Δρ. Τάσος Γεωργίου ν. Georgios Elia Building and Civil Engineering Contractors Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 3152/17, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3152/17 Μεταξύ: Δρ. Τάσος Γεωργίου Ενάγοντας και Georgios Elia Building and Civil Engineering Contractors Λίμιτεδ Εναγομένων -------------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.8.2017 --------------- 30 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Σιδεράς για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Χατζησέργης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ ΔΕΠΕ ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία διορισμού του κ. Λούκα Γεωργιάδη και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου υποδείξουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ως μοναδικό διαιτητή για την επίλυση των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ των Εναγόμενων και του Ενάγοντα αναφορικά με την μεταξύ τους συμφωνία εργολαβίας ημερ. 22.12.2008, μέχρι την ολοκλήρωση και/ή την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποπεράτωση της παρούσας αγωγής Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να παρεμποδίζει ή/και να απαγορεύει στους Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή αξιωματούχους και /ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες ή/και αντιπροσώπους τους ή/και σε άλλα πρόσωπα τα οποία ενεργούν και τα οποία θα ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό των Καθ΄ ων η Αίτηση, μέχρι την ολοκλήρωση και/ή την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποπεράτωση της παρούσας αγωγής από το να προωθήσουν αίτηση στη βάση των ΄Αρθρων 10 και/ή 11 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 για μονομερή διορισμό διαιτητή στη βάση της νομολογιακής αρχής του κωλύματος λόγω παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς στις οποίες έχουν προβεί οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατά ή περί τον Νοέμβριο του
- Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται ο κ. Λούκας Γεωργιάδης και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο υποδείξουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ως μοναδικό διαιτητή για την επίλυση των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ των Εναγομένων και του Ενάγοντα αναφορικά με την μεταξύ τους Συμφωνία Εργολαβίας ημερομηνίας 22.12.2008 από το να προβαίνει σε οιονδήποτε διάβημα μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής.» Το πιο πάνω διάταγμα παράγραφος Α εκδόθηκε μονομερώς στις 24.8.2017 και οι Καθ΄ ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Φέρουν επίσης ένσταση και στην έκδοση των υπολοίπων διαταγμάτων, παραγράφοι Β και Γ. Η Αίτηση ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα στην οποία λέγει τα εξής μεταξύ άλλων: Στις 22.12.2008 υπόγραψε σύμβαση με τους Εναγόμενους οι οποίοι ανέλαβαν να ανεγείρουν Οφθαλμολογική Κλινική επί των ιδιόκτητων τεμαχίων ακίνητης περιουσίας που κατείχε στην ΄Εγκωμη. Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης, της εν λόγω κλινικής, προέκυπταν συνεχώς προβλήματα λόγω κυρίως της συμπεριφοράς των Εναγομένων. Η ανέγερση της κλινικής αποπερατώθηκε και ο αρχιτέκτονας του έργου Φεραίος εξέδωσε το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής στις 9.11.2012 μετά από επανειλημμένες εκκλήσεις προς τους Εναγόμενους από τον αρχιτέκτονα του έργου και από τον επιμετρητή του έργου Χρίστο Κουπαρή, να υποβάλουν τον τελικό λογαριασμό του έργου τον οποίο οι Εναγόμενοι υπέβαλαν στις 18.5.
- Επειδή ο τελικός λογαριασμός ήταν ατελής, ζητήθηκαν από τον Κουππαρή κάποιες διευκρινήσεις και προσθήκες τις οποίες οι Εναγόμενοι ουδέποτε έδωσαν. Αφού οι Εναγόμενοι ουδεμία διάθεση συνεργασίας επέδειξαν, ο Φεραίος εξέδωσε το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής αφού έλαβε το τελικό πιστοποιητικό ημερ. 2.10.12 το οποίο εξέδωσε ο Κουππαρής. Οι Εναγόμενοι διαφώνησαν με το ποσό με το οποίο ο Φεραίος πιστοποίησε, ότι δικαιούνται να πληρωθούν και απαίτησαν από τον Φεραίο όπως εκδώσει απόφαση αρχιτέκτονα σχετικά με τα σημεία του τελικού πιστοποιητικού που διαφωνούσαν. Οι Εναγόμενοι ακολούθως ενημέρωσαν τον Ενάγοντα για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και ζήτησαν να διοριστεί διαιτητής κοινής αποδοχής. Εισηγήθηκε όπως η κάθε πλευρά διορίσει τον διαιτητή της επιλογής της. Το αιτούμενο ποσό από τους Εναγόμενους, ως κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας, έξοδα, απώλειες και τόκοι ανέρχεται στο ποσό των €2.279.975,
- Συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση όπως όλες οι μεταξύ τους διαφορές παραπεμφθούν προς επίλυση σε διαιτησία με την κάθε πλευρά να διορίζει το δικό της διαιτητή και τους διαιτητές να διορίζουν Επιδιαιτητή για επίλυση τυχόν διαφορών που θα προέκυπταν μεταξύ τους. Η πλευρά των Εναγομένων διόρισε τον Λούκα Γεωργιάδη ως τον Διαιτητή της επιλογής τους και η πλευρά του Αιτητή τον Μαρίνο Παναγιωτίδη ως τον Διαιτητή της επιλογής του. Δόθηκαν οδηγίες στους Διαιτητές όπως συνταχθεί η Συμφωνία/Συνυποσχετικό Διαιτησίας στην οποία θα αναγράφοντο περιοριστικά οι όροι εντολής των Διαιτητών, τα επίδικα ζητήματα, καθώς επίσης και η διαδικασία που θα ακολουθείτο τόσο πριν όσο και κατά την ακρόαση της ουσίας της Διαιτησίας. Ενώ ακόμη συνεχίζονταν οι διαφωνίες σχετικά με το περιεχόμενο της Συμφωνίας Διαιτησίας, κατόπιν διαπραγματεύσεων και συζητήσεων οι οποίες έγιναν μεταξύ των διαδίκων απευθείας, κατέληξαν περί τα τέλη Νοεμβρίου 2014 σε εξώδικη διευθέτηση όλων των μεταξύ τους διαφορών. Η εν λόγω διευθέτηση θα υλοποιείτο σε βάθος χρόνου και συμφωνήθηκε όπως υπογραφεί σχετική συμφωνία στην οποία θα καταγράφοντο εξαντλητικά όλοι οι όροι και προϋποθέσεις της εξώδικης διευθέτησης που είχαν καταλήξει. Τα όσα έγγραφα ανταλλαγήκαν μεταξύ τους αναφορικά με το Συμφωνητικό Έγγραφο δεν φέρουν την ένδειξη «άνευ βλάβης». H εν λόγω κατάληξη και η εξεύρεση της εξώδικης διευθέτησης κοινοποιήθηκε στους Διαιτητές οι οποίοι την αποδέχθηκαν με αποτέλεσμα να επέλθει ο τερματισμός της όλης διαδικασίας Διαιτησίας αλλά και των όρων εντολής και της δικαιοδοσίας των Διαιτητών να επιλύσουν τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Ο Αιτητής υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα η εξώδικη διευθέτηση στην οποία είχαν καταλήξει να μην υπογραφεί. Στις 31.3.2017 οι Γεωργιάδης και Παναγιωτίδης κάλεσαν τα μέρη για να καταλήξουν επί του κειμένου του Συμφωνητικού διαιτησίας. Οι δικηγόροι του Αιτητή επανέλαβαν τη θέση τους περί λήξης της διαιτητικής διαδικασίας στη βάση της αποδοχής της αναφερομένης εξώδικης διευθέτησης. Οι δικηγόροι των Εναγομένων ενημέρωσαν τους Γεωργιάδη και Παναγιωτίδη ότι αποδέχονται την οδηγία αρ. 11 και επέδειξαν άγνοια για την επίτευξη συμβιβασμού. Στις 17.4.2017 ο Λουκάς Γεωργιάδης ζήτησε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα και τους δικηγόρους των Εναγομένων την καταβολή των εξόδων του. Στις 9.5.2017 ο Παναγιωτίδης ενημέρωσε όλα τα μέρη ότι παραιτείται από τη διαδικασία. Στις 21.7.2017 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν εκ νέου επιστολή προς τους δικηγόρους του Αιτητή δίδοντας Ειδοποίηση να προχωρήσει (ο Αιτητής) με το διορισμό νέου διαιτητή αναφέροντας ότι σε περίπτωση που αμελήσει να πράξει τούτο εντός 7 ημερών, θα εφαρμόσουν τις πρόνοιες του Νόμου, προκειμένου να διορίσουν τον Λ. Γεωργιάδη ως μοναδικό διαιτητή. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, καταγράφοντας αριθμό λόγων ένστασης στην Ειδοποίηση. Η ένσταση υποστηρίζεται ως προς τα γεγονότα από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ηλία, διευθυντή της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση ο οποίος λέγει, μεταξύ άλλων: ΄Ολες οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν για σκοπούς συμβιβασμού και εξώδικης διευθέτησης της Διαιτησίας κατά την επίδικη χρονική περιόδο, Δεκέμβρης 2014 - Ιανουάριος 2015, διεξήγοντο πάντοτε ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Εναγομένης, γεγονός το οποίο ήτο σε γνώση του Αιτητή. Διερωτάται ποια ήταν η κατάληξη της εξώδικης αυτής διευθέτησης που ισχυρίζεται ο Αιτητής στην παράγραφο 24 της ενόρκου δηλώσεως του και την οποία δεν γνωρίζει. Οι οποιεσδήποτε προστριβές προέκυψαν όταν το έργο αποπερατώθηκε και ο Αιτητής παρέλαβε το έργο και του ζητήθηκε από την Εναγομένη να καταβάλει τα δεδουλευμένα. Ο τελικός λογαριασμός υποβλήθηκε εντός των χρονικών ορίων της περιόδου ευθύνης, ήταν πλήρης και περιλάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που χρειάζονται για τεκμηρίωση όλων των ποσών που απαιτούνται σ΄ αυτόν. Η διαδικασία της Διαιτησίας θα εθεωρείτο ότι έληξε, εάν οι δύο Διαιτητές εξέδιδαν γραπτή και ενυπόγραφη απόφαση, την οποία θα έπρεπε να κοινοποιήσουν στα δύο μέρη ή εάν τα δύο μέρη από κοινού αποφάσιζαν να διακόψουν τη διαδικασία της Διαιτησίας και θα επέδιδαν στους δύο Διαιτητές κοινή ενυπόγραφη γραπτή Ειδοποίηση. Συνεπώς η Διαιτησία αυτή δεν έχει τερματιστεί. Ο Αιτητής ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προβαίνει σε ενέργειες για την πώληση δύο ακινήτων του, συμπεριλαμβανομένης και της Οφθαλμολογικής Κλινικής, αυτός απέκρυψε το γεγονός από το Δικαστήριο. ΝOMIKH ΠΤΥΧΗ ΄Ενας από τους λόγους ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον στην έκδοση του επίδικου διατάγματος όπως αυτό προνοείται στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγόμενου, παρεκκλίνοντας από την αρχή να ακούγονται και τα δύο μέρη πριν την δικαστική κρίση. Στην απόφαση Αμβροσιάδου v. Martin Coward
(2013)1 Α.Α.Δ. 78, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Εξ ου και η αναφορά σε «κατεπείγον». Επανειλημμένα το Εφετείο έχει κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής χωρίς τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για την κατάδειξη του όντως κατεπείγοντος του πράγματος, έτσι που να παραγνωρίζεται η θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Η τακτική αυτή μάλιστα απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού, με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte, η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που, ενώ το διάταγμα εξεδόθη ex parte την 19.1.2010, η τελική κρίση επήλθε την 21.1.2011, δηλαδή ένα ολόκληρο χρόνο μετά.» Στην παρούσα υπόθεση, στις 21.7.2017, οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν εκ νέου επιστολή προς τους δικηγόρους του Αιτητή δίδοντας Ειδοποίηση να προχωρήσει (ο Αιτητής) με το διορισμό νέου διαιτητή αναφέροντας ότι σε περίπτωση που αμελήσει να πράξει τούτο εντός 7 ημερών, θα εφαρμόσουν τις πρόνοιες του Νόμου, προκειμένου να διορίσουν τον Λ. Γεωργιάδη ως μοναδικό διαιτητή. Ενόψει αυτής της εξέλιξης ο Αιτητής καταχώρισε στις 23.8.17 την αγωγή αρ. 3152/17 και την παρούσα, υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω ότι δικαιολογείται το κατεπείγον. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ήγειραν θέμα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής, σε Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία δυνατό να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία μπορεί να επηρεάσουν το Δικαστήριο στην κρίση του. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. Σχετική είναι η απόφαση 1. ΡΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΛΤΔ κ.ά. ν. ΒΕNFLEET ENTERPRISES LTD κ.ά.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 280 όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία επί του θέματος είναι καθαρή. Λόγω ακριβώς του ότι στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας της μονομερούς αίτησης, το δικαστήριο, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη από τον αιτητή όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία δυνατόν να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία μπορεί να επηρεάσουν το δικαστήριο στην κρίση του. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση (βλέπε μεταξύ άλλων Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Limited κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351 και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Rex ν. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514, ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Το ουσιώδες των γεγονότων θα πρέπει να αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι τον αιτητή ή τους δικηγόρους του. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το δικαστήριο κρίνει κατά πόσο το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιώδες, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και, τέλος, αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Όμως, όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά., ανωτέρω, τα πιο πάνω δεν είναι οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες αφού το δικαστήριο τελικά έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που θα δικαιολογούσε την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Επίσης καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση 1. CΤΟ PUBLIC COMPANY LIMITED κ.ά. ν. 1. ΒΑΤ (CYPRUS) LIMITED κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 178: «Καθοδηγητική για το ζήτημα της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, όταν υποβάλλονται μονομερείς αιτήσεις, είναι η απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 όπου έγινε ευρεία παράθεση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση εκείνη έγινε ειδική αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Brink' s Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350. Σ' αυτές περιλαμβάνεται το καθήκον του αιτητή για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τα ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που είναι σημαντικό να τα γνωρίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Το ουσιώδες προς αποκάλυψη αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους νομικούς συμβούλους του αιτητή. Ο αιτητής έχει καθήκον να προβαίνει σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εύρος της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τελικά, το εκδικάζον δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Όπως τονίστηκε στη Γρηγορίου (ανωτέρω) το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Στη δε απόφαση ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΦΟΥ ν. ΑRISTO DEVELOPERS LTD
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1377 λέχθηκαν τα εξής: «Τέθηκε επίσης ζήτημα για ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exclusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Το κριτήριο είναι, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροασφαλής. Στην παρούσα υπόθεση η αποδοχή από τον Ενάγοντα των όρων της Συμφωνίας και της μεθόδου πληρωμής και η αποδοχή των όρων της συμφωνίας από τους διαδίκους ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς επιφύλαξη σ΄ αυτά. Τα ουσιαστικά έγγραφα ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Η επιθυμία των Εναγομένων να διευθετήσουν τις οικονομικές τους διαφορές με τον Ενάγοντα και ο τρόπος καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού των €130.000 με καθορισμένο τρόπο ήταν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην απόφαση Τ.Α. Micrologic Com. Consult Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 -
- Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται επί των προνοιών ισχυριζόμενης συμφωνίας ημερομηνίας Νοεμβρίου 2014 μεταξύ των διαδίκων, γραπτές παραστάσεις, δεσμεύσεις και υποσχέσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων τον Νοέμβρη του 2014 για εξώδικη και τελική διευθέτηση των μεταξύ των διαφορών που προκύπτουν από τη Συμφωνία εκτέλεσης οικοδομικών έργων με ποσότητες ημερομηνίας 22.12.
- Επίσης η αξίωση του Ενάγοντα βασίζεται επί της αρχής του κωλύματος διά παραστάσεων και του εξ υποσχέσεως κώλυμα. Είναι ισχυρισμός ακόμα του Ενάγοντα, δικογραφημένος, ότι τα όσα ισχυρίζεται αμέσως πιο πάνω εμποδίζουν την παραπομπή της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς σε διαιτητική διαδικασία και/ή σε άλλη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Εάν από τα δικόγραφα αντικειμενικά προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, αυτό είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για την χορήγηση της προσωρινής θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει αποφάσεις αναγνωριστικές δικαιώματος παρέχεται από το άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Η εξουσία έκδοσης δηλωτικών αποφάσεων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Αιτητής με την αγωγή του. Σίγουρα οι Καθ΄ ων η Αίτηση αμφισβητούν την αξίωση του Αιτητή. Αυτά όμως είναι θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής. Η αξίωση του Ενάγοντα αφορά συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και γραπτές παραστάσεις, δεσμεύσεις και υποσχέσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων τον Νοέμβρη του 2014 για εξώδικη και τελική διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών που προκύπτουν από τη Συμφωνία εκτέλεσης οικοδομικών έργων με ποσότητες ημερομηνίας 22.12.2008. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. ΄Ενας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτιση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που απαριθμεί ο Νόμος και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Με βάση όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει: «9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλον.» Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Α της Αίτησης, είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό την έννοια της απονομής της δικαιοσύνης, όπως οριστικοποιηθεί το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 24.8.2017. Επίσης ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων ως οι παραγράφοι Β και Γ της Αίτησης. Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ του Αιτητή στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση του Αιτητή παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το εκδοθέν, μονομερώς, διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, οριστικοποιείται. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως οι παραγράφοι Β και Γ της Αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο