← Κύπρος

Λευτέρης Παπαδόπουλος Λτδ ν. Γιώργου Κουρουνιάδη, Αρ. Αγωγής: 1653/2010, 27/3/2018

Λευτέρης Παπαδόπουλος Λτδ ν. Γιώργου Κουρουνιάδη, Αρ. Αγωγής: 1653/2010, 27/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1653/2010 Μεταξύ: Λευτέρης Παπαδόπουλος Λτδ Ενάγοντες και Γιώργου Κουρουνιάδη Εναγομένου ------------------ Ημερομηνία: 27 Μαρτίου ,

  1. Εμφανίσεις Για Ενάγοντες : κα Ανδρέου για Χριστάκη Ματθάιου Για Εναγόμενο : κ. Καρεκλάς ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει ποσό εκ € 5.500 ως υπόλοιπο μη τιμηθείσας επιταγής, πλέον τόκο επί του πιο πάνω ποσού εκ 9% ετησίως από 9.05.
  2. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1ΑΑΔ
  1. Οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής τους, ότι κατά ή περί τον Απρίλιο ή Μάιο του 2009 κάποιο πρόσωπο ονόματι Σάββας Χαραλάμπους , ο οποίος ήτο πελάτης των Εναγόντων, αγόρασε διάφορα εμπορεύματα από τους Εναγόντες και όφειλε σε αυτούς διάφορα ποσά. Προς εξόφληση των υποχρεώσεών του προς τους Εναγόντες παρέδωσε την επιταγή με αριθμό 80550583 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των € 5.500 με ημερομηνία πληρωμής την 9.05.
  2. Η επίδικη επιταγή σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση των Εναγόντων δεν έφερε όνομα δικαιούχου ενώ εκδότης της ήταν ο Εναγόμενος. Οι Ενάγοντες επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο ενημερώνοντάς τον ότι είχαν στην κατοχή τους την ειρημένη επιταγή και πως θα έθεταν το όνομά τους επ' αυτής και θα την κατέθεταν για πληρωμή. Σύμφωνα ,πάντα , με τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων ο Εναγόμενος συγκατατέθηκε σχετικά και διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα στην εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Η επίδικη επιταγή, όταν κατατέθηκε στην Τράπεζα, επιστράφηκε για λόγους οφειλόμενους στον Εναγόμενο. Στον αντίποδα, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Σάββας Χαραλάμπους είναι πτωχεύσας και είχε στην κατοχή του την επίδικη επιταγή για να την προεξοφλήσει σε μετρητά, προς τον Εναγόμενο, με σκοπό να αποκομίσει κέρδος €500 όπως είχε ξανακάμει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν
  3. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι οι Ενάγοντες του τηλεφώνησαν. Παραδέχεται στην Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος, ότι έδωσε οδηγίες να σταματήσει η επιταγή αφού, όπως ισχυρίστηκε, ο Σάββας Χαραλάμπους μαζί με τους Ενάγοντες προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν. Ο Εναγόμενος διαφωνεί ότι ουδέν ποσό κατεβλήθη έναντι της επιταγής και ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των € 500 έναντι της επιταγής από τον Σάββα Χαραλάμπους και εκδόθηκε απόδειξη επ' ονόματι του Εναγομένου. Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο αυτός που οφείλει στους Εναγόντες , έαν πράγματι του πώλησαν προϊόντα, είναι ο Σάββας Χαραλάμπους. Μαρτυρία Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 17.10.2017, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι η επιταγή με αριθμό 8055058, εκδόθηκε από τον Εναγόμενο, η επίδικη επιταγή ήταν για το ποσό των €5.500, έφερε ημερομηνία πληρωμής 9.05.2009, κατά την παράδοση της επιταγής δεν ήταν συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου και ότι κατατέθηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ότι η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της ως «stop payment». Επιπλέον δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι Ενάγοντες αποτελούν εγγεγραμμένη και ενεργή εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν δυο μάρτυρες και κατατέθηκε ένα
(1)Τεκμήριο. Για τους Ενάγοντες πρώτος έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής των Εναγόντων Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο ΜΕ 1 στην κυρίως εξέτασή του προώθησε τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων δηλώνοντας ότι κάποιο πρόσωπο ονόματι Σάββας Χαραλάμπους αγόρασε διάφορα εμπορεύματα από τους Ενάγοντες. Προς εξόφληση της οφειλής του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Ο ΜΕ 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή. Περαιτέρω δήλωσε ότι η επίδικη επιταγή θα έφερε τόκο προς 9 % ετησίως. Τέλος ανέφερε ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι της οφειλής του το ποσό των €
  1. Αντεξεταζόμενος προσδιόρισε ότι η επιταγή δόθηκε στους Ενάγοντες τον Απρίλη του 2009 και ότι ο κος Σάββας Χαραλάμπους αγόρασε, από τους Ενάγοντες, τσιμεντοπλόγκς, αμμοχάλικα, τσιμέντα και άλλα διάφορα σχετικά προϊόντα επί πιστώσει. Δήλωσε περαιτέρω ότι κατά τον χρόνο πώλησης των προϊόντων δεν εξέδωσε τιμολόγιο και μόνο όταν θα πληρώνονταν οι Ενάγοντες θα εκδιδόταν το σχετικό τιμολόγιο. Δήλωσε όμως ότι εκδόθηκε δελτίο παραγγελίας πριν την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής το οποίο δεν είχε υπόψιν του ότι έπρεπε να το προσκομίσει στο Δικαστήριο. Σε ερώτηση εάν γνώριζε το κατά πόσο ο Σάββας Χαραλάμπους ήταν πτωχεύσας, απάντησε πως δεν γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτι τέτοιο αλλά το έμαθε μετά που οδηγήθηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο. Σε ερώτηση εάν κατά το παρελθόν έλαβε κάποια επιταγή με εκδότη τον Εναγόμενο για το ποσό των € 5.750, είπε ότι δεν θυμάται οτιδήποτε σχετικά με την επιταγή ύψους € 5.
  2. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος έδωσε στο Σάββα Χαραλάμπους μεταχρονολογημένη την επιταγή με τη συμφωνία να ο κ. Χαραλάμπους να φέρει πίσω στον Εναγόμενο το ποσό των € 5.000, απάντησε ότι δεν γνωρίζει επαναλαμβάνοντας ακολούθως ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στους Ενάγοντες για αγορά συγκεκριμένων υλικών. Σε υποβολή γιατί δεν εξόφλησε το waybill με την πρώτη επιταγή, δήλωσε ότι δεν θυμάται οτιδήποτε για την πρώτη επιταγή και ότι ο Σάββας Χαραλάμπους δεν είχε άλλα οικοδομικά υλικά πέραν αυτών που πληρώθηκαν με την επίδικη επιταγή. Ο ΜΕ 1 συμφώνησε με την υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν αγόρασε από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε προϊόντα. Αρνήθηκε όμως τη θέση ότι αντάλλαξε την επίδικη ή άλλη επιταγή με μετρητά προς τον κ. Χαραλάμπους. Περαιτέρω επέμεινε κατά την αντεξέτασή του στο ότι, κατά τον χρόνο παραλαβής της επιταγής , μίλησε με τον Εναγόμενο. Προσδιόρισε όμως ότι υπολογίζει πως μίλησε με τον Εναγόμενο, αφού του τον έδωσε στο τηλέφωνο ο Σάββας Χαράλαμπους, ο οποίος ήταν φίλος με τον Εναγόμενο. Δήλωσε δε περαιτέρω ότι έναντι του ποσού της επιταγής παρέλαβε το ποσό των € 500 και εξέδωσε απόδειξη επ΄ ονόματι του Εναγόμενου. Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Γεώργιος Γεωργίου, ΜΕ 2, υπάλληλος των Εναγόντων, ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων για την περίοδο από 2007-2011 και εκτελούσε χρέη οδηγού. Γνώριζε τον Σάββα Χαραλάμπους, αφού ο τελευταίος επισκεπτόταν τακτικά το κατάστημα των Εναγόντων, παράγγελλε προϊόντα είτε αυτοπροσώπως είτε τηλεφωνικώς και ο Μάρτυρας παρέδιδε τα εμπορεύματα στη φάρμα που διατηρούσε ο κ. Χαραλάμπους , απέναντι από το στρατόπεδο της Κλήρου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι θα παρέδωσε τουλάχιστον δύο φορές προϊόντα στη φάρμα του κ. Χαραλάμπους αλλά ουδέποτε παρέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη στον Σάββα Χαραλάμπους αφού το οικονομικό σκέλος διευθετείτο μέσω του διευθυντή των Εναγόντων. Δήλωσε όμως ευθαρσώς ότι ουδέποτε είδε τον διευθυντή των Εναγόντων να δίνει χρήματα στον Σάββα Χαραλάμπους. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για τους Ενάγοντες, μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος στην κυρίως του εξέταση αποδέχθηκε την έκδοση της επίδικης επιταγής, την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο έδωσε για προεξόφληση στον Σάββα Χαραλάμπους. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο σκοπός του ήταν να εξαργυρώσει ο Σάββας Χαραλάμπους την επιταγή δίνοντάς του το ποσό των € 5.000 και να κρατήσει ο τελευταίος το ποσό των €
  3. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι το ίδιο έπραξε και κατά το παρελθόν με τον Σάββα Χαραλάμπους στον οποίο παρέδωσε μια επιταγή ύψους €5.750, ο κ. Χαραλάμπους του έδωσε αμέσως το ποσό των € 5.000 και η επιταγή τελικά εισπράχθηκε από τον δικαιούχο αυτής. Κατέθεσε την εν λόγω επιταγή ως Τεκμήριο
  4. Ο Εναγόμενος μόλις αντιλήφθηκε ότι οι Εναγόντες και ο Σάββας Χαραλάμπους θα τον ξεγελούσαν, ανακάλεσε την επίδικη επιταγή. Δήλωσε επιπλέον ότι μετά την επίδοση της παρούσας διαπίστωσε ότι τόσο για την επιταγή Τεκμήριο 2 όσο και για την επιταγή Τεκμήριο 1 ως δικαιούχοι εμφανίζονταν οι Ενάγοντες τους οποίους, όπως δήλωσε, ουδέποτε πριν την έγερση της αγωγής γνώριζε και ουδέποτε είχε επικοινωνία μαζί τους. Δήλωσε περαιτέρω ο Εναγόμενος ότι ο κος Χαραλάμπους τον ξεγέλασε και δεν του έδωσε το ποσό των € 5.000, γι' αυτό και σταμάτησε την επιταγή. Ο Εναγόμενος προέβαλε τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν ζημιώσει από τον ίδιο και ο ίδιος δεν έχει λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα από τους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος δήλωσε ξανά ότι μέχρι την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής δεν γνώριζε του Ενάγοντες, ενώ κληθείς να εξηγήσει το πώς ενώ δεν γνώριζε τους Ενάγοντες αντιλήφθηκε ότι θα τον ξεγελούσαν, απάντησε ότι κάτι τέτοιο το αντιλήφθηκε εκ των υστέρων και όχι κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν ανακάλεσε την επίδικη επιταγή λόγω οικονομικών δυσκολιών, αφού όπως δήλωσε ρητά κατά τον επίδικο χρόνο είχε χρήματα, αφού εισέπραξε προκαταβολή € 20.000 από αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναφορικά με την πώληση ενός ακίνητου στην περιοχή Παραλιμνίου- Δερύνειας. Ο Εναγόμενος προχώρησε στην ανάκληση της επιταγής κατόπιν συμβουλής κάποιου προσώπου, ονόματι Άντρος, ο οποίος ενοικίαζε καταστήματα ιδιοκτησίας του Εναγομένου. Περαιτέρω αντεξεταζόμενος για το πώς γνωρίζει εάν Σάββας Χαραλάμπους έκανε συμφωνία με τους Εναγόντες, απάντησε ότι δεν γνωρίζει αλλά υποθέτει ότι κάτι τέτοιο συνέβη, ως επίσης δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν οι Ενάγοντες γνώριζαν για το εάν ο Σάββας Χαραλάμπους ήταν πτωχεύσας. Ακολούθως ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι προέβει μέσω τρίτων προσώπων σε προτάσεις για διευθέτηση της υπόθεσης. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος δήλωσε ότι μετά την καταχώρηση της αγωγή μετέβη με τον Σάββα Χαράλαμπους στο κατάστημα των Εναγόντων, όπου και ο κ. Χαραλάμπους παρέδωσε το ποσό των € 500 προς τους Ενάγοντες έναντι του ποσού της επιταγής και η απόδειξη εκδόθηκε επ' ονόματι του Εναγομένου. Στην πιο πάνω συνάντηση αντιλήφθηκε ο Εναγόμενος ότι οι Ενάγοντες είχαν σχέση δούναι και λαβείν με τον κ. Χαραλάμπους συμφωνώντας παράλληλα ότι δεν γνώριζε εάν οι Ενάγοντες είχαν εμπορικές δοσοληψίες με τον κο. Χαραλάμπους ή εάν οι Εναγοντες ήταν καλόπιστοι τρίτοι. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ήταν εν κατακλειδι ότι έδωσε μια επιταγή για να του φέρουν μετρητά και να πάρουν τόκους και έξοδα. Δεύτερη Μάρτυρας για τον Εναγόμενο κλήθηκε η Έλενα Έλληνα, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η ΜΥ 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τις γραπτές οδηγίες ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Στο εν λόγω έντυπο ημερομηνίας 30.4.2018 καταγράφηκε ως λόγος ανάκλησης ότι ο δικαιούχος καταχράστηκε την επιταγή. Η ΜΥ 2 δήλωσε ότι δεν γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ποίος ήταν ο δικαιούχος. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν μέσω γραπτών αγορεύσεων τις θέσεις τους. Ο κος Καρέκλας αναγνώρισε ότι η ανάκληση της επιταγής δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ευθύνη έναντι τρίτου νομιμοποιημένου κομιστή αλλά εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε στην παρούσα ότι υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα για το ποσό των €
  5. 500 που αναγραφόταν στην επιταγή. Στον αντίποδα η κα Ανδρέου με παραπομπή στα άρθρα 21 και 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες είναι νομιμοποιημένοι κομιστές της επίδικης επιταγής και ως εκ τούτου ενεργοποιείται το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)που μεταθέτει το βάρος στον Εναγόμενο να αποδείξει έλλειψη αντιπαροχής της επιταγής Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Επιπρόσθετα σημειώνω ότι δεν είναι νομικά επιτρεπτό να απευθύνονται ερωτήσεις και να λαμβάνονται απαντήσεις είτε κατά την κύρια εξέταση, είτε κατά την αντεξέταση επί εγγράφων που δεν αποτελούν νομίμως μέρος του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικού υλικού. Ούτε και νοείται η εξαγωγή συμπερασμάτων μέσα από τέτοια δεδομένα. Σχετική είναι η απόφαση Παπά Ανδρέας ν. Νόνας Α. Οικονομίδου και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 928. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ 1 Ο ΜΕ 1 κατέθεσε υποστηρίζοντας τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων . Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση προέβαλε τη θέση ότι έλαβε την επιταγή από κάποιο πρόσωπο ονόματι Σάββα Χαραλάμπους. Σύμφωνα με τον ΜΕ 1 οι Ενάγοντες είχαν δοσοληψίες με τον Σάββα Χαραλάμπους και έλαβαν την επίδικη επιταγή προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού του κου Χαραλάμπους. Η βασική αυτή θέση του ΜΕ1 ουσιαστικά δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία. Οι υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου σχετικά με τη μη ύπαρξη οφειλής του κ. Χαραλάμπους προς τους Ενάγοντες και περί της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και του κου Χαραλάμπους για εξαργύρωση σε μετρητά της επίδικης επιταγής , έμειναν μετέωρες αφού δεν προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία που να τις υποστηρίξει. Άλλωστε ο ίδιος ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του δήλωσε ρητά ότι δεν γνώριζε εάν οι Ενάγοντες είχαν εμπορικές δοσοληψίες με τον κ. Χαραλάμπους ή εάν οι Ενάγοντες ήταν καλόπιστοι τρίτοι. Μάλιστα σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο τελευταίος αντιλήφθηκε, μετά την καταχώρηση της αγωγής, ότι οι Ενάγοντες είχαν σχέση δούναι και λαβείν με τον Σάββα Χαραλάμπους. Υπό το φως των πιο άνω κρίνω ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τη βασική θέση του ΜΕ 1, ότι οι Ενάγοντες έλαβαν την επίδική επιταγή προς εξόφληση οφειλόμενου ποσού του Σάββα Χαραλάμπους, το οποίο προέκυψε από πώληση προϊόντων. Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΕ1 συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ 2, ο οποίος δήλωσε ότι μετέφερε προϊόντα στη Φάρμα του κου Σάββα Χαραλάμπους. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός του ότι επικοινώνησε με τον Εναγόμενο όπως διευκρινίστηκε κατά την αντεξέταση είναι ότι υπέθεσε ότι επικοινώνησε με τον Εναγόμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκρούεται με τη μαρτυρία του Εναγομένου, ο οποίος δήλωσε ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τους Ενάγοντες πριν την έγερση της αγωγής. Παράλληλα σημειώνω ότι το γεγονός πως κατά το παρελθόν πληρώθηκε επιταγή με εκδότη τον Εναγόμενο προς τους Εναγόντες δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, αφού η βασική θέση του ΜΕ1, περί λήψης της επίδικης επιταγής προς εξόφληση χρέους, δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώνω ότι η εκδοχή του ΜΕ1 αφενός δεν έχει αντικρουστεί με άλλη αντίθετη μαρτυρία και αφετέρου συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες έλαβαν την επίδικη επιταγή προς εξόφληση οφειλόμενου του Σάββα Χαραλάμπους, το οποίο προέκυψε από πώληση προϊόντων. Επιπλέον, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ 1 για την συναγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ 2 Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΕ2 παρατηρώ ότι ούτε αυτή αντικρούσθηκε με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του αναφορικά με τα γεγονότα που εξιστορούσε, δηλώνοντας ότι ο ίδιος ως οδηγός παρέδωσε τουλάχιστον δύο φόρες εμπορεύματα στον Σάββα Χαραλάμπους και ουδέποτε είδε τον διευθυντή των Εναγόντων να δίδει χρήματα στον κ. Χαραλάμπους. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Εναγόμενου Ως προς τη μαρτυρία του Εναγομένου κρίνω ότι και ο Εναγόμενος προσήλθε στο Δικαστήριο για να εξιστορήσει τα γεγονότα ως τα γνώριζε και τα αντιλήφθηκε ο ίδιος. Παρατηρώ, παράλληλα, ότι η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τη σχέση του με τον Σάββα Χαράλαμπους που όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ήταν το πρόσωπο που έλαβε την επιταγή από τον Εναγόμενο και την παρέδωσε στους Ενάγοντες. Η μαρτυρία του Εναγομένου επί των ουσιωδών, για την παρούσα αγωγή, γεγονότων δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική, αφού ο Εναγόμενος δήλωσε ρητά κατά την αντεξέτασή του ότι δεν γνώριζε εάν οι Ενάγοντες είχαν εμπορικές δοσοληψίες με τον Σάββα Χαραλάμπους ούτε γνώριζε εάν οι Ενάγοντες ήταν καλόπιστοι ή όχι. Περαιτέρω ο Εναγόμενος δήλωσε ότι δεν γνώριζε τους Εναγόντες μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ουδέποτε επικοινώνησε μαζί τους και δεν γνώριζε εάν οι Ενάγοντες είχαν οποιαδήποτε συμφωνία με τον Σάββα Χαράλαμπους. Τα όσα ανέφερε δεν μπορούν να αντικρούσουν τον ΜΕ1 επί των γεγονότων που περιβάλλουν τη λήψη της επιταγής από τους Ενάγοντες. Το μόνο πρόσωπου που μπορούσε να αντικρούσει τον Ενάγοντα σχετικά ήταν ο Σάββας Χαραλάμπους, ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγομένου ως αξιόπιστη, πλην όμως αυτή δεν μπορεί να διαφωτίσει ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν οι Ενάγοντες την επίδικη επιταγή από το Σάββα Χαραλάμπους. Αξιολόγηση ΜΥ
  3. Ως προς τη ΜΥ 2 κρίνω ότι αυτή ήταν τυπική μάρτυρας, κατέθεσε εξηγώντας το Τεκμήριο 3 και κρίνω την ίδια ως αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Παραδεκτά γεγονότα Περαιτέρω αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 ΑΑΔ 1874 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320 Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως αναφέρεται ανωτέρω, έχουν δηλωθεί παραδεκτά γεγονότα, από τους συνηγόρους των διαδίκων, τα οποία έχουν ήδη καταγραφεί. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, των παραδεκτών γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης . Στην παρούσα υπόθεση αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος δεν είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συναλλαγή που αφορούσε αμέσως ή εμμέσως την επίδικη επιταγή. Περαιτέρω από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν προκύπτουν, ως ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η επιταγή με αριθμό 80550583, εκδόθηκε από τον Εναγόμενο, για το ποσό των €5.500 και έφερε ημερομηνία πληρωμής 9.05.
  1. Κατά την παράδοση της επιταγής δεν ήταν συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου αλλά αυτή δόθηκε στον Σάββα Χαραλάμπους. Ακολούθως η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ότι η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της ως «stop payment» Από τη μαρτυρία που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη προκύπτει ότι, ο Σάββας Χαραλάμπους διατηρούσε δοσοληψίες με τους Ενάγοντες στα πλαίσια των οποίων παρέδωσε την επίδικη επιταγή σ' αυτούς προς εξόφληση της οφειλής του. Οι Ενάγοντες λαμβάνοντας την πιο πάνω επιταγή προς εξόφληση οφειλόμενου ποσού έδωσαν αξία στην επίδικη επιταγή και συμπλήρωσαν το όνομα του δικαιούχου καταγράφοντας το όνομά τους. Οι Ενάγοντες έναντι της πιο πάνω οφειλής έλαβαν το ποσό των € 500 και εξέδωσαν απόδειξη επ' ονόματι του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία πριν την καταχώρηση της αγωγής. Κατά το παρελθόν ακόμα μία επιταγή του Εναγομένου πληρώθηκε προς τους Ενάγοντες. Το πιο πάνω γεγονός δεν μπορεί όμως να έχει οποιαδήποτε σημασία στα γεγονότα της παρούσας, αφού παρέμειναν αδιευκρίνιστες οι συνθήκες υπό τις οποίες πληρώθηκε στους Εναγόντες η επιταγή Τεκμήριο 2 και κατά πόσο σχετιζόταν με την επίδικη στην παρούσα δοσοληψία. Η υποβολή της Υπεράσπισης ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 ανταλλάχτηκε με μετρητά και οι Ενάγοντες έλαβαν ποσό € 750 και έδωσαν το υπόλοιπο στον Σάββα Χαραλάμπους έμεινε μετέωρη, αφού δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά. Συνεπώς κανένα τέτοιο εύρημα δεν μπορεί να εξαχθεί από την πιο πάνω υποβολή. Επιπρόσθετα η επιταγή Τεκμήριο 2 , δεν ζητήθηκε να κατατεθεί σαν Τεκμήριο κατά την αντεξέταση του ΜΕ 1 και ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτή η εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος σχετικά , από την μαρτυρία του ΜΕ1 στον βαθμό που αφορά ερώτηση που υποβλήθηκε επί του Τεκμηρίου 2, το οποίο δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ
  2. Άλλωστε και ο συνήγορος του Εναγομένου δήλωσε, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, ότι οι αναφόρες του για επιταγή ύψους €5.750 γίνονταν ως υποβολή της θέσης του Εναγομένου και όχι ως ερώτηση επί εγγράφου το οποίο κατατέθηκε μεταγενέστερα, ως τεκμήριο. Επιπρόσθετα, παρά τις σχετικές υποβολές του συνηγόρου του Εναγόμενου, στους μάρτυρες των Εναγόντων , δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία και δεν μπορεί να εξαχθεί σχετικό εύρημα σχετικά με το κατά πόσο γνώριζαν οι Ενάγοντες την οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία μεταξύ Εναγομένου και Σάββα Χαραλάμπους ή είχαν πληροφόρηση ή μπορούσαν να αντιληφθούν οτιδήποτε που να καθιστούσε τον τίτλο το Σάββα Χαραλάμπους ελαττωματικό ή ότι η επιταγή ή η μεταβίβαση της επιταγής επηρεάζετο από δόλο , εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία. Υπό το φως των ανωτέρω δεν μπορεί να εξαχθεί, εύρημα περί το ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν καλόπιστοι κατά τον χρόνο παραλαβής της επίδικης επιταγής από τον Σάββα Χαραλάμπους. Αντίθετα από την μαρτυρία που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη εξάγεται το εύρημα ότι οι Ενάγοντες έδωσαν καλή τι πίστει αξία στην Επιταγή. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αγωγή αφόρα, αξίωση επί επιταγής, η οποία παρέμεινε ασυμπλήρωτη αναφορικά με το όνομα του δικαιούχου κατά την παράδοσή της. Η βασική θέση των Εναγόντων είναι ότι έλαβαν την επίδικη επιταγή προς εξόφληση της οφειλής του Σάββα Χαράλαμπους. Η βασική θέση της υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή είναι ότι ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες, καθότι κανένα αντάλλαγμα δεν δόθηκε για την επιταγή. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου ο οποίος φέρει αυτό και οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ; «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, , Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ. ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς το δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει , μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 «η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Συνεπώς εφαρμόζονται στην παρούσα οι πρόνοιες των διατάξεων του περί Συναλλαγματικών Νόμου που αφορούν συναλλαγματικές πληρωτέες εν όψει. Ως προς τη νομική φύση της επιταγής και το δίκαιο που τη διέπει διαφωτιστική είναι η απόφαση Heatron Co Ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως έχει νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H [1977] 2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2) [1950] 1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais [1991] 1 Α.Α.Δ. 239).» Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου (ΚΕΦ.262), όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια, το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο. Η πιο πάνω αρχή καταγράφεται και στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά Τραπεζική Επιταγή 2η έκδοση σελ 244 παράγραφο 101. Η έννοια του κατόχου για αξία παρέχεται στο άρθρο 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου (ΚΕΦ.262), και περιλαμβάνει το πρόσωπο που σε οποιοδήποτε χρόνο έδωσε αξία για τη συναλλαγματική. Η εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής παρέχεται και στο πρόσωπο που λαμβάνει την επιταγή με κενό τα όνομα του δικαιούχου. Σχετική είναι η απόφαση Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 296, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Η σχετική εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής, κάτω από ανάλογες περιστάσεις, παρέχεται στον κάτοχο της επιταγής δυνάμει του Άρθρου 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  1. Βλ. επίσης Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ.
  2. Το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος, ενεργώντας καλόπιστα, κατέστη κάτοχος για αξία της επιταγής. Ο εφεσίβλητος, ως ο κάτοχος της επιταγής είχε τα εκ του νόμου (Άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα, ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του εναντίον του εκδότη» (υπογράμμιση δική μου) Από την πιο πάνω απόφαση εξάγεται το συμπέρασμα ότι, εάν δοθεί αξία στην επιταγή, το πρόσωπο που έδωσε αξία σε αυτή καθίσταται κάτοχος αυτής για αξία και διατηρεί εκ του Νόμου δικαίωμα να συμπληρώσει την επιταγή και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Σε περίπτωση μη τίμησης της επιταγής, εφόσον καθίσταται καλόπιστα κάτοχος για αξία, διατηρεί δικαίωμα, ως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, να εναγάγει τον εκδότη. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Συναλλαγματικών Νόμου (ΚΕΦ.262), προκύπτει ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία ο οποίος κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου, το οποίο μεταβίβασε αυτή και καθίσταται κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ 262, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο, ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο και το βάρος απόδειξης της έλλειψης αντιπαροχής μετατίθεται στους ώμους του Εναγομένου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ 991 και Vasos Charalambides Ltd v. Πάμπου Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ 849. Με την υπεράσπιση και τη μαρτυρία του, ο Εναγόμενος αυτό που προσπάθησε να καταδείξει ήταν το ότι ο τίτλος του Σάββα Χαραλάμπους ήταν ελαττωματικός, καθότι ο τελευταίος ξεγέλασε τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος προώθησε τη θέση, ότι η Επιταγή που εξέδωσε και παρέδωσε στον Σάββα Χαραλάμπους, επηρεάζεται από δόλο, παρανόμια και ότι κανένα αντάλλαγμα δεν έλαβε από τον Σάββα Χαραλάμπους. Η πιο πάνω θέση θα είχε σημασία, εάν οι Ενάγοντες ως κάτοχοι για άξια γνώριζαν το ενδεχόμενο ελάττωμα στον τίτλο του Σάββα Χαραλάμπους ή δεν έδιδαν αντάλλαγμα για την επιταγή ή δεν επεδείκνυαν καλή πίστη κατά τη διαπραγμάτευση της επιταγής. Σε τέτοια περίπτωση θα αποστερούντο του δικαιώματος εξαργύρωσης της επιταγής, ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Νικόλας Τσίκκος ν Ελένης Σταυρινού
(1999)1 Α.Α.Δ. 963. Τα πιο πάνω ελαττώματα είναι ικανά, να εμποδίσουν ακόμα και τον κάτοχο που έδωσε αξία στην επιταγή να καταστεί κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο εν τη εννοία του Νόμου. Διαφωτιστική σχετικά είναι η απόφαση στην υπόθεση Damalona Limited ν. Aχιλλέας Φεραίου Eισαγωγές-Eξαγωγές Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1082 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το Άρθρο 27 γενικώς καθορίζει την έννοια της αξίας και τον κάτοχο για αξία. («value and holder for value»). Ουσιαστικά προσδιορίζει την έννοια της αντιπαροχής για την παροχή σε οποιοδήποτε χρόνο αξίας σε συναλλαγματική, οπότε και ο κάτοχος της θεωρείται ως «κάτοχος για αξία» σε σχέση με τον αποδέκτη («acceptor»), καθώς και για όλα τα μέρη («parties»), που είχαν καταστεί μέρη πριν τον χρόνο αυτό. Η κατοχή της συναλλαγματικής για αξία υπό το φως του εδαφίου
(2), δεν αποκλείει όμως ο κάτοχος να είχε γνώση περί δόλου, παρανομίας ή άλλου μειονεκτήματος που επηρεάζει τον τίτλο του. ....... Υπό τις συνθήκες, οι εφεσίβλητοι δεν κατέστησαν κάτοχοι στην πορεία ή κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο, ως ορίζει το Άρθρο 29 του Κεφ. 262. Συμφώνως του εδαφίου
(1)(α), τέτοιος κάτοχος λογίζεται εκείνος που έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει («in good faith») και για αξία («value») και κατά το χρόνο που η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε («negotiated»), δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο.» ( υπογράμμιση δική μου) Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έδωσαν αξία στην επίδικη επιταγή και ως εκ τούτου έγιναν κάτοχοι για αξία με συνακόλουθο, εκ του νόμου , δικαίωμα να δικαιούνται να συμπληρώσουν το όνομα τους επί της επιταγής και να την παρουσιάσουν για πληρωμή. Στην υπό κρίση υπόθεση αποτέλεσε τη θέση του Εναγομένου και κατέστη και εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν καμία επικοινωνία με τον Εναγόμενο πριν την έγερση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να πληροφορηθούν από τον Εναγόμενο οτιδήποτε σχετικά με τυχόν ελάττωμα στον τίτλο του Σάββα Χαραλάμπους . Περαιτέρω δεν προκύπτει οτιδήποτε που να μπορεί να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες είχαν γνώση ή μπορούσαν να λάβουν ειδοποίηση ή να αντιληφθούν το οποιοδήποτε τυχόν ελάττωμα στο τίτλο του Σάββα Χαραλάμπους ή ότι η επιταγή ή η μεταβίβαση της επιταγής επηρεάζετο από δόλο , εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία. Επιπλέον δεν υφίσταται στη μαρτυρία οτιδήποτε που από μόνο του ή σωρευτικά με άλλα γεγονότα να μπορεί να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν καλόπιστοι. Επιπρόσθετα, δεν προκύπτει να υπήρχε όντως οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του Σάββα Χαραλάμπους. Το γεγονός ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 εξαργυρώθηκε σε χρόνο προγενέστερο από τους Ενάγοντες, από μόνο του δεν μπορεί να καταδείξει γνώση ότι η επιταγή ή η μεταβίβαση της επίδικης επιταγής επηρεάζετο από δόλο , εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία. Από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή ως αξιόπιστη και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν αποδείχτηκαν τα πιο πάνω αλλά αντίθετα προκύπτει ότι οι Ενάγοντες καλή τι πίστει έδωσαν αξία στην επιταγή και ως εκ τούτου η παρούσα διαφοροποιείται από την απόφαση Φεραίου ανωτέρω. Συνακόλουθα προκύπτει ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο της επίδικης επιταγής. Στην υπό κρίση υπόθεση οι Ενάγοντες , ως κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο, είχαν τα δικαιώματα που κατοχυρώνει ο νόμος για τον κάτοχο κατά προσήκοντα τρόπο. Όπως ορίζει το άρθρο 38 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου κεφ 262 : «όταν αυτός είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική.» Στην υπό συζήτηση υπόθεση έχει προκύψει ότι οι Ενάγοντες έγιναν κάτοχοι της επίδικης επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο και συνεπώς κατέχουν αυτή απαλλαγμένη από προσωπικές υπερασπίσεις που ήταν προσιτές στα προηγούμενα μέρη και ως εκ τούτου η νομική τους θέση δεν μπορεί να επηρεαστεί από οποιοδήποτε ελάττωμα τυχόν υπήρχε στον τίτλο του Σάββα Χαραλάμπους. Αντίθετη προσέγγιση , υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα αντιστρατευόταν τη φύση της πληρωμής με επιταγή που πρέπει να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά , ως εξηγείται στην απόφαση Heatron Co Ltd (ανωτέρω). Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι κατέστησαν κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο της επίδικης επιταγής και ότι είχαν δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα τους εναντίον του εκδότη Εναγόμενου. Σχετικό είναι το άρθρο του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ 262 και η απόφαση Τσιακλίδης (ανώτερω) Επιδίκαση Τόκου Οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους και την επιδίκαση Τόκου προς 9 % επί του υπολοίπου της επιταγής. Ειδικότερα ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «... ... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για πληρωμή τόκου και ως εκ τούτου η αξίωση των Εναγόντων για επιδίκαση τόκου προς 9 % ετησίως δεν μπορεί να επιτύχει. Κατάληξη Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των € 5.000 πλέον νόμιμο τόκο από καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.