← Κύπρος

ΣΠΥΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α. ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ. 4583/2016, 27/3/2018

ΣΠΥΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α. ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ. 4583/2016, 27/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4583/2016 Μεταξύ:

  1. ΣΠΥΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  2. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΤΖΙΩΤΗ (ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωτήρη Σωτηρίου) Εναγόντων και
  3. ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ
  4. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΚΑΙ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας INTER REX DEVELOPMENTS LTD Εναγομένων 27 Mαρτίου,
  5. Για τον εναγόμενο αρ.1 - αιτητή, εμφανίζεται ο κ.Λ.Γ.Λουκαϊδης για τους κ.κ. Λουκής Γ.Λουκαϊδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ.Ν.Χατζηλοϊζου για τους κ.κ. Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 27.11.2017 (αιτήματα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και για την αντεξέταση ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη ένστασης) ---------------- Δια κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισαν στις 04.10.2016, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) επιδιώκουν την ακύρωση δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.1993, την ακύρωση memo το οποίο ενεγράφηκε επί ακινήτου, συνεπεία της απόφασης αυτής, καθώς και τη διενέργεια όσων απαιτούνται για την υλοποίηση των διαταχθέντων στο πλαίσιο δικαστικής απόφασης ημερ. 29.11.
  6. Η έκθεση απαίτησης, η οποία κατεχωρίστηκε στις 02.03.2017, διαλαμβάνει, αδρομερώς, τα εξής: Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 25.07.1987 («το πωλητήριο έγγραφο»), ο αποβιώσας Σωτήρης Σωτηρίου («ο αποβιώσας»), διαχειριστές της περιουσίας του οποίου είναι οι καθ΄ων η αίτηση, αγόρασε από τους «Inter Rex Developments Ltd» («η Ιnter Rex»), συγκεκριμένη κατοικία στις Πάνω Πλάτρες («η κατοικία»). Στις 23.01.2012, οι καθ΄ων η αίτηση κατέθεσαν το πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού («το Κτηματολογικό Γραφείο») για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η κατάθεση αυτή έλαβε αναφορά ΠΩΕ 135/
  7. Στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 380/2007 (Ε.Δ.Λεμεσού) εξεδόθηκε, στις 29.11.2013, απόφαση δια της οποίας, μεταξύ άλλων, ανεγνωρίσθηκε πως νόμιμος δικαιούχος της κατοικίας είναι ο αποβιώσας, πως αυτός εξόφλησε την τιμή πώλησης και πως η «Inter Rex», δια του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, οφείλει να μεταβιβάσει την κατοικία στους καθ΄ων η αίτηση ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο αυτοί υποδείξουν («η δικαστική απόφαση ημερ. 29.11.2013»). Η δικαστική απόφαση ημερ. 29.11.2013 είναι οριστική, τελεσίδικη και ανέκκλητη. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των καθ΄ων η αίτηση προς τους εναγομένους αρ.2, αυτοί παραλείπουν και/ή αρνούνται να προβούν στην διαταχθείσα, από το Δικαστήριο, μεταβίβαση της κατοικίας, επικαλούμενοι την προηγούμενη εγγραφή memo υπέρ του αιτητή. Το memo υπέρ του αιτητή ενεγράφηκε επί της κατοικίας δυνάμει δικαστικής απόφασης η οποία εξεδόθηκε στις 21.06.1993, στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής αρ. 4271/1993 (Ε.Δ.Λευκωσίας) («η δικαστική απόφαση ημερ. 21.06.1993»). Η δικαστική απόφαση ημερ. 21.06.1993, η οποία αναγνωρίζει ως εξ αποφάσεως δανειστή τον αιτητή και ως εξ αποφάσεως οφειλέτη την «Ιnter Rex», είναι το προϊόν δόλου και/ή συμπαιγνίας των διαδίκων εφ΄όσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αιτητής υπήρξε μέτοχος και διευθυντής της «Inter Rex» και χρησιμοποίησε την ιδιότητά του αυτή για να εξασφαλίσει την υπέρ του απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, η εγγραφή του memo επί της κατοικίας είναι άκυρη και γιατί συνετελέστηκε κατά παράβασιν των αρχών της επιείκειας και του καταπιστεύματος, ρητού ή σιωπηρού ή καταληκτικού ή εξ επαγωγής (expressed or implied or resulting or constructive). Kαι αυτό γιατί ο αιτητής, ως διευθυντής και μέτοχος την «Ιnter Rex», εγνώριζε τα σχετικά με την πώληση της κατοικίας στον αποβιώσαντα. Στις 20.03.2017 ο αιτητής κατεχώρισε αίτηση («η αίτηση ημερ. 20.03.2017») δια της οποίας επιδιώκει (α) τη διαγραφή της γενικής οπισθογράφησης και/ή της έκθεσης απαίτησης, ως μη αποκαλυπτουσών νόμιμη αιτία αγωγής εναντίον του, (β) την αναστολή της αγωγής και/ή τη διαγραφή της γενικής οπισθογράφησης και/ή της έκθεσης απαίτησης ως καταχρηστικών και (γ) την απόρριψη του αιτήματος για ακύρωση της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.
  8. Ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης ημερ. 20.03.2017 καταγράφονται η Δ.27 και η Δ.48 θ.θ.1 έως και 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση ημερ. 20.03.2017 υποστηρίζει ένορκη δήλωση του αιτητή, ίδιας ημερομηνίας, στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Η μαρτυρία του αιτητή, προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 20.03.2017, συνοψίζεται ως εξής: Οι καθ΄ων η αίτηση εγνώριζαν περί της έκδοσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.1993 (τεκμήριο 1) και, μάλιστα, ενεργούσαν επί τη βάσει αυτής, χωρίς να διαμαρτυρηθούν και χωρίς να αμφισβητήσουν την εγκυρότητά της. Επί τη βάσει της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.1993 ο ίδιος ενέγραψε, επί της κατοικίας, το memo υπό αναφοράν Μ770/1996 το οποίο, στη συνέχεια, αντικατεστάθηκε από το memo υπό αναφοράν ΕΒ 2269/2006 (τεκμήριο 2). Η εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση καταχώριση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο είναι παράτυπη. Η δικαστική απόφαση ημερ. 21.06.1993 δεν υπήρξε το προϊόν δόλου. Η αίτηση ημερ. 20.03.2017 αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 26.10.2017 και οι πολυάριθμοι και πολυσχιδείς λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:

(1)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 20.03. 2017 περιέχει ισχυρισμούς άσχετους, ανεπαρκείς, αόριστους, ασαφείς και ψευδείς, ισχυρισμούς τους οποίους οι καθ΄ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν και ισχυρισμούς οι οποίοι μόνον στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας δύνανται να διακριβωθούν και να κριθούν.
(2)Η αίτηση ημερ. 20.03.2017 είναι αβάσιμη. Το παρόν στάδιο είναι ακατάλληλο για την απόρριψη της αγωγής. Η αγωγή και/ή η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή καλή αιτία αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, η αγωγή και/ή η έκθεση απαίτησης δεν δύνανται να κριθούν ως αναντίλεκτα ανυπόστατες.
(3)Η αγωγή είναι καλόπιστη.
(4)Η αγωγή ηγέρθηκε εναντίον των εναγομένων αρ.2 νομίμως, κανονικώς και επί τη βάσει διατάγματος εκδοθέντος στο πλαίσιο της εταιρικής αίτησης αρ. 464/2007 (Ε.Δ. Λευκωσίας).
(5)Οι ισχυρισμοί του αιτητή καλύπτονται από το δεδικασμένο της δικαστικής απόφασης ημερ. 29.11.2013.
(6)Ο αιτητής είναι αναγκαίος διάδικος.
(7)Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη.
(8)Η αίτηση ημερ. 20.03.2017 δεν αποτελεί το κατάλληλο διάβημα για την προβολή «ζητήματος παραγραφής και/ή laches». Εν πάση περιπτώσει, οι καθ΄ων η αίτηση πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη του επίδικου memo, για πρώτη φορά, περί το έτος 2012.
(9)Αποδοχή της αίτησης θα στερούσε τους καθ΄ων η αίτηση από το συνταγματικό τους δικαίωμα για προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Την ένσταση ημερ. 26.10.2017 υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ενάγοντος αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση δικηγόρου Σπύρου Ευαγγέλου, ίδιας ημερομηνίας. Στην ένορκη αυτή δήλωση, επίσης, επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα: Εν πρώτοις, ο ενόρκως δηλών ενάγων αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση Σπύρος Ευαγγέλου, δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο αρ.2 - καθ΄ου η αίτηση να δώσει μαρτυρία. Επίσης, αυτός υιοθετεί τους λόγους ένστασης (παρα.1 έως και 5, 17 έως και 24 της ένορκης δήλωσης του Σπύρου Ευαγγέλου ημερ. 26.10.2017). Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ενάγων αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση Σπύρος Ευαγγέλου προσθέτει τα εξής: Στο πλαίσιο της Εταιρικής Αίτησης αρ. 464/2007 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Αναφορικά με την εταιρεία ΙΝΤΕR REX DEVELOPMENTS LTD, οι καθ΄ων η αίτηση κατεχώρισαν, στις 06.04.2016, ενδιάμεση αίτηση δια της οποίας επεδίωκαν την παροχή άδειας για την έγερση αγωγής εναντίον της «Inter Rex». Η άδεια αυτή δόθηκε στις 02.06.2016 (τεκμήριο 2). Όπως προκύπτει από την υποστηρικτική της ενδιάμεσης αυτής αίτησης ένορκη δήλωση καθώς και από το συνημμένο σε αυτήν προσχέδιο της επιδιωκομένης, να καταχωριστεί, αγωγής, η παραχωρηθείσα (για την έγερση αγωγής) άδεια αφορά στην προκείμενη αγωγή (τεκμήριο 1). Το Δικαστήριο παρέσχε άδεια για την καταχώριση της προκείμενης αγωγής εναντίον των εναγομένων αρ.2 γιατί ικανοποιήθηκε πως κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Δεδομένου του ότι το πραγματικό υπόβαθρο της προκείμενης αγωγής καθώς και οι δι΄αυτής επιδιωκόμενες θεραπείες είναι κοινά για τους εναγομένους αρ.1 και 2, τυχόν έγκριση της αίτησης ημερ. 20.03.2017 θα ήταν αντίθετη με την παρασχεθείσα άδεια (τεκμήριο 2) (παρα.7 έως και 9 στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Ευαγγέλου ημερ. 26.10.2017). Ουδέποτε οι καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν επί τη βάσει της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.1993. Οι καθ΄ων η αίτηση πληροφορήθηκαν για την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 21.06.1993 μόλις το έτος 2012, όταν κατέθεσαν το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολογικό Γραφείο. Ακολούθησε η εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση διερεύνηση των σχετικών γεγονότων, τα αποτελέσματα της οποίας οδήγησαν στην καταχώριση της προκείμενης αγωγής. Ας σημειωθεί πως το συνημμένο, ως τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση του ενάγοντος αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση Σπύρου Ευαγγέλου ημερ. 26.10.2017 αποτελείται από την προαναφερθείσα ενδιάμεση αίτηση ημερ. 06.04.2016, την υποστηρικτική της ένορκη δήλωση καθώς και πολυσέλιδα τεκμήρια αυτής. Στις 27.11.2017 ο αιτητής κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση ημερ. 27.11.2017») δια της οποίας επιδιώκει αφ΄ενός την έκδοση διατάγματος «που να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής απαντητικής ένορκης δήλωσης του (ιδίου) ...σε απάντηση των ενόρκων δηλώσεων του Σπύρου Ευαγγέλου σε όλες τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 26.10.2017» και αφ΄ετέρου την έκδοση διαταγής «που να διατάσσει την παρουσία του Σπύρου Ευαγγέλου για αντεξέταση του κατά την ακρόαση της αίτησης...» Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τη Δ.48 θ.4
(2). Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του αιτητή ημερ. 27.11.2017 ο οποίος, επι της ουσίας, περιορίζεται να αναφέρει τα εξής: «3. Οι ένορκες δηλώσεις των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση περιέχουν πάρα πολλές ανακρίβειες και μου αποδίδουν δόλο,, απάτη και άλλες ατεκμηρίωτες ενέργειες τις οποίες θεωρώ καθήκον για την προστασία της προσωπικότητάς μου αλλά και για την πλήρη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης για σκοπούς δικαιοσύνης να απαντήσω με συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποίαν ζητώ και άδεια...». Η αίτηση ημερ. 27.11.2017 αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 12.12.2017 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Αιτήσεις ως η αίτηση ημερ. 20.03.2017 δεν εξετάζονται επί τη βάσει ενόρκων δηλώσεων. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να κρίνει την αίτηση ημερ. 20.03.2017. Τυχόν έγκριση της αίτησης ημερ. 27.11.2017 θα εκτροχιάσει την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 20.03.2017 και θα την μετατρέψει σε δίκη ουσίας.
(2)Δεν κατεδείχθηκε καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(3)Στην αίτηση ημερ. 27.11.2017 δεν επισυνάπτεται, ως θα έπρεπε, προσχέδιο της επιδιωκόμενης να καταχωριστεί συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(4)Η αίτηση ημερ. 27.11.2017 είναι ασαφής και αόριστη. Ο αιτητής δεν προσδιόρισε τα σημεία της ένορκης δήλωσης του Σπύρου Ευαγγέλου στα οποία επιθυμεί να αντεξετάσει και ούτε προσδιόρισε τα σημεία της δήλωσης αυτής όσον αφορά στα οποία επιθυμεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
(5)Η αίτηση ημερ. 27.11.2017 είναι αντικανονική και/ή αντινομική γιατί επιδιώκει σωρευτιικώς διατάγματα αντεξέτασης και καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(6)Η αίτηση ημερ. 27.11.2017 είναι καταχρηστική.
(7)Δεν κατεδείχθηκαν εξαιρετικές περιστάσεις για να επιτραπεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντος.
(8)Η αίτηση ημερ. 27.11.2017 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Η ένσταση ημερ. 12.12.2017 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος αρ. 1 - καθ΄ου η αίτηση Σπύρου Ευαγγέλου, ίδιας ημερομηνίας. Ο μάρτυρας, κατ΄ουσίαν, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης ημερ. 27.11.2017 διεξηχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Επίσης, λήφθηκαν όψιν στα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν διά των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Η καταχώριση και εκδίκαση μίας ενδιάμεσης αίτησης, ως η αίτηση ημερ. 20.03.2017, ρυθμίζεται από τη Δ.48. Ιδίως, όσον αφορά στην ακρόαση τέτοιας αίτησης, ο θ.4
(2)της Διαταγής ορίζει πως αυτή «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Αναφερόμενος σε ένορκες δηλώσεις, ο θεσμός εννοεί αυτές που καταχωρίζονται εξ αρχής μαζί με την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση καθώς και αυτές που καταχωρίζονται στη συνέχεια ως συμπληρωματικές (επιπρόσθετες) των αρχικών, εφ΄ όσον δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο ίδιος θεσμός ορίζει πως «το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων».
(2)Σε ενδιάμεση αίτηση, ως η αίτηση ημερ. 20.03.2017, εφ΄όσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία τη θεμελιώνουν, ο αιτητής βαρύνεται να τα αποδείξει. «Τι πρέπει να αποδεικνύεται ως γεγονός πράγματι υπαρκτό, στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, είναι ζήτημα ασύνδετο προς το θ.4. Ούτε είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό εκ των προτέρων. Εξαρτάται από το είδος της αίτησης και τις προϋποθέσεις που τίθενται ανάλογα με την περίπτωση, για την έγκριση της». (Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, 533). «Η Δ.48 θ.4 αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και στο βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξης τους. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης γεγονότων για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση απόδειξης.» (Λευκίδου v. Κανναουρίδη (ανωτέρω), 532-3). Ο διάδικος ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει ορισμένο αμφισβητούμενο γεγονός δύναται «να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχειών που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση» (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377, 1380). Κατά κανόναν, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και η δυνατότητα αντεξέτασης του αντιδίκου προσφέρεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, στον διάδικο ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έγκριση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησής του (Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269).
(3)Από το γράμμα της Δ.48 θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής (επιπρόσθετης) ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη και ούτε ατέρμονη. «.. το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου» (δείτε την απόφαση Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» συνυφαίνεται με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση επί της Έφεσης αρ. 29/2014 Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, ημερ. 03.11.2016, «ο καλός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης αίτησης και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Προστίθενται δε, στην ίδιαν απόφαση, και τα εξής: Πρώτον, κατά την εξέταση αιτήσεων για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας». Δεύτερον, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τίνος, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Ως θέμα λογικής δεν δύναται να αποτελεί «καλό λόγο» η επιθυμία του διαδίκου να τροποποιήσει ή να αλλοιώσει το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσής του ή να συμπληρώσει ένα ηθελημένο κενό αυτής. Ούτε δύναται να αποτελεί «καλό λόγο» η επιθυμία του διαδίκου να προσθέσει, στην αρχική ένορκη δήλωσή του, ισχυρισμούς για γεγονότα τα οποία του ήσαν γνωστά εξ αρχής και τα οποία δεν απεκάλυψε. Αποτελεί, όμως, «καλό λόγο», για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ανάγκη να απαντηθούν συγκεκριμένοι και προσδιορισμένοι ισχυρισμοί του αντιδίκου οι οποίοι αφορούν σε ουσιώδη ζητήματα και οι οποίοι δεν ήσαν προβλέψιμοι κατά το χρόνο καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης.
(4)Το αίτημα για την αντεξέταση προσώπου, το οποίο προέβηκε σε γραπτή ένορκη δήλωση προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης ή της ένστασης επί αυτής, αναλόγως, πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και πρέπει να περιλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι καθιστούν την αντεξέταση απαραίτητη. Το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται αφού συνεκτιμηθεί η φύση της εκάστοτε ενδιάμεσης διαδικασίας καθώς και η επιδιωκόμενη, δι΄αυτής, θεραπεία. Εν πάση περιπτώσει, άδεια για την αντεξέταση επί ενόρκων δηλώσεων δίδεται σπανίως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον εφ΄όσον διαπιστωθεί η αναγκαιότητα της αντεξέτασης για την επίλυση του ζητήματος το οποίο είναι επίδικο στην εκάστοτε ενδιάμεση αίτηση (Rana (Aρ.1)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1660 και Μήλου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 280).
(5)Επειδή ο προαναφερθείς «καλός λόγος» (όσον αφορά στη δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) καθώς και η προαναφερθείσα αναγκαιότητα για την αντεξέταση ενόρκως δηλούντος συνδέονται άρρηκτα με το είδος της κύριας αίτησης, παρατίθενται τα ακόλουθα, όσον αφορά στο νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασης αιτήσεων ως η αίτηση ημερ. 20.03.2017: H Δ.27 θ.3 προνοεί, μεταξύ άλλων, για τη διαγραφή κλητηρίου εντάλματος ή έκθεσης απαίτησης όταν αυτά δεν αποκαλύπτουν λογική αιτία αγωγής ή όταν αυτά είναι μηδαμινά ή ενοχλητικά (Οrder 27...r.3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just»). Πρόκειται, κατ΄ουσίαν, για μια συνοπτική διαδικασία απόρριψης δικογράφου χωρίς τη διεξαγωγή δίκης. Γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και εξαιρετική φειδώ. Το αίτημα για διαγραφή κλητηρίου εντάλματος ή έκθεσης απαίτησης δυνάμει της Δ.27 θ.3 πρέπει να επιτυγχάνει μόνον όπου αναμφιβόλως τα δικόγραφα αυτά δεν περιέχουν αιτία αγωγής και είναι μηδαμινά ή ενοχλητικά και όπου αναμφιβόλως τα δικόγραφα αυτά δεν μπορούν να διασωθούν με τις νομότυπες και κατάλληλες τροποποιήσεις (In Re Pelmaco Development Co Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 A.A.Δ. 1336). Το ζήτημα της επάρκειας του δικογράφου, υπό την έννοια που εδώ ενδιαφέρει, εξετάζεται «με κατ΄ευθείαν αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της οπισθογράφησης» ή της έκθεσης απαίτησης, αναλόγως (Χατζήκυριακος v. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1(Β) Α.Α.Δ. 1119, 1121). Όσον αφορά στο αντικείμενο του Δικαστικού ελέγχου σε περιπτώσεις ως η προκειμένη, στην απόφαση Χατζήκυριακος v. Κυθρεώτης (ανωτέρω) αναφέροντα τα εξής: «Η απόφαση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όπου το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο....Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη..». Οι ίδιες αρχές αναφέρθηκαν και στην απόφαση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας κ.α. v. Δημοκρατία
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21, 26: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύποντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το Δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο».
(6)Εξέταση της αίτησης ημερ.27.11.2017 και της ένορκης δήλωσης του αιτητή, η οποία την υποστηρίζει, δεν καταδεικνύει «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώριση της επιδιωκόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στα εξής: (α) Ο αιτητής δεν προσδιορίζει τους ισχυρισμούς του Σπύρου Ευαγγέλου (στην ένορκη δήλωση του ημερ. 26.10.2017) οι οποίοι, κατ΄ισχυρισμόν, δημιούργησαν την ανάγκη της εκ μέρους του καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (β) Όσα ουσιώδη ο Σπύρος Ευαγγέλου αναφέρει (στην ένορκη δήλωση του ημερ. 26.10.2017) αφορούν σε γεγονότα προγενέστερα της 20.03.2017, ήσαν δε προβλέψιμα δεδομένης της φύσης της επίδικης διαφοράς. (γ) Ο αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι όσα επιδιώκεται να προστεθούν δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του δεν ήσαν γνωστά σε αυτόν κατά το χρόνο καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσής του ημερ. 20.03.2017. (δ) Το είδος της αίτησης ημερ. 20.03.2017 και το θεσμοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασής της (ως αυτό παρατίθεται πιο πάνω) δεν καθιστούν αναγκαία τη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως αυτή επιδιώκεται.
(7)Ανάλογα ισχύουν και όσον αφορά στο αίτημα για την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος Σπύρου Ευαγγέλου. Εξέταση της αίτησης ημερ. 27.11.2017 και της ένορκης δήλωσης του αιτητή, που την υποστηρίζει, δεν αποκαλύπτει την συνδρομή εξαιρετικών περιπτώσεων οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το επίδικο διάβημα. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένης υπ΄όψιν της φύσης της αίτησης ημερ. 20.03.2017 και της ένστασης επί αυτής ημερ. 16.10.2017 (των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν και των συνημμένων σε αυτές τεκμηρίων συμπεριλαμβανομένων) κρίνεται πως η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος Σπύρου Ευαγγέλου δεν είναι απαραίτητη για να εξυπηρετηθεί καλύτερα η λύση των ζητημάτων που εγείρονται δια της αίτησης ημερ. 20.03.2017. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 27.11.2017 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 27.11.2017, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου αρ.1-αιτητή. Αυτά να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ) ............... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.