ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ν. PROQUARESERV ACCOUNTANTS LTD( HE 325509) κ.α., Αριθμός Αγωγής: 130/2017, 13/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 130/2017 Μεταξύ : ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ,με ΑΔΤ 799373, εξ οδού Νικόλα Ιωάννου 3,2236,Λατσιά Ενάγοντας-Αιτητής v.
- PROQUARESERV ACCOUNTANTS LTD( HE 325509) εκ Λευκωσίας
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΑΠΗΣ, Παντελή Κατελάρη 15α 2413, Έγκωμη
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, Παρθενώνος 65, Μακεδονίτισσα
- ΜΕΛΙΝΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Παντελή Κατελάρη 15 Α 2413, Έγκωμη Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 11.01.2017 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία : 13.03.2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Μ. Σοφοκλέους για Μπρούντζος & Μπρούντζος ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση : κ. Χριστοφόρου με κα Παντελή για Στυλιανό Ν Χριστοφόρου ΔΕΠΕ. Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Ο Ενάγοντας - Αιτητής με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων γενικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή συνωμοσία και/ή για παράβαση συμφωνιών. Επιπλέον με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει διάφορα αναγνωριστικά διατάγματα. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγοντας ζήτησε, μονομερώς, την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων διαταγμάτων : «Α. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να απαγορεύει στους Εναγομένους αρ. 1, αρ. 2, αρ. 3 και αρ. 4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους αυτών να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν μετοχές που ο Εναγόμενος αρ. 2 και η Εναγόμενη αρ. 4 κατέχουν στην Εναγόμενη αρ. 1 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι άλλης ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να απαγορεύει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους και/ή οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή στη δομή της Εναγομένης αρ. 1 και/ή στους φερόμενους ως διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγομένης αρ. 1 και/ή στο μετοχικό κεφάλαιο μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι άλλης η περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται η αύξηση, μείωση, διαίρεση ή άλλως πως η αλλοίωση ή τροποποίηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 1 από τους Εναγόμενους αρ. 1, αρ. 2, αρ. 3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι άλλης ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να απαγορεύει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους και/ή διευθυντές τους να μεταφέρουν εκτός της δικαιοδοσίας και/ή άλλως πώς να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν χρήματα που έχουν κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό 200100235698 στο τραπεζικό ίδρυμα με την ονομασία EUROBANK CYPRUS LTD πλην των τρεχόντων εξόδων της Εναγομένης αρ.1 και/ή σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι της Εναγομένης αρ. 1 σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της πατούσας αγωγής ή μέχρι άλλης ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να απαγορεύει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους και/ή διευθυντές τους να μεταφέρουν εκτός της δικαιοδοσίας και/ή άλλως πώς να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν χρηματικά ποσά υπό μορφή μερισμάτων, δανείων και/ή άλλως πως που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς επ' ονόματι της Εναγομένης αρ.1 σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι άλλης ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. ΣΤ. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να απαγορεύει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους να πωλήσουν, εκχώρησουν, ενεχυριάσουν, επιβαρύνουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης αρ. 1 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι άλλης ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρόυ. Ζ. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διατάττει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους να παρέχουν πλήρη και απρόσκοπτη πρόσβαση στον Ενάγοντα στο χώρο εργασιών της Εναγομένης αρ.
- Η. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διατάττει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους να παρέχουν πρόσβαση στο πελατολόγιο της Εναγομένης αρ.
- Θ. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διατάττει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους να παρέχουν πρόσβαση στον Ενάγοντα στους ηλεκτρονικούς φακέλους του πελατολογίου της Εναγομένης αρ. 1, στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, στο προσωπικό του αρχείο, στα έγγραφα και/ή δεδομένα πελατών και στα λογισμικά προγράμματα της Εναγομένης αρ.
- Ι. Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διατάττει στους Εναγομένους αρ.1, αρ.2, αρ.3 και αρ.4 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους να παραδώσουν στον Ενάγοντα όλα τα προσωπικά του αντικείμενα που βρίσκονται στο χώρο εργασίας της Εναγομένης αρ.
- Κ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.» Όπως προκύπτει από το αιτητικό της αίτησης, ζητείται η έκδοση δέκα διαφορετικών διαταγμάτων, απαγορευτικής και προστακτικής φύσης. Τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν να σταχυολογηθούν σε τρεις ομάδες. · 1η ομάδα : Απαγορευτικά διατάγματα σε σχέση με τη δομή και τη μη αποξένωση των μετοχών που κατέχουν οι Εναγόμενοι στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, που αποτελούν και το αντικείμενο της αγωγής.( Αιτητικά Α, Β και Γ) · 2η ομάδα : Διατάγματα που αφορούν στη μη αποξένωση και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. (Αιτητικά Δ,Ε και Στ) · 3η ομάδα : Προστακτικά διατάγματα. ( Αιτητικά Ζ,Η,Θ και Ι) Ο Ενάγων με την ένορκη δήλωσή του προβάλλει σειρά ισχυρισμών και καταχώρησε 26 τεκμήρια. Η βασική θέση του Ενάγοντα - Αιτητή ήταν ότι συμφώνησε με τους Εναγομένους 2 και 3 όπως καταστούν ισότιμοι μέτοχοι και διευθυντές στην Εναγομένη 1 εταιρεία και στη βάση αυτής της συμφωνίας ξεκίνησαν να εργάζονται στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενεργώντας με δόλιο τρόπο πέτυχαν να εκδιώξουν τον Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η Εναγόμενη 4 κατείχε τη θέση του γραμματέα στην Εναγομένη 1 εταιρεία και κατείχε παράλληλα το σαράντα εννέα τοις εκατό (49%) του μετοχικού κεφαλαίου αυτής. Ο Εναγόμενος 2 κατείχε τη θέση του Διευθυντή στην Εναγομένη 1 εταιρεία και κατείχε παράλληλα το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του μετοχικού κεφαλαίου αυτής. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η μονομερής αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι την 26/05/2017 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω:
- «Δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις που προνοεί ο Νόμος 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος.
- Ο Ενάγοντας παραπλανεί και οδηγεί το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος παρουσιάζοντας ψευδή και/ή αναληθή περιστατικά και γεγονότα.
- Ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο την πραγματική αλήθεια και/ή παράλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα δεν αναφέρονται επαρκή γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής και συζητήσιμης υπόθεσης και δεν ικανοποιεί το κατεπείγον της έκδοσης των διαταγμάτων.
- Στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα δεν αναφέρονται γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη ανεπανόρθωτης βλάβης την οποία πιθανόν να υποστεί ο Ενάγοντας σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Είναι φανερό ότι ο πραγματικός σκοπός της Αίτησης είναι να χρησιμοποιηθεί η δραστικότητα των διαταγμάτων για εξαναγκασμό των Εναγομένων να ικανοποιήσουν τις προσωπικές απαιτήσεις του Ενάγοντα.
- Οι θεραπείες που επιδιώκονται σύμφωνα με την Αίτηση του Ενάγοντα είναι καταπιεστικές ή/και δυσανάλογες.
- Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του Κεφ.
- Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 36, 39 και 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.» Η ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
- Η βασική θέση του Εναγομένου 2 ήταν ότι ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ των μερών για συνεργασία αλλά το μόνο που συμφώνησαν ήταν ότι θα συμφωνούσαν να συνεργαστούν κάτι που, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 , δεν αποτελεί συμφωνία. Μετά την καταχώρηση Ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση το Δικαστήριο έχει τις θέσεις των δύο πλευρών ενώπιόν του, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου χρειάζεται. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση αποφάσή του, ημερομηνίας 28/11/2017, επέτρεψε μερικώς το αίτημα του Ενάγοντα - Αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Έτσι ο Ενάγοντας καταχώρησε την 4.12.2017 συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, αφού καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους τόσο προφορικά όσο και με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12th Ed παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction) «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).» Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα, ανάλογα με τη φύση τους, διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Ως προς την έννοια του προστακτικού διατάγματος διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions, όπου στην σελ 10 καταγράφεται ότι : «Προστακτικό είναι κάθε διάταγμα το οποίο με σαφή τρόπο προστάσσει τον εναγόμενο να τελέσει κάποια συγκεκριμένη πράξη.» Παράλληλα, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος, αλλά τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27th έκδοση σελ 641 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπιπτόντων προστακτικών διαταγμάτων : «Mandatory Injunctions: The Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application but it will very seldom do so, the Court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι, για την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη υψηλής πιθανότητας κατά την ακρόαση να διαφανεί ότι το διάταγμα ορθώς δόθηκε. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται πέραν του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ
- Οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 εξετάζονται αυτοτελώς από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στις περιπτώσεις που η περιουσία είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 , Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122, Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11, καθώς και το σύγγραμμα Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Injuctions 1η έκδοση σελ 103. Στη βάση των πιο πάνω θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν 14/1960 στην παρούσα συνολικά για όλες τις ομάδες των αιτούμενων διαταγμάτων, εκτός όπου υφίσταται διαφοροποίηση. Επιπλέον αναφορικά με τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα θα εξετάσω επιπρόσθετα και το κατά πόσο υπό τα γεγονότα της παρούσας μπορούν να εκδοθούν αυτά. Ως προς την 1η ομάδα διαταγμάτων θα εξετάσω και το κατά πόσον αυτά μπορούν να εκδοθούν υπό το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου σύμφωνα με το οποίο, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά :
- Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
- Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
- Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων, Π.Ε. Αρ. 8181, 23 Μαρτίου 1995, 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης Στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική έννοια του όρου αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου. Σχετικά Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια των δικογράφων : «Εξέταση της απόφασης στην Odysseos, (ανωτέρω), αποκαλύπτει ότι ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Το θέμα αυτό δεν εξετάστηκε στην Odysseos. Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, τίποτε δεν αναφέρθηκε, το οποίο να υποδηλώνει ότι η καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα, οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί, σ' εκείνη την υπόθεση, σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν και το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Krashias v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750 και Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης και έτσι το βάθρο για τη χορήγηση της ενδιάμεσης θεραπείας θα αναζητηθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε συνάρτηση με το αιτητικό του κλητηρίου που έχει καταχωρηθεί και τις εκεί επικαλούμενες αιτίες αγωγής. Προκύπτει από το καταχωρηθέν κλητήριο ότι η αξίωση του Ενάγοντος ερείδεται επί παράβασης σύμβασης και ισχυριζόμενου δόλου των Εναγομένων. Ο Ενάγων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του παρουσιάζει ως βάση του ισχυριζόμενου δόλου το γεγονός ότι, ενώ συμφώνησε με τους Εναγόμενους 2 και 3 όπως συνεργαστούν ως συνέταιροι στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, εντούτοις οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενεργώντας δόλια κατάφεραν να τον αποκλείσουν από την Εναγομένη 1 εταιρεία χωρίς να υλοποιούσαν τα συμφωνηθέντα. Ο δόλος, ως βάση αγωγής αποτελεί ευρεία έννοια και συνιστά αναγνωρισμένη από τη νομολογία βάση αγωγής. Σχετική είναι η απόφαση Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.ΑΔ 992 . Από το κλητήριο και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προκύπτει ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εφόσον, λοιπόν, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Το πιο πάνω κριτήριο συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T A Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions σελ 365. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, ο Ενάγοντας - Αιτητής βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά του σε ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης και ισχυριζόμενο δόλο των Εναγομένων. Στον αντίποδα, η πλευρά των Εναγομένων προέβαλλε τη θέση ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ των Εναγόμενων και του Ενάγοντα και ότι απλά συμφώνησαν ότι θα συμφωνήσουν για να συνεργαστούν. Το ζητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών υπάρχει ορατή πιθανότητα ο Ενάγοντας να επιτύχει στην απαίτησή του. Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.ΑΔ 992 κρίθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια του δόλου : « Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο» Ταυτόχρονα ως προς την έννοια της συμφωνίας, όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων τόμος Α σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Η πιο πάνω αυθεντία και σύγγραμμα σκιαγραφούν το νομικό πλαίσιο του ουσιαστικού δικαιώματος της αγωγής. Αυτό που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα διαδικασία είναι το κατά πόσο η προσαγόμενη μαρτύρια παρέχει ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης παράβασης σύμβασης και ύπαρξης δόλου στο πρόσωπο των Εναγομένων. Συναφώς, παρατηρείται ότι παρέχονται από τον Ενάγοντα ισχυρισμοί αναφορικά με ύπαρξη συμφωνίας, όπως ενδεικτικά είναι το τεκμήριο Α επί της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως και η καταβολή εξόδων από τον Ενάγοντα για κάλυψη εξόδων της Εναγομένης 1 εταιρείας. Περαιτέρω προβάλλονται και ισχυρισμοί περί ηθικά ανέντιμης συμπεριφοράς των Εναγομένων. Η αμφισβήτηση και η προβολή ισχυρισμών που αντικρούουν την πιο πάνω θέση απαιτούν αξιολόγηση και στάθμιση, πράγμα που αποτελεί έργο της κυρίως δίκης και όχι της παρούσας διαδικασίας. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγομένων αποδυναμώνουν μεν τη υπόθεση του Ενάγοντος , ώστε να μην θεωρείται ασυνήθιστα δυνατή και ξεκάθαρη, όμως δεν μπορούν, χωρίς στάθμιση και αξιολόγηση, να καταστήσουν την υπόθεση και εκδοχή του Ενάγοντος μη παρέχουσα ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Συνακόλουθα χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, κρίνει ότι αναδύονται, έστω οριακά, οι απαιτούμενες ενδείξεις υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί στην απόφαση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557). Είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066, κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.» Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες ή επεξήγηση που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αίτηση του Ενάγοντος αφορά στην έκδοση διαταγμάτων που αφορούν στις μετοχές της Εναγομένης 1 που αποτελούν και το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής. Έτσι τυχόν αποξένωσή τους ενδεχομένως να καταστήσει αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Συνεπώς κρίνω ότι για τα Διατάγματα Α και Γ , που αφορούν την προστασία του αντικειμένου της αγωγής, προκύπτει ότι εάν δεν εκδοθούν, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Αντίθετα, κρίνω ότι, επειδή η θεραπεία που επιζητείται με το αιτητικό Β της αίτησης, ως προς την απαγόρευση αλλαγής διευθυντών και αξιωματούχων της Εναγομένης 1 εταιρείας, είναι εντελώς ασύνδετη με τις τελικές θεραπείες που επιδιώκονται με την αγωγή, δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Σχετική είναι η απόφαση Preford Ltd v. Bomar Navigation Co Ltd
(1994)1A.A.Δ 277 Πέραν όμως από την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν το αντικείμενο της αγωγής, ο Αιτητής ζητεί διατάγματα που αφορούν τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών της Εναγομένης 1. Σε σχέση με αυτά, ήτοι τα αιτητικά Δ, Ε και Στ της αίτησης κρίνω ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να αιτιολογεί και επεξηγεί με ποίο τρόπο θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ταυτόχρονα κανένας ισχυρισμός δεν υφίσταται ως προς το ότι η οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 -Καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον Ενάγοντα-Αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του. Περαιτέρω, από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση δεν προκύπτει με ποίο τρόπο θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία και θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα υπό Ζ, Η ,Θ και Ι της αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευσή του παρέπεμψε στην απόφαση Arif v. Yeo & Anor
(1990)1 MLJ 218, για να εισηγηθεί ότι η απώλεια φήμης αποτελεί στοιχείο που καθιστά τη θεραπεία των αποζημιώσεων ανεπαρκή. Στην πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο, έλαβε υπόψη : (α) ότι ο Αιτητής ήταν το πρόσωπο που ίδρυσε την επιχείρηση, (β) την διοικούσε για περίοδο πέραν των δεκαπέντε μηνών χωρίς κανένα παράπονο, (γ) ότι η επιχείρηση λειτουργούσε με βάση τις δίκες του επαφές με επιχειρηματικούς κύκλους και είχε προσωπική γνώση των δοσοληψιών με τους πιστωτές, έκρινε ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ανεπαρκής για την απώλεια στη φήμη του. Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι στις κατάλληλες περιπτώσεις η απώλεια φήμης μπορεί να αποτελέσει στοιχείο που να καθιστά τη θεραπεία των αποζημιώσεων ανεπαρκή, εφόσον υφίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα που να κατατείνουν στο πιο πάνω συμπέρασμα. Όμως στην υπό κρίση υπόθεση ο απλός ισχυρισμός περί απώλειας της φήμης του Ενάγοντος χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο που να επεξηγεί το πώς προκύπτει η ισχυριζόμενη απώλεια φήμης δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Συνακόλουθα κρίνω ότι για τα διατάγματα που αιτείται ο Ενάγοντας στα αιτητικά Δ, Ε, Στ, Ζ, Η ,Θ και Ι, της αίτησης δεν έχει καταδειχθεί ότι, εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων υπό στοιχεία Ζ,Η,Θ και Ι Στην υπό κρίση υπόθεση τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα ενέχουν έντονα το στοιχείο της δραστικότητας. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα εκδίδεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch. 340 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά «the court is far more reluctant to grant a mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted; and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος το Δικαστήριο θα πρέπει μεταξύ άλλων να αισθάνεται υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι κατά την τη δίκη θα διαφανεί ότι ορθώς εκδόθηκε το ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα. Όπως έχει κριθεί ανωτέρω, κατά το στάδιο εξέτασης της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής , παρόλο που τα στοιχεία που παρουσίασε ο Αιτητής κρίθηκαν ικανά να αποσείσουν το βάρος σε διαδικασία έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, εντούτοις δεν είναι αρκετά να καταστήσουν την υπόθεση του Ενάγοντος τέτοια, που το Δικαστήριο να αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκαν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα. Συνακόλουθα υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων στα αιτητικά Ζ,Η,Θ και Ι της αίτησης. Το ισοζύγιο της ευχέρειας. Η κατάληξή μου στο ότι το Δικαστήριο, με την ενώπιόν του μαρτυρία, δεν αισθάνεται την ασφάλεια να εκδώσει τα αιτούμενα προστακτικά διάταγμα αλλά και η κατάληξη μου στο ότι για τα αιτούμενα διατάγματα Δ, Ε, Στ, Ζ, Η ,Θ και Ι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ,καθιστούν μη αναγκαία την ενασχόληση με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Παρ' όλα αυτά, για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσω και το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας τόσο σε σχέση με τα αιτητικά Α και Γ που κρίθηκε ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και των υπολοίπων. Στην απόφαση ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ν. DICRAN OYZOUNIAN AND COMPANY LIMITED, Εμπορευόμενη με την επωνυμία LEXUS CYPRUS, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20/1/2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας : «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).» Αποτελεί περαιτέρω καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για απόδοση θεραπείας, όπως η διεκδικούμενη, δεν ενεργεί επί ματαίω. Σχετική είναι η απόφαση Eurocypria Airlines v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ
- Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων, αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα Α, και Γ, κλίνει υπέρ του Ενάγοντα, αφού ενδεχόμενη μη έκδοση του διατάγματος θα αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο αποξένωσης ή επιβάρυνσης των μετοχών που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό Α και Γ δεν θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στους Εναγόμενους, αφού θα έχει ως συνέπεια τη δέσμευση των μετοχών που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής για όσο εκκρεμεί αυτή. Ενώ, εάν αποτύχει η αγωγή εναντίον των Εναγομένων, αυτοί θα είναι ελεύθεροι να τις διαθέσουν όπως επιθυμούν. Ως προς το διάταγμα του αιτητικού Β της αίτησης κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων καθότι η δέσμευση των Εναγομένων για μη μεταβολή των αξιωματούχων της Εναγομένης 1 αποτελεί υπέρμετρη δέσμευση και θα προκαλέσει μεγαλύτερη αδικία στους Εναγομένους παρά στον Ενάγοντα εάν δεν δοθεί. Στη βάση των ανωτέρω προκύπτει ότι η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Ενάγοντα αναφορικά με τα διατάγματα των αιτητικών Α και Γ. Αντίθετα ως προς τα διατάγματα που ζητούνται με τα αιτητικά Β, Δ, Ε Στ , Ζ, και Ι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων κλίνει υπέρ των Εναγομένων, αφού ενδεχόμενη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα θέσει εμπόδια στην απρόσκοπτη και κανονική λειτουργία της Εναγομένης 1 εταιρείας και θα επιφέρει την δέσμευση των λογαριασμών αυτής χωρίς να προσδιορίζεται όριο και χωρίς να υφίσταται μαρτυρία περί της αφερεγγυότητας των Εναγομένων. Περαιτέρω ως προς τα διατάγματα Η και Θ με τα οποία ο Ενάγοντας ζητά όπως του παρασχεθεί πρόσβαση στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο , στα αρχεία και στο πελατολόγιο της Εναγομένης 1 παρατηρώ τα ακόλουθα : Από την Ένορκη δήλωση του Ενάγοντος προκύπτει ότι ο λογαριασμός του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του έχει απενεργοποιηθεί από 05.12.
- Επιπλέον προκύπτει ότι με βάση το τεκμήριο 25 που επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του, διατηρεί τον κατάλογο του πελατολογίου του. Επίσης προκύπτει από την παράγραφο 38 της ένστασης και το εκεί επισυναπτόμενο Τεκμήριο 7 ότι έχουν αποσταλεί από την Εναγομένη 1 προς τον Ενάγοντα οι σχετικοί φορολογικοί οδηγοί και αρχείο που βρίσκονταν στο προσωπικό του αρχείο. Τα πιο πάνω καθιστούν την έκδοση των διαταγμάτων Η και θ αλυσιτελή και ανώφελη και τυχόν έκδοσή τους δεν θα επιφέρει οποιοδήποτε έμπρακτο αποτέλεσμα. Συνακόλουθα για τον πιο πάνω λόγο, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει ενάντια στην έκδοση του διαταγμάτων Η και Θ. Στη βάση των ανωτέρω προκύπτει ότι ακόμα και εάν πληρείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για τα διατάγματα των αιτητικών Β, Δ, Ε, Στ, Ζ, Η ,Θ, και Ι η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ των Εναγομένων. Αοριστία των αιτούμενων διαταγμάτων .Ε,ΣΤ Αναφορικά με τα υπό αναφορά διατάγματα το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 . Παρά την πιο πάνω διαπίστωση κρίνω ορθό να ασχοληθώ με το ζήτημα του κατά πόσο παρουσιάζουν την απαιτούμενη σαφήνεια στην διατύπωσή τους. Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι τα δικαστικά διατάγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ευκρινώς διατυπωμένα για να παρέχονται σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους. Σχετικά Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (αρ.2)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ 263]. Περαιτέρω στην Αγγλική Απόφαση Attorney General v Punch Ltd [2003] 1 A.C. 1046 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα : «if an injunction is to be granted at all, it must be in terms so plain that he who runs may read.» Στην υπό κρίση υπόθεση με το Αιτητικό Ε ο Ενάγοντας ζητά όπως διαταχθούν οι Εναγόμενοι να μην αποξενώσουν χρήματα γενικά από λογαριασμούς της Εναγομένης 1 εταιρείας χωρίς συγκεκριμενοποίηση. Ταυτόχρονα με το αιτητικό Στ ζητείται η μη αποξένωση περιουσιακών στοιχειών της Εναγομένης 1 εταιρείας χωρίς οποιοδήποτε προσδιορισμό. Καταρχάς σημειώνεται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν καθορίζει σε ποια συγκεκριμένη ενέργεια πρέπει να προβούν οι Εναγόμενοι. Περαιτέρω η έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης συλλήβδην των τραπεζικών λογαριασμών ανεξαρτήτως ποσού και η ολική απαγόρευση διάθεσης χωρίς προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων καθιστούν, το αιτούμενο διάταγμα αόριστο, ως μη καθορίζον με σαφήνεια το σε ποίες πράξεις απαγορεύεται να προβούν οι Εναγόμενοι. Στη βάση των ανωτέρω, ενόψει της διαπιστωθείσας αοριστίας και ασάφειας των αιτούμενων διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και εξ αυτού του λόγου όσον τα αφορά τα Αιτητικά Ε και Στ. Δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων Α και Γ υπό το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου . Όπως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω στις περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αποκτά αυτοτέλεια. Το άρθρο 4 του περί πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα : « 4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Καθοδήγηση ως προς το πότε η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής παρέχει η απόφαση Διογένους Aνδρέας Eυριπίδη Λτδ (Kτηματικές Eπιχειρήσεις) ν. Aρίστης Kώστα Eυθυμίου και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 234 όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα : «Η αξίωση των εφεσειόντων για ακύρωση των πιο πάνω συμφωνιών μεταξύ εφεσίβλητης 1 και εφεσιβλήτων 2-6 σε συνάρτηση προς το γεγονός ότι οι εφεσείοντες αξιώνουν ταυτόχρονα και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εφεσίβλητη 1 να μεταβιβάσει επ' ονόματί τους το κτήμα, θεωρούμε ότι συνιστούν στοιχεία τα οποία καθιστούν το κτήμα αντικείμενο της αγωγής» Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας αξιοί τη μεταβίβαση του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 επ' ονόματί του και ως εκ τούτου οι μετοχές της Εναγομένης 1 εταιρείας αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και έτσι είναι αρκετό για τον Εναγόντα να καταδείξει ότι μπορεί να επιτύχει στην βάση του άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου. Σχετική είναι η απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Στην παρούσα είναι αυταπόδεικτο ότι εκκρεμεί αγωγή και τελική δικαστική απόφαση σχετικά με τις μετοχές της Εναγομένης 1 εταιρείας. Περαιτέρω, όπως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι δυνατό να επέλθει ζημία ή δυσμενής επηρεασμός στο πρόσωπο του Ενάγοντα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα, υπό Α και Γ διατάγματα. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 . Παρά το ότι συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 η έκδοση του διατάγματος δεν είναι αυτόματη αλλά το δικαστήριο διατηρεί προς τούτο διακριτική εξουσία. Στην απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου : «Το πλαίσιο μέσα στο οποίο το δικαστήριο πρωτόδικα ενέταξε το θέμα ήταν ορθό. Εξειδίκευσε όμως ακολούθως ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη τουλάχιστο "νομικής βάσης" που να δικαιολογεί την διεκδίκηση της επίδικης περιουσίας. Αν με αυτή τη διατύπωση το δικαστήριο εννοούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα της αιτίας αγωγής ως το υπόβαθρο διεκδίκησης, θεωρούμε ότι έθεσε το ζήτημα πιο χαμηλά από ό,τι επιβάλλεται. Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δε θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δε μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία πρόσφορη για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, ούτε δυνάμει του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν εδικαιολογείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος.» Συνεπώς, από τη νομολογία τίθεται ως κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η αξιολόγηση της ποιότητας της αξίωσης η οποία αξιολόγειται στη βάση της προσαγόμενης μαρτυρίας. Ενόψει του ότι βρισκόμαστε στο στάδιο της ενδιάμεσης θεραπείας η αξιολόγηση αυτή δεν επιτρέπεται να επεκτείνεται στην ουσία αλλά το δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει το κατά πόσο με την ενώπιον του μαρτυρία παρέχονται ενδείξεις ότι υφίσταται αξίωση και δεν παρουσιάζονται απλοί γενικόλογοι ισχυρισμοί. Στην υπό κρίση υπόθεση στο στάδιο εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 κρίθηκε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στη βάση των ισχυρισμών της ενόρκου δηλώσεως. Η ύπαρξη των πιο πάνω στοιχείων διαφοροποιεί την παρούσα από την υπόθεση Κυτάλα ανωτέρω όπου το δικαστήριο έκρινε ότι οι γενικόλογοι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν υπό τύπο κατάληξης δεν παρείχαν το υπόβαθρο και ήταν απρόσφοροι για έκδοση διατάγματος υπό το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα αιτητικά Α και Γ της αίτησης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διατάγματα ως το Α και Γ της αίτησης . Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης κρίνω ορθότερο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο