ZILOS LTD ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΝΑΖΙΡΗ, Αρ. Αγωγής: 3134/17, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3134/17 Μεταξύ:- ZILOS LTD Ενάγουσας - και - ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΝΑΖΙΡΗ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 10.11.17 υπό Ενάγουσας για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ζαχαριάδη για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης: κα Ρ. Σωτηρίου για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την ως άνω αίτηση της ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του διευθυντή της κ. Χ. Κιουζέλη σε συνέχεια της αρχικής ένορκης δήλωσης του ημερ. 18.8.17 η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση της με την οποία είχε εξασφαλίσει την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μη αποξένωσης περιουσίας. Η παρούσα αίτηση της στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.48 κ.4
(2)και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χ. Κιουζέλη, στην οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρει, στις §3 και 4, τα εξής: «
- Ως κάλλιον πιστεύω και πληροφορούμαι, η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι απαραίτητη δια το λόγο ότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι αναγκαία προς αποκρυστάλλωση των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω κατωτέρω.
- Μετά την καταχώρηση της αίτησης και τη συλλογή στοιχείων για την περαιτέρω περιουσία της Καθ' ης η αίτηση, ανέκυψαν στοιχεία τα οποία διευκρινίζουν και επεξηγούν καλύτερα τα όσα αναφέρω στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ειδικότερα σε όσα καλόπιστα ανέφερα στην παράγραφο 31 και 32 της Ενόρκου Δηλώσεως. Ειδικότερα μετά από εκτίμηση την οποία ζήτησα την 24.10.2017 από τους κ.κ. CP PAVLIDES L.L.C. διευκρινίζεται πλέον ότι η Καθ' ής η αίτηση δεν είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο Γέρι, καθότι σύμφωνα με τις κτηματολογικές έρευνες των κ.κ. CP PAVLIDES L.L.C. δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα της Εναγομένης/Καθ' ής η αίτηση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α Έκθεση Υπολογισμού της Αγοραίας Αξίας Κατοικίας στο Δήμο Γερίου Επαρχία Λευκωσίας, υπό των CP PAVLIDES L.L.C.". Στις υπόλοιπες παραγράφους της ένορκης δήλωσης υποστηρίζει ότι κατά την καταχώριση της κυρίως αίτησης γνώριζε από λεγόμενα της Εναγομένης ότι το σπίτι στο Γέρι είναι «δικό της». Γι΄ αυτό πίστευε ότι η ίδια ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και δεν πρόκειται για πληροφορίες τις οποίες κατείχε ο ίδιος προ της καταχώρισης της αίτησης ή τις οποίες μπορούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να γνωρίζει επακριβώς στο παρελθόν. Συνεπώς, κατά τη γνώμη του, είναι αναγκαία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να διευκρινιστούν οι ισχυρισμοί της §32 της αρχικής του δήλωσης και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία και η πλήρης εικόνα. Επισυνάπτει δε, ως Τεκμήριο Β την προτεινόμενη νέα ένορκη του δήλωση της οποίας η §4 είναι πανομοιότυπη με την πιο πάνω ταυτάριθμη παράγραφο της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του στην παρούσα αίτηση. Ένσταση H Εναγόμενη-Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης του Ενάγοντος, οι οποίοι έχουν ως εξής: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική.
- Η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος για να αποδείξει ότι έχει καλό λόγο ή/και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η επιδιωκόμενη μαρτυρία που αιτείται η αιτήτρια αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα και καλά γνωστά εις την αιτήτρια και/ή μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση και/ή δεν πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα τα οποία η αιτήτρια μπορούσε να θέσει εξ αρχής.
- Η υπό ένσταση αίτηση της αιτήτριας σκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων αναφορικά με τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν πρωταρχικά στο Δικαστήριο προκειμένου να παράσχει θεραπεία.
- Όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος έχουν ήδη εκτεθεί πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση δεν έχει αντικείμενο αφού το ενδιάμεσο διάταγμα στο οποίο στηρίχθηκε η αρχική ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ημερ. 18.08.2017 έχει εκδοθεί, επομένως δεν υπάρχει ένορκη δήλωση στην οποία θα γίνει οποιαδήποτε συμπλήρωση». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εκ των δικηγόρων της κ. Κυριάκου Καρατζιά στην οποίαν ουσιαστικά επεξηγεί τους λόγους ένστασης και προβάλλει στις §4 και 5 τα εξής: «
- Η εκτίμηση ακινήτου που επιχειρεί να εισαγάγει η Αιτήτρια Εταιρεία, δεν ήταν στοιχείο που απλά «ανέκυψε», ως αναφέρεται στην αρχή της παραγράφου 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Κιουζέλη αλλά δόθηκε εντολή για τη διεξαγωγή της. Επομένως αποτελεί ενέργεια και/ή στοιχείο υπαρκτό ως γεγονός κατά το στάδιο καταχώρησης της αρχικής μονομερούς αίτησης το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε και/ή όφειλε και/ή έπρεπε να συμπεριληφθεί στην αρχική μονομερή αίτηση της Αιτήτριας εταιρείας. Θα μπορούσε δηλαδή η Αιτήτρια εταιρεία πριν προβεί στη μονομερή αίτηση να αναζητήσει επίσημα στοιχεία για την κυριότητα της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται στην παράγραφο 31 της πρωταρχικής Ένορκης Δήλωσης που συνόδευε τη μονομερή αίτηση. Εξάλλου, ως φαίνεται και από τα ίδια τα λεγάμενα του κ. Κιουζέλη στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση αλλά και από την ίδια την εκτίμηση της εταιρείας CP PAVLIDES LLC η έρευνα ζητήθηκε στις 24.10.2017 και η εταιρεία, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης προέβηκε στην έρευνα την ίδια ακριβώς ημέρα. Επομένως καμία καθυστέρηση δεν θα υπήρχε για την προώθηση της μονομερούς αίτησης εάν ζητείτο τότε έγκαιρα η έρευνα.
- Ξεκάθαρα, σκοπός της επίδικης αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να προσκόμιζε η Αιτήτρια εταιρεία εξ' υπαρχής κατά την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης της και όχι στο στάδιο αυτό, με σκοπό την κάλυψη εκ των υστέρων κενών». Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Πρόκειται για πρόνοια η οποία εισήχθη το 1999. Η εν λόγω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις, των οποίων πολλές φορές η ακρόαση μετατρέπετο σε δίκη επί της ουσίας. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. υπ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Απλώς πλέον δεν απαιτείται όπως το μέρος που έχει το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού σε αίτηση να το αποσείσει με προφορική μαρτυρία (όπως παλιά), αλλά δύναται να το πράξει με ένορκη δήλωση, (ενώ γενικότερα διατηρεί και το δικαίωμα αντεξέτασης για ισχυρισμούς της άλλης πλευράς). Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Στην παρούσα περίπτωση υποστηρίχθηκε από την Εναγόμενη πως δεν επιτρέπεται καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει δώσει θεραπεία μονομερώς. Εξετάζοντας το ειδικότερο αυτό ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσον η εν λόγω Δ.48 θ.4
(2)δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις εκδοθέντος ex parte ενδιάμεσου διατάγματος έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να τεθεί τέτοιος κανόνας και ότι υπό όρους είναι επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση των όσων επεξηγούνται κατωτέρω. Κατ' αρχάς εάν ήταν αυτή η πρόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη θέσπιση του κανονισμού, (δηλαδή η μη εφαρμογή του), θα αναμένετο να συμπεριληφθεί ρητώς στις πρόνοιες του μια τέτοια εξαίρεση, ιδιαίτερα ενόψει της παλαιότερης νομολογίας που δεν επέτρεπε την προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας (Vuitton ν. Δερμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Άρα ευλόγως εκλαμβάνεται ότι ο κ.4
(2)αφορά όλες τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Πριν την τροποποίηση του 1999, σε παρόμοιες αιτήσεις, όταν εξασφαλίζετο το διάταγμα μονομερώς και στη συνέχεια καταχωρείτο ένσταση από τον καθ' ου και πάλιν επιτρέπετο (ή μάλλον επιβάλλετο) να παρουσιαστεί προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το δικό του βάρος απόδειξης ο αιτητής. Όπως είχε κριθεί στη Vuitton (άνω), η οποία αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα εκδοθέν μονομερώς, εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν μια ενδιάμεση αίτηση επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4. Όπως αναφέρθηκε, το αποδεικτικό μέσο ήταν (τότε) η προφορική μαρτυρία. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το συμπέρασμα είναι πως δεν απαγορεύεται εκ προοιμίου η προσκόμιση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ακόμα και μετά την ένσταση της άλλης πλευράς. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και εν σχέσει με κρινόμενα ως αναγκαία στοιχεία, διευκρινίσεις, ισχυρισμούς και θέματα τα οποία προέβαλε ο ενιστάμενος στην ένσταση του, με σκοπό να δοθεί η σφαιρική εικόνα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και να υποστηριχθεί ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστρατηγείται μέσω αυτού του δικαιώματος η άλλη υποχρέωση, του εκάστοτε αιτητή σε ex parte αίτηση, προς πλήρη αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Εννοείται συναφώς πως ακόμα και αν μετά την καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης διαπιστωθεί (κατά την εξέταση της διατήρησης ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος) ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, το δικαστήριο διατηρεί την ίδια εξουσία για ακύρωση του διατάγματος ακόμα και μόνο για αυτό τον λόγο (Demstar ν. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597). Εν πάση δε περιπτώσει η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα είχε εξασφαλίσει μονομερώς διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη να διαθέσει ή επιβαρύνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα της στον Στρόβολο. Είναι γεγονός πως η Ενάγουσα με την αρχική ένορκη δήλωση της υποστήριξε (με κάπως γενικό τρόπο) πως η Εναγόμενη εκτός από το διαμέρισμα έχει «και ακίνητο στο Γέρι» (§31 της ένορκης δήλωσης). Δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά για αυτό το ακίνητο στην αρχική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψιν την εικόνα την οποία μετέφερε η Ενάγουσα στο αρχικό στάδιο προχώρησε στην έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με το διαμέρισμα, συνεκτιμώντας μεταξύ άλλων τη θέση της Ενάγουσας ότι αν δεν εμποδίζετο η Εναγόμενη να αποξενώσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία της θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί η αξίωση της (Ενάγουσας) σε περίπτωση που εξασφαλίσει τελική απόφαση υπέρ της. Αυτό το οποίο επιθυμεί ουσιαστικά να πράξει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα είναι να διορθώσει τη θέση της λέγοντας πως το ακίνητο (οικία) στο Γέρι δεν ανήκει στην Εναγόμενη. Θα συμφωνήσω με την Εναγόμενη πως πρόκειται για στοιχείο το οποίο η Ενάγουσα θα μπορούσε με εύλογη προσπάθεια και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να το είχε διερευνήσει, εξακριβώσει και καταγράψει στην αρχική της ένορκη δήλωση. Κανονικά η γνώση για την κυριότητα ακινήτου δεν είναι στοιχείο ή πληροφορία η οποία εξασφαλίζεται μέσω εκτίμησης ακινήτου και πάντως σίγουρα όχι μόνο μέσω τέτοιας εκτίμησης. Εν πάση περιπτώσει στην επισυνημμένη εκτίμηση δεν εντοπίζεται αναφορά των εκτιμητών για τον ιδιοκτήτη της οικίας. Η μόνη αναφορά είναι πως για την οικία υπάρχει διαδικασία για εξασφάλιση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Το πιο ουσιώδες, όμως, είναι πως δεν καταδεικνύεται κάποιος καλός λόγος για να επιτραπεί αναφορά σε ακίνητο το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της αίτησης. Η αξίωση της Ενάγουσας στην αγωγή υπερβαίνει τις €300.000 και εκείνο το οποίο θα εξεταστεί στα πλαίσια της αίτησης είναι το κατά πόσον θα πρέπει να οριστικοποιηθεί το ενδιάμεσο διάταγμα σχετικά με το διαμέρισμα. Κατά συνέπειαν δεν υφίσταται κάποια ανάγκη παρουσίασης αυτού του στοιχείου προς επίλυση των ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστη μια τέτοια μαρτυρία. Ούτως ή άλλως, βέβαια, μια τέτοια προσθήκη θα συνιστούσε επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα αλλοιώνοντας την εικόνα που είχε δοθεί με την αρχική ένορκη δήλωση στο δικαστήριο. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγομένης ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο