← Κύπρος

Αγαθάγγελου Μ. Κωνσταντίνου ν. Ηλία Παπαλουκά, Αγωγή Αρ. 10384/10, 28/3/2018

Αγαθάγγελου Μ. Κωνσταντίνου ν. Ηλία Παπαλουκά, Αγωγή Αρ. 10384/10, 28/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 10384/10 ΜΕΤΑΞΥ: Αγαθάγγελου Μ. Κωνσταντίνου Ενάγοντος και Ηλία Παπαλουκά Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2018 Για τον ενάγοντα: κα Μ. Κλεάνθους, για Ανδρέα Μ. Κλεάνθους Για τον εναγόμενο: κ. Α. Σαβεριάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την αγωγή του ο ενάγων αξιώνει το ποσό των €1.800 που αποτελεί την αξία της υπ' αρ. 20420796 επιταγής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. Λτδ που εκδόθηκε από τον εναγόμενο κατά ή περί την 21.10.10 έναντι νομίμου ανταλλάγματος προς όφελος και σε διαταγή του ενάγοντος. Η επιταγή παρουσιάστηκε δεόντως προς είσπραξη, πλην όμως επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχο της. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το ποσό της επιταγής το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αρνείται την αξίωση του ενάγοντος και ισχυρίζεται πως τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγων, ο οποίος ασχολείτο με το εμπόριο ποτών, κατά ή περί τις 20.10.10 ζήτησε από τον εναγόμενο, ο οποίος εργαζόταν σε νυκτερινό κέντρο, να τον βοηθήσει εκδίδοντας την επίδικη επιταγή την οποία ο ενάγων θα παρουσίαζε σε τρίτο πρόσωπο για να εξασφαλίσει πίστωση για την αγορά ποτών, και ακολούθως, εντός 2 - 3 ημερών, θα επέστρεφε την επιταγή στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή προς τον ενάγοντα, έναντι της οποίας ουδέν νόμιμο αντάλλαγμα έλαβε. Ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς περί δέουσας παρουσίασης της επιταγής προς είσπραξη και περί μη τίμησης της, άνευ βλάβης, όμως, του ισχυρισμού του αυτού, ισχυρίζεται πως η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε επειδή ο ίδιος έδωσε οδηγίες μη πληρωμής προς την τράπεζα, αφού ο ενάγων αρνήθηκε να του επιστρέψει την επιταγή. Με την καταχωρηθείσα Απάντηση στην Υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Η συνεργασία των διαδίκων άρχισε κατά ή περί την 29.8.10 και αφορούσε στην πώληση ποτών για τις ανάγκες του νυκτερινού κέντρου Κamares Night Club. Μεταξύ 29.8.10 και 26.10.10 ο ενάγων πώλησε διάφορες ποσότητες ποτών στον εναγόμενο, για τα οποία εκδίδοντο τιμολόγια και τηρείτο κατάσταση λογαριασμού. Στον λογαριασμό παρέμεινε υπόλοιπο €1.800 το οποίο συμφωνήθηκε να πληρωθεί με την επίδικη επιταγή. Η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 21.10.10 και στις 26.10.10 επιστράφηκε με την ένδειξη «Η πληρωμή ανακλήθηκε». Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά του ενάγοντος μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΕ1), ο Χριστάκης Σοφοκλέους (ΜΕ2) και ο Κώστας Ιακώβου Χαραλάμπους (ΜΕ3). Για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ1). Κατατέθηκαν επίσης έγγραφα τα οποία έγιναν Τεκμήρια 1 - 10

(1)- 10
(9)και 10
(11)- 10
(34). Μαρτυρία Αγαθάγγελου Κωνσταντίνου (ενάγοντος) (ΜΕ1) Ο ενάγων (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Ασχολείται, ως ανέφερε, με την εμπορία ποτών και η συνεργασία του με τον εναγόμενο ξεκίνησε στις 24.8.
  1. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, πωλούσε στον εναγόμενο ποσότητες ποτών για τις ανάγκες του κέντρου Kamares Night Club (στο εξής «το κέντρο Kamares») και εξέδιδε τιμολόγια τα οποία καταχωρούσε στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε για τον εναγόμενο (η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). Στις 13.10.10 η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού έδειχνε υπόλοιπο ύψους €1.243,
  2. Στις 21.10.10 ο εναγόμενος του πρότεινε να του κοστολογήσει πρόχειρα, κάποια εμπορεύματα που χρειαζόταν, άλλα επί πίστωση, άλλα τοις μετρητοίς, και κάποια που αφορούσαν επιστροφή εμπορευμάτων, και ο εναγόμενος θα του έδινε μία επιταγή για όλο το ποσό. Έτσι ο ΜΕ1 προέβη στους εξής πρόχειρους υπολογισμούς: α. Πρόχειρος υπολογισμός για τιμολόγιο επί πίστωση €158,42 β. Πρόχειρος υπολογισμός για τιμολόγιο επί πίστωση €66,81 γ. Πρόχειρος υπολογισμός για πιστωτική σημείωση €29,74 δ. Πρόχειρος υπολογισμός για τιμολόγιο τοις μετρητοίς €360,86 Ο ΜΕ1 αποδέχτηκε την πρόταση του εναγομένου και οι δύο συμφώνησαν ότι το υπόλοιπο ανήρχετο στα €1.
  3. Συμφώνησαν ότι μόλις η επιταγή ετιμείτο ο ΜΕ1 θα παρέδιδε στον εναγόμενο τα τιμολόγια και τα εμπορεύματα. Έτσι την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 21.10.10, ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθμόν 20420796 επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. Λτδ για το ποσό των €1.800, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Την ημέρα που ο ενάγων παρέλαβε την επιταγή, την οπισθογράφησε στους συνεργάτες του με την επωνυμία Κάβα Ποτών Σοφοκλέους Λτδ, για εμπορεύματα που τους χρωστούσε. Στις 25.10.10 ο εναγόμενος επικοινώνησε με τον ΜΕ1, τον ενημέρωσε ότι η επιταγή πληρώθηκε και ζητούσε τα εμπορεύματα του ως η συμφωνία τους. Ο ΜΕ1 τον παρακάλεσε να περιμένουν μέχρι τις 26.10.10 για να σιγουρευτεί ότι όντως δεν θα υπήρχε πρόβλημα με την επιταγή, όμως ο εναγόμενος τον παρακάλεσε να του παραδώσει τουλάχιστον τα εμπορεύματα που είχαν κοστολογηθεί πρόχειρα στα €158,
  5. Έτσι ο ΜΕ1 προχώρησε με την έκδοση του τιμολογίου με αρ. EINV0005383 ημ. 25.10.10 για το ποσό εν τέλει των €157,28 (Τεκμήριο 2) και αυθημερόν παρέδωσε και τα εμπορεύματα. Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 26.10.10 και αφού η επιταγή δεν είχε επιστραφεί, μετά και από παράκληση του εναγομένου για να του παραδώσει τα εμπορεύματα που ήταν πρόχειρα κοστολογημένα στα €66,81, ο ΜΕ1 προχώρησε στην έκδοση του τιμολογίου υπ' αριθμόν EINV0005387 ημ. 26.10.10 για το ποσό εν τέλει των €66,82 (Τεκμήριο 3) και αυθημερόν παρέδωσε και τα εμπορεύματα. Την ίδια ημέρα, προχώρησε και στην έκδοση πιστωτικής σημείωσης με ημ. 26.10.10 και αριθμό ECRN0000664 για ποσό €29,74 (Τεκμήριο 4) που αφορούσε επιστροφή εμπορευμάτων, και παρέδωσε επίσης στον εναγόμενο και εμπορεύματα αξίας €361,78 τα οποία στους πρόχειρους υπολογισμούς του ανέρχονταν στα €360,86 για τα οποία εκδόθηκε τιμολόγιο τοις μετρητοίς (Τεκμήριο 5). Στις 29.10.10 ο ΜΕ1 ενημερώθηκε από τον συνεργάτη του, Κάβα Ποτών Σοφοκλέους Λτδ, ότι η επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη «Η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ίδιος πλήρωσε τον συνεργάτη του το ποσό των €1.800 προς εξόφληση των οφειλών που είχε προς αυτόν και ο συνεργάτης του, του επέστρεψε την επιταγή. Αμέσως επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του ζήτησε να διευθετήσει άμεσα την πληρωμή της επιταγής ειδάλλως θα προχωρούσε νομικά. Ο εναγόμενος του ζήτησε περιθώριο λίγων ημερών για να μαζέψει το ποσό της επιταγής, κατά καιρούς δε τον διαβεβαίωνε ότι θα του κατέβαλλε το ποσό της επιταγής, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι ο εναγόμενος του συστήθηκε ως ο διευθυντής της επιχείρησης, πλήρωσε δε με δική του επιταγή τα πρώτα πέντε τιμολόγια που φαίνονται στο Τεκμήριο
  6. Ανέφερε επίσης πως όλα τα τιμολόγια που εκδίδοντο «επί πιστώσει» ήταν σε μηχανογραφημένη μορφή, ενώ το τιμολόγιο που εκδόθηκε «τοις μετρητοίς» (Τεκμήριο 5) ήταν χειρόγραφο. Στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1) περιλαμβάνονται μόνο τα τιμολόγια επί πιστώσει. Το τιμολόγιο Τεκμήριο 5 εκδόθηκε στις 26.10.10 και το ποσό που αναγράφεται σε αυτό (€361,78) προστέθηκε στο ποσό που αναγράφεται ως υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού (€1.438,20), αθροιστικά δε τα δύο ποσά απολήγουν στο ποσό της επίδικης επιταγής. Δεν αποδέκτηκε τη θέση ότι το εν λόγω τιμολόγιο κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να «δικαιολογηθεί» το ποσό της επιταγής. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε επίσης επί των όσων κατ' ισχυρισμόν είχε αναφέρει στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ. 37177/10 την οποία είχε καταχωρήσει σε σχέση με την επίδικη επιταγή, στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος αθωώθηκε. Όλες οι συναλλαγές του με τον εναγόμενο γίνονταν στο κέντρο Kamares και εκεί δόθηκε η επίδικη επιταγή πλην όμως δεν θυμόταν την ώρα κατά την οποία η επιταγή δόθηκε. Ούτε τί ώρα ακριβώς παρέδωσε την επιταγή στην Κάβα Σοφοκλέους θυμόταν, αλλά αυτό έγινε πριν το μεσημέρι. Μαρτυρία Χριστάκη Σοφοκλέους (ΜΕ2) Ο Χριστάκης Σοφοκλέους (ΜΕ2) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Β). Είπε πως είναι ο διευθυντής της εταιρείας Κάβα Ποτών Σοφοκλέους Λτδ, η οποία ασχολείται με την εμπορία ποτών. Στα πλαίσια της συνεργασίας του με τον ΜΕ1, προμήθευε τον τελευταίο με ποσότητες ποτών για τις ανάγκες της εταιρείας του και αυτός τα μεταπωλούσε. Στις 21.10.10 ο ΜΕ1 του παρέδωσε την επιταγή με αρ. 20420796 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ Λτδ για ποσότητα ποτών που ο ΜΕ2 του παρέδωσε αξίας €1.
  7. Την ίδια μέρα κατέθεσε την εν λόγω επιταγή και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης της από τον εκδότη της. Ακολούθως επικοινώνησε με τον ΜΕ1 ενημερώνοντας τον για την ανάκληση της επιταγής. Ο ΜΕ1 του κατέβαλε το ποσό των €1.800, έτσι ο ΜΕ2 του επέστρεψε την επιταγή που ο ΜΕ1 του είχε δώσει, εκδίδοντας σχετικώς και απόδειξη είσπραξης με αριθμό 01450 για το ποσό των €1.800 (αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). Ανέφερε επίσης πως όταν η επιταγή επιστράφηκε, τον επισκέφτηκε στο μαγαζί του ο εναγόμενος (τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως) και του είπε «περίμενε λίγες μέρες και θα την κανονίσουμε» (την επιταγή) και ότι είχε κάποιες διαφορές με τον ΜΕ
  8. Εντούτοις ο ίδιος τηλεφώνησε στον ΜΕ1 και του ζήτησε τα λεφτά, ο δε ΜΕ1 του τα κατέβαλε. Δεν ξαναμίλησε με τον εναγόμενο έκτοτε. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε πότε και ποια ώρα τον είχε επισκεφτεί ο εναγόμενος αλλά δεν θυμόταν, ομοίως δε, δεν θυμόταν πότε επιστράφηκε η επιταγή. Πάντως την είχε καταθέσει στην Τράπεζα Κύπρου, ως ανέφερε. Μαρτυρία Κώστα Ιακώβου Χαραλάμπους (ΜΕ3) Ο Κώστας Ιακώβου Χαραλάμπους (ΜΕ3) είναι λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. Λτδ από το
  9. Ανέφερε πως η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 6 εκδόθηκε από τον λογαριασμό του εναγομένου και ότι εκδότης της είναι ο εναγόμενος. Η επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 21.10.10, πλην όμως δεν γνώριζε από ποιον κατατέθηκε. Είπε πως η επιταγή οπισθογραφήθηκε αλλά δεν γνώριζε προς ποιον αφού η κατάθεση έγινε σε άλλη τράπεζα. Προκειμένου να τιμηθεί επιταγή, χρειάζεται χρόνος επτά εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της. Η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου με το αιτιολογικό «δεν παρέλαβα τα προϊόντα τα οποία αγόρασα» (σχετική επιστολή ημερομηνίας 25.10.10 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Είπε επίσης πως οι λόγοι ανάκλησης της επιταγής τίθενται από τον πελάτη. Αντεξετασθείς ανέφερε πως τις πληροφορίες για τον λογαριασμό του εναγομένου τις έλαβε από το αρμόδιο Τμήμα, αφού το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τον λογαριασμό του εναγόμενου, αφυπηρέτησε. Δεν γνώριζε αν η διαταγή μη πληρωμής είχε δοθεί αρχικά τηλεφωνικώς. Μαρτυρία Ηλία Παπαλουκά (εναγομένου) (ΜΥ1) Ο εναγόμενος (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Γ). Ανέφερε πως από το 2001 κατέχει θέση μόνιμου υπαλλήλου στην Α.ΤΗ.Κ. και ότι για βελτιώσει τα εισοδήματά του εργαζόταν με μερική απασχόληση στο μπαρ του νυχτερινού κέντρου Kamares από τον μήνα Ιούνιο του 2010 μέχρι το τέλος του μηνός Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης ή διαχειριστής του εν λόγω κέντρου ούτε και είχε εκδοθεί επ' ονόματι του ιδίου η άδεια λειτουργίας ή άλλη άδεια του κέντρου (φωτοαντίγραφα δέσμης διαφόρων αδειών που σχετίζονται με το κέντρο εκδοθείσες επ' ονόματι κάποιου Σταύρου Καραΐσκου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 9). Γνώρισε τον ΜΕ1 από τη συνεργασία του με το κέντρο Kamares. Ο ΜΕ1 παρέδιδε ποτά κατόπιν παραγγελιών του ΜΥ1 τις οποίες ο ΜΥ1 έδιδε έπειτα από συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη και ανάλογα με τις ανάγκες που υπήρχαν. Τα σχετικά τιμολόγια υπογράφονταν από τον ΜΥ1 δια λογαριασμό του ιδιοκτήτη του κέντρου, διότι αυτός ήταν που παραλάμβανε τα ποτά. Όλα τα τιμολόγια και πιστωτικές σημειώσεις εκδίδονταν στο όνομα Kamares Night Club (φωτοαντίγραφα των σχετικών τιμολογίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10
(1)- 10
(9)και 10
(11)- 10
(34)). Ουδέποτε, είπε, παρήγγειλε ή παρέλαβε ποτά χωρίς κανονικό τιμολόγιο και αρνήθηκε ότι παρέλαβε τα ποτά που αναφέρονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο
  1. Τα τιμολόγια μέχρι 25.8.10 εξοφλήθηκαν με επιταγή του ιδίου ημερ. 25.8.
  2. Τούτο έγινε επειδή το συνολικό οφειλόμενο ποσό ήταν σχετικά μεγάλο και δεν υπήρχαν αρκετά μετρητά στο ταμείο του κέντρου. Έτσι εξέδωσε προσωπική του επιταγή προς τον ΜΕ1 για το ποσό των €3.121,80 η οποία εξαργυρώθηκε, και την επόμενη μέρα ο ιδιοκτήτης του κέντρου, Σταύρος Καραΐσκος, έδωσε τα λεφτά στον ΜΥ
  3. Το πρωί της 21.10.10 του τηλεφώνησε ο ΜΕ1 και λόγω της γνωριμίας τους και της μέχρι τότε καλής συνεργασίας τους, του ζήτησε προσωπική εξυπηρέτηση, δηλαδή να δώσει ο ΜΥ1 στον ΜΕ1 προσωπική του επιταγή της ίδιας ημέρας για το ποσό των €1.800 για να την παρουσιάσει σε συνεργάτη του ώστε να εξασφαλίσει εμπορεύματα με τη δικαιολογία ότι το δικό του (του ΜΕ1) βιβλιάριο επιταγών στη Λαϊκή Τράπεζα είχε τελειώσει και ότι εντός των επόμενων δύο - τριών ημερών θα είχε βιβλιάριο επιταγών οπότε και θα έδινε στον συνεργάτη του δική του επιταγή (του ΜΕ1) και θα έπαιρνε πίσω και θα επέστρεφε την επίδικη επιταγή στον ΜΥ
  4. Ο ΜΕ1 πήγε στη δουλειά του ΜΥ1 και παρέλαβε την επίδικη επιταγή, την οποία συμπλήρωσε ο ΜΥ
  5. Ο ΜΥ1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΕ1 στις 24.10.10 για να κάνει παραγγελία για ποτά και ρώτησε τον ΜΕ1 γιατί δεν του είχε επιστρέψει την επιταγή. Ο ΜΕ1 του απάντησε πως είχε προβλήματα με τον πεθερό του, δηλαδή ότι ο πεθερός του είχε ατύχημα και ότι έπρεπε να τον πάρει στο Ισραήλ για θεραπεία. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή, του ανάφερε ότι κατά λάθος την είχε στην κατοχή του ο γιος του μαζί με άλλες επιταγές για κατάθεση και ότι θα του την επέστρεφε στις 25.10.10 όταν θα του παρέδιδε και την παραγγελία. Ο ΜΥ1 άρχισε να υποψιάζεται ότι ο ΜΕ1 του έλεγε ψέματα, έτσι στις 25.10.10 το πρωί τηλεφώνησε στην Τράπεζα και στη συνέχεια έδωσε γραπτώς εντολή μη πληρωμής. Παρά το ότι ήθελε να δηλώσει ότι ανακαλεί την πληρωμή της επιταγής διότι την είχε δώσει στον ΜΕ1 για προσωπική εξυπηρέτηση και ότι δεν όφειλε το ποσό που ήταν συμπληρωμένο στην επιταγή, από την Τράπεζα του ανάφεραν ότι αυτός ο λόγος δεν μπορούσε να δοθεί ως αιτία για τη μη πληρωμή. Έτσι ο ΜΥ1 αναγκάστηκε να δηλώσει ως αιτία το ότι δεν παρέλαβε προϊόντα που είχε πληρώσει με την επίδικη επιταγή. Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 25.10.10, επισκέφθηκε το μαγαζί του ΜΕ1 στη Λακατάμια το οποίο όμως ήταν κλειστό. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στο κινητό του γιου του ΜΕ1 ο οποίος του δήλωσε άγνοια για την επιταγή και του έδωσε το τηλέφωνο της οικίας του ΜΕ
  6. Επικοινώνησε με τη σύζυγο του ΜΕ1 και πήγε στο σπίτι του, αλλά και η σύζυγος του ΜΕ1 του ανάφερε ότι δεν γνώριζε πού ήταν ο ΜΕ
  7. Το βράδυ της 25.10.10 ο ΜΕ1 μετέβη στο μαγαζί και του παρέδωσε τα όσα είχε παραγγείλει στις 24.10.
  8. Ο ΜΥ1 τον ρώτησε για την επιταγή και ο ΜΕ1 του ανέφερε πως θα του την επέστρεφε στις 26.10.
  9. Τότε ο ΜΥ1 του ανέφερε πως είχε δώσει εντολή μη πληρωμής. Στις 29.10.10 έλαβε τηλεφώνημα από την Κάβα Σοφοκλέους αναφορικά με την επίδικη επιταγή και τότε για πρώτη φορά έμαθε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στη συγκεκριμένη Κάβα ποτών. Ο ΜΥ1 εξήγησε στον συνομιλητή του τα όσα είχαν συμβεί και τον λόγο για τον οποίο είχε «σταματήσει» την επιταγή. Στις 30.10.10 μετέβη προσωπικά στο μαγαζί του Σοφοκλέους και του ζήτησε την επιταγή, πλην όμως ο Σοφοκλέους του είπε ότι την επέστρεψε ήδη στον ΜΕ
  10. Ουδέποτε ανέφερε στον Σοφοκλέους ότι θα του κατέβαλλε ο ίδιος το ποσό της επιταγής. Ο ΜΕ1 καταχώρησε εναντίον του την ιδιωτική Ποινική Υπόθεση αρ. 37177/10, στην οποία ο ΜΥ1 αθωώθηκε, ο δε ΜΕ1 εξακολουθεί να οφείλει στον δικηγόρο του ΜΥ1 τα σχετικά με την υπόθεση εκείνη δικηγορικά έξοδα. Ο ΜΥ1 αντεξετάσθηκε επί του πλήρους φάσματος της μαρτυρίας του. Μεταξύ άλλων ερωτήθηκε ως προς τη σχέση που ανέπτυξε με τον ΜΕ1 στα πλαίσια της τρίμηνης συνεργασίας τους, και είπε ότι αναπτύχθηκε φιλική σχέση και εχεμύθεια μεταξύ τους «ως πωλητής και αγοραστής». Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το πώς ο ίδιος παρουσίασε τον εαυτό του στον ΜΕ1, σε σχέση με τις παραγγελίες ποτών στις οποίες προέβη, καθώς και ως προς το κατά πόσον παρέλαβε τα ποτά που φαίνονται στα τιμολόγια που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 (μεταξύ άλλων, στα Τεκμήρια 2 και 3) και στο τιμολόγιο Τεκμήριο
  11. Αντεξετάσθηκε περαιτέρω αναφορικά με την εκδοχή που προέβαλε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η επιταγή εκδόθηκε. Μνεία στα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε αντεξετασθείς θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του πιο κάτω, για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που προσφέρθηκε, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς και σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολ. Έφ. 387/09, ημερ. 21.5.14), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 56/12, ημερ. 6.2.18). Χωρίς να παραγνωρίζω το προφανές συμφέρον του ΜΕ1 στην έκβαση της παρούσας, πρέπει να πω ότι αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και ήταν σαφής και συγκεκριμένη, δεν περιέπεσε δε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, επεξηγώντας με σαφήνεια κάθε πτυχή της μαρτυρίας του σε σχέση με την οποία ερωτήθηκε. Οι θέσεις του ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με το κέντρο Kamares επικοινωνία είχε με τον ΜΥ1 ο οποίος υπέγραφε και τα σχετικά τιμολόγια, ότι ο ΜΥ1 πλήρωσε με προσωπική του επιταγή το ποσό των πρώτων πέντε τιμολογίων που εκδόθηκαν προς το κέντρο Kamares τα οποία εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, και ότι η επίδικη επιταγή του παραδόθηκε στις 21.10.10, έγιναν στην ουσία αποδεκτές από τον ΜΥ
  1. Η αξιοπιστία του ΜΕ1 δεν κλονίζεται, θεωρώ, από το γεγονός ότι δεν θυμόταν τι ώρα του παραδόθηκε η επιταγή από τον ΜΥ1 δεδομένου ότι, ως ανέφερε, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με το κέντρο Kamares επισκεπτόταν αυτό σε διαφορετικές ώρες. Περαιτέρω, οι θέσεις του ΜΕ1 ότι ίδιος οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή στον συνεργάτη του «Κάβα Σοφοκλέους», και ότι κατέβαλε στον εν λόγω συνεργάτη του το ποσό της επιταγής την ημέρα που πληροφορήθηκε πως η επιταγή επιστράφηκε από την τράπεζα (29.10.10), με αποτέλεσμα να του επιστραφεί η επίδικη επιταγή, επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του ΜΕ2 και την απόδειξη είσπραξης που ο ΜΕ2 εξέδωσε επ' ονόματι του ΜΕ1 στις 29.10.10 (Τεκμήριο 7). Το γεγονός ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι ώρα ήταν όταν παρέδωσε την επιταγή στον συνεργάτη του στην Κάβα Σοφοκλέους (ενθυμούμενος μόνο ότι ήταν πριν το μεσημέρι) δεν είναι ικανό για να κλονίσει την αξιοπιστία του, ένεκα των πολλών ετών που μεσολάβησαν. Επιπλέον, ο ΜΕ1 με σαφήνεια και σταθερότητα εξήγησε ότι το ποσό των €1.800 υπολογίστηκε πριν την έκδοση της επιταγής ημερ. 21.10.10, και μετά την πρόχειρη κοστολόγηση που ο ΜΥ1 του ζήτησε να κάνει σε σχέση με εμπορεύματα τα οποία το κέντρο Kamares είχε ανάγκη (στην οποία αναφέρθηκε λεπτομερώς στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του). Όσον αφορά στα εμπορεύματα που φαίνονται στα Τεκμήρια 2 και 3 σημειώνω πως ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε ότι παρέλαβε τα προϊόντα που αναφέρονται σε αυτά, δέχτηκε δε ότι το υπόλοιπο από τα εμπορεύματα που πωλήθηκαν στο κέντρο Kamares από τον ΜΕ1 στις 26.10.10 ανήρχετο στα €1.438,
  2. Στο σημείο αυτό σημειώνω πως ο ΜΥ1, στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε πως το υπόλοιπο ως αναφέρεται στα τιμολόγια Τεκμήρια 2 και 3 τα οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, διαφέρει από το υπόλοιπο των αντίστοιχων πρωτοτύπων τιμολογίων που ο ίδιος υπέγραψε, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34), αντίστοιχα. Πράγματι, από μία σύγκριση των πιο πάνω εγγράφων διαφαίνεται πως στο πεδίο «καθυστερημένο ποσό» («overdue balance») στο τιμολόγιο Τεκμήριο 2 αναγράφεται το ποσό των €1.438,20 ενώ στο Τεκμήριο 10
(33)το ποσό των €1.243,84 και στο αντίστοιχο πεδίο στο τιμολόγιο Τεκμήριο 3 αναγράφεται το ποσό των €1.438,20 ενώ στο Τεκμήριο 10
(34)το ποσό των €1.401,12. Η κα Κλεάνθους, στην αγόρευση της αναφέρει σε σχέση με το θέμα αυτό πως τα τιμολόγια Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34)ουδέποτε υποδείχθηκαν στον ΜΕ1 παρόλο που αυτά ήταν στην κατοχή του ΜΥ1, με αποτέλεσμα ο ΜΕ1 να μην είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί σε σχέση με το θέμα που ο ΜΥ1 έθεσε. Είναι καλά γνωστό και εμπεδωμένο στο αντιπαραθετικό σύστημα που ακολουθείται στην Κύπρο πως η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Υπάρχουν, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, δύο κανόνες πρακτικής, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στον μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, 384, Νεοπτόλεμος Γεωργίου v. Ρωξάνης Γεωργίου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 138, 148-150, καθώς και η Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 όπου αποφασίστηκε ότι «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου». Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος (βλ. Adidas, ανωτέρω, σελ. 388 - 389). Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της υπόθεσης, παρατηρείται πως ο ΜΕ1 δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικά με τα τιμολόγια Τεκμήρια 2 και 3, με την αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσον παραδόθηκαν τα εμπορεύματα στα οποία αφορούν τα τιμολόγια που ο ΜΕ1 κατέθεσε να περιορίζεται στα εμπορεύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 5. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε από την πλευρά του εναγομένου ως προς την παράλειψη του συνηγόρου του να αντεξετάσει τον ΜΕ1 σε σχέση με τη διάσταση που παρουσιάζεται μεταξύ των Τεκμηρίων 2 και 3 και των αντίστοιχων πρωτοτύπων τιμολογίων Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34). Αποτέλεσμα της μη υπόδειξης των τιμολογίων Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34)στον ΜΕ1 ήταν να αποστερηθεί ο τελευταίος της ευκαιρίας να δώσει τη δική του εξήγηση και να προβάλει την εκδοχή του για τη διαφορά στο «καθυστερημένο υπόλοιπο» που παρουσιάζεται ανάμεσα στα δύο έγγραφα. Σε κάθε περίπτωση τονίζω ότι στα δύο αντίγραφα των τιμολογίων (Τεκμήριο 2 - Τεκμήριο 10
(33)και Τεκμήριο 3 - Τεκμήριο 10
(34)), δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε διάσταση είτε στην περιγραφή των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν είτε στην αξία τους (που είναι και το ουσιαστικότερο θέμα στα πλαίσια της παρούσας, εφόσον σχετίζεται με το αντάλλαγμα που δόθηκε για την επίδικη επιταγή), με τη διάσταση να περιορίζεται στο αναγραφόμενο ως «καθυστερημένο ποσό». Για ό,τι δε αξίζει, σημειώνω πως ανατρέχοντας στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 και συγκρίνοντας την με τα τιμολόγια Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34)καθίσταται προφανής ο λόγος για τον οποίο υπάρχει αυτή η διάσταση. Στο τιμολόγιο Τεκμήριο 10
(33)αναγράφεται ως «καθυστερημένο ποσό» το ποσό των €1.243,84 που είναι, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, το υπόλοιπο που υπήρχε αμέσως πριν την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου. Στο τιμολόγιο Τεκμήριο 10
(34)αναγράφεται ως «καθυστερημένο ποσό» το ποσό των €1.401,12 που είναι, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, το υπόλοιπο που υπήρχε μετά την έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο 10
(33)και πριν την έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο 10
(34)και της πιστωτικής σημείωσης Τεκμήριο 10
(6)(και Τεκμήριο 4) τα οποία εκδόθηκαν την ίδια ημέρα (26.10.10). Από την άλλη, τα τιμολόγια Τεκμήρια 2 και 3, είναι επανεκτυπωμένα (reprinted), ως αναγράφεται στο πεδίο «σχόλια» και ως ο ΜΥ1 αναγνώρισε. Ως αποτέλεσμα, το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτά ως «καθυστερημένο ποσό» είναι το υπόλοιπο που υπήρχε στην κατάσταση λογαριασμού όταν τα τιμολόγια επανεκτυπώθηκαν (δηλαδή €1.438,20 - βλ. Τεκμήριο 1) και όχι το υπόλοιπο που υπήρχε όταν τα πρωτότυπα τιμολόγια (Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34)) εκτυπώθηκαν. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε επιστάμενα σε σχέση με την έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο
  1. Μέχρι τέλους επέμεινε πως το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε τοις μετρητοίς επειδή αυτό του είχε ζητήσει ο ΜΥ1, η δε θέση του ότι η έκδοση τέτοιων τιμολογίων είναι επιτρεπτή δεν αντικρούστηκε από την υπεράσπιση. Εξαρχής απέρριψε τη θέση πως το εν λόγω τιμολόγιο ήταν «μαύρο», αναφέροντας πως στο τιμολόγιο αναγράφεται ο αριθμός του μητρώου Φ.Π.Α. της εταιρείας του. Επιπλέον αρνήθηκε τη θέση ότι το τιμολόγιο κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να «δικαιολογηθεί» το ποσό της επιταγής, και επέμεινε ότι τα εμπορεύματα που αναγράφονται σε αυτό παραδόθηκαν στον εναγόμενο. Στο σημείο αυτό σημειώνω πως επιχειρήθηκε από τον συνήγορο του εναγομένου η πλήξη της αξιοπιστίας του ΜΕ1 λόγω προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων στις οποίες ο ΜΕ1 είχε κατ' ισχυρισμόν προβεί στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ. 37177/
  2. Συγκεκριμένα, ο κ. Σαβεριάδης ρώτησε τον ΜΕ1 αν είχε αναφέρει στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης ότι ο εναγόμενος είχε ζητήσει την έκδοση «μαύρου» τιμολογίου, εξ ου και η εκ των υστέρων «κατασκευή» του Τεκμηρίου
  3. Ο ΜΕ1 είπε πως δεν είχε διαβάσει το κείμενο της απόφασης και δεν γνώριζε αν το τιμολόγιο είχε καταγραφεί ως «μαύρο τιμολόγιο», λέγοντας πάντως πως ο ίδιος δεν θα μπορούσε να «δηλώσει τη λέξη μαύρο» (αφού «μαύρο» σημαίνει «παραδίδω εμπόρευμα και παίρνω χρήμα» κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση) ακόμη και αν αυτό καταγράφηκε στην απόφαση. Στην ουσία ο ΜΕ1 δεν αποδέχτηκε τη δήλωση που επιχειρήθηκε να του αποδοθεί από τον συνήγορο του εναγομένου, η πλευρά του οποίου δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο είτε το κείμενο της απόφασης, είτε τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης αρ. 37177/10 στα πλαίσια της οποίας έγινε η κατ΄ ισχυρισμό δήλωση.[1] Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ο ΜΕ1 προέβη σε δηλώσεις αντιφατικές προς τα όσα ανέφερε στο παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. 37177/
  4. Στη βάση των ανωτέρω, καθώς και της γενικότερης καλής εικόνας που ο ΜΕ1 άφησε στο Δικαστήριο, η σταθερή θέση του ότι τα εμπορεύματα που φαίνονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 5 παραδόθηκαν στο κέντρο Kamares, γίνεται αποδεκτή. Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 962 και Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462). Και στην προκειμένη περίπτωση, η θέση του ΜΕ1 ότι παρέδωσε στον ΜΥ1 τα εμπορεύματα που καταγράφονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 5 ήταν σταθερή και πειστική. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω τον ΜΕ1 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Ο ΜΕ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του οποίου δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την πλευρά του εναγομένου, υποστηρίζεται δε από την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ πως η αξιοπιστία του κλονίζεται από το γεγονός πως δεν μπορούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες για τις οποίες ερωτήθηκε αλλά «μόνο τα βασικά», αφού ως ο ίδιος εξήγησε τα όσα σχετίζονται με την επίδικη επιταγή δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο ούτε και υπήρχε λόγος να τα θυμάται λεπτομερώς μετά από οκτώ χρόνια, αφού το θέμα για τον ίδιο έληξε όταν έλαβε το ποσό της επιταγής από τον ΜΕ
  1. Αποδέχομαι, συνεπώς, πως ο ΜΕ1 οπισθογράφησε προς τον ΜΕ2 την επίδικη επιταγή, αφού τούτο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι επίσης πως ο ΜΕ2 κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου στις 21.10.10, θέση που υποστηρίχθηκε επίσης από τον ΜΕ3 και συνάδει περαιτέρω με τη σφραγίδα που φαίνεται επί της επίδικης επιταγής. Αποδέχομαι περαιτέρω ότι μετά την επιστροφή της επιταγής από την Τράπεζα υπήρξε επικοινωνία με τον ΜΥ1 αφού ο τελευταίος επιβεβαιώνει την επικοινωνία αυτή, και ότι ο ΜΥ1 είπε στον ΜΕ2 πως έχει κάποιες διαφορές με τον ΜΕ1 και ότι «θα κανονίσουν» την επιταγή, θέση επί της οποίας ο ΜΕ2 παρέμεινε σταθερός. Αποδέχομαι, τέλος, ότι στις 29.10.10 ο ΜΕ1 κατέβαλε στον ΜΕ2 το ποσό των €1.800, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την απόδειξη που ο ΜΕ2 εξέδωσε προς τον ΜΕ1 (Τεκμήριο 7), και ότι τότε ο ΜΕ2 επέστρεψε στον ΜΕ1 την επίδικη επιταγή. Η μαρτυρία του ΜΕ3 ήταν τυπική. Προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει ορισμένες πληροφορίες σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 6 καθώς και τις οδηγίες που δόθηκαν για ανάκληση αυτής (Τεκμήριο 8), όπως και έπραξε. Ούτε η μαρτυρία του ΜΕ3 αμφισβητήθηκε ουσιαστικώς. Το γεγονός πως δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αρμόδιος για την παρακολούθηση του λογαριασμού του ΜΥ1 υπάλληλος δεν πλήττει, θεωρώ, την αξιοπιστία του, η ουσία της οποίας περιορίστηκε στα όσα προανέφερα και συνάδει με τα αναγραφόμενα στην επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 6) και τις τραπεζικές σφραγίδες που τέθηκαν σε αυτή, καθώς και με το έγγραφο που ο ΜΕ3 κατέθεσε στο οποίο περιέχονται οι οδηγίες ανάκλησης της επιταγής (Τεκμήριο 8). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του επί των όσων ανέφερε σε σχέση με τον εκδότη της επιταγής, τον χρόνο κατάθεσης της στην Τράπεζα Κύπρου και τον χρόνο και τους λόγους ανάκλησης της πληρωμής της. Από την άλλη, δεν θα μπορούσα, σημειώνω, να καταλήξω σε εύρημα στη βάση της δικής του μαρτυρίας σε σχέση με την οπισθογράφηση της επιταγής, αφού ο ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το πρόσωπο προς το οποίο η επιταγή οπισθογραφήθηκε και το πρόσωπο που κατέθεσε την επιταγή. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την πλευρά του ενάγοντος, ο ΜΥ1 δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Η εκδοχή που προέβαλε δεν ήταν πειστική και κατά τη μαρτυρία του υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις, αναδιαμορφώνοντας σε κάποιες περιπτώσεις τη θέση του προκειμένου αυτή να προβληθεί ως αληθοφανής, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. Σημειώνω εξαρχής πως πέραν των σημείων της μαρτυρίας του ΜΥ1 που συνάδουν με τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ΜΥ1 προσπάθησε να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τη διαχείριση του κέντρου Kamares αναφέροντας πως αποκάλυψε στον ΜΕ1 ότι ιδιοκτήτης του κέντρου δεν ήταν ο ίδιος αλλά κάποιος Σταύρος Καραΐσκος. Τέτοια θέση, όμως, ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ούτως ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτής. Η νομολογία που αφορά στις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης του αντιδίκου παρατέθηκε ανωτέρω, και στην προκειμένη περίπτωση η προβληθείσα από τον ΜΕ1 θέση ότι ο ΜΥ1 του συστήθηκε ως ο διευθυντής του κέντρου Kamares δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Πέραν τούτου, ο ΜΥ1 παραδέχτηκε ότι τα πρώτα πέντε τιμολόγια εξοφλήθηκαν με προσωπική του επιταγή. Ανέφερε επίσης πως ξεκαθάρισε στον ΜΕ1 ότι σε περίπτωση που ο ίδιος (ο ΜΥ1) απουσίαζε από το μαγαζί ο ΜΕ1 δεν θα δέχεται παραγγελίες εκτός αν είναι άμεση ανάγκη, καθώς και ότι ακόμη και αν κατά την παραλαβή ποτών ήταν παρών στο κέντρο και ο Καραΐσκος, ο ίδιος ήταν που παραλάμβανε τις παραγγελίες και υπέγραφε τα σχετικά τιμολόγια, με τις όποιες συναλλαγές να γίνονται πάντοτε και αποκλειστικά μεταξύ ΜΕ1 και ΜΥ
  2. Προκύπτει, συνεπώς, τόσο από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και από τις πιο πάνω αναφορές του ΜΥ1 ότι οι παραγγελίες και οι παραλαβές των ποτών γίνονταν πάντοτε από τον ΜΥ1, ο οποίος κατέβαλε με προσωπική του επιταγή το σύνολο των οφειλών που προέκυψαν μέχρι 25.8.10, πριν, δηλαδή, τις οφειλές που σχετίζονται με την επίδικη επιταγή. Των ανωτέρω δοθέντων δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ΜΥ1 ότι αποκάλυψε στον ΜΕ1 ότι ο ίδιος δεν ήταν είτε ιδιοκτήτης είτε διαχειριστής του κέντρου Kamares και, κατ' επέκταση, την ανεπιτυχή προσπάθεια του να πείσει πως ο ίδιος δεν είχε κάποια ουσιαστική σχέση με το κέντρο Kamares. Μη πειστική ήταν, κρίνω, και η εκδοχή που προέβαλε σε σχέση με την έκδοση και ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Προέβαλε ότι ο ΜΕ1 του ζήτησε την επίδικη επιταγή στις 21.10.10 για να την παρουσιάσει σε κάποιο συνεργάτη του και να εξασφαλίσει εμπορεύματα, στον οποίο (συνεργάτη) ο ΜΕ1 θα έδιδε δική του επιταγή σε 2 - 3 μέρες και θα λάμβανε πίσω την επιταγή του ΜΥ
  3. Η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με το γεγονός ότι επί της επίδικης επιταγής τέθηκε η ημερομηνία 21.10.10 που σήμαινε ότι αυτή θα μπορούσε να κατατεθεί άμεσα. Αν η πρόθεση ήταν απλά να παραδοθεί η επιταγή στον συνεργάτη του ΜΕ1 αλλά να μην κατατεθεί για τις επόμενες 2 - 3 ημέρες, λογικό θα ήταν να μεταχρονολογηθεί η επιταγή για 2 - 3 ημέρες ούτως ώστε να διασφαλίσει ο ΜΥ1 ότι αυτή δεν θα κατατίθετο. Για να υποστηρίξει την εκδοχή του, ο ΜΥ1 ανέφερε πως η επιταγή δόθηκε το απόγευμα της 21.10.10 και περαιτέρω ότι η επιταγή «έγινε κατάθεση στις 25 του μηνός» κάτι που δείχνει, κατά τον ΜΥ1, πως ο ΜΕ1 ζήτησε από τον συνεργάτη του να περιμένει 2 - 3 μέρες. Οι θέσεις του όμως αυτές δεν συνάδουν ούτε με τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος ανέφερε ότι κατέθεσε την επιταγή στις 21.10.10 (προφανώς σε ώρα που η τράπεζα ήταν ανοικτή) ούτε και με την σφραγίδα που τέθηκε επί της επιταγής Τεκμήριο 6 από την Τράπεζα Κύπρου στην οποία η επιταγή κατατέθηκε, από την οποία προκύπτει πως η κατάθεση έγινε στις 21.10.
  4. Ο ΜΥ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι επικοινώνησε με τον ΜΕ1 στις 24.10.10 για να παραγγείλει ποτά και τον ρώτησε γιατί δεν του επέστρεψε ακόμη την επιταγή. Κατά την αντεξέταση του αναδιαμόρφωσε τη θέση του αυτή αναφερόμενος σε «επανειλημμένα τηλεφωνήματα από τις 21 μέχρι τις 24/10» προς τον ΜΕ1 στα οποία ο τελευταίος δεν ανταποκρινόταν, αφού το τηλέφωνο του ήταν κλειστό. Τέτοιες θέσεις, σημειώνω, ουδέποτε τέθηκαν στον ΜΕ
  5. Αντιφατικές ήταν και οι θέσεις που προέβαλε ως προς το πότε και γιατί υποψιάστηκε ότι ο ΜΕ1 του έλεγε ψέματα για την επιταγή. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 24.10.10 ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι την επιταγή κατά λάθος την είχε στην κατοχή του ο γιος του και ότι θα του την επέστρεφε στις 25.10.10 όταν θα του παρέδιδε την παραγγελία. Τότε άρχισε, είπε, να υποψιάζεται πως ο ΜΕ1 του έλεγε ψέματα, έτσι το πρωί της 25.10.10 τηλεφώνησε στην τράπεζα του και στη συνέχεια έδωσε γραπτώς εντολή μη πληρωμής. Την ίδια μέρα (25.10.10) επισκέφθηκε το μαγαζί του ΜΕ1 το οποίο ήταν κλειστό, ακολούθως τηλεφώνησε στον υιό του ΜΕ1 ο οποίος δήλωσε άγνοια για την επιταγή και ακολούθως επισκέφθηκε τη σύζυγο του ΜΕ1 στην οικία του η οποία δήλωσε άγνοια ως προς το πού βρισκόταν ο ΜΕ
  6. Κατά την αντεξέταση του δεν παρέμεινε σταθερός στην πιο πάνω εκδοχή. Ερωτήθηκε ευλόγως από την συνήγορο του ΜΕ1 γιατί αφού ανέμενε, σύμφωνα με την εκδοχή που προέβαλε, στις 25.10.10 την παράδοση των ποτών και την επιστροφή της επιταγής, του γεννήθηκαν υποψίες ότι ο ΜΕ1 του έλεγε ψέματα. Για να δικαιολογήσει τη θέση του, ο ΜΥ1 ανασκεύασε τη θέση που προώθησε κατά την κυρίως εξέταση του (ότι, δηλαδή, τηλεφώνησε στον υιό του ΜΕ1 στις 25.10.10), μεταθέτοντας το τηλεφώνημα στον υιό του ΜΕ1 στις 24.10.10, πριν δηλαδή την ανάκληση της επιταγής. Προσέθεσε δε ότι άρχισε να υποψιάζεται επειδή το μαγαζί του ΜΕ1 ήταν κλειστό και η σύζυγος του ΜΕ1 του ανέφερε «αυτά που του ανέφερε», μεταθέτοντας συνεπώς και την επίσκεψη στην οικία του ΜΕ1 σε χρόνο πριν την ανάκληση της επιταγής. Οι πιο πάνω αντιφάσεις είναι κατά την κρίση μου ουσιαστικές και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ΜΥ1 ο οποίος αναπροσάρμοζε τις θέσεις του κατά το δοκούν προκειμένου να υποστηρίξει την εκδοχή του. Επιπλέον, ο ΜΥ1 κατέγραψε ως λόγο ανάκλησης της επίδικης επιταγής στο τραπεζικό έντυπο Τεκμήριο 8 τη δικαιολογία «δεν παρέλαβα τα προϊόντα τα οποία αγόρασα». Δέχθηκε βεβαίως ότι τα όσα ανέφερε στο εν λόγω έντυπο δεν συνάδουν με την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο. Για να δικαιολογήσει τη διάσταση αυτή είπε πως η τράπεζα του ανέφερε πως «δεν ευσταθούσε» ο λόγος που ήθελε να προβάλει. Με κάθε σεβασμό προς τον ΜΥ1, δεν προβάλλει ως πειστική ή και λογική η θέση του ότι η τράπεζα υποδεικνύει στους πελάτες της ποιες αιτιολογίες γίνονται αποδεκτές και ποιες όχι, ή η θέση του ότι η τράπεζα δεν αποδέχτηκε την καταγραφή του αληθινού (κατά τον ΜΥ1) λόγου ανάκλησης της επιταγής υποχρεώνοντας τον στην ουσία να καταγράψει κάτι το μη αληθές στο έντυπο Τεκμήριο
  7. Τέτοιες θέσεις δεν υποβλήθηκαν εξάλλου στον ΜΕ3, όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά Τραπεζική Επιταγή, 2η έκδοση, 2006, Τόμος 2, σελ. 141 -142, ο εκδότης είναι ελεύθερος για τους δικούς του λόγους (οι οποίοι δεν ενδιαφέρουν καθόλου την τράπεζα) να ανακαλέσει την πληρωμή επιταγής και η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί στην εντολή του πελάτη της. Μη πειστικές ήταν και οι θέσεις που προέβαλε ως προς τις επικοινωνίες που είχε με τον ΜΕ2 μετά την ανάκληση της επιταγής. Υπενθυμίζω πως δεν αμφισβητήθηκε η θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι ο ΜΕ1 κατέβαλε στις 29.10.10 το ποσό της επίδικης επιταγής προς τον ΜΕ2 (βλ. Τεκμήριο 7), ο οποίος επέστρεψε την επιταγή στον ΜΕ
  8. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε πως επισκέφθηκε τον ΜΕ2 στις 30.10.10 και ότι ο ΜΕ2 δεν του ανέφερε πως η επιταγή είχε εξοφληθεί από τον ΜΕ
  9. Όμως ο ΜΕ2 δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να μην αναφέρει στον ΜΥ1 ότι η επιταγή εξοφλήθηκε και να συνεχίσει να απαιτεί το ποσό της από τον ΜΥ1, ως η εκδοχή του τελευταίου, αφ' ης στιγμής η επιταγή εξοφλήθηκε από τον ΜΕ1 την προηγούμενη ημέρα. Όσον αφορά στα επίδικα τιμολόγια, αν και ο ΜΥ1 δεν αρνήθηκε πως παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 2 και 3 (και αντίστοιχα στα Τεκμήρια 10
(33)και 10
(34)) επιχείρησε να αντικρούσει τη θέση του ΜΕ1 ως προς το ότι το συνολικό οφειλόμενο από την επιχείρηση ποσό ήταν το ποσό των €1.800 λέγοντας πως τα τιμολόγια «ξανατυπώθηκαν για να συμπληρωθεί το ποσό». Το θέμα της διάστασης που προκύπτει ανάμεσα στα δύο αντίγραφα των τιμολογίων σχολιάστηκε πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 στην οποία παραπέμπω για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων. Για τους λόγους που αναφέρονται εκεί, η επίμονη προσπάθεια του ΜΥ1 να αμφισβητήσει το συνολικό οφειλόμενο ποσό με αναφορά στα Τεκμήρια 2 και 3 δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, αντίθετα, εντάσσεται, κατά την κρίση μου, στην ευρύτερη προσπάθεια του ν' αποφύγει τις ευθύνες του. Στη βάση των διαπιστωθείσων παλινδρομήσεων και αντιφάσεων στις οποίες ο ΜΥ1 υπέπεσε κατά τη μαρτυρία του, καθώς και των αντιφάσεων μεταξύ αυτής και της λοιπής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίθηκε αξιόπιστη, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθίαν της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταγράφονται κατωτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Ο ενάγων ασχολείται με την εμπορία ποτών και η συνεργασία του με τον εναγόμενο ξεκίνησε στις 24.08.
  1. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, πωλούσε στον εναγόμενο ποσότητες ποτών για τις ανάγκες του κέντρου Kamares και εξέδιδε τιμολόγια τα οποία καταχωρούσε σε σχετική κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε (Τεκμήριο 1). Ο εναγόμενος του συστήθηκε ως ο διευθυντής της επιχείρησης. Στις 13.10.10 η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού έδειχνε υπόλοιπο ύψους €1.243,
  2. Στις 21.10.10 ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να κοστολογήσει πρόχειρα κάποια εμπορεύματα που χρειαζόταν ο πρώτος (άλλα επί πίστωση, άλλα τοις μετρητοίς, και κάποια εμπορεύματα που θα επιστρέφοντο), και ο εναγόμενος θα έδινε στον ενάγοντα επιταγή για το συνολικό ποσό. Ο ενάγων προέβη σε σχετικούς πρόχειρους υπολογισμούς και ενάγων και εναγόμενος συμφώνησαν ότι υπόλοιπο ανήρχετο στα €1.800, ποσό το οποίο θα καταβάλλετο με μία επιταγή, τα δε εμπορεύματα θα παραδίδοντο μόλις η επιταγή ετιμείτο. Προς τούτο, ο εναγόμενος εξέδωσε την ίδια ημέρα (δηλαδή στις 21.10.10) την υπ' αριθμόν 20420796 επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ Λτδ για το ποσό των €1.800 με δικαιούχο τον ενάγοντα (Τεκμήριο 6). Την ημέρα που ο ενάγων παρέλαβε την επιταγή, την οπισθογράφησε στους συνεργάτες του Κάβα Ποτών Σοφοκλέους Λτδ, προς τους οποίους είχε οφειλή. Ο Χριστάκης Σοφοκλέους, διευθυντής της εταιρείας Κάβα Ποτών Σοφοκλέους Λτδ, κατέθεσε την επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου στις 21.10.
  3. Στις 25.10.10 ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην τράπεζα του για μη πληρωμή της επιταγής (Τεκμήριο 8). Η επιταγή επιστράφηκε στον Σοφοκλέους με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Στις 25.10.10 ο εναγόμενος επικοινώνησε με τον ενάγοντα, τον ενημέρωσε ότι η επιταγή τιμήθηκε και ζήτησε τα εμπορεύματα του ως η συμφωνία τους. Ο ενάγων στις 25.10.10 παρέδωσε στον εναγόμενο εμπορεύματα αξίας €157.28, εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 2 - 10
(33)). Στις 26.10.10 παρέδωσε στον εναγόμενο εμπορεύματα αξίας €66.82 και €360.86, εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια (Τεκμήρια 3 - 10
(34)και 5) και του επιστραφήκαν εμπορεύματα αξίας €29.74 για τα οποία εξέδωσε πιστωτική σημείωση (Τεκμήριο 4 - 10
(6)). Στις 29.10.10 ο ενάγων ενημερώθηκε από τον Χριστάκη Σοφοκλέους ότι η επίδικη επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη «Η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγων κατέβαλε αυθημερόν στον Σοφοκλέους το ποσό των €1.800 (Τεκμήριο 7) και ο Σοφοκλέους του επέστρεψε την επιταγή. Ο ενάγων επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του ζήτησε να διευθετήσει άμεσα την πληρωμή της επιταγής. Ο εναγόμενος του ζήτησε περιθώριο λίγων ημερών για να μαζέψει το ποσό της επιταγής, κατά καιρούς δε τον διαβεβαίωνε ότι θα του κατέβαλλε το ποσό της επιταγής, κάτι που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Ο ενάγων με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €1.800 που αποτελεί την αξία μιας επιταγής που εκδόθηκε από τον εναγόμενο κατά ή περί την 21.10.10 έναντι νομίμου ανταλλάγματος, προς όφελος και σε διαταγή του ενάγοντος, η οποία, αν και παρουσιάστηκε δεόντως προς είσπραξη, επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχό της. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αποδέχεται ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος του ενάγοντος, αρνείται, όμως, τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί δέουσας παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα και περί επιστροφής της ως απλήρωτης στον κάτοχό της. Ισχυρίζεται επίσης ότι δεν έλαβε νόμιμο αντάλλαγμα από τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Heatron Co Ltd ν. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1(Β) Α.Α.Δ 1034, 1040, αποφασίστηκε ότι: «Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου.» Στη βάση των ευρημάτων στα οποία κατέληξα υπό το φως της αξιόπιστης μαρτυρίας που προσήχθη, κρίση μου είναι πως ο ενάγων έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι η επίδικη επιταγή (επιταγή με αρ. 20420796 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Α.ΤΗ.Κ. Λτδ) εκδόθηκε από τον εναγόμενο σε διαταγή του ενάγοντος στις 21.10.10, παρουσιάστηκε δεόντως στην τράπεζα για πληρωμή, αλλά δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχο της, καθότι ο εναγόμενος έδωσε στις 25.10.10 οδηγίες για ανάκληση της. Ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε για τη μη τίμηση της επιταγής, του ζητήθηκε η πληρωμή της, πλην όμως ουδέν ποσόν κατέβαλε στον ενάγοντα έναντι της επίδικης επιταγής μέχρι και σήμερα. Εισηγείται ο κ. Σαβεριάδης στη γραπτή του αγόρευση ότι επειδή η επίδικη επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον ενάγοντα στον Σοφοκλέους (ο οποίος και κατέθεσε την επιταγή στην τράπεζα) και ο ενάγων έλαβε εκ νέου κατοχή της επιταγής αφότου αυτή επιστράφηκε ως απλήρωτη, ο ενάγων δεν αποτελεί «νομιμοποιημένο κομιστή» εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, εισηγούμενος στην ουσία ότι ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου στη βάση της επιταγής. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262, «επιταγή είναι συναλλαγματική[2] που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Το άρθρο 29
(1)του Κεφ. 262 προνοεί: «29
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή - (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση, (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποί μεταβίβασε αυτή». Σύμφωνα με τα πιο πάνω, «νομιμοποιημένος κομιστής» (holder in due course) καθίσταται κάποιος όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η επιταγή να είναι δεόντως συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, δηλαδή να περιέχει τα εξής στοιχεία (
  1. i)το όνομα της πληρώτριας τράπεζας, (
  2. ii)να κατονομάζει με εύλογη ακρίβεια το όνομα του δικαιούχου, (iii) να καθορίζεται το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, (
  3. iv)να είναι χρονολογημένη και (
  4. v)να είναι υπογραμμένη από τον εκδότη.
(2)Η επιταγή να είναι οπισθογραφημένη (indorsed).
(3)Η επιταγή να μην είναι ληξιπρόθεσμη (overdue).
(4)Ο κομιστής για να νομιμοποιείται δεν πρέπει να γνωρίζει ότι η επιταγή είχε εμφανιστεί προηγουμένως προς πληρωμή και δεν επληρώθη.
(5)Να αποκτήσει την επιταγή με καλή πίστη.
(6)Να δώσει αξία για την επιταγή και κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιταγής σ΄ αυτόν να μην είχε γνώση της ελαττωματικότητας του τίτλου του προηγούμενου κομιστή. (βλ. και σύγγραμμα Χριστάκη Λουκά, Τραπεζική Επιταγή, 2η έκδοση, 1997, σελ. 140 - 145) Έχει δίκαιο ο κ. Σαβεριάδης στο ότι ο ενάγων δεν είναι και ουδέποτε ήταν νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής. Όταν ο εναγόμενος παρέδωσε την επιταγή στις 21.10.10 στον ενάγοντα, ο ενάγων ήτο ο δικαιούχος (payee) αυτής ο οποίος δεν λογίζεται νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής για τους σκοπούς του άρθρου 29 του Κεφ. 262 αφού η επιταγή δεν μεταβιβάστηκε σε αυτόν (βλ. άρθρο 29
(1)(β) του Κεφ. 262, σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή, ανωτέρω, σελ. 148 - 149, 166 και 432 - 433, και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 29η έκδοση, παρ. 18-003: «The payee may be a holder for value, but he cannot be a holder in due course, the instrument not having been "negotiated" to him, as understood by s.29
(1)(b).»). Όταν δε ο ενάγων επανέκτησε την κατοχή της επιταγής, είχε ήδη γνώση της μη τίμησης της από την τράπεζα (βλ. άρθρο 29
(1)(α) του Κεφ. 262). Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είναι (και δεν ήταν ποτέ) νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, τον εμποδίζει από του να ενάγει στη βάση αυτής. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, παρά να είναι αρνητική. Τούτο διότι δεν είναι μόνο ο νομιμοποιημένος κομιστής που έχει δικαίωμα έγερσης αγωγής στη βάση της επιταγής, αλλά κάθε κάτοχος της επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 38(α)[3] του Κεφ. 262. «Κάτοχος» επιταγής, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 262 «σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών». Επιπλέον, οποτεδήποτε δοθεί αξία σε επιταγή, ο κάτοχος της θεωρείται κάτοχος για αξία («holder for value»). Ο κάτοχος για αξία διαφέρει από τον νομιμοποιημένο κομιστή στο ότι ο τελευταίος έχει ένα αδιαμφισβήτητο τίτλο επί της επιταγής εναντίον του οποίου δεν μπορούν να προβληθούν ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν κατά του προκατόχου του. Αντίθετα ο κάτοχος για αξία είναι μεν το πρόσωπο που δίδει αξία στην επιταγή (όπως και ο νομιμοποιημένος κομιστής), αλλά κατέχει την επιταγή με τα ελαττώματα του τίτλου (defects of title) που ενδεχομένως να έχει ο προκάτοχός του όπως όταν αποκτάται με δόλο, εξαναγκασμό, άσκηση βίας ή φόβου ή για παράνομη αιτία κ.λ.π.[4] Σύμφωνα με το σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή, ανωτέρω, σελ. 145, εάν κάτοχος επιταγής ικανοποιεί τις έξι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, τότε έχει όλα τα συστατικά στοιχεία της ιδιότητας του νομιμοποιημένου κομιστή, και οποιοσδήποτε μεταγενέστερος κάτοχος, ακόμη και αν δεν ικανοποιεί τις έξι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, αποκτά όλα τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου εκείνου κομιστή έναντι όλων των προηγηθέντων μερών, εκτός εάν ο μεταγενέστερος κάτοχος είναι ο ίδιος μέρος του δόλου ή της παρανομίας που επηρεάζει την επιταγή.[5] Σε περίπτωση μη τίμησης επιταγής, ο κάτοχος της αποκτά άμεσο δικαίωμα προσφυγής εναντίον του εκδότη και των οπισθογράφων (άρθρο 47
(2)[6] του Κεφ. 262). Ο εκδότης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 55
(1)(α)[7] του Κεφ.262, σε περίπτωση μη τίμησης της, οφείλει να αποζημιώσει τον κάτοχο ή οποιονδήποτε οπισθογράφο που υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, νοουμένου ότι τηρήθηκαν δεόντως οι απαιτούμενες διαδικασίες λόγω μη τίμησης (βλ. και Byles on Bills of Exchange and Cheques, ανωτέρω, παρ. 21-042[8]). Εάν η επιταγή πληρωθεί από οπισθογράφο, το πρόσωπο που πληρώνει επανέρχεται στα αρχικά του δικαιώματα όσον αφορά τον εκδότη ή τα προηγούμενα μέρη (βλ. άρθρο 59
(2)(β)[9] του Κεφ. 262 και σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή, ανωτέρω, σελ. 451 - 452). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έδωσε αξία στην επιταγή, δηλαδή έδωσε αντάλλαγμα για να την αποκτήσει (η θέση του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την επιταγή έναντι νομίμου ανταλλάγματος, σχολιάζεται κατωτέρω). Όταν η επιταγή δεν τιμήθηκε, ο ενάγων κλήθηκε από τον Σοφοκλέους να αποπληρώσει το ποσό της επιταγής, όπως και έπραξε (βλ. Τεκμήριο 7), επανακτώντας την κατοχή της επιταγής. Με την καταβολή του ποσού της επιταγής στον Σοφοκλέους, ο ενάγων αποκαταστάθηκε στα δικαιώματα που είχε εναντίον του εκδότη της επιταγής, δηλαδή του εναγομένου, και έχει, συνεπώς, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου, στη βάση της επιταγής. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε νόμιμο αντάλλαγμα από τον ενάγοντα για την έκδοση της επιταγής. Ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτή, και στη βάση των όσων προνοούνται στο άρθρο 30
(1)[10] του Κεφ. 262, δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, 994, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, 851, Heatron Co Ltd ν. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1034, 1040 και Παναγιώτου ν. Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, 921 - 922). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος απέτυχε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο της έγκυρης ή αξιόλογης αντιπαροχής ή ανταλλάγματος, δεδομένης της εξολοκλήρου απόρριψης, ως αναξιόπιστης, της εκδοχής που προέβαλε ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο ενάγων απέδειξε την αξίωση του κατά του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €1.800 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α., αν υπάρχει. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9: «32. Αν, κατά τη διάρκεια αντεξέτασης μάρτυρα επί προηγούμενης δήλωσής του σχετικής με την υπό εκδίκαση υπόθεση, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τη μαρτυρία του στην εν λόγω διαδικασία, ο μάρτυρας αυτός δεν παραδέχεται ρητώς ότι έκανε μια τέτοια δήλωση, δύναται να παρουσιαστεί μαρτυρία ότι ο μάρτυρας προέβη στη δήλωση αυτή, αλλά πριν δοθεί τέτοια μαρτυρία πρέπει να δοθούν στο μάρτυρα επαρκείς λεπτομέρειες για προσδιορισμό της συγκεκριμένης περίπτωσης και να ερωτηθεί ο μάρτυρας αν πράγματι προέβη σε τέτοια δήλωση ή όχι.» [2] Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 262 «συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή» [3] «38. Τα δικαιώματα και οι εξουσίες του κατόχου συναλλαγματικής είναι τα ακόλουθα: (α) Αυτός δύναται να εγείρει αγωγή στο όνομα του∙ (β) όταν αυτός είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο, κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και δύναται να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική∙ (γ) όταν ο τίτλος του είναι ελαττωματικός- (i) αν μεταβιβάζει τη συναλλαγματική σε κάτοχο κατά προσήκοντα τρόπο, ο κάτοχος αυτός αποκτά καλό και πλήρη τίτλο στη συναλλαγματική, και (ii) αν λάβει πληρωμή της συναλλαγματικής το πρόσωπο το οποίο πληρώνει αυτόν κατά τον προσήκοντα τρόπο λαμβάνει έγκυρη εξόφληση της συναλλαγματικής.» [4] Ως προς το πότε τίτλος είναι ελαττωματικός, βλ. άρθρο 29
(2)του Κεφ. 262. [5] Βλ. άρθρο 29
(3)του Κεφ. 262, το αρχικό κείμενο του οποίου προνοεί τα εξής: «Α holder (whether for value or not) who derives his title to a bill through a holder in due course and who is not himself a party to any fraud or illegality affecting it, has all the rights of that holder in due course as regards the acceptor and all parties to the bill prior to that holder.» (Σημειώνω πως από το ελληνικό κείμενο του νόμου απουσιάζουν οι λέξεις που σημείωσα με έμφαση) [6] «47
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, όταν η συναλλαγματική δεν τιμάται εξαιτίας μη πληρωμής, ο κάτοχος αποκτά άμεσο δικαίωμα προσφυγής εναντίον του εκδότη και των οπισθογράφων.» [7] «55.-
(1)Ο εκδότης συναλλαγματικής με την έκδοση αυτής- (α) Αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως αποδεκτεί αυτήν κατόπι δέουσας παρουσίασης και πληρώσει αυτή, σύμφωνα με το περιεχόμενο της και αν δεν τιμηθεί αυτός θα αποζημιώσει τον κάτοχο ή οποιονδήποτε οπισθογράφο που υποχρεούται να πληρώσει αυτή, νοουμένου ότι έχουν τηρηθεί δεόντως οι απαιτούμενες διαδικασίες λόγω μη τίμησης· (β) παρεμποδίζεται από του να αρνηθεί στον κατά τον προσήκοντα τρόπο κάτοχο την ύπαρξη του δικαιούχου και την τότε ικανότητα του να οπισθογραφεί.» [8] «The drawer of a cheque engages that on due presentment the cheque will be paid and that if it is dishonoured he will compensate the holder (who, these days, will almost invariably be the payee), or any indorser who has been compelled to pay upon it, provided that any requisite proceedings on dishonour have been taken. The holder's right of recourse against the drawer and indorsers accrues immediately the cheque is dishonoured by non-payment.» [9] «59
(2)Τηρουμένων των διατάξεων που περιλαμβάνονται πιο κάτω, όταν συναλλαγματική πληρωθεί από τον εκδότη ή από οπισθογράφο δεν εξοφλείται αλλά- .. (β) όταν συναλλαγματική πληρωθεί από οπισθογράφο, ή όταν συναλλαγματική πληρωτέα σε διαταγή του εκδότη πληρωθεί από τον εκδότη, το μέρος που πληρώνει την συναλλαγματική αποκαθίσταται στα προηγούμενα δικαιώματα του όσον αφορά τον αποδέκτη ή τα προηγούμενα μέρη, και δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο, να διαγράψει τη δική του και τις μεταγενέστερες οπισθογραφήσεις και να μεταβιβάσει εκ νέου τη συναλλαγματική.» [10] «30
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.