ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΟΡΦΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4612/11, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4612/11 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντα - και - ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΟΡΦΟΥ Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ορφανίδης Για τους Εναγόμενους: κ. Βελάρης ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €37.500 «ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει επιταγών και/ή ως δεδουλευμένους μισθούς και/ή ως πριμς και/ή bonus και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει χρέους και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment)[1]». Η δικογράφηση του Ενάγοντα Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο Ενάγοντας με την Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι, ως ποδοσφαιριστής εργοδοτήθηκε από τους Εναγομένους, οι οποίοι είναι σωματείο νόμιμα εγγεγραμμένο στην Κύπρο, το οποίο, μεταξύ άλλων, διαθέτει και ποδοσφαιρικές ομάδες που αγωνίζονται στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (Κ.Ο.Π), για τις ποδοσφαιρικές περιόδους 2007‑2008 και 2008‑
- Για τις υπηρεσίες που θα πρόσφερε ως ποδοσφαιριστής, ως αντιπαροχή, θα λάμβανε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, εισέπραξε έναντι των υπηρεσιών του διάφορα ποσά, πλην όμως, παρέμεινε οφειλόμενο το απαιτούμενο πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Προς εξόφλησή του, οι Εναγόμενοι εξέδωσαν στο όνομα του δώδεκα συνολικά επιταγές, της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου, για διάφορα ποσά, όλα συμποσούμενα στο απαιτούμενο ποσό των €37.
- Ο Ενάγοντας παρουσίασε τις επιταγές κατά την ημέρα που τούτες ήταν πληρωτέες στην τράπεζα, πλην όμως τούτες δεν τιμήθηκαν και ή επεστράφησαν απλήρωτες, με την ένδειξη « Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας ». Αφού ο Ενάγοντας γνωστοποίησε στους Εναγόμενους ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν, απαίτησε εκ νέου τα οφειλόμενα χρήματα, πλην όμως οι Εναγόμενοι αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να εξοφλήσουν τούτα. Για τους λόγους αυτούς καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Η δικογράφηση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ιδιότητα του Ενάγοντα ως ποδοσφαιριστή και των ιδίων ως σωματείο, που, μεταξύ άλλων, διαθέτει ομάδες, που αγωνίζονται στα πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π. Παραδέχονται επίσης ότι εργοδότησαν τον Ενάγοντα, για τις ποδοσφαιρικές περιόδους 2007‑2008 και 2008‑2009, καθώς επίσης και ότι, έναντι της εργοδότησης του αυτής, ο Ενάγοντας έλαβε διάφορα χρηματικά ποσά. Ωστόσο προβάλλουν τη θέση ότι, οι όποιες συμφωνίες εργοδότησης του Ενάγοντα από τους Εναγομένους είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή στερούνται έννομου αποτελέσματος και, εν πάση περιπτώσει, αντίκεινται προς τη δημόσια πολιτική. Για την υπεράσπιση τους αυτή προβάλλουν ότι, ο Ενάγοντας, ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, δια Νόμου, δεν νομιμοποιείτο να ασκεί δεύτερο επάγγελμα, εκτός αν είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και ισχυρίζονται, σε σχέση πάντα με την υπεράσπιση τους αυτή, ότι, ο Ενάγοντας δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκεκριμένη άδεια. Στα πλαίσια των διαφόρων παραδοχών που γίνονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι αποδέχονται και την έκδοση και παράδοσή τους στον Ενάγοντα των δώδεκα επιταγών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Επί της προβαλλόμενης αυτής υπεράσπισης τους και ιδιαίτερα της θέσης τους περί του ότι η όποια συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα, είναι εξ υπαρχής άκυρη, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν από αυτόν το ποσό των €20.000, το οποίο, σύμφωνα με τους ίδιους, αφορά στο ποσό που ο Ενάγοντας εισέπραξε ως αντιπαροχή, στα πλαίσια της εργοδότησης του. Προβάλλουν επί τούτου τη θέση ότι, το εν λόγω ποσό, αποτελεί στην ουσία χρήματα που δεν έχει δικαίωμα ο Ενάγων να κατακρατήσει, αφού αποτελούν αντιπαροχή, εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας, με αποτέλεσμα, ως παράνομο όφελος, να δικαιολογείται η διαταγή για επιστροφή τους. Στα πλαίσια της ανταπαίτησής τους, επιζητούν και την έκδοση διαφόρων δηλωτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου, με τις οποίες να αναγνωρίζεται, αφενός η ακυρότητα της μεταξύ των μερών συμφωνίας εργοδότησης και αφετέρου ότι, η καταβολή του χρηματικού ποσού των €20.000 προς τον Ενάγοντα, είναι αποτέλεσμα λανθασμένης αντίληψης των Εναγομένων, επί γεγονότος και/ή επί Νόμου. Η τελική δικογράφηση του Ενάγοντα Ο Ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, συνενώνει τα επίδικα θέματα και επαναλαμβάνει στην ουσία τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, μεταξύ άλλων, κατείχε τη σχετική από τον Νόμο άδεια εξάσκησης δεύτερου επαγγέλματος και/ή εν πάση περιπτώσει, έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα και προέβη, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να ληφθεί τούτη. Επιπροσθέτως, προβαίνει σε μία αναδρομή της καριέρας του, ως ποδοσφαιριστής, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι, αποτέλεσε μέρος της Εθνικής Ομάδας Ενόπλων Δυνάμεων, αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας της Αστυνομίας, αλλά και μέλος της Εθνικής Κύπρου Ανδρών και ότι αγωνίστηκε σε επίσημους, αλλά και ανεπίσημους αγώνες, εκπροσωπώντας τη χώρα μας. Τέλος, προφανώς για σκοπούς διευκρίνισης, ισχυρίζεται ότι, η πρώτη χρονικά επιταγή, και δη η υπό αριθμόν 01361663, δεν τιμήθηκε, καθότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της, ενώ οι υπόλοιπες έντεκα, λόγω του ότι η υπογραφή επ' αυτών διέφερε από το δείγμα που είχε στην κατοχή της η τράπεζα. Υιοθετώντας δε όλες τις αναφορές του δικογράφου της Απάντησης του, προβάλλει την υπεράσπιση ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την ανταπαίτηση τους. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία, ως επί το πλείστον, διεξήχθη δια της κατάθεσης παραδεκτών γεγονότων. Τούτος ήταν και ο λόγος που ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε δια ζώσης μαρτυρία. Από πλευράς των Εναγομένων, κατέθεσε μόνον ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο Αριστείδης Τίρκας (ΜΥ1). Τα παραδεκτά γεγονότα Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται αφενός, για κείμενο γεγονότων (Τεκμήριο 1) και αφετέρου, για το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων (Τεκμήριο 2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν και είναι ακόμα μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και ως Αστυφύλακας φέρει τον αριθμό
- Ήταν επίσης ποδοσφαιριστής, ο οποίος υπέγραψε με τους Εναγομένους, τον Ιούλιο του 2007, συμφωνία συνεργασίας για τις ποδοσφαιρικές περιόδους 2007‑2008, 2008‑2009, 2009‑
- Οι Εναγόμενοι ήταν, και είναι ακόμα, αθλητικό σωματείο, μέλος της Κ.Ο.Π., οι οποίοι διέθεταν ποδοσφαιρική ομάδα αντρών, που αγωνίζετο στα πρωταθλήματα της Κ.Ο.Π. Ήταν στη γνώση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας ήταν μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Στις 16.06.2009, οι διάδικοι της παρούσας αγωγής υπέγραψαν Ειδική Συμφωνία, με την οποία λύθηκε η μεταξύ τους συνεργασία και συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι καταβάλουν στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €27.500, ως δεδουλευμένους μισθούς, για τις υπηρεσίες που είχε ήδη προσφέρει και επιπλέον €10.000, ως αντιπαροχή, για την αποδοχή από πλευράς του, της λύσης της συνεργασίας τους, ένα χρόνο νωρίτερα. Στα πλαίσια της ρηθείσας ειδικής συμφωνίας, οι Εναγόμενοι εξέδωσαν και παρέδωσαν στον Ενάγοντα τις δώδεκα επίδικες επιταγές, για το συνολικό ποσό των ευρώ €37.
- Ως προς την πρώτη χρονικά επιταγή, και δη αυτή με αριθμό 1361663, τούτη δεν τιμήθηκε με δικαιολογία την ένδειξη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε», ενώ οι υπόλοιπες, με την ένδειξη «Η υπογραφή διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Μέχρι και σήμερα δεν έχει καταβληθεί από τους Εναγομένους οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, έναντι της απαίτησης του. Ο Ενάγοντας, ως ποδοσφαιριστής, αγωνίστηκε και στις ομάδες Ολυμπιακού Λευκωσίας, Απόλλωνα Λεμεσού και Ομόνοιας Λευκωσίας. Διετέλεσε δε διεθνής ποδοσφαιριστής με την Εθνική Ομάδα Αντρών της Κύπρου, καθώς επίσης και μέλος της Εθνικής Ομάδας Ενόπλων της Κύπρου, αλλά και αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας της Αστυνομίας. Ως διάκριση, έλαβε από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού Κ.Ο.Α το βραβείο του «αθλητή πρότυπο». Μετά τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων, οι Εναγόμενοι ευχαρίστησαν τον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες του, δια δημοσιεύματος σε καθημερινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Ο Ενάγοντας, σε σχέση με το γεγονός ότι, ενώ ήταν και είναι μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, εν τούτοις απασχολείται και ως ποδοσφαιριστής, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες και/ή έλαβε γνώση των κατωτέρω. Ο Ενάγοντας απέστειλε στις 22.02.2000 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας αίτημα όπως του επιτραπεί να λαμβάνει μέρος στις προπονήσεις και στους αγώνες του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ. Την 01.03.2000, κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα, μέσω επιστολής, ιδίας ημερομηνίας, ότι το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο αίτημα του εγκρίθηκε, υπό την αίρεση ότι δεν θα επηρεάζονται τα καθήκοντα του ως αστυφύλακας και ότι δεν θα λαμβάνει μέρος, σε οποιανδήποτε πολιτικής ή κομματικής φύσεως εκδήλωση και/ή δραστηριότητα. Περί τον Φεβρουάριο του 2005, ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση για ιδιωτική απασχόληση. Στις 30.08.2006, ο Ενάγοντας συμπλήρωσε έντυπο που του δόθηκε από την υπηρεσία του, το οποίο προωθήθηκε ως αίτηση, για συμμετοχή του σε αθλητικές δραστηριότητες. Στις 09.01.2007, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε γραπτώς τον Αρχηγό Αστυνομίας ότι, σχετικά με την ιδιωτική απασχόληση των μελών της Αστυνομίας, για όσα μέλη της έχει ήδη δοθεί άδεια ιδιωτικής απασχόλησης, δεν θα ήταν αναγκαία η εκ νέου χορήγηση τέτοιας άδειας, αφού τούτη δεν έχει ανακληθεί. Όσον δε αφορά στα μέλη, τα οποία αιτούντο για πρώτη φορά άδεια για ιδιωτική απασχόληση, εδίδοντο οδηγίες ως προς τα όσα θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην αίτηση του. Με την επιστολή αυτή, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αναφερόταν και σε άλλα ζητήματα, τα οποία όμως κρίνονται άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, της παρούσας αγωγής. (Βλέπε επιστολή ημερομηνίας 9 Ιανουαρίου 2007 ‑ μέρος των εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραδεκτό γεγονός). Στις 26.10.2010, ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς τον Αναπληρωτή Αρχηγό Αστυνομίας, με την οποία τον πληροφορούσε ότι, από την 01.03.2000 κατείχε έγκριση για να αγωνίζεται ως ποδοσφαιριστής στον Ολυμπιακό Λευκωσίας και ότι αγωνίστηκε στο εν λόγω σωματείο, μέχρι και τον Ιούνιο του
- Τον ενημέρωνε επίσης ότι, από τον Ιούνιο του 2007 μέχρι και τον Ιούνιο του 2009 αγωνίστηκε στους Εναγόμενους και ότι από τον Ιούνιο του 2009 μέχρι και τον Ιούνιο του 2010 επέστρεφε εκ νέου στον Ολυμπιακό Λευκωσίας, γεγονότα, για τα οποία, εκ παραδρομής, παρέλειψε να ενημερώσει τούτον προηγουμένως. Τέλος τον ενημέρωνε και περί του γεγονότος ότι, από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι και τις 26 Οκτωβρίου 2010 που συνέταξε και απέστειλε την επιστολή, αγωνιζόταν στο αθλητικό σωματείο Χαλκάνωρας Ιδαλίου. Ζητούσε δε από τον παραλήπτη της επιστολής, όπως λάβει σχετική ενημέρωση και όπως προχωρήσει στις δικές του ενέργειες. Για τη συγκεκριμένη επιστολή του Ενάγοντα ενημερώθηκε και ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας. (Σχετικές είναι οι επιστολές ημερομηνίας 26.10.2010 (του Ενάγοντα) και 29.10.2010 του Ανώτερου Διευθυντή Λευκωσίας, μέρος των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, για το παραδεκτό του περιεχομένου τους). Τέλος, στις 12 Οκτωβρίου 2011, εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας, εκδόθηκε γραπτή Βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, από τον προσωπικό φάκελο του Ενάγοντα, ο οποίος τηρείται στο Αρχηγείο Αστυνομίας «Φαίνεται ότι την 01.03.2000, του δόθηκε έγκριση από τον Αρχηγό Αστυνομίας να ασχολείται με αθλητικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα με το ποδόσφαιρο ». Τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν, από τον συνδυασμό του γραπτού κειμένου παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1), και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν, για την αλήθεια του περιεχομένου των (Τεκμήριο 2). Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή του Ενάγοντα Ως προκύπτει από τις σχετικές δικογραφήσεις του, αλλά και το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου του, ο Ενάγοντας αναγνωρίζει τη νομοθετική απαγόρευση για ιδιωτική απασχόληση του, καθώς επίσης και την ακυρότητα μιας σχετικής με αυτή συμφωνίας εργοδότησης, πλην όμως προβάλλει τη θέση ότι κατείχε τη σχετική από τον Νόμο άδεια και/ή ενήργησε με τρόπο που δικαιολογείται η κρίση ότι η εργοδότηση του, από τους Εναγομένους ήταν νόμιμη και κατά ακολουθία, η χρηματική απαίτηση του δικαιολογημένη. Προς τούτο σημειώνει το παραδεκτό από πλευράς των Εναγομένων, τόσο της εργοδότησης του, όσο και του ύψους των οφειλομένων σ΄αυτόν χρημάτων, αν και εφόσον οι συμβάσεις των μερών κληθούν έγκυρες. Ως προς την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, η θέση του Ενάγοντα είναι ότι, τούτη θα πρέπει να απορριφθεί, μιας και η όποια επιτυχία της εξαρτάται από το έγκυρο ή μη των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Η εκδοχή των Εναγομένων Ανεξαρτήτως της παραδοχής της έκδοσης των δώδεκα επιταγών και του λόγου που τούτες εκδόθηκαν, με δεδομένο ότι αυτές αφορούν σε χρήματα που είναι άρρηκτα συνυφασμένα με το γεγονός ότι ο Ενάγοντας, όντας μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, απασχολήθηκε ιδιωτικά στους Εναγόμενους χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια του Αρμόδιου Υπουργού, η υπό εξέταση αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, ως έχουσα υπόβαθρο σύμβαση με απαγορευμένο από το Νόμο σκοπό και/ή επί τω ότι, η σύμβαση επί της οποίας εδράζεται έχει απαγορευμένη από τον Νόμο αντιπαροχή και ως τέτοια, μη συμβαδίζουσα με τις πρόνοιες του άρθρου 23, του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Ως προς την Ανταπαίτηση τους, κατ' επίκληση της μαρτυρίας του ΜΥ1 περί μη αναζήτησης από πλευράς των Εναγομένων (πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας συνεργασίας με τον Ενάγοντα), νομικής συμβουλής για τις συνέπειες του γεγονότος ότι ο τελευταίος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, προβάλλουν άγνοια του Νόμου, και επί τη βάσει νομολογιακών αρχών στις οποίες παρέπεμψαν το Δικαστήριο, προωθούν τη θέση ότι δικαιολογείται η έγκριση της Ανταπαίτησης τους και κατ' ακολουθία η έκδοση απόφασης, με την οποία θα διατάσσεται ο Ενάγοντας να επιστρέψει το ποσό των €20.000, που κατά τους Εναγομένους, έλαβε ως αντιπαροχή, κατά το χρονικό διάστημα που αγωνιζόταν στην ποδοσφαιρική τους ομάδα. Η προσκομισθείσα, δια ζώσης, μαρτυρία Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, δια ζώσης μαρτυρία προσφέρθηκε μόνον από πλευράς των Εναγομένων και ειδικότερα από τον ΜΥ
- Ο μάρτυρας αυτός, μέσω της κυρίως εξέτασης του προώθησε στην ουσία τον ισχυρισμό ότι: «Εξ όσων μπορ(ούσε) να ανακαλεσ(ει)», οι Εναγόμενοι δεν έπαιρναν οποιανδήποτε νομική συμβουλή, για οποιοδήποτε θέμα εκείνο το διάστημα. Κατά την αντεξέτασή του και ερωτηθείς ειδικά για το θέμα αυτό, ανέφερε ότι, αν λάμβαναν σχετική με τη συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα νομική συμβουλή, θα το θυμόταν. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του καταπιάστηκε με ζητήματα που καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα, χωρίς τούτη να συγκρούεται με αυτά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΥ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως προκύπτει αβίαστα από τις πιο πάνω σχετικές αναφορές του Δικαστηρίου, η μαρτυρία του ήταν περιορισμένη και η αντεξέταση του λιτή. Επί του ουσιαστικού για τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα ισχυρισμού του, και δη το κατά πόσον οι Εναγόμενοι ζήτησαν νομική συμβουλή αναφορικά με τη συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα, η μαρτυρία του ήταν ξεκάθαρη. Ουδέποτε ήρθε στην αντίληψη του μία τέτοια ενέργεια από πλευράς των Εναγομένων. Προς τούτο υπέδειξε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατείχε τη θέση του υπευθύνου του ποδοσφαιρικού τμήματος, ως ο γενικός αρχηγός τούτου, θέση, που στην περίπτωση που ζητείτο από πλευράς των Εναγομένων η ρηθείσα νομική συμβουλή, θα το γνώριζε και θα ενθυμείτο το γεγονός. Η υποβολή του συνηγόρου του Ενάγοντα περί το ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν και έλαβαν τη σχετική συμβουλή, παρέμεινε μετέωρη, μιας και δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, ούτε ο Ενάγοντας φαίνεται να αμφισβητεί το γεγονός ότι ο ΜΥ1, ενώπιον του Δικαστηρίου, είπε την αλήθεια. Σχετική είναι η απουσία τέτοιας εισήγησης από την αγόρευση του συνηγόρου του. Τουναντίον, με αναφορά στη σχετική με το ζητούμενο μαρτυρία του ΜΥ1, ο συνήγορος του Ενάγοντα προβαίνει στην εξής καταληκτική αναφορά. « Επί της ουσίας δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το μοναδικό θέμα που παραμένει προς εξέταση έχει καθαρά νομική χρεία[2]». Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ως σημείωσα ήδη, ο ΜΥ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και ως εκ τούτου, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Τελικά ευρήματα Πέραν των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τα οποία εδράστηκαν επί των παραδεκτών γεγονότων, με γνώμονα τη πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου ζωντανής μαρτυρίας, προβαίνω και στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα. Πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας συνεργασίας των μερών για να αγωνίζεται ο Ενάγοντας ως ποδοσφαιριστής στην ομάδα ανδρών των Εναγομένων, οι τελευταίοι δεν αναζήτησαν οποιαδήποτε, σχετική με την εργασία του Ενάγοντα, νομική συμβουλή. Νομική πτυχή Το άρθρο 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου, Ν.73(Ι)/2004προνοεί ότι: «
(1)Το σύνολο του χρόνου των μελών της Αστυνομίας τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται, ρητά, διαφορετικά στους όρους του διορισμού τους.
(2)Μέλος της Αστυνομίας του οποίου το σύνολο του χρόνου τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολείται ή μετέχει σε οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση: Νοείται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη σύσταση του Αρχηγού ο Υπουργός δύναται να χορηγήσει άδεια σε μέλος της Αστυνομίας για μερική απασχόληση ή πρόσληψη, εφόσον αυτό δεν επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την άρτια εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με το Νόμο αυτό: Νοείται περαιτέρω ότι κάθε τέτοια άδεια δυνατό να υπόκειται στον όρο ότι το σύνολο ή οποιοδήποτε μέρος κάθε αμοιβής πληρωτέας σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια απασχόληση ή πρόσληψη θα καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο.
(3)Κάθε μέλος της Αστυνομίας του οποίου μέλος της οικογένειας διατηρεί κατάστημα ή ασκεί εμπόριο ή προτίθεται να ανοίξει κατάστημα ή να ασκήσει εμπόριο οφείλει να δώσει γι' αυτό γραπτή ειδοποίηση στον Αρχηγό. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού "μέλος της οικογένειας" σημαίνει σύζυγο με την οποία το μέλος της Αστυνομίας δε βρίσκεται σε διάσταση και τέκνο του μέλους της Αστυνομίας που διαμένει μαζί του». Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». Τέλος, το άρθρο 65 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/1990προνοεί ότι: «
(1)Ο δημόσιος υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να προσφέρει τηv εργασία τoυ σ' οποιοδήποτε χρόνο, εφόσο αυτό απαιτούν oι ανάγκες της υπηρεσίας.
(2)Δεv επιτρέπεται σε δημόσιο υπάλληλο vα ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή vα ασχολείται με οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση εκτός από τηv εργασία τoυ στη δημόσια υπηρεσία: Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη σύσταση της αρμόδιας αρχής, ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να χορηγήσει άδεια σε δημόσιο υπάλληλο για μερική ιδιωτική απασχόληση ή πρόσληψη, μετά από αίτησή του, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, εφόσον αυτή κρίνεται ότι δεν επηρεάζει την εκτέλεση των καθηκόντων του αιτητή ως δημόσιου υπαλλήλου: .................................... (2Α) .................................
(3).................................
(4).................................
(5).................................
(6)..................................» Οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149, καθώς επίσης και οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου Ν.73(Ι)/2004, παρατίθενται ανωτέρω, καθότι κρίνονται άρρηκτα συνυφασμένες με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Οι πρόνοιες του άρθρου 65 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/1990, παρατίθενται ανωτέρω, αφενός λόγω ομοιότητάς τους με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου, και αφετέρου λόγω του ότι, στο παρελθόν, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και εξέδωσε σχετική με αυτά Νομολογία. Είμαι δε της γνώμης, γνώμη που φαίνεται να συμμερίζονται και οι συνήγοροι των διαδίκων, ότι τα όσα σχετικά με τις πρόνοιες του άρθρου 65 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αναφέρθηκαν στη σχετική με αυτά νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατ' αναλογία, ισχύουν και για τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου. Κρίνεται, επίσης, σημαντικό, για σκοπούς παρακολούθησης της σχετικής με τα επίδικα ζητήματα νομολογίας, να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 65 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/1990, στο παρελθόν (στα προηγούμενα σχετικά νομοθετήματα), είχαν αρίθμηση 64 (βλ. Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμος [Ν.33/1967]). Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη Νομολογία που καταπιάστηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 65 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου είναι ότι, συμφωνία που σκοπό ή αντιπαροχή έχει, δημόσιος υπάλληλος (μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου στην προκείμενη περίπτωση), να απασχοληθεί ιδιωτικά δια αμοιβής, είναι άκυρη εξ υπαρχής ως αντιβαίνουσα τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου. Ως τέτοια, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για διεκδίκηση οποιασδήποτε αποζημίωσης και γενικά οφέλους. Προκύπτει ακόμα ότι, αν μια σύμβαση δημοσίου υπαλλήλου (στην προκείμενη περίπτωση μέλους της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου), κριθεί άκυρη ως αντιβαίνουσα τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου, τότε, ο εν λόγω υπάλληλος δεν δύναται να διεκδικήσει οποιανδήποτε αποζημίωση ούτε επί άλλων, από τη παράνομη σύμβαση, νομικών βάσεων, αν τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν, κρίνονται ως άρρηκτα συνυφασμένα με το σκοπό και/ή την αντιπαροχή της άκυρης σύμβασης. Ως έχει υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια (κρίση του Αρχιδικαστή Mansfield, στην υπόθεση Holman v. Johnson), «nο Court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act» (βλ. επίσης Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R.437, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1CLR 542, Κυπριανού ν. Βασιλείου 2004) 1ΑΑΔ 1320, Χριστοδούλου και Lindsay v. Vraets
(2009)1B AAΔ.802 και, πολύ πρόσφατα, την Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ, ν. UIB Insurance Reinsurance and Consultants Brokers Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A358, Πολ. Εφ. 23/2012, ημερομηνίας 16.10.2017). Ειδικότερα τώρα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου αναφέρθηκε ότι, τούτες στοχεύουν στο να αποτραπεί η τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική προς αποφυγή πλήγματος του συμφέροντος του δημοσίου. Μια τέτοια συνέπεια θα είναι αναπόφευκτη αν επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Ως αναφέρθηκε στην Καλομοίρα Σολομού ν. Εταιρεία Vinegard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1AAΔ 300, «Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρεψαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη, μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. (βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδοση, σελ. 227 - 228)». Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου, δέστε και τα όσα αναφέρθηκαν στις Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1ΑΑΔ 1026, Joseph El Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1ΑΑΔ 968, Α & C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd
(2002)1AAΔ 1321, Conqueror Developments Ltd v. Dreamland Developments Ltd
(2005)1 AAΔ 170, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131, Ιωάννου ν. Ekma Furnishings Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A471, Πολ. Εφ. 273/2012, ημερομηνία απόφασης 19.12.2017 και Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ ν. UIB Insurance Reinsurance & Consultants Brokers Ltd, κ.α. (ανωτέρω). Όσον τώρα αφορά στις πρόνοιες του άρθρου 64 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου Ν.33/1967(σήμερα σχετικές σε ισχύ πανομοιότυπες πρόνοιες, ως σημειώθηκε ανωτέρω, είναι αυτές του άρθρου 65 του Νόμου 1/1990), το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Glamor Developments v. Christodoulou
(1984)1CLR 444, με αναφορά και στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 149, αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις του ρηθέντος άρθρου του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (που είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου, που εδώ ενδιαφέρει), καθιστούν παράνομη κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την προσφορά, επί αμοιβής, εργασίας από δημόσιο υπάλληλο. Κρίθηκε ακόμα ότι η κατάληξη αυτή δικαιολογείται, τόσο από το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου, όσο και από το σκοπό που επιδιώκει να προάγει. Προς επεξήγηση των προθέσεων του Νομοθέτη (αναφορικά με το υπό συζήτηση άρθρο του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου), το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι, ο Νομοθέτης όρισε ότι το σύνολο του χρόνου ενός δημόσιου υπαλλήλου, και κατά αναλογία και ενός αστυφύλακα, τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας. Με το εδάφιο 2 δε του εν λόγω άρθρου, απαγορεύεται κάθε επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα του δημόσιου υπαλλήλου έξω από τον κύκλο εργασίας του, και δη ρητή απαγόρευση προσφοράς εργασίας έξω από τα καθήκοντα του. Είναι επί αυτής της βάσης, που το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι «κατά λογική συνέπεια απαγορεύεται άμεσα και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών από δημόσιο υπάλληλο.» Σημειώθηκε, ωστόσο, ότι, μια τέτοια προσφορά υπηρεσιών, είναι δυνατό να επιτραπεί, εφόσον τύχει της έγκρισης του αρμόδιου Υπουργού, ως εξ άλλου, ρητώς προνοείται από την επιφύλαξη του σχετικού άρθρου (βλ. Glamor Developments v. Christodoulou (ανωτέρω), Δρουσιώτης ν. Ειρωνυμίδη (ανωτέρω) και Frangos v. Prasimo Libadhi
(1978)1 J.S.C. 48) ». Κατάληξη Επί τη βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι ότι, ο Ενάγοντας προέβη στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να του χορηγηθεί η προνοούμενη από το Νόμο άδεια για ιδιωτική απασχόληση. Προκύπτει ακόμα ότι, το Κράτος, μέσω του Αρχηγού Αστυνομίας και/ή άλλων υψηλόβαθμων στελεχών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, ενημέρωνε, κατά καιρούς, τον Ενάγοντα ότι θεωρείται ως ένα από τα μέλη της Δύναμης, προς τα οποία χορηγήθηκε άδεια για ιδιωτική απασχόληση και πιο συγκεκριμένα από την 1.3.2000, για «να ασχολείται ιδιωτικά με αθλητικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα με το ποδόσφαιρο». Φαίνεται δε ότι, το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, το οποίο, μέσω του Γενικού Διευθυντή του, ενημέρωνε τον Αρχηγό Αστυνομίας ότι, όσα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, είχαν ήδη λάβει άδεια για ιδιωτική απασχόληση πριν τις 9.1.2007 (σχετική είναι η επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός), δεν χρειάζονταν να αποταθούν εκ νέου για χορήγηση τέτοιας άδειας, μιας και οι άδειες που είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν δεν έχουν ποτέ ανακληθεί. Με τούτα ως δεδομένα, εκείνο που εδώ ενδιαφέρει και το οποίο κρίνεται ως σημαντικό να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, το γεγονός ότι η όποια άδεια χορηγήθηκε στον Ενάγοντα για ιδιωτική απασχόληση, δεν υπογράφεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (ως το άρθρο 23 του Ν.73
(1)/2004 προνοεί), οδηγεί, μονοδρομικά, ως εισηγείται ο συνήγορος των Εναγομένων, σε κρίση ότι τούτος δεν κατέχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ιδιωτικής απασχόλησης και επομένως η σύμβαση του για ιδιωτική απασχόληση στους Εναγόμενους, επί αμοιβή, είναι παράνομη και κατά συνέπεια εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να αποτελέσει τη βάση για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Με κάθε σεβασμό προς το συνήγορο των Εναγομένων, η σχετική εισήγηση του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είμαι της γνώμης ότι εδράζεται επί μικροσκοπικής προσέγγισης και θεώρησης των πραγμάτων, μη συνυπολογίζοντας το σκοπό που ο νόμος επιδιώκει να προάγει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι, ο σκοπός του Νομοθέτη δεν ήταν να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του εκάστοτε Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ειδική γνώση γεγονότων και/ή δεινότητα απόφανσης ως προς το κατά πόσο ένα μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου δικαιούται ή όχι σε χορήγηση άδειας για ιδιωτική απασχόληση. Εξ ου και η πρόβλεψη ειδικής πρόνοιας στην επιφύλαξη του εδαφίου 2 του άρθρου 23 του Νόμου, για ετοιμασία σχετικής, με το αίτημα του μέλους, σύστασης από τον Αρχηγό Αστυνομίας (που αναγνωρίζεται, έτσι, ως ο πλέον γνώστης των πραγμάτων), η οποία (σύσταση) αποτελεί προϋπόθεση για να εκδοθεί η προνοούμενη από το Νόμο άδεια. Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, ο νομοθέτης σκοπούσε με τις απαγορευτικές πρόνοιες του άρθρου 23
(2)του Περί Αστυνομίας Νόμου (με γνώμονα και τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στη σχετική με τα άρθρα 65 του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και 54 του Περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, Νόμος 10/1969 (πρόνοιες, επίσης παρόμοιες με αυτές του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου)), ήταν, με τη ρητή απαγόρευση της ιδιωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων που εργάζονται στο δημόσιο, να διασφαλίζεται ο βασικός σκοπός του νόμου (ως τούτος προβλέπεται από το εδάφιο
(1)κάθε νομοθετήματος), και δη ότι κάθε δημόσιος υπάλληλος (με την ευρεία έννοια του όρου) θα διαθέτει το σύνολο του χρόνου του στη Δημοκρατία ώστε ακριβώς να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να προσφέρει την εργασία του προς όφελος της υπηρεσίας την οποία υπηρετεί. Είναι προφανώς με γνώμονα και αυτό το δεδομένο, που θα πρέπει και το Κράτος, μέσω του αρμόδιου Υπουργού, να εξετάζει την όποια αίτηση ενός δημόσιου υπαλλήλου (με τη ευρεία και πάλι έννοια του όρου) για χορήγηση άδειας ιδιωτικής απασχόλησης, ώστε μια τέτοια άδεια να δοθεί μόνο στη περίπτωση που δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα καθήκοντα του αιτητή, ο οποίος και θα μπορεί να συνεχίσει να εκτελεί τούτα προς όφελος της υπηρεσίας του απρόσκοπτα. Επίσης, η πρόβλεψη για άρση της απαγόρευσης μόνο κατόπιν άδειας από τον αρμόδιο Υπουργό, αποσκοπεί, προφανώς, μεταξύ άλλων, και στη διασφάλιση ότι ο εργοδότης, και δη το Κράτος, θα γνωρίζει, ανά πάσα στιγμή, που βρίσκεται ο υπάλληλός του, και στη περίπτωση που από την ιδιωτική του απασχόληση αποκτά οικονομικό όφελος, το Κράτος να μπορεί να εισπράξει τους όποιους φόρους και/ή τέλη σχετίζονται με τη ρηθείσα απασχόληση. Οι πιο πάνω αναφερθέντες σκοποί του Νομοθέτη, ικανοποιούνται πλήρως στη βάση των γεγονότων που περιβάλουν τη παρούσα αγωγή. Εκείνο που εδώ απουσιάζει, ώστε να απέκλειε κάθε συζήτηση περί παράβασης των προνοιών του άρθρου 23 του Περί Αστυνομίας Νόμου, είναι η υπογραφή της άδειας, που, κατά τα άλλα, χορηγήθηκε στον Ενάγοντα, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως προνοείται στο συγκεκριμένο άρθρο. Θεωρώ, ωστόσο, ότι, το γεγονός της μη υπογραφής της άδειας από τον αρμόδιο Υπουργό, δεν οδηγεί μονοδρομικά σε κρίση περί μη χορήγησης της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας. Και τούτο γιατί, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Ενάγοντας δεν ευθύνεται για το γεγονός ότι ουδέποτε τέθηκαν τα κατά καιρούς αιτήματα του για ιδιωτική απασχόληση ενώπιον του αρμόδιου Υπουργού για να τα εξετάσει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι ότι, ο Αρχηγός Αστυνομίας, προφανώς θεωρώντας ότι έχει εξουσία να εξετάζει τέτοιου είδους αιτήματα, προχώρησε στην εξέταση τους και ενέκρινε τούτα, ενημερώνοντας σχετικά τον Ενάγοντα. Στο βαθμό που αφορά στον Ενάγοντα, τούτος, ενήργησε, καθηκόντως, και δη απέστειλε στον άμεσα προϊστάμενό του, ήτοι τον Αρχηγό Αστυνομίας, πέραν της μιας φοράς, σχετικά αιτήματα του για χορήγηση της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας. Αντί, όμως, ο Αρχηγός Αστυνομίας να προωθήσει τα αιτήματά του συντάσσοντας προς τούτο και σχετική σύσταση στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως ο Νόμος ορίζει, επέλεξε, ως σημειώθηκε ανωτέρω, να εγκρίνει τούτα και να βεβαιώσει τον Ενάγοντα ότι η άδεια που του χορήγησε ουδέποτε ανακλήθηκε και παραμένει σε ισχύ από την 1.3.2000. Των πιο πάνω γεγονότων δοθέντων, κρίνω ότι η μη υπογραφή της χορηγηθείσας στον Ενάγοντα άδειας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, δεν οδηγεί στην εισηγούμενη από πλευράς των Εναγομένων κρίση. Τουναντίον, κρίνω ότι ο Ενάγοντας, με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, κατάφερε να αποδείξει ότι η ιδιωτική του απασχόληση επί τη βάσει της οποίας προωθεί την υπό εξέταση αγωγή και απαιτεί το ποσό των €37.500,00 έγινε νόμιμα και δη έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Με δεδομένο το γεγονός ότι τα λοιπά επίδικα ζητήματα (π.χ. αιτία οφειλής, ύψος οφειλόμενου ποσού κ.ο.κ.) δεν αμφισβητούνται, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση ως η Απαίτηση. Ως προς την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, τούτη, συνεπεία και της πιο πάνω κρίσης (ως προς την Απαίτηση), αποτυγχάνει, μιας και εδράζετο αποκλειστικά επί της εισήγησης ότι όλες οι συμφωνίες των μερών ήταν παράνομες λόγω μη εξασφάλισης, από τον Ενάγοντα, της προνοούμενης στο νόμο άδειας. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία απολύτως, προσδιοριστική του όποιου ποσού καταβλήθηκε στον Ενάγοντα ως μέρος των δεδουλευμένων του, μαρτυρία, με αποτέλεσμα, και γι' αυτό το λόγο, να μην ήταν δυνατή, υπό άλλες συνθήκες, η έκδοση σχετικής απόφασης στα πλαίσια της Ανταπαίτησης. Κατά συνέπεια, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση ως η Απαίτηση. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, εν απουσία λόγου που να επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα, μιας και τούτη εκδικάστηκε σε πλήρη συνάρτηση με την Απαίτηση του Ενάγοντα. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Πρόκειται για αυτούσια καταγραφή της δικογραφημένης αξίωσης του Ενάγοντα. [2] Προφανώς ο συνήγορος εννοεί χροιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο