδικότερα, ο Ανδρέας Τυλλής (ΜΥ1), ο Άλκης Οικονομίδης (ΜΥ2) και ο Βαγγέλης Καραβόλιας (ΜΥ3). Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, τόσο με διάφορες τοποθετήσεις των μαρτύρων των πλευρών, όσο και με σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων τους, διευκρινίστηκε ότι, μοναδικό επίδικο ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το κατά πόσο οι διάδικοι, μέσω σχετικής εντολής της Εναγόμενης, συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα επιδιορθώσει τις ζημιές του επίδικου οχήματος και η πρώτη αναλάβει την καταβολή του κόστους των στην τελευταία. Διευκρινίστηκε επίσης ότι, η οποιαδήποτε αναφορά (είτε δικογραφική, είτε μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης) περί μηχανικής ή άλλως πως ελαττωματικότητας και/ή επικινδυνότητας του επίδικου οχήματος, δεν είναι ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί, ούτε και είναι λόγος για να αποφύγει η Εναγόμενη τις όποιες ευθύνες της έναντι της Ενάγουσας στη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ανέλαβε την ευθύνη καταβολής του κόστους της επιδιόρθωσης των ζημιών, και ότι, το ζήτημα αυτό προβάλλεται από τη πρώτη, απλά ως υπόβαθρο για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό της ότι ουδέποτε έδωσε εντολή στην Ενάγουσα για να προχωρήσει στις ρηθείσες επιδιορθώσεις. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή της Ενάγουσας Μέσω του ΜΕ1, η Ενάγουσα προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη, δια του ΜΥ3, ο οποίος, κατά το ΜΕ1, επισκέφθηκε το συνεργείο της Ενάγουσας καθ' ον χρόνο το επίδικο όχημα βρισκόταν εκεί (πριν αρχίσουν οι όποιες εργασίες επιδιόρθωσης των ζημιών του), έδωσε ρητή εντολή στους εκπροσώπους της τελευταίας για επιδιόρθωση των ζημιών χωρίς να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμα ή να προβάλει οποιανδήποτε θέση περί ελαττωματικότητας του οχήματος, αναλαμβάνοντας έτσι, εκ μέρους της Εναγόμενης, την ευθύνη καταβολής του κόστους των. Μέσω δε του ΜΕ2, η Ενάγουσα προωθεί και τη θέση ότι η Εναγόμενη, δια του ΜΥ2, ο οποίος επισκέφθηκε το συνεργείο του ΜΕ2, καθ' ον χρόνο το όχημα βρισκόταν εκεί για επιδιόρθωση των ζημιών που σχετίζονται με την ειδικότητα του τελευταίου, έδωσε εκ νέου εντολή προς την Ενάγουσα για επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος. Είναι επί τη βάση των δύο αυτών ισχυριζόμενων ρητών εντολών της Εναγόμενης και των επακόλουθων ενεργειών και/ή παραλείψεών της, που η Ενάγουσα προχώρησε και επιδιόρθωσε τις ζημιές, θεωρώντας ως υπεύθυνη για την καταβολή του κόστους των την πρώτη, πλην φυσικά του ποσού εκείνου που δεν καλύπτετο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (excess), το οποίο ανέρχετο στο ποσό των €170, και το οποίο και εισέπραξε από τους ιδιοκτήτες του οχήματος κατά την ημέρα παραλαβής του από το συνεργείο της. Η εκδοχή της Εναγόμενης Ο ΜΥ3 ουδέποτε επισκέφθηκε το συνεργείο της Ενάγουσας και ουδέποτε έδωσε, είτε εκ μέρους της Εναγόμενης, είτε άλλως πως, εντολή στην πρώτη για επιδιόρθωση των ζημιών του επίδικου οχήματος. Όσο δε αφορά στον ΜΥ2, εάν και επισκέφθηκε πολλές φορές το συνεργείο του ΜΕ2, εντούτοις, ουδέποτε έδωσε την ισχυριζόμενη εντολή σε αυτόν. Τουναντίον, πριν καν επιχειρηθεί η επιδιόρθωση των ζημιών, η Εναγόμενη, κατά το ΜΥ1, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι δεν θα αναλάβει ευθύνη κάλυψης της αξίας των επιδιορθώσεων και τούτο λόγω της εργοστασιακής ελαττωματικότητας που παρουσίαζε το όχημα. Συνοπτική παράθεση της ουσιώδους μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο υπεύθυνος του συνεργείου επισκευής και επιδιόρθωσης οχημάτων της Ενάγουσας και ότι γνωρίζει πλήρως και λεπτομερώς τα θέματα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, καθότι είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή με αυτά. Ο βασικότερος ισχυρισμός του ήταν ότι, για να προχωρήσει η Ενάγουσα στην επιδιόρθωση των ζημιών του επίδικου οχήματος, έλαβε εντολή από την Εναγόμενη μέσω του ΜΥ3, ο οποίος επισκέφθηκε το συνεργείο της πρώτης και έδωσε σχετικές ρητές οδηγίες για επιδιόρθωση του σε συγκεκριμένη τότε υπάλληλο της Ενάγουσας, την οποία και κατονόμασε. Κατόπιν των εν λόγω οδηγιών του ΜΕ3, η Ενάγουσα ετοίμασε σχετικό σημείωμα επί του οποίου κατέγραψε, τόσο το όνομα του ΜΕ3, ως εκπροσώπου της Εναγόμενης, όσο και το ποσό το οποίο εκφεύγει της κάλυψης (excess), το οποίο, ως σημειώθηκε ανωτέρω, ανέρχετο στα €170 (πρόκειται για το Τεκμήριο 2 ενώπιον του Δικαστηρίου). Συνεπεία δε των πιο πάνω, η Ενάγουσα επιδιόρθωσε το όχημα και εξέδωσε και σχετικό τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε στο όνομα, τόσο της Εναγόμενης, όσο και των ιδιοκτητών του οχήματος (Τεκμήριο 3(α)) και ακολούθως παρέδωσε το όχημα στους ιδιοκτήτες, ζητώντας από αυτούς να υπογράψουν και σχετική απόδειξη απαλλαγής, με την οποία η Εναγόμενη απαλλάσσετο των οποιωνδήποτε περαιτέρω ευθυνών της έναντι των πελατών της (Τεκμήριο 3(β)). Κατά την παράδοση του οχήματος, η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε από τους ιδιοκτήτες του το ποσό των €170 που δεν καλύπτετο από το συμβόλαιο ασφάλισης τους με την Εναγόμενη και προς τούτο εξέδωσε και σχετική απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 4). Όσον αφορά στην επιστολή που απεστάλη από την Εναγόμενη στις 7.9.2009 (Τεκμήριο 5(α)), η Ενάγουσα απάντησε με την επιστολή της ημερομηνίας 11.9.2009 (Τεκμήριο 5(β)). Τέλος ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, η Ενάγουσα όχλησε αρκετές φορές την Εναγόμενη για να καταβάλει το κόστος των επιδιορθώσεων των ζημιών του οχήματος, πλην, όμως, η πρώτη και μοναδική αντίδραση της, εκδηλώθηκε με την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 5(α) ημερομηνίας 7.9.2009, αντίδραση η οποία οδήγησε και στην απόφαση για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι είναι μέτοχος και Διευθυντής της εταιρείας K. Zertalis and Sons Ltd, η οποία διατηρεί στη Λευκωσία συνεργείο για ισιώματα, μπογιαντίσματα και παρεμφερείς εργασίες για μηχανοκίνητα οχήματα (στο εξής «το συνεργείο του ΜΕ2»). Με την Ενάγουσα συνεργάζεται για πάρα πολλά χρόνια, η οποία και αποστέλλει οχήματα πελατών της για επιδιορθώσεις. Όταν μέρος των εργασιών της αφορά σε αντικατάσταση φθαρμένων μερών των οχημάτων, τότε τα εξαρτήματα τα εφοδιάζει η ίδια η Ενάγουσα, η οποία αναλαμβάνει και τις οποιεσδήποτε τυχόν μηχανικές βλάβες που πρέπει να επιδιορθωθούν. Αναφορικά με το επίδικο όχημα, η Ενάγουσα το απέστειλε στο συνεργείο του και αφού ο ίδιος ενημερώθηκε ότι η Εναγόμενη θα αναλάμβανε να καλύψει τις ζημιές, ανέμενε τον εκτιμητή της να επισκεφθεί το συνεργείο του και να επιθεωρήσει τις ζημιές του οχήματος και να συμφωνήσουν μεταξύ τους για το πώς θα προχωρήσουν. Όντως, το συνεργείο του το επισκέφθηκε, εκ μέρους της Εναγόμενης, ο ΜΥ2, τον οποίο γνωρίζει μιας και συνεργάστηκε αρκετές φορές μαζί του, και ο οποίος επιθεώρησε τις ζημιές και ακολούθως του είπε να προχωρήσει. Συνεπεία των πιο πάνω, επιδιορθώθηκε το όχημα, στον βαθμό που τούτο αφορούσε σε εργασίες που σχετίζονταν με την ειδικότητα του συνεργείου του, και στις 23.2.2009, το όχημα στάλθηκε στην Ενάγουσα με σχετικό τιμολόγιο σε σχέση με τις εργασίες που προέβη το συνεργείο του ΜΕ
- Η Ενάγουσα ξόφλησε το σχετικό τιμολόγιο (σχετικό είναι το Τεκμήριο 6). Αναφορικά με τον ΜΥ3, ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τούτος εργαζόταν, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, στην Εναγόμενη και ότι συνεχίζει να εργάζεται εκεί μέχρι και σήμερα. Εξέφρασε δε τη γνώμη ότι, «τον κ. Άλκην Οικονομίδην (ΜΕ2) αυτός θα τον έστειλε στο συνεργείο μας για επιθεώρηση του αυτοκινήτου». ΜΥ1 Ο ΜΥ1 είναι ο Διευθυντής της Εναγόμενης στην οποία εργάζεται από το 1977 και ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ως προς το επίδικο όχημα, ισχυρίστηκε ότι τούτο πωλήθηκε από την Ενάγουσα και ιδιοκτήτης του είναι το Ησυχαστήριο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Ήταν δε ασφαλισμένο με περιεκτική κάλυψη στην Εναγόμενη. Τούτο οδηγείτο από την αδελφή Αθανασία, η οποία επανειλημμένα παραπονέθηκε αναφορικά με «πρόβλημα παλαρίσματος και ανάπτυξης των στροφών της μηχανής χωρίς την πίεση του πατιδιού της βενζίνης». Προς τούτο αναζήτησε βοήθεια από την Ενάγουσα, η οποία την ενημέρωσε ότι το πρόβλημα διορθώνεται εάν ελευθερώνει το «πατίδι» σιγά - σιγά, όποτε το συγκεκριμένο πρόβλημα παρουσιάζεται. Στις 26.1.09, και δη μια μέρα πριν επισυμβεί το ατύχημα, η αδελφή Αθανασία μετέφερε το όχημα στο γκαράζ της Ενάγουσας για να τύχει εκ νέου επιθεώρησης (για το συγκεκριμένο πρόβλημα) και κατόπιν τούτης (της επιθεώρησης), ενημερώθηκε από την Ενάγουσα ότι δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα. Στις 27.1.09, ο ΜΥ1 ενημερώθηκε ότι το επίδικο όχημα, με οδηγό την αδελφή Αθανασία, ενεπλάκη σε ατύχημα συνεπεία παρουσίασης του μηχανικού αυτού προβλήματος, το οποίο, αρχικά, οδήγησε στην ανεξέλεγκτη πρόσκρουση του σε περιτοίχισμα και κατόπιν, στην πτώση του σε γκρεμό. Το όχημα, ακολούθως, μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Ενάγουσας. Για λογαριασμό της Εναγόμενης, το όχημα επιθεωρήθηκε από τον ΜΥ2, ο οποίος, στις 25.2.2009 (μια μέρα μετά την επιδιόρθωση και παράδοση του οχήματος στους ιδιοκτήτες του), παρέδωσε στην Εναγόμενη λεπτομερή έκθεση, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, ο αισθητήρας επιτάχυνσης του οχήματος αντικαταστάθηκε κατά την επιδιόρθωση των ζημιών του. Όταν αναζητήθηκε ο λόγος που έγινε η αντικατάσταση του ρηθέντος αισθητήρα, η Ενάγουσα, μέσω του ΜΕ2, ισχυρίστηκε στον ΜΥ2 ότι αυτό έγινε «από καλή θέληση». Επίσης, ο ΜΥ2, με την έκθεσή του, ενημέρωνε την Εναγόμενη, ότι «πολύ πιθανόν το ατύχημα να οφείλεται σε κατασκευαστικό πρόβλημα του εν λόγω εξαρτήματος που είχε σαν αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη επιτάχυνση του οχήματος». Σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, στον χρόνο που ακολούθησε της ετοιμασίας της έκθεσης του ΜΥ2, μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της κατασκευάστριας εταιρείας Toyota, ενημερώθηκε ότι τούτη (η Toyota), ανέλαβε την ευθύνη για το πρόβλημα ανεξέλεγκτης επιτάχυνσης και ότι απέσυρε τεράστιο αριθμό οχημάτων (δεν διευκρινίστηκε αν επρόκειτο για οχήματα ίδιου τύπου με το επίδικο) λόγω του ρηθέντος προβλήματος, με σκοπό να αντικαταστήσει το σχετικό με το πρόβλημα εξάρτημα. Ως προς την ουσία των αμφισβητούμενων επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, ουδέποτε η Εναγόμενη απέστειλε οποιανδήποτε εντολή στην Ενάγουσα για να προβεί στις επιδιορθώσεις των ζημιών του οχήματος ή την ενημέρωσε περί του ότι θα αναλάβει το κόστος της επιδιόρθωσής τους και τούτο γιατί, ήταν αντιληπτό στην ίδια ότι το όχημα παρουσίαζε ανεξέλεγκτη επιτάχυνση λόγω εργοστασιακού κατασκευαστικού προβλήματος και επομένως την ευθύνη θα έπρεπε να την αναλάβει η ίδια η Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, για τη μη ανάληψη ευθύνης από πλευράς της Εναγόμενης, η Ενάγουσα ενημερώθηκε προτού καν επιχειρήσει την όποια επιδιόρθωση, καθώς επίσης και ότι, αποτελεί πάγια πρακτική της Εναγόμενης, η όποια τέτοια ανάληψη ευθύνης και εντολή, να αποστέλλεται γραπτώς στην Ενάγουσα με την οποία συνεργάζονται χρόνια τώρα και ποτέ δεν προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα στις μεταξύ τους συναλλαγές. Ως προς τον τύπο της γραπτής εντολής που αποστέλλεται από την Εναγόμενη προς συνεργεία για να επιδιορθώσουν οχήματα που καλύπτονται από ασφαλιστήριο συμβόλαιό της, ο ΜΥ1 κατέθεσε την επιστολή ημερομηνίας 25.4.2017 (Τεκμήριο 7), ισχυριζόμενος ότι αυτή αποτελεί τον τύπο των γραπτών σχετικών εντολών που δίδει η Εναγόμενη, και σημείωσε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ουδέποτε απέστειλε στην Ενάγουσα τέτοια εντολή. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι, στις 29.1.2009 (δύο μέρες μετά το ατύχημα), διορίστηκε από την Εναγόμενη, ως ανεξάρτητος εκτιμητής ζημιών, με σκοπό να ετοιμάσει εκτίμηση των ζημιών που υπέστη το επίδικο όχημα και ταυτόχρονα να ερευνήσει τον ισχυρισμό των ιδιοκτητών του οχήματος περί «ακούσιας και ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς του οχήματος κατά την οδήγηση σε σχέση με το παλάρισμα». Για σκοπούς ετοιμασίας της γνώμης του, επισκέφθηκε το συνεργείο του ΜΕ2, στο οποίο ευρίσκετο το επίδικο όχημα και παρακολούθησε τις επισκευές που κατά καιρούς γίνονταν σε αυτό. Οι σχετικές επισκέψεις του στο συνεργείο του ΜΕ2 ήταν τουλάχιστον πέντε στον αριθμό. Επισκέφθηκε επίσης και το συνεργείο της Ενάγουσας, όπου συζήτησε εκεί με τον υπεύθυνο του γκαράζ (ΜΕ1) τους ισχυρισμούς των ιδιοκτητών του οχήματος. Κατά τις επισκέψεις του στο συνεργείο του ΜΕ2, ο ΜΥ2 διαπίστωσε ότι, πέραν των γδαρσιμάτων και βουλωμάτων, και δη ζημιών για τα οποία λογικό ήταν να επιδιορθωθούν από το συνεργείο του ΜΕ2, υπήρξε και αντικατάσταση του αισθητήρα επιτάχυνσης χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε «υπόδειξη» ότι το εν λόγω εξάρτημα υπέστη οποιανδήποτε ζημιά συνεπεία του ατυχήματος. Όταν αναζήτησε εξήγηση ως προς το γιατί αντικαταστάθηκε το εν λόγω εξάρτημα, ο ΜΕ2 επικοινώνησε, στην παρουσία του, με το συνεργείο της Ενάγουσας, και αφού μεταξύ τους (του ΜΕ2 και του προσώπου με το οποίο συνομιλούσε τηλεφωνικώς), αντηλλάγησαν ύβρεις, εν τέλει, του ανέφερε ότι τούτο έγινε από την Ενάγουσα κατόπιν «καλής θέλησης» χωρίς να ισχυριστεί ότι το εν λόγω εξάρτημα υπέστη οποιανδήποτε ζημιά συνεπεία του ατυχήματος. Ακολούθως, ετοίμασε την έκθεση του και στις 25.2.2009 την απέστειλε στην Εναγόμενη (Τεκμήριο 8). Ποτέ ο ΜΥ2 δεν έδωσε εντολή στον ΜΕ2 εκ μέρους της Εναγόμενης για να προχωρήσουν στην επιδιόρθωση του οχήματος. Πρώτο γιατί, κάτι τέτοιο δεν ήταν μέρος των καθηκόντων του, αφού δεν ήταν υπάλληλος ή λειτουργός της Εναγόμενης, αλλά ανεξάρτητος εκτιμητής οχημάτων, ο οποίος διορίστηκε με ειδικές οδηγίες εντολής, και δεύτερο γιατί, μια τέτοια εντολή θα ήταν εντελώς παράλογη, με δεδομένους τους όρους εντολής του, που ήταν, μεταξύ άλλων, να διερευνηθεί και το κατά πόσο το ατύχημα οφειλόταν σε μηχανική εργοστασιακή βλάβη και δη αιτία, που θα λειτουργούσε ανασταλτικά στο να αναλάβει η Εναγόμενη να καλύψει τις ζημιές του οχήματος. Ποτέ, κατά τις επισκέψεις του στο συνεργείο του ΜΕ2 (σε σχέση με το επίδικο όχημα), δεν εγέρθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με εντολή ή μη της Εναγόμενης για έναρξη των επιδιορθώσεων των ζημιών του επίδικου οχήματος και/ή ανάληψης ευθύνης για το κόστος επιδιόρθωσής τους. ΜΥ3 Ο ΜΥ3, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν και είναι ακόμα λειτουργός στο τμήμα απαιτήσεων της Εναγόμενης. Πριν εργοδοτηθεί σε αυτήν, εργάστηκε για 32 χρόνια στην Αστυνομία Κύπρου. Έχοντας ήδη ενημερωθεί από την Εναγόμενη ότι η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία που θέλει τον ίδιο να επισκέπτεται το συνεργείο της τελευταίας και να δίδει εντολές εκ μέρους της Εναγόμενης για ανάληψη ευθύνης για κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι, ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αναληθής και ότι ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή και/ή προέβη εκ μέρους της Εναγόμενης σε μια τέτοια ανάληψη ευθύνης. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, ουδέποτε επισκέφθηκε το συνεργείο της Ενάγουσας (το οποίο δεν γνωρίζει καν που βρίσκεται) και προκάλεσε τον οποιονδήποτε ισχυρίζεται ότι συνέβη το αντίθετο, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να το αναφέρει. Όσον αφορά στα γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει και σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, ισχυρίστηκε ότι στις 29.1.2009, κατόπιν εντολής του τότε προϊσταμένου του, Γεώργιου Λάρμου, επικοινώνησε με την αδελφή Αθανασία με σκοπό να λάβει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Ενημερώθηκε από τη μοναχή ότι το όχημα παρουσίαζε και στο παρελθόν προβλήματα «παλαρίσματος της μηχανής» και τούτο χωρίς την όποια χρήση του «πατιδιού της βενζίνης». Ενημερώθηκε ακόμα ότι, το όχημα εξετάστηκε από το συνεργείο της Ενάγουσας χωρίς ποτέ το πρόβλημα να επιλυθεί. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, η μοναχή του ανέφερε ότι παρουσιάστηκε το ίδιο πρόβλημα, με αποτέλεσμα το όχημα να προσκρούσει σε περιτοίχισμα και ακολούθως να πέσει σε γκρεμό. Συνεπεία των ανωτέρω, επικοινώνησε με τον ΜΥ2, τον οποίο και ενημέρωσε για το πού βρίσκεται το επίδικο όχημα και του έδωσε εντολή να προβεί σε εκτίμηση των ζημιών του και «ειδικότερα να εξετάσει κατά πόσο ο ισχυρισμός που προέβαλε η μοναχή Αθανασία ευσταθεί». Κατά τον ΜΥ3, όλες του οι ενέργειες αποτελούσαν εκτέλεση των οδηγιών που του έδωσε ο τότε προϊστάμενος του, κύριος Γιώργος Λάρμου και καμιά άλλη ανάμειξη είχε στο εν λόγω περιστατικό. Και ο μάρτυρας αυτός, προώθησε παρόμοια με τον ΜΥ1 θέση, και δη ότι, όταν ασφαλισμένα οχήματα της Εναγόμενης αποστέλλονται σε μεγάλα συνεργεία και/ή αντιπροσωπείες οχημάτων, ως η Ενάγουσα, είναι πάγια πρακτική της Εναγόμενης, οι οδηγίες, είτε για επιδιόρθωση του οχήματος, είτε για αγορά εξαρτημάτων, είτε τέλος για ανάληψη ευθύνης, να δίδονται πάντοτε γραπτώς για τη σωστή τήρηση του αρχείου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, αυτό αποτελεί και επιθυμία των ιδίων των συνεργείων και/ή των αντιπροσωπειών περιλαμβανομένης και της Ενάγουσας. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, κατέθεσε δέσμη από διάφορες τέτοιες γραπτές εντολές και/ή αναλήψεις ευθυνών από πλευράς της Εναγόμενης σε σχέση με περιστατικά που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2014 και 2017, όλες αφορώσες γραπτές εντολές της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 9). Ως προς ότι οι γραπτές εντολές (τεκμήριο 9), αφορούν μόνο στα έτη 2014 - 2017, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι, αυτό συμβαίνει γιατί, στα γραφεία της Εναγομένης, όπου και εργάζεται, διατηρούνται μόνο οι φάκελοι που σχετίζονται με ατυχήματα που επισυνέβησαν τα τρία τελευταία χρόνια (χρόνος παραγραφής δικαιώματος απαίτησης). Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι, τέτοιες εντολές, για τα έτη που προηγούνται του 2014, βρίσκονται στους φακέλους των υποθέσεων που έχουν μεταφερθεί ήδη στις αποθήκες της Εναγόμενης. Τέλος ισχυρίστηκε ότι, κατά τα δεκατέσσερα έτη που εργάζεται στην Εναγόμενη, η Ενάγουσα, ουδέποτε προέβη σε οποιανδήποτε επιδιόρθωση οχήματος που καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο της Εναγόμενης, με προφορική μόνο οδηγία. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, κατέθεσε, ως Τεκμήριο 10, τη γραπτή απαίτηση των ιδιοκτητών του οχήματος που υπεβλήθη προς την Εναγόμενη στις 27.1.2009 για κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν στο επίδικο όχημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1, με τη μαρτυρία του, δεν βοήθησε, κατά τη γνώμη μου, την υπόθεση της Ενάγουσας. Παρά το γεγονός ότι με τη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α) προβάλλει θετικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, εντούτοις, ως προέκυψε κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας του, οι όλες αυτές θέσεις του, βασίζονται σε ισχυρισμούς προσώπων που δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες. Πρόκειται στην ουσία για εξ' ακοής μαρτυρία, σχετικά με την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το πρόσωπο που προέβη στις ισχυριζόμενες αρχικές δηλώσεις. Μοναδική σχετική αναφορά του, ειδικότερα αναφορικά με το πρόσωπο προς το οποίο, κατά τον ίδιο, ο ΜΥ3 έδωσε εντολή για επιδιόρθωση του επίδικου οχήματος και γενικά τις όποιες ενέργειες του ΜΥ3 καθ' ον χρόνο βρίσκεται (ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε) στο συνεργείο της Ενάγουσας, αποτελεί, απλά, ο κατονομασμός πρώην υπαλλήλου της Ενάγουσας. Δεν παραγνωρίζω ότι, με βάση τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), κατ' εξαίρεση του αναλλοίωτου κανόνα, επιτρέπεται η προσκόμιση εξ ακοής μαρτυρίας. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος απαλλάσσεται από την ευθύνη του να ενεργεί σύμφωνα και με τον έτερο κανόνα απόδειξης, και δη αυτόν που επιβάλλει την προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας εκεί που τούτο είναι ευχερές (βλ. Τριφταρίδης ν. Χiaodan Liu Έφ. 13/2015 Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, απόφαση πλειοψηφίας ημερομηνίας 5.10.2016). Είναι δε συνεπεία ακριβώς τούτου, που το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου προνοεί, όχι εξαντλητικά, τους παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται από το Δικαστήριο όταν αποφασίζει τη βαρύτητα που μπορεί να προσδώσει σε μια εξ ακοής μαρτυρία. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι, ο ΜΕ1, ως σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, πέραν της γενικής αναφοράς του περί του ότι την εντολή για επιδιόρθωση την έδωσε, εκ μέρους της Εναγόμενης, ο ΜΥ3 προς συγκεκριμένη πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας, δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο σχετικό. Ούτε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτη η εντολή φέρεται να δόθηκε, ούτε την ακριβή, αρχική, σχετική, δήλωση της υπαλλήλου της Ενάγουσας ή του ΜΥ3, ούτε και τον χρόνο που τούτη μετεφέρθη στον ίδιο (στο ΜΕ1). Τούτο, έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ασφαλής κρίση ως προς την ορθότητα της εξ ακοής μαρτυρίας του, και κατά συνέπεια να μην μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτήν. Πόσο μάλλον όταν, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 διαφοροποίησε την αρχική σχετική θέση του, και ισχυρίστηκε ότι, η εντολή του ΜΥ3 (για λογαριασμό της Εναγόμενης), δόθηκε στο συνεργείο του ΜΕ2 (το οποίο και επισκέφθηκε), προς τον «κύριο Ζερταλή» (και άρα όχι στην κατονομασθείσα πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας, ως αρχικά ισχυρίστηκε). Σημειώνω, επί του προκειμένου, ότι, ούτε ο ΜΕ2, αλλά ούτε και ο ΜΥ3, αναφέρονται σε οποιαδήποτε συνάντησή τους στο συνεργείο του πρώτου, και ότι, ο ΜΕ2, ως μόνο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγομένης με το οποίο συνομίλησε για το επίδικο όχημα, υπέδειξε τον ΜΥ
- Γενικότερα η μαρτυρία του ΜΕ1, στον βαθμό που σχετίζεται με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, δεν αφορά σε γνωστά σε αυτόν γεγονότα, αλλά στη γνώμη του επί τη βάσει της συνήθους πρακτικής που ακολουθεί η Ενάγουσα, πρακτική προς την οποία παρέπεμψε πλειστάκις κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα στη σχετική με το μοναδικό, στην ουσία, αμφισβητούμενο επίδικο ζήτημα, μαρτυρία του, και δη το κατά πόσο η Εναγόμενη, μέσω του ΜΥ3, έδωσε εντολή στην Ενάγουσα για επιδιόρθωση των ζημιών στο επίδικο όχημα. Δεν μου διαφεύγει ότι η Ενάγουσα ετοίμασε το Τεκμήριο 2, στο οποίο αναφέρεται το μικρό όνομα του ΜΥ3, καθώς επίσης και το ποσό το οποίο εκφεύγει της ασφαλιστικής κάλυψης της Εναγόμενης και δη το ποσό των €
- Ούτε ότι για να ετοιμαστεί το συγκεκριμένο έγγραφο, προφανώς η Ενάγουσα έλαβε από κάπου σχετική, με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πληροφόρηση. Αυτό δεν οδηγεί, αβίαστα και/ή μονοδρομικά, ως είναι η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, στο ότι, τις πληροφορίες αυτές τις έδωσε ο ΜΥ3 υπό τις συνθήκες που ισχυρίστηκε ο ΜΕ
- Τουναντίον, ούτε για την ετοιμασία αυτού του εγγράφου η Ενάγουσα προσκόμισε οποιανδήποτε σχετική άμεση μαρτυρία. Περιορίστηκε στις όποιες γενικές, επί τούτου, αναφορές του ΜΕ1, επί τη βάσει πάλι εξ ακοής μαρτυρίας και/ή πεποιθήσεώς του που εδράζετο στη ισχυριζόμενη συνήθη πρακτική με την οποία λειτουργεί η Ενάγουσα. Επομένως, στον βαθμό που η μαρτυρία του ΜΕ1 αφορά σε εξ ακοής μαρτυρία, η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το ουσιώδες επίδικο, υπό αμφισβήτηση, ζήτημα της εντολής ή μη, από πλευράς της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα για επιδιόρθωση των ζημιών του επίδικου οχήματος, δεν μπορεί να της προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. ΜΕ2 Εξ' αρχής σημειώνω ότι η αντεξέταση του ΜΕ2 ήταν εντελώς περιορισμένη και καθόλου σχετιζόμενη με το ισχυρισμό του ότι ο ΜΥ2, κατά την επίσκεψή του στο συνεργείο του, έδωσε εντολή για να προχωρήσουν με τις επιδιορθώσεις των ζημιών του επίδικου οχήματος. Το δεδομένο αυτό (η μη αντεξέταση), υπό κατάλληλες περιστάσεις, θα μπορούσε (άνευ άλλου) να αποτελέσει τη βάση για αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού του ΜΕ2, ανεξάρτητα της όποιας, αντικρουστικής, προσκομισθείσας από πλευράς της Εναγόμενης, μαρτυρίας (Frederickou Schools Co Ltd v. Aquac Inc.
(2002), 1 Α.Α.Δ. 1527). Είμαι, όμως, της γνώμης ότι, την υπό εξέταση υπόθεση και ειδικότερα τις συνθήκες και τους λόγους για τους οποίους ο ΜΥ2 επισκέφθηκε το συνεργείο του ΜΕ2, αλλά και την ισχυριζόμενη σχετική στιχομυθία τους, περιβάλλουν τέτοια αδιαμφισβήτητα γεγονότα, που δικαιολογούν παρέκκλιση από τον κανόνα στον οποίο αναφέρεται η υπόθεση Frederickou (ανωτέρω). Πιο συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι αποτελεί αποδεκτό από την Ενάγουσα γεγονός ότι ο ΜΥ2 είναι ιδιώτης εκτιμητής οχημάτων. Ως προς τους όρους εντολής του, οι οποίοι ευθαρσώς καταγράφονται στην έκθεσή του (Τεκμήριο 8), ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε, ούτε και αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο. Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει, είναι το γεγονός ότι, από την πρώτη κιόλας επίσκεψή του στο συνεργείο του ΜΕ2 (πάντα σε σχέση με το επίδικο όχημα), η οποία τοποθετείται χρονικά στις 29.1.2009, μέρος της εντολής του από την Εναγόμενη ήταν να εξετάσει και το κατά πόσο οι αιτιάσεις των ιδιοκτητών του οχήματος για ακούσια και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των στροφών του, χωρίς τη χρήση του πέδιλου επιτάχυνσης, ευσταθούν. Ούτε ο ισχυρισμός του ΜΥ2 περί του ότι στην τελική του κρίση κατέληξε στις 25.2.2009, και δη μετά την πλήρη επιδιόρθωση και παράδοση του οχήματος στους ιδιοκτήτες του, αμφισβητήθηκε. Με αυτά ως δεδομένα, προκύπτει το εξής εύλογο ερώτημα. Πώς είναι δυνατό, ο ΜΥ2 να έχει διοριστεί από την Εναγόμενη, με ειδική εντολή να εξετάσει, μεταξύ άλλων, και το ενδεχόμενο το ατύχημα να οφείλεται σε εργοστασιακή ελαττωματικότητα, και από την άλλη να δίδει, πριν την όποια σχετική απόφανσή του, εντολή επιδιόρθωσης εκ μέρους της Εναγόμενης και/ή να αναλαμβάνει ευθύνη, εκ μέρους της, για καταβολή του κόστους της προς την Ενάγουσα, και δη την αποκλειστική αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρείας στην Κύπρο; Το ερώτημα αυτό, ως επιχείρημα, αποτέλεσε μέρος και της επιχειρηματολογίας του ΜΥ2 για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του περί του ότι ουδέποτε έδωσε την εντολή στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ2, του οποίου (ΜΥ2), η αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα ακολουθήσει. Δεν στέκει στη βάσανο της λογικής να δόθηκε μια τέτοια εντολή από τον ΜΥ2 προς τον ΜΕ
- Είμαι της γνώμης, για τους λόγους που ειδικότερα θα αναφερθούν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ2, αλλά και αυτούς που θα αναφέρω στις ακριβώς επόμενες, της παρούσας, παραγράφους, ότι, παρά την έλλειψη αντεξέτασης του ΜΕ2 επί του ζητουμένου, ουδέποτε ο ΜΥ2 έδωσε, εκ μέρους της Εναγόμενης, την ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα εντολή, ούτε και ανέλαβε εκ μέρους της ευθύνη για καταβολή τους κόστους των επιδιορθώσεων. Ούτως ή άλλως, η ρηθείσα ισχυριζόμενη εντολή τοποθετείται, από τον ΜΕ2, χρονικά σε σημείο που το όχημα βρισκόταν ήδη στο συνεργείο του, και δη σε χρόνο μετά που η Ενάγουσα αποφάσισε, προφανώς, να προχωρήσει στην επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος, μιας και η αποστολή του στο συνεργείο του, έγινε από την ίδια την Ενάγουσα, η οποία, αρχικά, παρέλαβε τούτο από τους ιδιοκτήτες του. Παρεμφερώς σημειώνω ότι, και στην περίπτωση που θα ήταν δυνατό να γίνει δεκτή η σχετική θέση της Ενάγουσας (περί εντολής του ΜΥ2 προς το ΜΕ2 για επιδιόρθωση των ζημιών), και πάλι αυτή δεν θα ήταν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, βοηθητική προς την Ενάγουσα (για σκοπούς επιτυχίας της παρούσας αγωγής), μιας και τούτη θα μπορούσε να αποτελέσει μόνο τη βάση για ενδεχόμενη απαίτηση του συνεργείου του ΜΕ2 από την Εναγόμενη, ως εντολέα για τις εργασίες επιδιόρθωσης στις οποίες προέβη και όχι της Ενάγουσας, προς την οποία ουδέποτε δόθηκαν οποιεσδήποτε σχετικές οδηγίες ή εντολές. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, το συνεργείο του ΜΕ2 δεν είναι παρά ανεξάρτητο συνεργείο, το οποίο λειτουργεί κατόπιν ειδικών εντολών της τελευταίας, την οποία χρεώνει και ακολούθως πληρώνεται από αυτή. Κρίνω επίσης σημαντικό να αναφέρω ότι, η σχετική με το ζητούμενο αναφορά του ΜΕ2, ήταν εντελώς γενική και μη προσδιοριστική των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο ΜΥ2 φέρεται να προβαίνει στη σχετική δήλωση/εντολή. Δεν πρέπει, επί τούτου, να λησμονείται το γεγονός ότι ο ΜΥ2 επισκέφθηκε το συνεργείο του ΜΕ2 προτού αρχίσουν οι οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις επί του οχήματος, ώστε, μεταξύ άλλων, να εκτιμήσει και το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών, με αποτέλεσμα, η όποια αποδιδόμενη σ' αυτόν αναφορά προς το ΜΕ2, του τύπου «προχωρήστε με την επιδιόρθωση», να μην σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά από το ότι ο ίδιος επιθεώρησε αυτά που επιθυμούσε και ήταν πλέον δυνατή η έναρξη των εργασιών επιδιόρθωσης. Σημαντικό επίσης κρίνεται το γεγονός ότι, πέραν της γενικής αναφοράς «μου έδωσε οδηγίες να προχωρήσω[1]», ο ΜΕ2 δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο που να συσχετίζει τούτη, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με το βασικό ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη έδωσε εντολή για επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος και ανέλαβε την καταβολή προς την Ενάγουσα του κόστους των. Επομένως, στην επί του ζητουμένου αναφορά του ΜΕ2, δεν μπορεί να προσδοθεί η βαρύτητα που η Ενάγουσα επιθυμεί να της προσδοθεί και δη ότι, η Εναγόμενη, μέσω του ΜΥ2, έδωσε εντολή σ' αυτήν (στην Ενάγουσα) να επιδιορθώσει τις ζημιές του οχήματος αναλαμβάνοντας και την καταβολή του κόστους των. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, με τη μαρτυρία του δεν βοήθησε, κατά τη γνώμη μου, την υπόθεση της Εναγόμενης, στον βαθμό που μέσω της επιχειρήθηκε να αποδειχθεί ο δικογραφημένος ισχυρισμός της, περί ενημέρωσης της Ενάγουσας, πριν την όποια επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος, περί μη ανάληψης ευθύνης από πλευράς της. Ο ρηθείς ισχυρισμός του παρέμεινε μετέωρος. Ως διεφάνη κατά τη μαρτυρία του, και αυτού του μάρτυρα οι γνώσεις του, επί του προκειμένου, βασίζονται σε ισχυριζόμενη εξ ακοής μαρτυρία και/ή, εν πάση περιπτώσει σε πληροφορίες τρίτων, που δεν κατονομάστηκαν. Σημειώνεται επίσης, παρεμφερώς, πλην όμως άμεσα σχετικά με το ζητούμενο, ότι τόσο ο ΜΥ2, όσο και ο ΜΥ3, πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως ενεργούντα για λογαριασμό της Εναγόμενης σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, και ως πρόσωπα που είπαν την αλήθεια, ανέφεραν ρητά ότι, όπως ουδέποτε δόθηκε ρητή ή άλλως πως εντολή στην Ενάγουσα εκ μέρους της Εναγόμενης για επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος, ουδέποτε της ειπώθηκε ότι η τελευταία δεν αναλάμβανε ευθύνη για κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσής τους. Ο αντίθετος ισχυρισμός του ΜΥ1, αφορά σε ισχυριζόμενη εξ ακοής μαρτυρία, που για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 (μιας και παρουσιάζει τουλάχιστον τις ίδιες αδυναμίες), δεν είναι δυνατό να του προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Προβλήθηκε δε, για πρώτη φορά, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Τούτο σημειώνεται γιατί, ένας τέτοιος ουσιαστικός ισχυρισμός, λογικό και αναμενόμενο ήταν να προβληθεί στις αρχικές τοποθετήσεις του μάρτυρα, με δεδομένη και τη σχετική δικογράφηση από πλευράς της Εναγόμενης. Επίσης, ένα άλλο γεγονός που δεικνύει ότι ο ρηθείς ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, είναι και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5(α) και δη της μοναδικής σχετικής με το ζητούμενο επιστολής της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου
- Σε αυτή, η Εναγόμενη, ως μοναδικό λόγο για μη ανάληψη της ευθύνης καταβολής του κόστους της επιδιόρθωσης του επίδικου οχήματος, αναφέρει την πεποίθηση της ότι το ατύχημα, στα πλαίσια του οποίου προκλήθηκαν οι ζημιές, «έγινε από ελαττωματική λειτουργία του αυτοκινήτου και πιο συγκεκριμένα στο σύστημα επιτάχυνσης που αύξανε την ταχύτητα του αυτοκινήτου χωρίς την εντολή του οδηγού της». Επί τη βάση δε της πιο πάνω αναφοράς, αλλά και του ισχυρισμού περί του ότι το ίδιο πρόβλημα παρουσιάστηκε άλλες δύο φορές, σε σχέση πάντα με το επίδικο όχημα, η επιστολή καταλήγει ως εξής «Εν όψει των πιο πάνω αρνούμαστε να πληρώσουμε τα έξοδα επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου KRP 476». Ακολουθεί η υπογραφή του ΜΕ1 και δη του συντάκτη της. Πώς είναι δυνατόν ο ΜΕ1, επτά μήνες μετά το ατύχημα (έξι περίπου μήνες μετά την επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος), να συντάσσει τη ρηθείσα επιστολή, ως τη μόνη γραπτή σχετική με το επίδικο όχημα επικοινωνία του με την Ενάγουσα, και να μην προβάλλει μέσω της, ως αιτία μη καταβολής του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών, την ισχυριζόμενη, δήθεν, προγενέστερη σχετική ενημέρωση της Ενάγουσας (πριν καν επιχειρηθεί η επιδιόρθωση του οχήματος), περί μη ανάληψης ευθύνης από την Εναγόμενη; Με δεδομένα τα πιο πάνω, αλλά και τις σχετικές με το ζήτημα τοποθετήσεις των ΜΥ2 και ΜΥ3, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ακολουθεί, η σχετική θέση του ΜΕ1, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του, στο βαθμό που συμβαδίζει με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, γίνεται δεκτή. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία ήρθαν στην αντίληψή του. Η σχετική με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα μαρτυρία του, συνάδει και με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων και υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμηρίων. Η μαρτυρία του, γενικότερα, χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και ευθύτητα, ως αναμένεται να χαρακτηρίζεται η μαρτυρία των προσώπων που αναφέρονται σε πραγματικά και αληθή γεγονότα. Πιο συγκεκριμένα, η θέση του ΜΥ2 ότι δεν έδωσε, εκ μέρους της Εναγομένης, οδηγίες στον ΜΕ2 (υπό τη μορφή ανάληψης ευθύνης έναντι της Ενάγουσας) να προχωρήσει με την επιδιόρθωση του επίδικου αυτοκινήτου, συνάδει πλήρως και με το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ενεργούσε ως ανεξάρτητος εκτιμητής αυτοκινήτων με ειδικό, περιοριστικό της εμβέλειας δράσης του, διορισμό. Συνάδει, επίσης, και με τον έτερο μη αμφισβητούμενο ισχυρισμό του, περί του ότι, μέρος της εντολής του από την εναγόμενη ήταν να εξεταστεί και το κατά πόσο το ατύχημα οφείλεται σε μηχανική εργοστασιακή βλάβη του οχήματος, και δη αιτία που θα δικαιολογούσε ανάληψη ευθύνης για επιδιόρθωση των ζημιών από την ίδια την Ενάγουσα ως η αποκλειστικός αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας στην Κύπρο. Πώς είναι δυνατό να εξετάζει, κατ' εντολή της Εναγόμενης, ένα τέτοιο ενδεχόμενο και πριν την οποιανδήποτε κρίση του επί του ζητουμένου να δίδει εντολή, εκ μέρους της, για ανάληψη ευθύνης για κάλυψη του κόστους επιδιόρθωσης του οχήματος; Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με άλλο μη αμφισβητούμενο ισχυρισμό του ΜΥ2, η τελική του κρίση, περιλαμβανομένης και της θέσης του ως προς την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, ολοκληρώθηκε στις 25.2.2009 και δη μια μέρα μετά που επιδιορθώθηκε πλήρως το όχημα και παραδόθηκε στους ιδιοκτήτες του. Επαναλαμβάνω επίσης ότι, η μόλις πιο πάνω επιχειρηματολογία, δεν αποτελεί απλά σκέψεις του Δικαστηρίου, αλλά πρόκειται για επιχειρηματολογία, που, με πολύ πειστικό τρόπο, προώθησε και ο ίδιος ο ΜΥ2 ενώπιον του Δικαστηρίου στην προσπάθειά του να πείσει για το ότι ουδέποτε, εκ μέρους της εναγόμενης, έδωσε οδηγίες για επιδιόρθωση του οχήματος ή/και για ανάληψη από αυτήν ευθύνης για καταβολή του κόστους της επιδιόρθωσης του. Σημειώνεται ότι, ο ΜΥ2, κατά την αντεξέτασή του, στα πλαίσια της αιτιολόγησης της θέσης του ότι από την πρώτη στιγμή που διορίστηκε από την Εναγόμενη αναζήτησε το κατά πόσο ευσταθούν οι αιτιάσεις της μοναχής Αθανασίας (ως προς την ανεξέλεγκτη επιτάχυνση του οχήματος), υπέδειξε το ΜΕ1, ο οποίος βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ανέφερε ότι συνομίλησε μαζί του στο συνεργείο της Ενάγουσας για το ρηθέν πρόβλημα και ότι αυτός είχε αμυντική στάση και επέρριψε την ευθύνη για την επιτάχυνση του οχήματος στο σωματότυπο της μοναχής Αθανασίας και στον τύπο των υποδημάτων που αυτή φορούσε, και που είχαν ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση του χαλακίου της θέσης του οδηγού του οχήματος. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας, αποδεχόμενος στην ουσία ότι όντως ο ΜΥ1, εξέταζε, εξ αρχής, στα πλαίσια της εντολής που έλαβε από την Εναγόμενη, το κατά πόσο το ατύχημα προκλήθηκε συνεπεία εργοστασιακής βλάβης. Επομένως, επί του βασικού υπό αμφισβήτηση ζητήματος της παρούσας αγωγής, και δη του κατά πόσο η Εναγόμενη, μέσω του ανέλαβε την ευθύνη καταβολής στην Ενάγουσα του κόστους επιδιόρθωσης των ζημιών του επίδικου οχήματος, θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ως τα περιέγραψε ο ΜΥ
- Τη μαρτυρία του ΜΥ2, την αποδέχομαι στο σύνολό της και προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. ΜΥ3 Και ο ΜΥ3 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα σχετικά με την παρούσα αγωγή γεγονότα που γνώριζε. Οι σχετικές με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής θέσεις του, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκαν. Για τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω (στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1), η μαρτυρία που τον θέλει να επισκέπτεται τα γραφεία της ενάγουσας και να αναλαμβάνει εκ μέρους της εναγόμενης ευθύνη για καταβολή του κόστους επιδιόρθωσης του επίδικου οχήματος, δεν έγινε δεκτή. Από την άλλη, είναι με κάθε πειστικότητα που ο ΜΥ3 προώθησε τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία της ενάγουσας, τα οποία δεν γνωρίζει καν πού βρίσκονται. O ΜΥ3, τόλμησε ακόμα να προκαλέσει τον συνήγορο της ενάγουσας να παρουσιάσει ενώπιον του οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι τον είδε και/ή συνομίλησε μαζί του για την παρούσα υπόθεση στα γραφεία της ενάγουσας. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, με δεδομένη τη θέση του ΜΕ1, ότι ο ισχυρισμός του περί παρουσίας του ΜΥ3 στα γραφεία της ενάγουσας και περί ισχυριζόμενης συνομιλίας του με λειτουργούς της τελευταίας βασίζετο σε πληροφορίες που έλαβε από τρίτο πρόσωπο, αναμενόμενο θα ήταν, κατόπιν των προκλήσεων αυτών του ΜΥ3, να επιχειρείτο από πλευράς της ενάγουσας η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας, ενέργεια που δεν έγινε. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο ΜΥ3 με έπεισε ότι ουδέποτε, εκ μέρους της εναγόμενης ή άλλως πως, έδωσε εντολή στην ενάγουσα να προχωρήσει με την επιδιόρθωση του οχήματος, ούτε και ανέλαβε την όποια ευθύνη για καταβολή του κόστους επιδιόρθωσής του. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό ότι, ως προέκυψε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ1, μοναδικού μάρτυρα που ενέπλεξε το ΜΥ3 με την ισχυριζόμενη από πλευράς της Ενάγουσας εντολή της Εναγόμενης για επιδιόρθωση των ζημιών του οχήματος, εν τέλει, το πρόσωπο αυτό (ο ΜΥ3), τοποθετείται από το ΜΕ1, όταν, κατ' ισχυρισμό του, δίδει εντολή για επιδιόρθωση του οχήματος, στο συνεργείο του ΜΕ2 και όχι στο συνεργείο της Ενάγουσας. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, τόσο με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2, όσο και από τα όσα αναφέρθηκαν από το ΜΥ2, το μόνο πρόσωπο που επισκέφθηκε, εκ μέρους της Εναγομένης το συνεργείο του πρώτου, ήταν ο τελευταίος και δη ο ΜΥ
- Με τούτα ως δεδομένα, είναι χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία που αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ3 ότι ουδέποτε, έδωσε την επικαλούμενη από την Ενάγουσα εντολή ή ανέλαβε, εκ μέρους της Εναγομένης την όποια ευθύνη έναντι της Ενάγουσας. Τη μαρτυρία του ΜΥ3, την αποδέχομαι στο σύνολό της, περιλαμβανομένης, ασφαλώς, και της θέσης του ότι, εντολή για επιδιόρθωση ζημιών ή ανάληψη ευθύνης για κάλυψη του κόστους των από πλευράς της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, για όσα χρόνια ο ίδιος εργάζεται στην πρώτη (κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στην εργαζόμενη), γίνονταν πάντα γραπτώς και τούτο κατόπιν απαίτησης και της ίδιας της Ενάγουσας. Τελικά ευρήματα Με γνώμονα τη μόλις πιο πάνω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Ουδέποτε η εναγόμενη, είτε πριν την έναρξη των επιδιορθώσεων της ζημιάς του επίδικου οχήματος, είτε κατά τη διάρκειά τους, έδωσε, δια λόγου, εντολή για τη διενέργεια τους (των επιδιορθώσεων) ή ανέλαβε την ευθύνη καταβολής του κόστους των. Και τούτο, σε αντίθεση με τις σχετικές εισηγήσεις της ενάγουσας. Ως προς τις ενέργειες των διαδίκων, μέσω των υπαλλήλων και/ή λειτουργών και/ή αντιπροσώπων τους, αποτελούν, επίσης, τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Στις 27 και/ή στις 28.1.2009, οι ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος, κατόπιν του ατυχήματος, μεσολάβησαν όπως το όχημα μεταφερθεί στο συνεργείο της ενάγουσας. Το κατά πόσο οι ιδιοκτήτες έδωσαν οδηγίες και/ή εντολή στην τελευταία να προχωρήσει στην επιδιόρθωση του οχήματος, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο, μιας και η μόνη σχετική με το ζήτημα αυτό μαρτυρία, δόθηκε από το ΜΕ1, υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας και/ή στη βάση πεποιθήσεως, η οποία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Κατόπιν της παραλαβής του οχήματος από την ενάγουσα, και αφού, προφανώς αποφάσισε να επιδιορθώσει τούτο, το απέστειλε στο συνεργείο του ΜΕ2 για να επιδιορθωθούν οι ζημιές που αφορούσαν στην ειδικότητα του, και δη ισιώματα και μπογιαντίσματα. Κατά τη διάρκεια που το όχημα βρισκόταν στο συνεργείο του ΜΕ2, ο ΜΥ2 επισκέφθηκε τούτο, ενδιαφερόμενος, μεταξύ άλλων, και για το επίδικο όχημα, τουλάχιστον πέντε φορές. Κατά τις εκεί επισκέψεις του, ο ΜΥ2 ξεκαθάρισε ότι ενεργούσε ως ανεξάρτητος εκτιμητής για λογαριασμό της εναγόμενης. Στα πλαίσια των συζητήσεων που έγιναν μεταξύ του ΜΥ2 και του ΜΕ2, ο πρώτος αναζήτησε τον λόγο που αντικαταστάθηκε ο αισθητήρας επιτάχυνσης, με δεδομένη την ανυπαρξία ισχυρισμού επηρεασμού του εν λόγω εξαρτήματος από το ατύχημα. Της αναζήτησης του αυτής, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία του ΜΕ2 με λειτουργούς της ενάγουσας, στα πλαίσια της οποίας υπήρξε εμφανής διαφωνία αντίληψης. Ακολούθως, ο ΜΕ2, ως προς τους λόγους αντικατάστασης του ρηθέντος εξαρτήματος, ανάφερε στο ΜΥ2 ότι, τούτο έγινε από πλευράς της ενάγουσας λόγω «καλής θέλησης». Κατά τις εκεί επισκέψεις του ΜΥ2 ουδέποτε συζητήθηκε οτιδήποτε μεταξύ τους περί εντολής ή μη της Εναγόμενης για επιδιόρθωση των ζημιών του επίδικου οχήματος ή περί ανάληψης από πλευράς της ευθύνης για καταβολή του κόστους των. Ο ΜΥ2, κατά τη διάρκεια που ενεργούσε κατ' εντολή της Εναγόμενης, αναζήτησε στο διαδίκτυο, μέσω των ιστοσελίδων που ασχολούνται με συναφή ζητήματα, κατά πόσο οχήματα του τύπου, μοντέλου και κατασκευής του επίδικου οχήματος παρουσίασαν παρόμοια προβλήματα ανεξέλεγκτης επιτάχυνσης, χωρίς, κατά το χρόνο εκείνο (τον χρόνο που επιδιορθώνετο το όχημα) να ανεύρει οτιδήποτε σχετικό. Με γνώμονα τα όσα περιήλθαν στην αντίληψή του, αλλά και επί τη βάσει της περιγραφής του τρόπου που επεσυνέβη το ατύχημα, ως τούτη προσδιορίστηκε από τη μοναχή Αθανασία, κατέληξε, στις 25.2.2009, στο σχηματισμό της τελικής του κρίσης, σύμφωνα με την οποία το ατύχημα δυνατό να προκλήθηκε συνεπεία του μηχανικού κατασκευαστικού προβλήματος ανεξέλεγκτης αύξησης των στροφών του, την οποία κρίση του αποτύπωσε επί της γραπτής εκθέσεως του (Τεκμήριο 8), ίδιας ημερομηνίας, την οποία και παρέδωσε, αυθημερόν, στην Εναγόμενη. Των ημερών που ακολούθησαν της ετοιμασίας της έκθεσής του, συνέχισε να αναζητεί στο διαδίκτυο, στις πιο πάνω περιγραφόμενες ιστοσελίδες, πληροφόρηση ως προς το κατά πόσο οχήματα του τύπου και κατασκευής του επίδικου οχήματος αντιμετώπισαν το συγκεκριμένο μηχανικό πρόβλημα. Κάποιο χρόνο μετά, κατάφερε να εντοπίσει σχετικές αναφορές από συγκεκριμένες ιστοσελίδες που ήθελαν την κατασκευάστρια του επίδικου οχήματος εταιρεία να αποσύρει μεγάλο αριθμό οχημάτων από την κυκλοφορία για σκοπούς αντικατάστασης του εξαρτήματος που αντικαταστάθηκε και στο επίδικο όχημα, χωρίς ωστόσο να διαφωτιστεί το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο αφορούσαν σε οχήματα ιδίου τύπου με το επίδικο. Την πληροφόρηση του αυτή, τη μετέφερε στην Εναγόμενη. Ερχόμενος τώρα στην Ενάγουσα, μετά την επιδιόρθωση του οχήματος και την παράδοση του στους ιδιοκτήτες του, ενέργεια που έγινε στις 24.2.2009, ετοίμασε τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε στο όνομα, τόσο των ιδιοκτητών του οχήματος, όσο και της Εναγόμενης, και το οποίο, απέστειλε προς την τελευταία, με προφανή απαίτηση, την αποπληρωμή του. Η πρώτη επίσημη ρητή αντίδραση της Εναγόμενης, εκδηλώθηκε με την επιστολή της ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2009 (Τεκμήριο 5(α)), δια της οποίας αρνείται την κάλυψη του κόστους της επιδιόρθωσης επί τη βάσει των λόγων που αναφέρονται σε αυτήν. Τούτης (της επιστολής της Εναγόμενης), ακολούθησε η αποστολή της επιστολής (Τεκμήριο 5 (β)) της Ενάγουσας, με την οποία ενημερώνεται η εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν καταβάλει το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος, θα καταχωρηθεί εναντίον της αγωγή. Της αλληλογραφίας αυτής, ακολούθησε, στις 5.1.2010, η καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής. Συμφωνία δια σιωπής ή/και δια συμπεριφοράς. Ανεξάρτητα της κρίσης του Δικαστηρίου, ως τούτη αβίαστα εξάγεται από τα πιο πάνω ευρήματα, ότι η εναγόμενη ουδέποτε, δια λόγου ή/και γραπτώς, ρητώς, ανέλαβε την ευθύνη καταβολής προς την ενάγουσα του κόστους επιδιόρθωσης του επίδικου οχήματος, κρίνεται αναγκαία η εξέταση ως προς το κατά πόσο, δια της συμπεριφοράς της ή/και δια σιωπής, η εναγόμενη, παρά ταύτα, πρέπει να κριθεί υπεύθυνη στην καταβολή του ρηθέντος κόστους. Νομική πτυχή Για να κριθεί ότι έχει συνομολογηθεί μία έγκυρη συμφωνία, απαιτείται τα μέρη να έχουν καταλήξει σε αυτή έχοντας πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations), καθώς επίσης και ότι τούτη διέπεται από αντιπαροχή (βλ. Contract Law, 9η έκδοση σελ. 17-19 και McKendrick Casebook σελ. 4 και 5). H κατάληξη σε μια συμφωνία, γίνεται, συνήθως, με τη εκδήλωση της προσφοράς (offer) και την επακόλουθη αποδοχής (acceptance) της (βλ. Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9
(1), paragraph 629 και 631, pageς 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804 και 2-105 και Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1772). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ουσιώδεις όρους της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας δεσμευτικής συμφωνίας (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης
(1993)1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 170). Στην Κύπρο, ο σχετικός με τις συμβάσεις Νόμος (Περί Συμβάσεως Νόμος, Κεφ. 149) και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 10 αυτού, παρέχει ειδική ερμηνεία ως προς τον όρο «συμβάσεις», η οποία είναι η ακόλουθη: «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. » Συνάγεται, χωρίς καμία δυσκολία, από τις μόλις πιο πάνω πρόνοιες και αναφορές ότι, μία συμφωνία μπορεί ευκόλως να συνομολογηθεί δια της συμπεριφοράς των μερών, χωρίς απαραίτητα τούτη να εκφράζεται με γραπτό ή προφορικό τρόπο. Ωστόσο, αυτή η δυνατότητα, δεν αναιρεί ούτε και περιορίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να κριθεί ότι μια σύμβαση είναι έγκυρη. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που ένας διάδικος προωθεί τη θέση ότι ο αντίδικός του αποδέχθηκε την προσφορά του δια σιωπής ή έστω συμπεριφοράς, οφείλει να αποδείξει ότι, με τη σιωπή του ή τη συμπεριφορά του, με σαφή τρόπο αποδέχθηκε τούτη και να μην αφήνονται οποιεσδήποτε αμφιβολίες ή ασάφειες ως προς τις προθέσεις των μερών. Ως υποδείχθηκε ανωτέρω, ανεξαρτήτως του τρόπου που συνομολογείται μια συμφωνία, τούτη θα πρέπει να εμπεριέχει ουσιώδεις όρους, προσδιοριστικούς, προφανώς, των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ενός συμβαλλόμενου έναντι του άλλου. Στα πλαίσια συζήτησης του κατά πόσο η αποδοχή μιας προσφοράς δυνατόν να γίνεται δια σιωπής, ο Πολύβιος Πολυβίου, στο σύγγραμμά του Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Θεωρία και Πράξη, σελίδα 101, αναφέρει ότι «Έτσι, είναι δυνατόν η σιωπή να θεωρηθεί ως αποδοχή εκεί που ο συνήθης τρόπος συναλλαγής μεταξύ των μερών δικαιολογεί κάτι τέτοιο, και επίσης ενδεχόμενα σε υποθέσεις όπου ο αποδέκτης (και όχι ο προτείνων) θεωρεί ότι με τη σιωπή του έχει αποδεχθεί την πρόταση, αφού η ίδια η προσφορά έχει ρητά αναφέρει ότι μπορεί να προκύψει δεσμευτική σύμβαση μόνο με τη σιωπή του άλλου προσώπου. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να μπορέσει να επικαλεστεί τη σιωπή του ως αποδοχή, ο αποδέκτης θα πρέπει σε κάποιο σημείο να προβεί και σε κάποια θετική ενέργεια πέραν της σιωπής.» Όπως προκύπτει από την άποψη του κυρίου Πολυβίου ανωτέρω, για να μπορεί δια της σιωπής να προκύψει σύμβαση, θα πρέπει, είτε τούτη να αποτελεί τη συνήθη μέθοδο συνομολόγησης των συμφωνιών των μερών, είτε τούτη, να αποτελεί μέθοδο που η ίδια η προσφορά προτείνει ως τρόπο για αποδοχή της. Το δε καταληκτικό μέρος της πιο πάνω άποψης του κυρίου Πολυβίου, δεικνύει και το αναγκαίο της συνοδείας της όποιας επικαλούμενης αποδοχής δια σιωπής από ανάλογη με την αποδοχή συμπεριφορά του αποδέκτη, επιβεβαιωτική στην ουσία της δέσμευσής του έναντι του προτείνοντος. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι, επί τη βάσει των ευρημάτων ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή, είναι αδύνατη η έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για καταβολή του απαιτούμενου ποσού επί της νομικής βάσης της παράβασης συμφωνίας, και δη της μόνης νομικής βάσης επί της οποίας προωθήθηκε η υπό εξέταση αγωγή. Και τούτο γιατί, ούτε η σιωπή που ομολογουμένως τήρησε η εναγόμενη στις κατά καιρούς ενημερώσεις που τύγχανε ως προς το ότι η Ενάγουσα επιδιόρθωνε, είτε στο συνεργείο της, είτε στο συνεργείο του ΜΕ2 το επίδικο όχημα, ούτε και η όποια συμπεριφορά της, είτε μέσω του ΜΥ2, είτε ακόμα του ΜΥ3 ή άλλου ενδεχομένως προσώπου, μπορεί να θεωρηθεί, είτε ως προσφορά που έγινε αποδεκτή από πλευράς της Ενάγουσας, είτε ως αποδοχή σχετικής προσφοράς της τελευταίας. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα αποφάσισε να επιδιορθώσει το επίδικο όχημα θεωρώντας, εξ αρχής, ότι το κόστος τους θα καταβληθεί από την Εναγόμενη, δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι η τελευταία ουδέποτε συμβλήθηκε με την πρώτη για το σκοπό αυτό και/ή εν πάση περιπτώσει, ότι, η Ενάγουσα δεν κατάφερε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βάρος απόδειξης που ισχύει για αστικές υποθέσεις) να αποδείξει ότι συνομολογήθηκε η δικογραφικά ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι ουσιώδης όρος της ήταν η ανάληψη από πλευράς της Εναγομένης της ευθύνης καταβολής του κόστους των επιδιορθώσεων. Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της παρούσας αγωγής που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, με δεδομένο τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και εν απουσία λόγων που να δικαιολογούν παρέκκλιση από αυτό, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Αυτούσια μοναδική σχετική αναφορά του ΜΕ2 στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, αλλά και γενικότερα στην όλη δια ζώσης μαρτυρία του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο