ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3028/2011, 5/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3028/2011 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από Λευκωσία Ενάγουσας και ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, από το Ξυλιάτο Εναγομένου Ημερομηνία: 5.3.2018 Αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 7.12.2017 για τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Για τον Αιτητή: κ. Κουλαφέτης για κ.κ. Σωτήρης Δράκος Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα Παπαδοπούλου για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι είναι ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και/ή απόλυτη ιδιοκτήτρια ενός τεμαχίου στο χωριό Ξυλιάτος της επαρχίας Λευκωσίας καθώς επίσης Διάταγμα για άρση της ισχυριζόμενης επέμβασης και επαναφοράς του στην προηγούμενη του κατάσταση, Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να κατεδαφίσει οιονδήποτε κτίσμα επεμβαίνει επί του τεμαχίου της και τέλος Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος από του να επεμβαίνει επί του τεμαχίου της. Αξιώνει επίσης Ειδικές αποζημιώσεις, αποζημιώσεις για ζημιά που κατ' ισχυρισμό της ο εναγόμενος προκάλεσε σε ελαιόδεντρα, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, Γενικές αποζημιώσεις, τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Μετά που άρχισε η ακρόαση της παρούσας αγωγής και αφού η ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία της και έκλεισε την υπόθεσή της, ο εναγόμενος καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία εξαιτείται: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να διατάττει την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως ακολούθως: Να προστεθεί νέα παράγραφος 12Α και να αναφέρει τα ακόλουθα: «12Α. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στις 8/11/2017 έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/11/2012 και καταχώρησε έφεση με αριθμό 631/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας, η οποία εκκρεμεί, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι πρόωρη και/ή το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά με βάση του άρθρου 80 του Κεφ.224». Β. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/ή δικαία υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ.1-6, Δ.48 ΘΘ.1-9, Δ.64, Άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην αρχική και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγομένου τα οποία, μεταξύ άλλων, έχουν ως εξής: Στις 8.11.2017 έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27.11.2012 σε σχέση με την ισχυριζόμενη επέμβασή του στο ακίνητο της ενάγουσας και καταχώρησε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 5.12.2017 κατά της εν λόγω απόφασης με αριθμό 631/17 η οποία εκκρεμεί και όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του η αγωγή είναι πρόωρη και το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την επίδικη αγωγή μεταξύ των παρόντων διαδίκων. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή και έτσι δεν έλαβε ποτέ γνώση. Όπως λαμβάνει νομικής συμβουλής από τον δικηγόρο του, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο
- Η τροποποίηση είναι αναγκαία για να ταξινομηθούν τα θέματα προς εκδίκαση κατά καλύτερο και πιο λεπτομερή τρόπο με τα πραγματικά γεγονότα ούτως ώστε το Δικαστήριο να δυνηθεί να εκδικάσει όλα τα επίδικα θέματα και να εκδώσει απόφαση. Επιπλέον επειδή ανακαλύφθηκαν γεγονότα τα οποία δεν ήταν εις γνώση του προηγουμένως και επηρεάζουν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να του επιτραπεί να τα εντάξει στη διαδικασία για να διασφαλιστεί η δίκαιη δίκη, παρόλο που στην παρούσα διαδικασία η ακρόαση έχει αρχίσει και η Ενάγουσα έχει κλείσει την υπόθεσή της. Ισχυρίζεται περαιτέρω όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του πως η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει την ακροαματική διαδικασία αφού στην πραγματικότητα το ζήτημα είναι καθαρά νομικό και το μόνο πραγματικό που εισάγεται είναι το γεγονός ότι έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης στις 8.11.2017 με την κατάθεση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ως τεκμήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και ότι καταχώρησε την έφεση με αριθμό 631/
- Δηλώνει επίσης πως η ενάγουσα δεν θα υποστεί ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και ουδεμία καθυστέρηση θα προκληθεί που να είναι αδικαιολόγητη. Στη Συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι αν υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης δεν προέρχεται από τον ίδιο αλλά από την πλευρά της ενάγουσας όταν η υπόθεση απορρίφθηκε και χρειάστηκε να επαναφερθεί με αίτησή της. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε για να συμπεριλάβει νέα ουσιώδη στοιχεία τα οποία σχετίζονται με το γεγονός ότι έλαβε γνώση της απόφασης του Κτηματολογίου Λευκωσίας μόλις στις 8.11.2017 όταν η εν λόγω απόφαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι πρόωρη, αφού το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο ίδιος ή ο δικηγόρος του έλαβαν αντίγραφο της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 10.1.2013 και ως εκ τούτου δεν υπέβαλε αίτημα για επιθεώρηση. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο μάρτυρας του Κτηματολογίου ο οποίος παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της αγωγής παρόλο που ανέφερε ότι η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου απεστάλη στον ίδιο με συστημένη επιστολή, στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες πως αποστάληκε ή αν ο εναγόμενος έλαβε την εν λόγω απόφαση, ούτε και παρουσίασε οιονδήποτε στοιχείο ότι η εν λόγω απόφαση του έχει επιδοθεί δεόντως με συστημένη επιστολή. Δηλώνει επίσης ότι στις 10.1.2018 οι δικηγόροι της ενάγουσας εμφανίστηκαν στη διαδικασία της έφεσης, αντίγραφο της οποίας επισύναψε ως Τεκμήριο Ψ στην ένορκό του δήλωση και ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση. Ως εκ τούτου ήταν αναγκαίο να καταχωρηθεί πρώτα η έφεση και μετά η αίτηση τροποποίησης και συνεπώς θεωρεί ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης. Τέλος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στην ενάγουσα, αλλά έτσι θα αποφευχθεί ζημιά που πιθανόν να προκληθεί στον ίδιο καθώς η αγωγή κρίνεται πρόωρη και το Δικαστήριο αναρμόδιο να συνεχίσει την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 15 συνολικά λόγους ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αβάσιμη, αντικανονική, ανεπίτρεπτη, ή/και αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, εάν επιτραπεί θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός ή/και αδικία στην ίδια, θα πληγεί το συνταγματικό της δικαίωμα για εκδίκαση της διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και το μόνο που θα προσθέσει είναι καθυστέρηση της διαδικασίας. Τέλος ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αυτό φαίνεται από τα έγγραφα και/ή τα δικόγραφα που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1-9, Δ.59, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στη Διακριτική Ευχέρεια και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση του συζύγου της ενάγουσας και στο φάκελο του Δικαστηρίου και περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: Ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση. Εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους της ενάγουσας η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού μοναδικός σκοπός της είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγή και σε περίπτωση που η τροποποίηση εγκριθεί θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στην ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι και δεν καθίσταται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και σε περίπτωση έγκρισής της θα προκληθεί ζημιά και αδικία στην ενάγουσα η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η αίτηση είναι κακόπιστη καθότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έλαβε γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας στις 8.11.2017 είναι ψευδής αφού η απόφαση αποκαλύφθηκε με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 10.1.2013 και ο μάρτυρας του Κτηματολογίου που κατέθεσε στο Δικαστήριο ανέφερε ότι η απόφαση αποστάληκε συστημένη στον εναγόμενο στη διεύθυνση του η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η καταχώρηση της επίδικης αίτησης ένα μήνα μετά από την κατ' ισχυρισμό γνώση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου έγινε με καθυστέρηση χωρίς να υπάρχει καμία δικαιολογία για αυτή. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε για υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας ο δικηγόρος κ. Γ. Αγγελίδης ισχυρίζεται ότι πιστό αντίγραφο της Ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 10.1.2013 δόθηκε στους δικηγόρους του εναγομένου αυθημερόν και ότι στις 2.12.2016 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου είχε αναφερθεί η ύπαρξη της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και αντίγραφό της είχε επίσης δοθεί στον δικηγόρο του ο οποίος είχε αναφέρει ότι ήταν παράνομη. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των προσώπων που υπέγραψαν τις ένορκης δηλώσεις και οι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 - 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή. Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από τον δικαστικό φάκελο στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2), 1999 1 Α.Α.Δ. 1938) προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία κρίνω ότι είναι κρίσιμα για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης: Στις 31.10.2012 η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες μετά από τη συμπλήρωση των δικογράφων και αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν και εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα για την καταχώρηση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και η αγωγή ορίστηκε στις 7.12.2012 για οδηγίες. Εκείνη την ημέρα οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι δεν καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καθότι ανέμεναν την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η υπόθεση ορίστηκε στη συνέχεια στις 17.1.2013 και παρατάθηκε και ο χρόνος καταχώρησης των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Μέχρι την 17.1.2013 μεσολάβησε στις 2.1.2013 η καταχώρηση από τον εναγόμενο της δικής του ένορκης δήλωσης και στις 11.1.2013 η καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 (β) αυτής γίνεται αναφορά στην Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερ. 27.11.2012, σύμφωνα με το άρθρο 58
(3)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, η οποία αφορά την επίδικη διαφορά. Στις 17.1.2013 αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι είχαν γίνει οι αποκαλύψεις και ζήτησαν ημερομηνίας ακρόασης. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς ποτέ να εγερθεί θέμα από την πλευρά του εναγομένου για την μη καταχώρηση εκ μέρους της εναγομένης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Προκύπτει περαιτέρω από τον δικαστικό φάκελο ότι στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του ο εναγόμενος αποδέχεται ότι από κοινού οι διάδικοι υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και πως λειτουργός του Κτηματολογίου έκανε επιτόπια εξέταση και αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας στο μέτρο που η ίδια ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησής της. Με βάση τα όσα ανέφερα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ήταν ενήμερος για την διαδικασία που είχε αρχίσει με την κοινή προσφυγή των διαδίκων στο Κτηματολόγιο καθώς επίσης και για την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας, αφού στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας γίνεται ρητή αναφορά σε αυτή. Λόγω των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου περιήλθε εις γνώση του για πρώτη φορά στις 8.11.2017. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που δεν είχε έλθει εις γνώση του εναγομένου το γεγονός της έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου μέσω της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας, κρίνω ότι αυτός μπορούσε να είχε απευθυνθεί στο Κτηματολόγιο και να είχε αναζητήσει την επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, κάτι το οποίο, δεν έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου μπορεί να χαρακτηριστεί αμελής, αφού αυτός μπορούσε να αναζητήσει πληροφορίες για την πορεία της αίτησής του, κάτι το οποίο δεν έκανε. Τέλος, αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος καταχώρησε στις 5.12.2017 την έφεση 631/2017 Ε.Δ. Λευκωσίας κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία εκδόθηκε μετά την κοινή προσφυγή των διαδίκων στο Κτηματολόγιο. Αυτό το εύρημα προκύπτει από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης στην οποία η εν λόγω έφεση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Ψ και η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (πιο πάνω) η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεσή της και μετά υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία επιζητείται να προστεθεί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση το γεγονός της καταχώρησης έφεσης εκ μέρους του εναγομένου εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η εν λόγω έφεση καταχωρήθηκε στις 5.12.2017 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δύο μόλις μέρες αργότερα, γεγονός το οποίο κρίνω πως δεν αποτελεί καθυστέρηση, καθότι η ανάγκη για την καταχώρησή της προέκυψε μετά την καταχώρηση της εν λόγω έφεσης. Κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση, παρά τη διαπίστωσή μου ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, εξυπηρετεί την πραγματική και σημαντική ανάγκη να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το ως άνω γεγονός της καταχώρησης της έφεσης και πως υπό τις περιστάσεις η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη μου επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά μόνο το αντικειμενικό γεγονός της καταχώρησης της έφεσης εκ μέρους του εναγομένου εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και δεν αντιστρατεύεται ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία της ενάγουσας, κρίνω ότι η τελευταία δεν θα υποστεί από την αιτούμενη τροποποίηση οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του εναγομένου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και να επιδοθεί στην πλευρά της ενάγουσας η οποία να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 7 ημερών από την προς αυτήν επίδοση του τροποποιημένου δικογράφου του εναγομένου. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο