← Κύπρος

Γιώργος Σαββίδης ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 575/2014, 6/3/2018

Γιώργος Σαββίδης ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 575/2014, 6/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 575/2014 Μεταξύ: Γιώργος Σαββίδης Ενάγοντας -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  3. Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
  4. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  5. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 23.06.2017 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 06.03.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβο Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3- Καθ' ης η Αίτηση: κα Τ. Χλωρακιώτου για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιούς Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στο πλαίσιο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ο ενάγων, μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που καταχωρήθηκε στις 30.01.2014, επιζητεί διάφορες θεραπείες σε βάρος των εναγομένων. Ειδικότερα, αξιώνει: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας έχει δικαίωμα να προωθεί την απαίτηση του χωρίς να επηρεάζεται από το Νόμο 17(Ι)/2013 και ή ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17(Ι)/2013 και ιδιαίτερα τα άρθρα 3, 4, 5

(1), 5
(7)5/12 (α), 7(ι), 8, 9, 11, 12. 27, 28, 29
(3)ως και άλλα του ιδίου Νόμου αντιβαίνουν και είναι αντίθετα και ή παραβιάζουν τα άρθρα 1 (Α), 6, 23, 24, 25, 26, 28, 30, 33, 35, 146, 169, 172, 179, 183, 184 του Συντάγματος ως επίσης και τα άρθρα 6, 13, 14, 15 ως επίσης και το Πρώτο Πρωτόκολλο άρθρο 1 και το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως επίσης και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών όπως κατοχυρώνεται από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως επίσης και τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως επίσης και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και μεταξύ άλλων τις πρόνοιες της Οδηγίας 2001/24/EC του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου του 2001 ως επίσης και τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λισσαβώνας η οποία υιοθετεί και καθιστά αναπόσπστο και δεσμευτικό μέρος του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, άρθρο 8 και τα άρθρα 6 και 17 του Χάρτη για Θεμελιώδη Δικαιώματα. Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι τα διατάγματα υπό μορφή κανονιστικών διοικητικών πράξεων και ή άλλως πως τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων 17(Ι)/2013 είναι αντισυνταγματικά και/ή παραβιάζουν πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Πρωτόκολλα αυτής ως επίσης και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δια τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην παράγραφο Α ανωτέρω και ως εκ τούτου είναι άκυρα και άνευ οιουδήποτε αποτελέσματος και συνεπώς ο Αιτητής έχει δικαίωμα στις καταθέσεις του και ή να προωθεί τις απαιτήσεις του ως εάν να μην είχαν θεσπιστεί τα πιο πάνω διατάγματα ως και κάθε σχετικό διάταγμα και ιδιαίτερα τα διατάγματα ΚΔΠ104/2013 ημερ. 29/3/2013 και τα τροποποιητικά ΚΔΠ133/2013 25/4/2013 και ΚΔΠ156/2013 15/5/2013 ως επίσης και το διάταγμα ΚΔΠ94/2013 ημερ. 25/3/2013, η ΑΔΠ197/2013 ημερ. 26/3/2013, η ΚΔΠ97/2013 26/3/2013, ΚΔΠ105/2013 ημερ. 1/4/2013, ΚΔΠ103/2013 ημερ. 29/3/2013 και τα τροποποιητικά αυτής ΚΔΠ132/2013 της 21/4/2013,ΚΔΠ93/13 ημερ.25/3/2013, ΚΔΠ198/2013 ημερ. 26/3/2013, ΚΔΠ96/2013 ημερ. 26/3/2013, ΚΔΠ135/2013 ημερ. 25/4/2013. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου παραμερίζον και ακυρώνον τις γενόμενες δυνάμει του προαναφερθέντος Νόμου και Διαταγμάτων μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 εταιρείας κατά ή περί τον Μάρτιο/Απρίλιο/Μάιο του 2013 και έπειτα και Διάταγμα ακυρώνον οποιεσδήποτε μετοχές εκδόθηκαν στην αποτέλεσμα προς όφελος της Εναγομένης 1. Περαιτέρω και ή Διαζευκτικά: Δ. Δήλωση και ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι τα προαναφερθέντα στην παράγραφο Β Διατάγματα παραβιάζουν τις πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και μεταξύ άλλων άρθρα 3
(2), 3
(1), 3
(2)(α) (β) (γ) (δ) και (ζ), 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 και/ή Ε. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις δια αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή παραβίαση νομοθετικών διατάξεων και/ή για παραβίαση των προαναφερθέντων στην παράγραφο Α ανωτέρω άρθρων του Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά ή περί την περίοδο 2006 και έπειτα κατ εξακολούθηση ως επίσης και για παραβίαση του άρθρου 172 του Συντάγματος ως επίσης διά «misfeasance», «nonfeasance» «malfeasance». ΣΤ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και ή των υποχρεώσεων της σαν θεματοφύλακας και/ή καταπιστευματοδόχος των καταθέσεων του Ενάγοντα η οποία παράβαση έλαβεν χώρα κατά ή περί την πιο πάνω περίοδο και/ή λήψη λογαριασμών δυνάμει διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου ενόρκως και/ή ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει και ή απόφαση για το ποσό των: (α) €3.630,57 Αρ. Λογαριασμού 055-11-022071 . (β) €12.417,55 Αρ. Λογαριασμού 055-08-062490. (γ) €11,64 Αρ. Λογαριασμού 055-08-071686. (δ) €490.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-037724. (ε) €200.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-037732. (στ) €500.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-038127. (ζ) €260.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-038577. (η) €210.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-038879. (θ) €90.000,00 Αρ. Λογαριασμού 055-09-042531 πλέον τόκο προς 7%. Z. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων 17
(1)/
  1. Η. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει σαν δικαία και ή πρέπουσα. Θ. Νόμιμον τόκον I. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Εγγραφής 1023915OR)». Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας σε σχέση με την εξέλιξη της διαδικασίας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι στις 24.02.2016, ο ενάγοντας προχώρησε στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Όλοι οι εναγόμενοι, στο διάστημα μεταξύ 15.03.2016 και 24.01.2017 καταχώρησαν τις υπερασπίσεις τους. Σε σχέση με τους εναγομένους αρ. 1, 2, 4 και 5, η πλευρά του ενάγοντα συμπλήρωσε τα δικόγραφά της, καταχωρώντας σχετικές απαντήσεις στις υπερασπίσεις τους. Αντίθετα, στην υπεράσπιση του εναγομένου αρ. 3, δεν προχώρησε στην καταχώρηση σχετικής απάντησης. Με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, ο ενάγων αιτείται άδειας όπως του επιτραπεί η τροποποίηση της ως άνω Έκθεσης Απαίτησης του. Ειδικότερα, επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προσθήκη σε αυτήν, αμέσως μετά την παράγραφο 11, της παραγράφου 11Α , στην οποία θα περιλαμβάνονται τα εξής: «Περαιτέρω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η έκδοση των σχετικών ως άνω αναφερομένων διαταγμάτων έγινε δολίως ή και παρανόμως και με την μετοχή των Εναγομένων 3 ή και εκπροσώπων ή και αντιπροσώπων ή και άλλως πως προσώπων ενεργούντων εκ μέρους αυτών με σκοπό την αισχροκέρδεια ή και προστασία των Εναγομένων 3 και δη των Ελληνικών Τραπεζών ή και των καταθέσεων ή και περιουσιακών στοιχείων εν Ελλάδι, εις βάρος και του Ενάγοντα - προσώπων με καταθέσεις στην Κύπρο. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ Ή ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 Α) Οι Εναγόμενοι 3 εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την κατάσταση Μαρτίου του 2013 και την οικονομική ανάγκη τότε της Κύπρου. Β) Μεθόδευσαν την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 - Κυπριακών Τραπεζών - σε εξευτελιστική τιμή ή και άκρως χαμηλή τιμή εις βάρος του Ενάγοντα. Γ) Δολίως, εφόσον εγνώριζαν την πραγματική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, την υπερ-υποτίμησαν αποκομίζοντας οφέλη δισεκατομμυρίων ευρώ εις βάρος και του Ενάγοντα. Δ) Ο Ενάγοντας θα ισχυριστεί πως άμεσα μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 ή και εντός τριμήνου από το Μάρτιο του 2013, οι Εναγόμενοι 3 που τότε ήτο σε κατάσταση ουσιαστικά πτώχευσης, παρουσίασαν κέρδη δισεκατομμυρίων και, έγιναν ξανά φερέγγυοι και μετατράπηκαν στη μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα Η τιμή δε της μετοχής των ανέβηκε στο 400% ή και σε άλλο υψηλό ποσοστό. Ε) Ο Ενάγοντας θα ισχυριστεί ότι όλες οι ως άνω πράξεις των Εναγομένων 3 έγιναν δόλια και επί σκοπώ ήτοι, την παράνομη μεταβίβαση εις αυτούς περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 τραπεζών, την αποκόμιση υπερκερδών εις βάρος αυτών και, εις βάρος και του Ενάγοντα - πιστωτών των Εναγόμενων 1 και 2 τραπεζών. Με την υποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των Κυπριακών Τραπεζών, αποτέλεσμα ήτο οι Εναγόμενοι 3 να τα αποκτήσουν σε υπερβολικά χαμηλή ή και εξευτελιστική τιμή εις βάρος του Ενάγοντα. Αποτέλεσμα περαιτέρω ήτο οι Εναγόμενοι 3 να αποκομίσουν κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ εις βάρος και του Ενάγοντα κατά δόλιο ή και παράνομο τρόπο. ΣΤ) Τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στις αποφάσεις Μαρτίου του 2013 είναι απόρροια των πράξεων ή και παραλείψεων και των Εναγομένων 3 οι όποιοι αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως ομού με τους λοιπούς Εναγομένους, φέρουν ευθύνη για τις ζημίες του Ενάγοντα. Ζ) Οι Εναγομένοι 3 έπραξαν παντελώς αμελώς και προκάλεσαν ή και συνέδραμαν ομού με όλους τους λοιπούς Εναγομένους στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 ενώ, φέρουν επίσης ευθύνη και δια τις πράξεις των ως αυτές έλαβαν χώρα περί το Μάρτιο του
  2. Η) Οι Εναγόμενοι 3 πέτυχαν μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των κυπριακών τραπεζών - Εναγομένων 1 και 2 - στην Ελλάδα και στους ίδιους κατά παράνομο ή και μη έγκυρο τρόπο αποκομίζοντας εκ των αναφερομένων παράνομων πράξεων όλων των Εναγομένων - Μαρτίου του 2013 - παράνομα οφέλη εις βάρος και του Ενάγοντα. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι υπο- αξιολογήθηκε σε μια νύχτα η αξία του ενεργητικού των Εναγομένων 1 και 2 τραπεζών - υποκαταστήματα και περιουσιακά των στοιχείων - στην Ελλάδα και, μεθοδεύθηκε η μεταβίβαση τους σε βάρος των πιστωτών τους μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας ενώ, ευεργετήθηκε έτσι δυσανάλογα και αδικαιολόγητα η Τράπεζα Πειραιώς - Εναγομένοι 3 εις βάρος του Ενάγοντα. Πρόσθετα, ο Ενάγοντας ζημιώθηκε υπέρμετρα και άνισα σε σχέση με τους μετόχους ή και καταθέτες ή και πιστωτές της Εναγομένης 3, η οποία, κατά τον τρόπο αυτό και πάλιν απεκόμισε δυσανάλογα και άδικα ή και παράνομα οφέλη εις βάρος του Ενάγοντα. Θ) Ο Ενάγοντας περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι οι Εναγομένοι 3 εισέπραξαν ουσιαστικά ως κέρδη, τις ζημιές των Κυπριακών Τραπεζών - Εναγομένων 1 και 2 όπου περιλαμβάνονται και οι ζημιές που υπέστη ο Ενάγοντας. I) Πρόσθετα, οι Εναγόμενοι 3 ενήργησαν κατά των συμφερόντων του Ενάγοντα απλά και μόνο διότι ο Ενάγοντας είχε τις καταθέσεις τους στην Κύπρο. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι τα περιουσιακά στοιχεία που παράνομα εισέπραξαν οι Εναγόμενοι 3 από τις Κυπριακές Τράπεζες, εισεπράξαν και ως αντιστάθμισμα στις καταθέσεις προσώπων εν Ελλάδι στα υποκαταστήματα των Κυπριακών Τραπεζών εκεί. Καθ' αυτό τον τρόπο και δια άνισης μεταχείρισης και άλλων παράνομων πράξεων, απεκόμισαν τα εν λόγω οφέλη οι Εναγόμενοι 3 και παράλληλα, προξένησαν ζημία εις τον Ενάγοντα παραβιάζοντας και θεμελιώδη δικαιώματα του εφόσον, καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής στα υποκαταστήματα αυτών στην Ελλάδα, δεν απώλεσαν τις καταθέσεις τους. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν κουρεύτηκαν οι εν λόγω καταθέσεις, το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσαν υφαρπάχθηκε από τον Ενάγοντα. Στην πραγματικότητα, οι Εναγόμενοι 3 όχι μόνο απεκόμισαν εκ των ως άνω δυσανάλογα οφέλη αλλά, παράλληλα, μετέφεραν το ποσό που θα αντιστοιχούσε στο κούρεμα καταθέσεων στα υποκαταστήματα των Κυπριακών Τραπεζών εν Ελλάδι, στο κούρεμα καταθέσεων εν Κύπρω αυξάνοντας το ποσοστό κουρέματος των καταθέσεων του Ενάγοντα ή και αυξάνοντας την υποτίμηση των μετοχών των Εναγομένων 1 και 2 Τραπεζών στην Κύπρο ως αυτές άνηκαν σε διάφορα πρόσωπα - πιστωτές τους. Κ) Ανεξάρτητα, Ο Ενάγοντας θα ισχυριστεί ότι ούτως ή άλλως, αφ' ης στιγμής που δια των παράνομων πράξεων Μαρτίου του 2013 οι Εναγόμενοι 3 απεκόμισαν όφελος, είναι υπόλογοι ή και φέρουν ευθύνη δια τις ζημιές του Ενάγοντα. Πρόσθετα, τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στις αποφάσεις Μαρτίου του 2013 είναι απόρροια των πράξεων ή και παραλείψεων των Εναγομένων 3 οι όποιοι αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως ομού με τους λοιπούς Εναγομένους, φέρουν ευθύνη για τις ζημίες του Ενάγοντα. Οι δε Εναγομένοι 3, αλληλεγγύως με τους λοιπούς Εναγομένους ή και κεχωρισμένα, επέδειξαν εγκληματική αμέλεια ή και δόλο ή και παραβίασαν θεμελιώδη καθήκοντα των εις βάρος του Ενάγοντα και εις ζημία αυτών. Δεν δύνανται δε οι Εναγόμενοι 3 ουσιαστικά να αισχροκερδούν εκ της όλης κατάστασης και, δια της υπεράσπισης των να αποποιούνται κάθε ευθύνης έναντι του Ενάγοντα και γενικώς έναντι της Κύπρου δια την καταστροφή της οικονομίας της. Λ) Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Μέσω της ως άνω αίτησής του, επιζητεί επίσης: «Οποιαδήποτε άλλη νόμιμη/ δίκαια ή παρεμπίπτουσα διαταγή ή οδηγία. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Την αίτηση, η οποία εδράζεται στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα, «τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου», ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Χρίστιας Πολυβίου, ημερ. 23.06.2017, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα - αιτητή. Στα πλαίσια της ως άνω δήλωσής της, η ομνύουσα εξηγεί ότι οι ισχυρισμοί που επιζητείται όπως προστεθούν μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, αποτελούν ουσιαστικά θέσεις που επιχειρήθηκε να τεθούν σε παρόμοιας φύσεως αγωγές - όπως η ίδια το θέτει, αγωγές «που αφορούν το κούρεμα καταθέσεων» - μέσω της απάντησης σε σχετικές υπερασπίσεις της εναγομένης αρ. 3, (εναγόμενης επίσης στις εν λόγω διαδικασίες) πλην όμως το Δικαστήριο με απόφασή του διέταξε τη διαγραφή τους, αφού κρίθηκε ότι εισήγαγαν νέα βάση αγωγής. Είναι αυτός ο λόγος, εξηγεί, που δεν έγινε προσπάθεια και στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεσης να τεθούν οι ως άνω ισχυρισμοί μέσω απάντησης στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ.3, προωθώντας προς τούτο την υπό συζήτηση αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Υποδεικνύοντας ότι οι ισχυρισμοί για τους οποίους ζητείται η άδεια να εισαχθούν μέσω της τροποποίησης αποτελούν ουσιαστικά προϊόν κατοπινής ενημέρωσης, αφού προέκυψαν από έρευνα που ακολούθησε την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγομένης αρ. 3, υποδεικνύει περαιτέρω πως μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη να προστεθούν στην έκθεση απαίτησης, προωθήθηκε η υπό συζήτηση αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, υποστηρίζει, προέκυψαν από καλόπιστο λάθος και παράλειψη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δεν μπορεί να υπερισχύσει της ανάγκης για απόδοση δικαιοσύνης. Τονίζοντας το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει να εκδικάζεται η υπόθεση, ούτε παρατέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, υποδεικνύει ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια προκαλείται εξαιτίας της υπό συζήτησης αίτησης, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η παραχώρηση της σχετικής άδειας, συνεχίζει, θα επιτρέψει όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα της υπόθεσης, δίδοντας την ευκαιρία σε όλους τους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές, εξέλιξη που είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αντίθετα, μη έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα του ενάγοντα, αποστερώντας από τον ίδιο το δικαίωμα να παρουσιάσει την υπόθεσή του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την απονομή της δικαιοσύνης, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα και τα συμφέροντα των εναγομένων καθ' ην έκταση παρέχει στους τελευταίους τις ορθές λεπτομέρειες όσον αφορά την απαίτηση της αγωγής. Το γεγονός και μόνο, καταλήγει, ότι τα όσα διαδραματίστηκαν το Μάρτιο του 2013 στην Κύπρο αποτελούν παγκόσμια πρωτοτυπία, από μόνο του αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να εγκρίνει την τροποποίηση, κατά τρόπον που αφού τεθούν όλα τα σχετικά γεγονότα ενώπιων του, να αποφασίσει το καινοφανές αυτό ζήτημα που άπτεται και επηρεάζει το δημόσιο συμφέρον. Η εναγόμενη αρ. 3, στις 23.10.2017, προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Η ένσταση εδράζεται επίσης στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, (Ν.14(Ι)/1960)όπως αυτός τροποποιήθηκε, στον περί Ερμηνείας Νόμο, (Κεφ. 1) στον περί Αποδείξεως Νόμο, (Κεφ. 9) στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, (Κεφ. 148) στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων και/ή σε σχέση με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και/ή δεν είναι δυνατόν να επιτραπούν στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούμενες από πλευράς της Ενάγουσας, αξιούμενες τροποποιήσεις.
  4. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο υπόβαθρο γεγονότων και/ή δεν υπάρχει στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κανένας επαρκής λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την αναγκαιότητα του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης ως η παράγραφος «Α» της αίτησης ημερ.23/06/2017 (εφεξής «αίτηση») σε αυτό το στάδιο.
  5. Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης γίνεται σε πάρα πολύ καθυστερημένο στάδιο.
  6. Όλα τα σχετικά γεγονότα με αφορμή τα οποία έχει καταχωρηθεί η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης, ήταν γνωστά από την αρχή στην Ενάγουσα και/ή θα μπορούσαν να είχαν διαπιστωθεί με εύλογη επιμέλεια και/ή σε κάθε περίπτωση, ήταν γνωστά στην Ενάγουσα τουλάχιστον από τις 24/02/16, ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης.
  7. Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης γίνεται κακόπιστα, είναι επιπόλαια και ενοχλητική, αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης και/ή περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της πολιτικής αγωγής, προκαλεί αμηχανία στην Εναγόμενη 3 και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  8. Με το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος «Α» της αίτησης, η Ενάγουσα επιχειρεί να αναπροσαρμόσει τη θέση της και/ή επιχειρεί να διαφοροποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασιζόταν η Έκθεση Απαίτησης και/ή σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάγει νέα βάση αγωγής και νέους ισχυρισμούς.
  9. Η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάγει το αγώγιμο δικαίωμα του δόλου το οποίο έχει παραγραφεί.
  10. Η Ενάγουσα επεκτείνει την αρχική της απαίτηση και αξιώνει περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία αλλάζοντας τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής χωρίς να αιτείται την τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος.
  11. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος της Ενάγουσας με βάση το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης». Για το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, παραπέμπει σε όσα εμφαίνονται στο φάκελο της παρούσας διαδικασίας. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτησης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν όπως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: «... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith». Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608, Geto Ltd v. Πλοίου Μ/V Vladimir Vaslyayev
(1993)1 ΑΑΔ 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου 2011 1(Γ) ΑΑΔ 2138 και Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα 2012 (1Α) ΑΑΔ 745. Αισθάνομαι ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγου τους στα πλαίσια της παρούσας. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι για να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης του συνόλου των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν τους διαδίκους στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας και ασφαλώς, η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Από τις ως άνω αναφερόμενες αποφάσεις αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει εξάλλου της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία επαναλήφθηκε - διαχρονική ως αναγνωρίστηκε ότι είναι - σε σειρά άλλων, νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: «It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace». Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις, ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως επισημάνθηκε άλλωστε και στην υπόθεση Geto Ltd, (ανωτέρω) κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιων του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο, στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Ακόμα, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή όταν στα πλαίσια της επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης (βλ. Αλεξάνδρου Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όπως χαρακτηρίστηκα υπέδειξε ο σεβαστός τέως πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτέμης, (Δικαστής ως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου (ανωτέρω): «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων».» Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Η τροποποίηση δεν επιτρέπεται από το Δικαστήριο, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκλησης μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Γεγονός παραμένει, επίσης, ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. (Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, τούτο δεν οδηγεί, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. {Βλ. επίσης Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) και Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ (ανωτέρω) και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 σελ 657}. Στη απόφαση του, στα πλαίσια της υπόθεσης IKOS CIF LTD v MARTIN COWAD κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014, ο σεβαστός Δικαστής Λιάτσος, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή γραμμή της νομολογίας ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, αναφερόμενος ειδικότερα στο πιο πάνω ζήτημα, υπέδειξε πως: « ....Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση». Για να συμπληρώσει πιο κάτω, στην ίδια απόφαση, πως: « ... Η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής, από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 730: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.....». Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, σκόπιμη κρίνεται η παραπομπή επίσης στον λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ.
  1. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση κάνοντας σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Έχοντας κατά νου το πιο πάνω γενικότερο πλέγμα νομικών αρχών που έχει τεθεί από τη νομολογία σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα για σκοπούς καθοδήγησης, σε συνδυασμό θεωρούμενο πάντα με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η εισήγηση της εναγομένης αρ. 3 πως με την υπό συζήτηση αίτηση, η πλευρά του ενάγοντα επιχειρεί κατά τρόπο ανεπίτρεπτο να εισαγάγει νέα και επιπρόσθετη βάση αγωγής, επιχειρώντας να αναπροσαρμόσει τα γεγονότα στα οποία βασιζόταν η Έκθεση Απαίτησης του. Τούτο μάλιστα, χωρίς να αιτείται την τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, γεγονός που από μόνο του, ως εισηγείται, θα πρέπει να οδηγήσει σε αποτυχία του εγχειρήματος. Ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, η εισαγωγή μέσω τροποποίησης νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία και περιστάσεις που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, με κυρίαρχο πάντα γνώμονα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Απόρριψη αίτησης του είδους, δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Για σκοπούς τάξης, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η θέση της εναγομένης αρ. 3 πως το ζήτημα του δόλου δεν δικογραφείται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, δεν μπορεί υιοθετηθεί. Είναι φανερό ότι στην παράγραφο 7 του ως άνω δικογράφου του ενάγοντα, (η τροποποίηση του οποίου επιδιώκεται μέσω της υπό εξέταση αίτησης) αποδίδεται και στην εναγομένη αρ. 3, ανάμεσα σε πολλά άλλα - όπως η κατάχρηση και υπέρβαση εξουσίας, παρανομία κλπ - και ο δόλος. Η πιο πάνω επισήμανση ωστόσο, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δεν προκρίνεται ως ειδικότερη αιτία των αξιώσεων στην αγωγή «ο δόλος» και «η αισχροκέρδεια» της εναγομένης αρ.
  2. Το γεγονός εξάλλου ότι δεν προηγήθηκε σε προγενέστερο στάδιο οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τον περί ου ο λόγος ισχυρισμό και την ενσωμάτωσή του στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης ενώ δεν περιλαμβάνεται στην γενική οπισθογράφηση, (υπό το πρίσμα της θεώρησης επί του θέματος που προκρίνεται στην υπό συζήτηση αίτηση από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία) δεν εμποδίζει την εξέταση του ζητήματος σε αυτό το στάδιο. Ως υποδείχθηκε άλλωστε στην υπόθεση Vasiliko Cem. Works Ltd & Others v. World Tide Ship Co. & Others,
(1996)1 Α.Α.Δ. 389, το συγκεκριμένο ζήτημα, το δικαστήριο «διατηρούσε τη δυνατότητα αυτεπαγγέλτως να αντιμετωπίσει». Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Vasiliko Cem. Works Ltd & Others v. World Tide Ship Co. & Others, (ανωτέρω) στο λόγο της οποίας παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, συζητείται ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα ή μη επέκτασης - μέσω της έκθεσης απαίτησης - σε αιτίες αγωγής που δεν περιλαμβάνονται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Στην εν λόγο απόφαση, χωρίς να παραγνωρίζεται η Δ.20 θ1Α, σύμφωνα με την οποία «Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ.», αφού προηγήθηκε παραπομπή στην ετήσια Αγγλική δικαστηριακή πρακτική του 1960 (Annual Practice) και ανάλυση σχετικής νομολογίας, ειδικότερα Αγγλικών δικαστηρίων, υπεδείχθη τελικά πως δυνάμει του ως άνω κανονισμού, ότι εκτίθεται υπό μορφή πυρήνα στη γενική οπισθογράφηση μιας αγωγής, μπορεί στην έκθεση απαίτησης να προσλάβει επεκτάσεις οι οποίες να αναλύονται σε διάφορες αιτίες αγωγής, απορρέουσες από ό,τι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης. Ομοίως, στην υπόθεση Μούρτζινος v. Πλοίου "Galaxias" κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80, 128 σημειώθηκε, ανάμεσα σε άλλα πως: «« .... Η πρόνοια αυτή μας οδηγεί στη Δ.20 θ.4 της αγγλικής πρακτικής, την οποία μεταφέρω εδώ: "20.4 Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ." Παρενθεντικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι την ίδια πρόνοια περιέχει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός. Βλέπε Δ.20 θ.1Α και την υπόθεση Socrates Nearchou v. Maria Theodoulou
(1961)C.L.R.
  1. Επίσης την απόφαση στις Π.Ε. 7727 και 7731 Vassiliko Cement Works Ltd v. World Tide Shipping Corporation, ημερομηνίας 5/4/
  2. Το βασικό είναι πως δεν χρειάζεται να περιγράψει ο ενάγων στο κλητήριο την αιτία αγωγής επακριβώς. Το ίδιο ισχύει και για την αιτούμενη θεραπεία. Δεν πρέπει όμως να μεταβληθεί πλήρως η αιτία αγωγής ή να προστεθεί νέα που δεν είναι βολικό να συνεκδικαστεί με την αρχική. Στο παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice 1959, στη σελίδα 493 αναφέρεται και η αγγλική νομολογία που υποστηρίζει τις θέσεις αυτές. "This Rule applies only where the writ has been generally indorsed, and duly served, and the defendant has appearred thereto, and a statement of claim, separate from the writ, has been delivered to the defendant or his solicitor. In a general indorsement it is "not essential to set forth the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled" (O.3 r.2). Hence the plaintiff is permitted in his subsequent statement of claim, to alter, modify, or extend his original claim to any extent and to claim further or other relief, without amending his writ (Large v. Large [1877] W.N. 198; Johnson v. Palmer, 4 C.P.D. 258); provided he does not completely change the cause of action indorsed on the writ without amending the latter (Cave v. Crew,62 L. J.Ch. 530; Ker v. Williams, 30 S.J. 238); or introduce an entirely new and additional cause of action which cannot be conveniently tried with the original claim (United Telephone Co. v. Tasker, 59 L.T. 852) or introduce a claim which the Court has no jurisdiction to entertain - e.g., a claim which, if indorsed upon a writ, would not have been allowed to be served out of the jurisdiction; Waterhouse v. Reid
(1938), 54 T.L.R. 332». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, παρά το γεγονός ότι επιχειρείται να εισαχθούν στις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα το στοιχείο του δόλου και της αισχροκέρδειας, είναι φανερό ότι δεν επιχειρείται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Ούτε διαφοροποιείται εντελώς η αιτία και το έναυσμα για την δρομολόγηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, όπως αυτά προκρίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πάντα κατά τον γενικό τρόπο που προβλέπεται στο σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, (βλ. Δ.2 κ.3) κατά τρόπο που εκ των πραγμάτων θα επέβαλλε και την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι προτεινόμενοι προς ενσωμάτωση στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμοί και θέσεις, όχι μόνο δεν έρχονται σε αντίφαση μεταξύ των όσων αναφέρονται και διεκδικούνται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να μην αποτελούν στοιχεία εντελώς ασύνδετα με τον πυρήνα της υπόθεσης που εκτίθεται κατά τρόπο γενικό στη γενική οπισθογράφηση. Δεν διαλανθάνει άλλωστε τις προσοχής ότι οι απαιτήσεις - αξιώσεις του ενάγοντα, ως έχουν οριοθετηθεί και καθοριστεί στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, παραμένουν οι ίδιες. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες μέσω της αιτούμενης τροποποίησης νέες βάσεις αγωγής, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, φαίνεται πραγματικά, όχι μόνο να είναι ευχερές αλλά και βολικό να εκδικαστούν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, εξυπηρετώντας παράλληλα το συμφέρον της δικαιοσύνης, μέσω της αποτροπής της πολλαπλότητας και του κατακερματισμού των νομικών διαδικασιών. Ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του αιτητή, χωρίς να αμφισβητηθεί, οι ισχυρισμοί για τους οποίους ζητείται η άδεια να εισαχθούν μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, ήταν αποτέλεσμα έρευνας που ακολούθησε την καταχώρηση της υπεράσπισης της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας, στις 16.06.
  1. Αντιτάσσεται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης αρ. 3, ότι σε κάθε περίπτωση η πλευρά του αιτητή θα μπορούσε, επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια, να εντοπίσει τα συγκεκριμένα ζητήματα πολύ ενωρίτερα και πάντως πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησής του. Η όποια καθυστέρηση στην προώθηση τελικά του αιτήματος, χωρίς να δικαιολογείται τούτο επαρκώς, εισηγείται, θα πρέπει από μόνη της να λειτουργήσει αρνητικά στην αντιμετώπιση της αίτησης. Εξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου ο οποίος έχει παρέλθει από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα στις 24.02.2016, μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης στις 23.06.2017, ενώ το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρήθηκε τον Ιανουάριο του 2014, δε διαλανθάνει της προσοχής η αναντίλεκτη ως παρέμεινε δήλωση της ομνύουσας Πολυβίου, ότι ο αρχικός προσανατολισμός ήταν οι θέσεις οι οποίες επιχειρείται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση, να εισαχθούν και στην παρούσα αγωγή μέσω της απάντησης, - προοπτική η οποία ακολουθήθηκε αρχικά σε άλλες διαδικασίες με παρόμοιο αντικείμενο σε βάρος των εναγομένων - πλην όμως με απόφαση του Δικαστηρίου η συγκεκριμένη οδός ανεκόπη ως δικονομικά λανθασμένη. Η εξέλιξη αυτή, από μόνη της, εξηγεί σε κάποιο βαθμό την όποια καθυστέρηση εντοπίζεται. Παραμένοντας στο ζήτημα του χρόνου ο οποίος αδιαμφισβήτητα παρήλθε μέχρι την προώθηση της υπο εξέταση αίτησης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ως τουλάχιστον αναδύεται από τα δικόγραφα που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας, ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά πρωτότυπα και καινοφανή ζητήματα, τόσο στο ουσιαστικό τους μέρος όσο και στη νομική πρόσληψη, διάσταση και κατάταξή τους. Γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στη δύνη των εξελίξεων που αφορούσαν τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Κυπριακή Δημοκρατία το
  2. Ως τέθηκε εξάλλου από την ομνύουσα Πολυβίου, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, η κύρια και ουσιαστική πληροφόρηση κατά την καταχώρηση της αγωγής αφορούσε τους εναγομένους 1, 2, 4 και 5 που εδρεύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και όχι την εναγόμενη αρ. 3 που έχει την έδρα της στην Ελλάδα. Τόσο ο εντοπισμός των σχετικών γεγονότων όσο και η αναγκαία νομική εκτίμηση και αξιολόγηση τους για σκοπούς αποσαφήνισης, κωδικοποίησης και προώθησής τους στο πλαίσιο ενός δικαστικού αγώνα, υπό τις περιστάσεις που φέρονται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι φανερό ότι δεν αποτελεί έργο απλό και σύνηθες, παράγοντας ασφαλώς που δεν μπορεί να αγνοηθεί από το δικαστήριο. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάποιος παραγνώριζε τα ως άνω γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία φαίνεται να οδήγησαν στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης μόλις σε αυτό το στάδιο, αποδίδοντας στην πλευρά του ενάγοντα, όπως ήταν ουσιαστικά η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσώπησε την εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία, αμέλεια όσον αφορά την υποχρέωση της πλευράς του να προβεί έγκαιρα σε σχετική έρευνα για γεγονότα που θα μπορούσαν να εντοπιστούν, ο ως άνω χειρισμός και συμπεριφορά, από μόνη της και υπό την προϋπόθεση πάντα ότι συντρέχουν και ικανοποιούνται όλοι οι άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει, εκ προοιμίου, την αιτούμενη θεραπεία. Όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχτεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοούμενου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ακόμη και εάν μπορεί να αποδοθεί το στοιχείο της αμέλειας εκ μέρους των συνηγόρων κάποιου αιτητή στην προώθηση αιτήματος ως το υπό συζήτηση, δεδομένου ότι η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, παρά την όποια καθυστέρηση μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα χωρίς να υποστεί περαιτέρω και ανεπανόρθωτη ζημιά, το γεγονός τούτο, από μόνο του, δεν φαίνεται να ορθώνει τέτοια δικονομικά και ουσιαστικά εμπόδια ικανά να εμποδίσουν την θετική αντίκριση της αίτησης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, η όποια καθυστέρηση παρατηρείται από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να αποβεί καταλυτική για την τύχη του αιτήματος. Δεν πρέπει ποτέ να διαλανθάνει της προσοχής ότι το συνταγματικό δικαίωμα που περιγράφεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, κατοχυρώνει την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης και όχι την παρεμπόδισή της. Άλλωστε, στην υπό συζήτηση περίπτωση το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει, αποτελεί παράγοντα ο οποίος εκ των πραγμάτων ενδυναμώνει το αίτημα. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπό το σύνολο πάντα όσων την περιβάλλουν ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η προώθηση από την πλευρά του ενάγοντα της παρούσας αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, δεν φαίνεται να μπορεί να ενταχθεί στα όρια της κατάχρησης, κατά τρόπο που θα επέβαλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, το ζήτημα, πέραν από την λεκτική προβολή του στους λόγους ένστασης, δεν απασχόλησε ούτε κατά το στάδιο της ανάπτυξης των θέσεων της πλευράς της εναγομένης αρ.3 - καθ' ης η αίτηση. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά του αιτητή σε σχέση με την υποβολή της παρούσας αίτησης. Ακόμη και η υιοθέτηση της θέσης ότι υπήρξε καθυστέρηση ή και αμέλεια από την πλευρά του ενάγοντα να εντοπίσει γεγονότα που ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν σε προγενέστερο στάδιο και τα οποία θα δικαιολογούσαν την υποβολή αίτησης ως η υπό συζήτηση, στην συμπεριφορά του τελευταίου, όπως αυτή αναδύεται από το φάκελο της δικογραφίας και όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει το αίτημα, αναντίλεκτα ως παρέμειναν, δεν φαίνεται να υφέρπουν στοιχεία κακοπιστίας. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, καταλήγοντας ότι η όποια διαπιστωμένη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κατά τρόπο που να υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και προκύπτει ότι η ενιστάμενη - εναγόμενη αρ. 3 κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, τέτοια που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί με επιδίκαση εξόδων, το δε στοιχείο της κακοβουλίας φαίνεται να ελλείπει από τη συμπεριφορά του ενάγοντα - αιτητή, συνολικά πάντα θεωρούμενης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης θα πρέπει να θεωρείται αρκούντος αιτιολογημένη. Συνακόλουθα, η αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται διάταγμα ως το «Α.» της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στους δικηγόρους όλων των εναγομένων, εντός δώδεκα
(12)ημερών από σήμερα. Τυχόν τροποποιημένες υπερασπίσεις εκ μέρους των εναγομένων, να καταχωρηθούν εντός είκοσι ημερών από την καταχώρηση και παράδοση κατά τον πιο πάνω τρόπο της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών. Όλα τα έξοδα που θα χαθούν εξαιτίας της τροποποίησης, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή και υπέρ των εναγομένων - στο βαθμό ασφαλώς που αυτά αφορούν κάθε ένα από αυτούς - όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.