Πάνου Μάκρη ν. G.N City Hotel Ltd, Αρ. Αγωγής: 8134/2011, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 8134/2011 Μεταξύ: Πάνου Μάκρη Ενάγοντα και G.N City Hotel Ltd Εναγομένης ------------------ Ημερομηνία: 30 Mαρτίου , 2018. Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Σταυράκης Για την Εναγόμενη: κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των € 22.032,78 ως υπόλοιπο, δυνάμει συμφωνίας, πλέον τόκο προς 8 % επί του πιο πάνω ποσού, πλέον έξοδα. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Περαιτέρω αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Σχετική είναι η απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του για μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του Ξενοδοχείου «Ρογιάτικο», ιδιοκτησίας της Εναγομένης εταιρείας, βάσει οδηγιών και/ή συμφωνίας έναντι του συνολικού ποσού των € 52.640 πλέον 15 % Φ.Π.Α. Η Εναγόμενη κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του πιο πάνω ποσού και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των € 22.032,
- H Εναγόμενη εταιρεία στην Υπεράσπισής της παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας ανέλαβε την επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου. Ακολούθως δήλωσε ότι συμφώνησε προφορικώς με τον Ενάγοντα την ανάθεση και επίβλεψη του έργου. Η ουσιαστική διαφωνία της Εναγομένης εταιρείας με την εκδοχή του Ενάγοντος είναι το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής του Ενάγοντος. Σύμφωνα με την Εναγομένη εταιρεία η αμοιβή του Ενάγοντος θα υπολογιζόταν με βάση ποσοστό τεσσεράμισι τοις εκατό (4,5%) επί της αξίας του έργου. Παραδέχθηκε περαιτέρω ότι κατέβαλε προς τον Ενάγοντα τα ποσά που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίστηκε ότι με την καταβολή των πιο πάνω ποσών εξόφλησε πλήρως τον Ενάγοντα και ουδέν ποσό οφείλει. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν όπως ανατεθεί στον Ενάγοντα η μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου που θα ανέγειρε η Εναγόμενη. Αυτό που αποτελεί το βασικό υπό αμφισβήτηση θέμα είναι το ποσοστό επί του οποίου συμφωνήθηκε να καθορισθεί η αμοιβή του Ενάγοντος. Δηλαδή δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της συμφωνίας αλλά αμφισβητείται η ύπαρξη συγκεκριμένου όρου αυτής. Περαιτέρω προκύπτει από τα δικόγραφα ότι η διαφωνία των διαδίκων έγκειται στο ποσοστό με το οποίο υπολογίστηκε η αμοιβή του Ενάγοντα και δεν αμφισβητείται το συνολικό κόστος των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, ώστε σε περίπτωση που γίνει δεκτή η εκδοχή του Ενάγοντος ως προς το ποσοστό να αποδεικνύεται και το οφειλόμενο ποσό, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτή η θέση της Εναγόμενης εταιρείας η απαίτηση, του Ενάγοντος να θεωρείται εξοφληθείσα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο ίδιος ο Ενάγοντας και κατατέθηκαν οκτώ
(8)τεκμήρια. Ο Ενάγοντας παρουσιάζοντας την υπόθεση του προώθησε την εκδοχή ότι εκτέλεσε την εργασία στη βάση συμφωνίας με την Εναγόμενη. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την προτεινόμενη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 30.11.2005, ως Τεκμήριο 2 επιστολή ημερομηνίας 21.12.2007 προς τον διευθυντή της Εναγομένης, ως Τεκμήριο 3 επιταγή ημερομηνίας 27.12.2007 από την Εναγόμενη πληρωτέα προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 4 διπλότυπο τιμολογίου ημερομηνίας 27.12.2007, ως Τεκμήριο 5 επιστολή ημερομηνίας 09.07.2008 προς τον διευθυντή της Εναγομένης, ως Τεκμήριο 6 επιταγή ημερομηνίας 14.07.2008 από την Εναγόμενη πληρωτέα προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 7 διπλότυπο τιμολογίου ημερομηνίας 15.07.2008 και ως Τεκμήριο 8 επιστολή ημερομηνίας 22.11.2010 προς τον διευθυντή της Εναγομένης. Ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι περί τον Οκτώβριο του 2005 συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη εταιρεία, μέσω του διευθυντή της, όπως διεκπεραιώσει τη μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του Ξενοδοχείου « Το Ρογιάτικο» που θα ανέγειρε η Εναγόμενη. Προς τούτο δήλωσε ο Ενάγοντας ότι την 30.11.2005 ετοίμασε γραπτό κείμενο με τη σχετική συμφωνία και ζήτησε από τον διευθυντή της Εναγομένης να το υπογράψει. Κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
- Ο διευθυντής της Εναγομένης, συμφώνησε προφορικά με τους όρους του ειρημένου εγγράφου αλλά αρνήθηκε επιμελώς να το υπογράψει. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η αμοιβή του θα υπολογιζόταν με ποσοστό προς 6.5 % επί του συνόλου του έργου, το οποίο αναλύετο σε 4.5 % για τη μελέτη και 2% για την επίβλεψη. Ήταν περαιτέρω η θέση του Ενάγοντος ότι απέστελλε κατάσταση οφειλών στην Εναγομένη εταιρεία και η τελευταία πλήρωνε στη βάση της σχετικής κατάστασης οφειλών. Οι εν λόγω καταστάσεις οφειλών, κατά τον Ενάγοντα, είναι τα Τεκμήρια 2 και 5 που καταρτίζονταν σύμφωνα με την ισχυριζόμενη συμφωνία. Η Εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε κατόπιν λήψης των πιο πάνω επιστολών- καταστάσεων και ουδέποτε παραπονέθηκε για τις χρεώσεις του Ενάγοντος. Τέλος ο Ενάγοντας δήλωσε ότι απέστειλε προς την Εναγόμενη εταιρεία το Τεκμήριο 8, στο οποίο υπάρχει λεπτομερής καταγραφή του κόστους της εργασίας και των ποσών που πληρώθηκαν από την Εναγόμενη εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του ο Ενάγοντας προσδιόρισε πως ό,τι είχε να παραδώσει στην Εναγομένη εταιρεία, το παρέδιδε ιδιοχείρως στον διευθυντή αυτής. Δήλωσε ότι πριν ξεκινήσει η εργασία συμφώνησε το ποσό της αμοιβής, ξεκίνησε δουλειά και κατόπιν τούτου παρέδωσε το έγγραφο Τεκμήριο 1 στον διευθυντή της Εναγομένης με την ελπίδα να το υπογράψει. Ερωτηθείς για το κατά πόσο κάποιος θα μπορούσε να αντιληφθεί με βάση το έγγραφο Τεκμήριο 1 τι θα πληρωνόταν από την Εναγόμενη εταιρεία , απάντησε ότι στο επάγγελμά του συμφωνείται το ποσοστό της αμοιβής και ακολούθως προστίθεται το κόστος των εργασιών, και η χρέωση της αμοιβής γίνεται επί του συμφωνηθέντος ποσοστού. Στη θέση που του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 σε περίπτωση μη υπογραφής του από την Εναγομένη εταιρεία δεν θα υφίστατο συμφωνία, ο Ενάγοντας έδωσε την εξήγηση ότι ο σχετικός όρος αφορά τρίτους και διερωτήθηκε πώς ξεκίνησε να εργάζεται για τρία χρόνια εάν ίσχυε ο αναφερόμενος όρος. Παράλληλα αρνήθηκε την υποβολή ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή για το έργο ανερχόταν στο 4,5% δηλώνοντας ότι δεν θα συνέχιζε να εργάζεται σε περίπτωση που γνώριζε ότι θα πληρωνόταν μόνο 4,5%. Προσδιόρισε ο ίδιος ότι η συμφωνία απαιτεί τη συμφωνία 2 μερών σε ένα αποδεκτό ποσό και από τη στιγμή που έχει τη διαβεβαίωση ότι το ποσό είναι αποδεκτό συνεχίζει να εργάζεται. Σύμφωνα με τον ίδιο είχε την προφορική διαβεβαίωση του διευθυντή της Εναγομένης ως προς το ύψος του ποσού και ανέμενε τη γραπτή. Δήλωσε ταυτόχρονα ότι δεν συνηθίζει να αναλαμβάνει εκτέλεση εργασίας χωρίς υπογραφή γραπτής συμφωνίας. Σε υπόδειξη που του έγινε ότι στο, Τεκμήριο 2 , όπου καταγράφει κάποιο ποσό ως σύνολο της αξίας της ηλεκτρομηχανολογικής εργασίας, υπολόγισε την αμοιβή του λαμβάνοντας υπόψη ποσοστό μόνο 4,5% επί της αξία αυτής, απάντησε ότι δεν χρέωσε το επιπλέον 2%, γιατί δεν είχε ξεκινήσει επίβλεψη μέχρι τότε, αφού χρεώνει πάντα ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας. Ερωτώμενος αναφορικά με το Τεκμήριο 4 γιατί καταγράφει «Επαγγελματική αμοιβή για μελέτη όλων των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων στο ως άνω ξενοδοχείο», απάντησε ότι δεν εννοούσε εξόφληση αλλά το έγραψε γιατί ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας του είπε ότι δεν είχε περισσότερα διαθέσιμα χρήματα δηλώνοντας ότι ξεκαθαρίζεται στην κατάσταση λογαριασμού τι ακριβώς χρέωνε. Ερωτώμενος αναφορικά με το Τεκμήριο 5, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της επίβλεψης, η οποία υπολογίζεται με ποσοστό 2% και επιπλέον με ποσοστό 0.2% απάντησε ότι το 0.2% καταγράφηκε για να καταδείξει ότι ολοκληρώθηκε το 1/5 της συνολικής εργασίας της επίβλεψης. Περαιτέρω ερωτηθείς σχετικά με το Τεκμήριο 8 γιατί παρουσιάζει αυξημένο κόστος, απάντησε ότι αυτό οφείλεται σε extra εργασίες, όπως την ανέγερση τρίτου ορόφου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον Ενάγοντα μαρτυρία προσέφερε η πλευρά της Εναγομένης εταιρείας. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας Γιαννάκης Γεωργίου ΜΥ
- Ο ΜΥ 1 ισχυρίστηκε ότι ζήτησε προσφορά από τον Ενάγοντα για τη μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών στο υπό ανέγερση 3όροφο κτήριο, στη Λευκωσία. Ζήτησε από τον Ενάγοντα την υπογραφή συμφωνίας πλην όμως ο Ενάγοντας απέφευγε. Ο ίδιος μόλις του ζητήθηκαν χρήματα από τον Ενάγοντα την 27.12.2007 τα κατέβαλε αμέσως. Ενόψει του ότι ήδη από τις 06.10.2004 υπέγραψε συμφωνία με τον μηχανικό του έργου για αμοιβή προς 5% επί του ποσού του έργου ανησυχούσε. Έτσι πριν την πρώτη πληρωμή ετοίμασε χειρόγραφα το Τεκμήριο 9, με το οποίο, σύμφωνα με την εκδοχή του καθοριζόταν η αμοιβή του Ενάγοντος σε ποσοστό προς 4,5% επί της αξίας του έργου. Σύμφωνα με τον ΜΥ 1 , ο Ενάγοντας στην πορεία του ζήτησε επιπλέον χρήματα, τα οποία του κατέβαλε στις 14.07.
- Δήλωσε ότι περί τον Νοέμβριο, χωρίς να προσδιορίσει χρονολογία, ο Ενάγοντας του απέστειλε ενημέρωση σύμφωνα με την οποία τον χρέωσε επιπλέον ποσά και ο ίδιος αρνήθηκε να τα καταβάλει. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ 1 δήλωσε ότι καταρτίσθηκε γραπτή συμφωνία τόσο με τον αρχιτέκτονα του έργου όσο και με τον εργολάβο αυτού. Όσον αφορά τη συμφωνία της Εναγομένης εταιρείας με τον Ενάγοντα, δήλωσε ότι κατά την πρώτη συνάντηση που είχαν συμφώνησαν όπως η αμοιβή του υπολογισθεί επί του ποσοστού 4,5% και ο ίδιος σημείωσε αυτή τη συμφωνία σε μια κόλλα χαρτί με δικά του γράμματα ,ώστε να ετοιμάσει ο Ενάγοντας σχετικό γραπτό συμβόλαιο. Ακολούθως ο ΜΥ 1 ανέφερε ότι η συμφωνία που έγραψε ο ίδιος σε μια κόλλα χαρτί έγινε την πρώτη ημέρα που συμφώνησαν, προσδιορίζοντας σε επόμενο στάδιο της αντεξέτασής του ότι αναφερόταν στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ίδιο καλούσε επανειλημμένα τον Ενάγοντα όπως υπογράψουν γραπτό συμβόλαιο. Όταν του υποδείχθηκε ότι οι συμφωνίες με τους υπόλοιπους παράγοντες του έργου έγιναν περί τα τέλη του 2005 αρχές του 2006, απάντησε ότι ο Ενάγοντας παρουσιάστηκε στο έργο στις 8.11.
- Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1, απάντησε ότι πρώτη φορά το έβλεπε. Το ίδιο απάντησε και σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 και 5, όταν του υποδείχθηκαν, ότι δηλαδή πρώτη φορά τα έβλεπε. Σε ερώτηση ως προς τι ανησυχούσε εφόσον, κατά τον ίδιο, υπήρχε συμφωνημένο ποσοστό, απάντησε ότι ανησυχούσε επειδή έπρεπε να έχει γραπτό συμβόλαιο. Σε ερώτηση γιατί με την καταβολή της επιταγής των € 18.000 δεν ζήτησε εξοφλητική απόδειξη , απάντησε ότι ζήτησε εξοφλητική απόδειξη η αποβιώσασα σύζυγός του. Ακολούθως από πλευράς Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο Σωτήρης Κυριακίδης ΜΥ 2, ο οποίος δήλωσε ότι είναι μηχανικός και ανέλαβε την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, καθώς και την επίβλεψη της ανέγερσης του έργου που θα ανέγειρε η Εναγομένη εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 έγγραφο με τίτλο «εξουσιοδότηση εντολέα σε εγγεγραμμένους μηχανικούς για παροχή υπηρεσιών» ημερομηνίας 06.10.2004 και 17.06.
- Όπως δήλωσε ο ίδιος συμφώνησε όπως η αμοιβή ανέλθει στο 5% επί της συνολικής αξίας του έργου δηλώνοντας περαιτέρω ότι ο καθορισμός της αμοιβής του μηχανικού δεν υπόκειται σε κανόνες αλλά καθορίζεται κατόπιν ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Σχετικά με το εάν γνώριζε το κατά πόσο συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης , απάντησε ότι εκείνο που θυμάται είναι μια αναφορά του ΜΥ 1 ότι ανέθεσε τη μελέτη για τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες στον Ενάγοντα για ένα ποσοστό προς 4,5 τοις εκατό. Περαιτέρω ως προς τη μη υπογραφή γραπτής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης, απάντησε ότι η μη υπογραφή γραπτής συμφωνίας μπορεί να επιφέρει πειθαρχικές κυρώσεις για τον Ενάγοντα. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Γεώργιου εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας, δεν κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή του, ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος αποτελεί εξωγενή μαρτυρία σε σχέση με το Τεκμήριο 1 και ότι η ισχυριζόμενη σύμβαση είναι παράνομη. Στον αντίποδα ο κ. Σταυράκης εισηγήθηκε ότι ο ΜΥ 1 είναι αναξιόπιστος σε αντίθεση με τον Ενάγοντα ο οποίος ήταν αξιόπιστος και το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει δεκτή την εκδοχή του Ενάγοντος. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετική είναι η απόφαση Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντος Ο Ενάγοντας προσέφερε μαρτυρία στα πλαίσια των δικογραφημένων του ισχυρισμών και η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατέθεσε με σταθερότητα και πειστικότητα ενώ σημαντικά στοιχεία της μαρτυρίας του παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Βασικό σημείο της μαρτυρίας του Ενάγοντος ήταν ότι παρέδιδε τις καταστάσεις λογαριασμού, ήτοι τα Τεκμήρια 2, 5 και 8, στα οποία καταγραφόταν λεπτομερώς η εκάστοτε εκτελεσθείσα εργασία και ο τρόπος αμοιβής στη βάση της συμφωνίας των μερών. Η σχετική θέση του Ενάγοντος δεν αμφισβητήθηκε. Η Εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε αφού παραλάμβανε τα πιο πάνω τεκμήρια χωρίς ουδέποτε να αμφισβητήσει τον τρόπο υπολογισμού της χρέωσης ή το ποσοστό αμοιβής. Σημειώνεται ότι επί του Τεκμηρίου 2 καταγράφεται ρητώς ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι 6,5% επί της τελικής αξίας των συμβολαίων και προσδιορίζεται σε 4,5 % για τη μελέτη και 2% για την επίβλεψη του έργου. Επιπλέον στο Τεκμήριο 5 αναλύεται εκ νέου ότι η αμοιβή του Ενάγοντος στηρίζεται σε δύο πυλώνες, ήτοι τη μελέτη και την επίβλεψη του έργου. Σημειώνεται ότι η θέση του Ενάγοντα ότι παρέδιδε ιδιοχείρως τα πιο πάνω έγραφα στον διευθυντή των Εναγομένων δεν αμφισβητήθηκε και δεν ετέθη εις αυτόν η θέση ότι ο διευθυντής της Εναγομένης ουδέποτε τα παρέλαβε. Προκύπτει περαιτέρω ότι οι δυο πληρωμές που έγιναν από την Εναγομένη εταιρεία στον Ενάγοντα έπονταν των δυο καταστάσεων λογαριασμών, στοιχείο που συνάδει με την εκδοχή του Ενάγοντος ότι η Εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε μετά την παραλαβή των καταστάσεων λογαριασμών και ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε αντίθεση προς τις χρεώσεις. Ως προς το Τεκμήριο 8, το οποίο καταγράφει το τελικό συνολικό ποσό των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών, προκύπτει ότι η θέση του Ενάγοντος περί ανέγερσης τρίτου ορόφου επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ 2 και το Τεκμήριο 10 που περιέχει συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ ΜΥ2 και Εναγομένης για την ανέγερση τρίτου ορόφου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εκδοχή του Ενάγοντος συνάδει, επιβεβαιώνεται και ενισχύεται από την έγγραφη μαρτυρία. Επιπλέον η εκδοχή του Ενάγοντα δεν μπορεί να αποδυναμωθεί από τη μαρτυρία του ΜΥ 2, καθότι η αναφορά του ΜΥ 2 στη μαρτυρία του για ποσοστό 4,5 % έγινε αναφορικά με το ποσοστό αμοιβής για τη μελέτη του έργου χωρίς αναφορά στην επίβλεψή του, η οποία όμως αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ανατέθηκε στον Ενάγοντα. Ουσιαστικά ο ΜΥ 2 επιβεβαιώνει τον Ενάγοντα ότι συμφώνησε αμοιβή προς 4,5 % για τη μελέτη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Περαιτέρω η εκδοχή του Ενάγοντα δεν μπορεί να αντικρουσθεί από το Τεκμήριο 9 που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο, ως η ισχυριζόμενη συμφωνία των μερών, καθότι το εν λόγω έγγραφο δεν κάνει αναφορά σε ανάθεση μελέτης και επίβλεψης ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων αλλά σε ετοιμασία, γενικά σχεδίων, εργασία διακριτή και διαφορετική από τις επίδικες. Επιπλέον το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 αναγράφηκε ότι αφορά το κόστος για τη μελέτη όλων των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών δεν μπορεί από μόνο του να αποβεί καθοριστικό, καθότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Palatino Developments Limited ν. Telectronics Communication Limited
(2002)1 ΑΑΔ 962. Στην παρούσα η αξία της μελέτης των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών καταγράφεται και στη μεταγενέστερη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, την οποία παρέλαβε ο διευθυντής της Εναγομένης χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση. Συνεπώς το Τεκμήριο 3 πρέπει να αξιολογηθεί με το σύνολο της μαρτυρίας κατά το στάδιο εξαγωγής των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αναφέρω ότι το Τεκμήριο 1 αφ' ης στιγμής δεν υπογράφηκε από την Εναγομένη 1 εταιρεία, δεν μπορεί να αποτελέσει τίποτα περισσότερο από ένα προσχέδιο συμφωνίας το οποίο ουδέποτε μετατράπηκε σε νομικά δεσμευτικό συμβόλαιο. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται όμως ότι η μαρτυρία και η εκδοχή του Ενάγοντα δεν παρουσίασε το Τεκμήριο 1 ως τη συμφωνία των μερών, αλλά το παρουσίασε ως ένα κείμενο συμφωνίας που δεν υπογράφηκε. Άλλωστε και η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης ήταν ότι το εν λόγω έγγραφο ως ανυπόγραφο δεν έχει νομική υπόσταση. Εφόσον λοιπόν δεν προωθήθηκε η θέση ότι το Τεκμήριο 1 ήταν η συμφωνία των μερών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης έγινε γενική αναφορά σε συμφωνία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κώλυμα στην αποδοχή προφορικής μαρτυρίας για την εξακρίβωση των όρων της σύμβασης. Συνεπώς κρίνω ότι δεν υφίσταται ανεπίτρεπτη προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας, ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης. Σχετική είναι η απόφαση Σολωμονίδης Α/φοί ν. Tsouris Constructions
(1991)1 Α.Α.Δ
- Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του Ενάγοντα για τη συναγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ 1 Αντίθετα η μαρτυρία του ΜΥ 1 δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη πειστικότητα και συνοχή. Ο ΜΥ 1 προσπάθησε να θεμελιώσει τη θέση του περί του ποσοστού συμφωνηθείσας αμοιβής καταθέτοντας το Τεκμήριο
- Στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατήρτισε το εν λόγω έγγραφο, το οποίο χαρακτήρισε ως συμφωνία , σε χρόνο πριν προχωρήσει στην πρώτη του πληρωμή. Κατά την αντεξέταση προέβαλε διαφορετικό ισχυρισμό δηλώνοντας ότι ετοίμασε το Τεκμήριο 9 κατά την πρώτη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα, η οποία, όπως δήλωσε μετέπειτα, έλαβε χώρα την 8.11.2007 . Επιπρόσθετα, ενώ στην κυρίως εξέταση δήλωσε ότι το Τεκμήριο 9 αποτελούσε τη συμφωνία των μερών την οποία κατήρτισε μάλιστα ο ίδιος, κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι το Τεκμήριο 9 το ετοίμασε ο ίδιος μεν αλλά ανέμενε από τον Ενάγοντα να ετοιμάσει το συμβόλαιο με βάση τη συμφωνία. Ενώ λοιπόν προωθεί στην κυρίως εξέταση την εκδοχή ότι το Τεκμήριο 9 αποτελούσε τη συμφωνία των μερών που ο Ενάγοντας απλά δεν υπέγραψε, στην αντεξέταση προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή ως προς τη φύση του Τεκμηρίου
- Επιπλέον η εκδοχή του ότι το Τεκμήριο 9 αποτέλεσε τη συμφωνία των μερών αντιφάσκει και με τα δικόγραφα, καθότι στο Τεκμήριο 9 καταγράφεται ότι ανατίθετο στον Ενάγοντα να «κάνει τα σχέδια» του υπό ανέγερση ξενοδοχείου, ενώ στα δικόγραφα προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι η εργασία που ανατέθηκε στο Ενάγοντα αφορούσε τη μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Άλλωστε και ο ίδιος ο ΜΥ1 κατά τη αντεξέταση του δήλωσε ότι στον Ενάγοντα ανέθεσε τα ηλεκτρομηχανολογικά του κτηρίου. Επιπρόσθετα στην Υπεράσπισή της η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής της κατήρτισε γραπτή συμφωνία, ενώ ο ΜΥ 1 στην αντεξέτασή του, ως αναφέρεται ανωτέρω, δήλωσε ότι ανέμενε από τον Ενάγοντα να καταρτίσει γραπτή συμφωνία. Με βάση τα πιο πάνω πέραν από το συμπέρασμα του ότι το Τεκμήριο 9 δεν μπορεί να έχει αποδεικτική βαρύτητα , προκύπτει ότι και η εκδοχή του ΜΥ 1 που βασίσθηκε στο εν λόγω Τεκμήριο 9 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αντιβαίνει στη λογική και είναι σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγομένης. Επιπρόσθετα διαπιστώνω ότι σημαντικοί ισχυρισμοί που προέβαλε ο ΜΥ 1, όπως ότι για πρώτη φορά κατά την ακρόαση αντίκρισε τα Τεκμήρια 2 και 5, δεν μπορεί να γίνουν δεκτοί, καθότι η πλευρά του παρέλειψε να τους θέσει στον Ενάγοντα. Σχετική ως προς την παράλειψη αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΥ 1 δεν πείθει ούτε για τον ισχυρισμό που προέβαλε η Εναγόμενη εταιρεία στην έκθεση Υπεράσπισης περί εξόφλησης. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης είναι συνυφασμένος με το συμφωνηθέν ποσοστό αμοιβής, ώστε σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί την εκδοχή του Ενάγοντα, ο ισχυρισμός περί εξόφλησης να συμπαρασύρεται, ο ΜΥ 1 απέτυχε να προσφέρει πειστική μαρτυρία αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εξόφλησης. Η καταφυγή του για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση στο ότι ζήτησε η αποβιώσασα σύζυγός του εξοφλητική απόδειξη από τον Ενάγοντα , προκαλεί εντύπωση, γιατί είναι η μοναδική αναφορά στην οποία προέβη στη σύζυγό του προσδίδοντάς της και ρόλο στα της εταιρείας. Θα ανέμενε κανείς , εάν όντως η σύζυγος του ΜΥ1 είχε ρόλο στα της εταιρείας και στα θέματα της ανέγερσης του Ξενοδοχείου να μην εμφανιζόταν μόνο να ζητά την κατ' ισχυρισμόν εξοφλητική απόδειξη. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ επί της μαρτυρίας του ΜΥ 1 για τη συναγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας του ΜΥ 2 Ο ΜΥ 2 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος κρίνω ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Εντούτοις η μαρτυρία του δεν μπορεί να διαφωτίσει κατά τρόπο καταλυτικό τα επίδικα θέματα. Ως προς το θέμα της αμοιβής του Ενάγοντος δεν είχε άμεση γνώση αλλά κατέθεσε με βάση τα όσα άκουσε από τον ΜΥ
- Μάλιστα η αναφορά του συσχετίζεται μόνο με το ένα σκέλος της συμφωνίας, η οποία ήταν παραδεκτή μέσω των δικογράφων , ήτοι την αμοιβή του Ενάγοντος για μελέτη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΥ 2 και συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι ανατέθηκε στον Ενάγοντα η μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του υπό ανέγερση ξενοδοχείου της Εναγομένης 1 και ότι πληρώθηκε από την Εναγομένη Εταιρεία, προς τον Ενάγοντα, το συνολικό ποσό των € 38.502,
- Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Τον Οκτώβριο του 2005 ο Ενάγοντας συμφώνησε, προφορικά, με την Εναγομένη εταιρεία όπως αναλάβει τη μελέτη και επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του υπό ανέγερση Ξενοδοχείου «το Ρογιάτικο» ιδιοκτησίας της Εναγομένης .
- Ο Ενάγοντας απέστειλε γραπτή προσφορά στην Εναγομένη , υπογεγραμμένη από τον ίδιο αλλά η Εναγόμενη παρέλειψε να υπογράψει.
- Ο Ενάγοντας απέστελλε σχετικές καταστάσεις λογαριασμού στην Εναγομένη εταιρεία και η Εναγομένη εταιρεία πλήρωνε έναντι των εκτελεσθεισών εργασιών.
- Στα Τεκμήρια 2, 5 και 8 καταγράφεται ότι η αμοιβή του Ενάγοντος για τη μελέτη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του έργου θα υπολογιζόταν επί ποσοστού 4.5 % της αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Στα εν λόγω Τεκμήρια καταγράφεται επίσης ότι η αμοιβή του ενάγοντα για την επίβλεψη των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων θα υπολογιζόταν επί ποσοστού 2 % της αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων.
- Η συνολική αμοιβή του Ενάγοντα, στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού, υπολογιζόταν με συνολικό ποσοστό 6,5% επί της εκάστοτε εκτελεσθείσας εργασίας.
- Η Εναγομένη εταιρεία, αφού παραλάμβανε τα Τεκμήρια 2 και 5, πλήρωνε αδιαμαρτύρητα μέσω των Επιταγών Τεκμήρια 3 και 6 και κατόπιν τούτου εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια.
- Τον Νοέμβριο του 2008 παραλήφθηκε από την Εναγομένη το Τεκμήριο
- Νομική Πτυχή Το ζήτημα της νομιμότητας της συμφωνίας Εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης εταιρείας, κατά την αγόρευση, ζήτημα παρανομίας της σύμβασης για τον λόγο ότι αυτή δεν καταρτίστηκε γραπτώς κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας - Κ.Δ.Π. 115/78, Κανονισμός 4(iv). Όπως δέχθηκε και ο ίδιος ο συνήγορος της Εναγομένης 1 εταιρείας, στην αγόρευσή του, αλλά και όπως είναι ξεκάθαρο από τα δικόγραφα, ζήτημα παρανομίας της σύμβασης δεν εγείρεται στα δικόγραφα. Αντίθετα η ύπαρξη της προφορικής σύμβασης γίνεται παραδεκτή. Στο σημείο αυτό κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι σύμφωνα με τη Δ.19 Θ 13 αλλά και τη σχετική νομολογία οι ισχυρισμοί που αφορούν παρανομία σε συμφωνία πρέπει να εγείρονται ειδικά στα δικόγραφα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 615, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπάμιχαηλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Αντιγόνη Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039 και Δημητρίου v. Συμεωνίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1018. Εντούτοις το Δικαστήριο δύναται ακόμα και αυτεπάγγελτα, εάν λάβει γνώση της παρανομίας , η οποία είναι πρόδηλη στη σύμβαση, να εξετάσει αυτή, παρόλο που δεν ηγέρθη από διάδικο η ένσταση για παρανομία της σύμβασης. Σχετικά Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπάμιχαηλ (ανωτέρω). Στην παρούσα το ζήτημα της παρανομίας δεν ηγέρθη στα δικόγραφα της Εναγομένης αλλά ο ευπαίδευτος συνήγορός της ήγειρε αυτό κατά την αγόρευση εισηγούμενος ότι η παρανομία έγκειται στην παραβίαση από μέρους του Ενάγοντα του Κανονισμού 4(
- iv)των Περί Δεοντολογίας των Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Κανονισμών του 1978. Ο υπό αναφορά κανονισμός το μόνο που καθορίζει είναι την υποχρέωση λήψης αμοιβής από τους Αρχιτέκτονες & Πολιτικούς Μηχανικούς. Η αναφορά που γίνεται στους πιο πάνω Δεοντολογικούς Κανονισμούς για υποχρέωση σύναψης γραπτής σύμβασης, ανάθεσης έργου, στην οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή, βρίσκεται στον κανονισμό (
- vi)Β (β), στο κεφάλαιο που ρυθμίζει τη Δεοντολογία στις σχέσεις αρχιτεκτόνων -πολιτικών μηχανικών με τους συναδέλφους τους. Περαιτέρω οι υπό εξέταση κανονισμοί αποτελούν κανονισμούς δεοντολογίας και όχι Νόμο και η παράβασή τους, ως καταγράφεται σε αυτούς, έχει ως συνέπεια την πειθαρχική ευθύνη. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι στην παρούσα, από τη μη υπογραφή γραπτής σύμβασης, δεν υφίσταται καν παράβαση των Δεοντολογικών Κανονισμών , σε σχέση με τον Ενάγοντα και την Εναγομένη εταιρεία, αφού ο δεοντολογικός κανονισμός που επιβάλλει τη σύναψη γραπτής σύμβασης απαντάται στο μέρος που ρυθμίζει τη δεοντολογία στις σχέσεις Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει η ανάγκη για ερμηνεία του κειμένου των κανονισμών καθιστά την ισχυριζόμενη παρανομία μη έκδηλη αλλά ενδεχόμενο που δύναται να διαπιστωθεί κατόπιν αξιολόγησης και στάθμισης τόσο των πραγματικών γεγονότων όσο και του σχετικού νομικού υπόβαθρου. Συνεπώς ως μη έκδηλη παρανομία θα έπρεπε να δικογραφηθεί, για να τύχει επίκλησης στην παρούσα. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η ενδεχόμενη παράβαση δεοντολογικών κανονισμών διαφοροποιείται από την περίπτωση που κάποια συμφωνία απαγορεύεται από τον Νόμο, αφού στην υπό κρίση περίπτωση η έννομη συνέπεια που προβλέπεται από την παράβαση των υπό αναφορά κανονισμών είναι απλή πειθαρχική δίωξη. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν παράβαση των κανονισμών, από τη μη υπογραφή γραπτής σύμβασης, η έννομη συνέπεια θα ήταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος και όχι η παρανομία της σύμβασης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Antonis Georghiou Mouzouris and Another v. Andreas L. Haviaras
(1981)JSC 110 όπου κρίθηκε ότι η παράβαση από Δικηγόρο των περί Δεοντολογίας Κανονισμών δεν δίδει έρεισμα σε έγερση αγωγής αλλά αφήνει έκθετο τον Δικηγόρο σε πειθαρχικές κυρώσεις. Υπό το φως των ανωτέρω το σχετικό επιχείρημα του συνηγόρου της Εναγομένης εταιρείας απορρίπτεται. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή του. Το ζήτημα του κατά πόσο ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση η περί ης ο λόγος συμφωνία ουδέποτε καταρτίστηκε γραπτώς αλλά ήταν προφορική. Το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσο ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι η προφορική συμφωνία περιείχε τον ισχυριζόμενο όρο με τον οποίο υπολόγισε την αμοιβή του. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης, όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδ., παράγραφος 42 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «In order to decide whether the parties have reached an agreement it is usual to inquire whether there has been a definite offer by one party and an acceptance of that offer by the other. In answering this question, the courts apply an objective test: if the parties have to all outward appearances agreed in the same terms upon the same subject matter neither can generally deny that he intended to agree». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετούνται από την αδελφή Δικαστή Γ. Κυθραιώτου στην απόφαση Costas Koshis Co Ltd ν. Pinelane Investments Ltd κ.ά, Συνενωμένες αγωγές: 2092/2011, 2093/2011, 2094/2011, 2095/2011, 2096/2011, 2097/2011, 2098/2011, 2099/2011, 2100/2011, 2101/2011, 2103/2011, ημερομηνίας 13.3.
- Συνεπώς το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να κριθεί για να διαπιστωθεί το κατά πόσο καταρτίσθηκε η συγκεκριμένη σύμβαση υπό τους συγκεκριμένους όρους είναι το κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέβαλε σχετική πρόσφορα με τους επίδικους όρους και η Εναγόμενη αποδέχτηκε αυτούς. Όπως γίνεται δεκτό η αποδοχή της προσφοράς μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32nd Ed., παράγραφος 2-
- Ασφαλώς στην περίπτωση προφορικής σύμβασης είναι δυσχερέστερο να διαπιστωθεί κατά πόσο έγινε ρητή αποδοχή των όρων. Όμως στις περιπτώσεις που καθίσταται αναγκαίο να διερευνηθεί το κατά πόσο έγινε αποδεκτός, δια της συμπεριφοράς των μερών κάποιος συμβατικός όρος, τα Δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν συγκεκριμένα κριτήρια. Σχετικά παραπέμπω στην ακόλουθη διαφωτιστική ανάλυση από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) παράγραφος 2-030 : «Where an offer or an acceptance or both are alleged to have been made by conduct, the terms of the agreement may be more difficult to ascertain than where the agreement was negotiated by express words. The difficulty may be so great as to force the court to conclude that no agreement was reached at all. But sometimes the court can resolve the uncertainty by applying the standard of reasonableness, or by reference to another contract (whether between the same parties or between one of them and a third party ), or even to a draft agreement between them, which had never matured into a contract» Στην υπό κρίση υπόθεση έχει καταδειχθεί από την αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιόν μου ότι η Εναγομένη εταιρεία πλήρωνε έναντι των εκτελεσθεισών εργασιών αφού παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 2 και
- Επί των Τεκμηρίων 2 και 5 καταγράφεται ρητά ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής, μέσω του ποσοστού που ισχυρίστηκε ότι πρότεινε ο Ενάγοντας. Περαιτέρω ο Ενάγοντας απέστειλε σχετικό πρότυπο συμφωνίας το οποίο έμεινε ανυπόγραφο, οι όροι του οποίου συνάδουν με τα ποσοστά που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και
- Ουσιαστικά τα Τεκμήρια 2 και 5 επί των οποίων περιέχεται λεπτομερής ανάλυση του τρόπου και της μεθόδου αμοιβής είναι σε συμφωνία και κατά ακολουθία της ημιτελούς συμφωνίας, Τεκμήριο
- Προκύπτει συνεπώς ότι η ανεπιφύλακτη πληρωμή κατόπιν λήψης των Τεκμήριων 2 και 5 σημαίνει και ρητή αποδοχή , διά της συμπεριφοράς, του όρου με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή του Ενάγοντα. Αντικειμενική θεώρηση όλων των ανωτέρω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συνομολογήθηκε έγκυρη σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ Ενάγοντα και της Εναγομένης στη βάση της οποίας η αμοιβή του Ενάγοντα συμφωνήθηκε να υπολογιστεί με ποσοστό προς 6.5 % επί της συνολικής αξίας των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι το βασικό σημείο διαφωνίας των διαδίκων ήταν το ποσοστό με βάση το οποίο θα υπολογιζόταν η αμοιβή του Ενάγοντα. Η αμφισβήτηση που ήγειρε η Εναγόμενη εταιρεία έγκειτο στο ότι η αμοιβή του Ενάγοντα θα υπολογιζόταν με βάση ποσοστό 4,5% επί της συνολικής αξίας του έργου. Έτσι σύμφωνα με την Εναγόμενη δεν οφείλεται το ισχυριζόμενο ποσό, καθότι εάν αυτό υπολογιζόταν με βάση το 4.5%, η Εναγομένη θα είχε εξοφλήσει με την καταβολή του ποσού των € 38,502.
- Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι δεν αμφισβητείται το ύψος του κόστους των εργασιών, αλλά το με ποίο ποσοστό υπολογίστηκε η αμοιβή, ώστε σε περίπτωση που γινόταν δεκτή η εκδοχή του Ενάγοντα ως προς το συμφωνηθέν ποσοστό να αποδεικνύεται και το οφειλόμενο ποσό. Στην παρούσα προκύπτει, από το Τεκμήριο 8 το οποίο παραδόθηκε στην Εναγομένη εταιρεία και δεν αμφισβητήθηκε, με αναλυτικό τρόπο, ότι το συνολικό κόστος των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών ανήλθε στο ποσό των € 809.850,
- Το πιο πάνω ποσό πολλαπλασιαζόμενο με το συμφωνηθέν ποσοστό του 6.5% δίνει ως άθροισμα το ποσό των €52.640,00 το οποίο είναι και το συνολικό συμφωνηθέν ποσό που περιγράφει ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του. Επί του πιο πάνω ποσού, όταν αφαιρεθούν τα ποσά που φαίνονται από τις επιταγές Τεκμήρια 3 & 6 προκύπτει το αξιούμενο από τον Ενάγοντα ποσό. Περαιτέρω το ποσό των € 809.850,00 εάν πολλαπλασιαστεί με το ποσοστό 4,5% που εισηγήθηκε η πλευρά της Εναγομένης τότε προκύπτει το ποσό των € 36.443 ποσό παραπλήσιο με αυτό που αποδέχεται η Εναγομένη εταιρεία ότι έχει καταβάλει και ανταποκρίνεται στη συμφωνία. Συνεπώς προκύπτει ότι δεν υφίσταται διαφωνία ως προς το τελικό ύψος του κόστους εργασιών παρά μόνο στον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή του για το ποσό των € 22.032,
- Αξίωση καταβολής Τόκου προς 8 % ετησίως Ο Ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του και την επιδίκαση Τόκου προς 8 % ετησίως επί του ποσού των € 22.032,
- Ειδικότερα ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για πληρωμή τόκου προς 8 % ετησίως και ως εκ τούτου η αξίωση των Εναγόντων για επιδίκαση τόκου προς 8 % ετησίως δεν μπορεί να επιτύχει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης κρίνω ότι μπορεί να επιδικασθεί μόνο νόμιμος τόκος. Κατάληξη Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης εταιρείας για το ποσό των € 22, 032.78 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο