← Κύπρος

ΝΙΚΟΥ ΝΕΟΚΛΗ ν. ΒΑΣΙΛΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 1791/2016, 23/3/2018

ΝΙΚΟΥ ΝΕΟΚΛΗ ν. ΒΑΣΙΛΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 1791/2016, 23/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής.: 1791/2016 Μεταξύ: ΝΙΚΟΥ ΝΕΟΚΛΗ, από Ανάγυια Ενάγων και ΒΑΣΙΛΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, από Λακατάμεια Εναγομένου Ημερομηνία: 23.3.2018 Αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 7.11.2017 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για τον Αιτητή: κ. Θωμά για κ.κ. Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χριστοφόρου για κ.κ. Χριστόφορος Α. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.4.2016 και αφορά απαίτηση για αποζημιώσεις που προέκυψαν από τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβηκε στις 11.12.2015 στην Κάτω Δευτερά. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα ΕΖΗ 892 ιδιοκτησίας της μητέρας του χωρίς αυτό να έχει άδεια κυκλοφορίας και λόγω αμέλειας οφειλόμενης σε αυτόν συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντος στο οποίο προξένησε ζημιές. Για την αποκατάσταση των εν λόγω ζημιών ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των €1.514. Λόγω αδυναμίας προσωπικής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο ο ενάγων εξασφάλισε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοσή του. Όπως προκύπτει από τον Δικαστικό φάκελο στις 16.3.2017 εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος διά θυροκολλήσεως του στην είσοδο της οικίας στην οδό Δωδεκανήσου 8Α, 2302, Λακατάμια. Η θυροκόλληση διενεργήθηκε στις 28.3.2017. Μετά την πάροδο της προθεσμίας για καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης η οποία προβλεπόταν στο εν λόγω διάταγμα και αφού δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως του ενάγοντος, στις 11.5.2017 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου. Μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης ο ενάγων στις 6.7.2017 καταχώρησε αίτηση για να εξετασθεί ο εναγόμενος αναφορικά με την οικονομική του δυνατότητα να καταβάλλει το ως άνω δικαστικό χρέος του με μηνιαίες δόσεις η οποία ορίστηκε για επίδοση στις 12.10.2017. Ο εναγόμενος στον οποίο επιδόθηκε προσωπικά η ως άνω αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία διά δικηγόρου και δήλωσε ότι θα ενστεί στην εν λόγω αίτηση, πράγμα το οποίο έπραξε στις 19.1.2018 καταχωρώντας σχετική ένσταση. Πριν την καταχώρηση της ένστασής του στην αίτηση για εξέταση της οικονομικής του κατάστασης είχε καταχωρήσει την επίδικη αίτηση με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (A) να εκδώσει διάταγμα το οποίο να ακυρώνει και παραμερίζει και ή θέτει εκποδών (SET-ASIDE) την απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 11.5.2017, (B) αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 11.5.2017, (Γ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία ήθελε θεωρήσει πρέπουσα το Δικαστήριο και (Δ) τα έξοδα της αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.5Β, Δ.16, Δ.17 Θ.3 και 10, Δ.26 Θ.14 και 15, Δ.27 ΘΘ.1-4, Δ.33 ΘΘ. 1-15, Δ.39, Δ.40 Θ.7 και Θ.11, Δ.48 ΘΘ.1-9 (
  2. h)και 11, Δ.51, Δ.57, Δ.59 Δ.64 και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 30 και 31 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωσή του η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ειδικότερα ότι ουδέποτε παρέλαβε ή του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή καθότι ο τόπος διαμονής του είναι η Λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου Γ' 19, 2622 Μιτσερό και η θυροκόλληση του κλητηρίου εντάλματος στις 28.3.2017 διενεργήθηκε στο σπίτι όπου διαμένει η μητέρα του στην οδό Δωδεκανήσου 8Α, 2302, Λακατάμια. Ισχυρίζεται ότι η μητέρα του ουδέποτε του έδωσε την εν λόγω αγωγή ούτε και τον ενημέρωσε ποτέ ότι είχε παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο που τον αφορούσε αφού δεν διαμένει μαζί της. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι διαμένει στο Μιτσερό στην ως άνω διεύθυνση από το έτος 2009 όταν τέλεσε τον γάμο του με τη Θεονίτσα Θεοδούλου, πιστοποιητικό του οποίου καταχώρησε ως Τεκμήριο Α στην ένορκή του δήλωση. Επισύναψε επίσης ως Τεκμήριο Β τον λογαριασμό τηλεφώνου ημερομηνίας 30.6.2017 ο οποίος είναι στο όνομα της συζύγου του και στον οποίο φαίνεται η διεύθυνση στο Μιτσερό. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση της παρούσας αγωγής όταν στις 25.7.2017 επισκέφθηκε την οδό Δωδεκανήσου τυχαία καθότι η μητέρα του απουσίαζε στο εξωτερικό και ήταν σε εκείνη τη διεύθυνση που του επιδόθηκε η αίτηση μηνιαίων δόσεων. Μετά που του επιδόθηκε η αίτηση δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα γιατί έπρεπε να μεταβεί στην Αγγλία για να βοηθήσει τον πατέρα του και όταν περί τα τέλη Αυγούστου 2017 επέστρεψε στην Κύπρο είχε συνάντηση με τον δικηγόρο του ο οποίος στη συνέχεια προέβηκε σε σχετική έρευνα στον δικαστικό φάκελο. Δηλώνει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην επίδικη αγωγή και ζητά να του δοθεί άδεια να την προβάλει. Η υπεράσπισή του εδράζεται στον ισχυρισμό ότι το ποσό των €1.514 ουδέποτε ανταποκρινόταν στην πραγματική ζημιά που το όχημα του ενάγοντος υπέστη από το τροχαίο ατύχημα μεταξύ των διαδίκων και για την υπεράσπισή του μπορούν να δώσουν μαρτυρία άτομα τα οποία ήταν παρόντα καθώς και αστυνομικοί από τον αρμόδιο σταθμό στον οποίο δόθηκαν καταθέσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι στον τόπο του ατυχήματος αρνήθηκε να έρθει οποιαδήποτε ασφάλεια. Πληροφορείται από τον δικηγόρο του ότι έχει καλή υπεράσπιση και σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο ενάγων δεν θα υποστεί καμία ζημιά ενώ σε περίπτωση που δεν δοθεί το διάταγμα ο ίδιος θα κληθεί να πληρώσει όλα τα ποσά που αναφέρει η απόφαση χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί τον εαυτό του. Ο Καθ' ου η αίτηση / Ενάγων καταχώρησε ένσταση αποτελούμενη από 9 λόγους η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1, Δ.5 Θ.1, 2, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.5Β, Δ.17 ΘΘ. 2, 3 και 10,Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8

(1)(s), 8
(3), 8
(4), 9(h), 10, 11, 12, Δ.57, Δ.59 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρο 25, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλης σχετικής νομολογίας, επί των κανόνων του κοινοδικαίου και της επιείκειας και επί των Γενικών Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης οι οποίοι αναφέρονται είναι οι ακόλουθοι:
(1)ο ενάγων έλαβε πραγματική γνώση του κλητηρίου εντάλματος και η επίδοση ήταν νομότυπη και/ή έλαβε χώρα κανονικά,
(2)οι ισχυρισμοί του περί κακής επίδοσης αποτελεί υστεροβουλία προς αποφυγή των συνεπειών της έκδοσης της απόφασης,
(3)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της απόφασης,
(4)η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση πάσχει και είναι αντικανονική με αποτέλεσμα η μαρτυρία που περιέχει να είναι μηδενικής αποδεικτικής αξίας,
(5)παρά την νομότυπη επίδοση που του έγινε ο αιτητής αδικαιολόγητα και χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου,
(6)η συμπεριφορά του αιτητή με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου,
(7)η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι καταχωρήθηκε μετά την αδικαιολόγητη πάροδο υπέρμετρου χρόνου από τη στιγμή που έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης,
(8)ο αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε συζητήσιμη και/ή βάσιμη και/ή καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας ούτε υφίστανται πιθανότητες επιτυχίας και
(9)η αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και την κωλυσιεργία της εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση του ενάγοντα περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του ιδίου, του κ. Ανδρέα Χριστοφόρου και του κ. Βάσου Αργυρού. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή αφορά ζημιές που υπέστη το όχημά του συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο συνέβηκε στις 11.12.2015, την ευθύνη για την πρόκληση του οποίου αναγνώρισε ο εναγόμενος ο οποίος ανέλαβε να καταβάλει όλα τα έξοδα επισκευής του. Λόγω παράλειψης του εναγομένου να το πράξει ο ενάγων κατέβαλε ο ίδιος τα έξοδα επισκευής για να μπορέσει να λάβει το όχημά του από το συνεργείο. Εναντίον του εναγομένου καταχωρήθηκε σχετική ποινική υπόθεση στο Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία αυτός κλήθηκε ως μάρτυρας και επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο «1» την κλήση μάρτυρα στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17081/2016. Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά ότι ο εναγόμενος διέμενε στην οδό Δωδεκανήσου 8Α, Λακατάμια και ουδέποτε στις μεταξύ τους συζητήσεις του ανέφερε ότι διέμενε κάπου αλλού. Γνωρίζοντας για την ημέρα εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγομένου ενημέρωσε δικαστικό επιδότη να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στον χώρο του Δικαστηρίου αλλά αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Ο κ. Χριστοφόρου με την ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε μέσω επιδότη στον εναγόμενο την 27.6.2017 όπου αντίγραφο αυτής αφέθηκε στην μητέρα του στην οδό Δωδεκανήσου 8Α. Επισύναψε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκή του δήλωση αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 17081/2016 Ε.Δ. Λευκωσίας και ως Τεκμήριο 3 την ένορκη δήλωση επίδοσης του κατηγορητηρίου για την ως άνω υπόθεση η οποία διενεργήθηκε στην οδό Δωδεκανήσου 8Α στην μητέρα του εναγομένου. Τέλος ο κ. Αργυρού ο οποίος είναι ιδιώτης επιδότης δηλώνει ότι από έρευνα στην οποία προέβηκε και από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο που χειριζόταν την παρούσα αγωγή εντόπισε ότι ο εναγόμενος διαμένει στην οδό Δωδεκανήσου 8Α στη Λακατάμια. Μετέβηκε στην εν λόγω διεύθυνση όπου συνάντησε την μητέρα του εναγομένου η οποία του ανέφερε ότι αυτός ευρίσκεται στο εξωτερικό χωρίς να γνωρίζει το πότε θα επιστρέψει. Την επόμενη μέρα της επίσκεψής του πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος θα παρουσιαζόταν στο Ε.Δ. Λευκωσίας όπου αντιμετώπιζε ποινική υπόθεση αλλά με διάφορα τεχνάσματα ο εναγόμενος δεν του επέτρεψε να διενεργήσει την επίδοση ούτε και του απαντούσε στο τηλέφωνο. Στις 27.6.2017 επισκέφθηκε εκ νέου την οδό Δωδεκανήσου και εκεί ήταν η μητέρα του εναγομένου στην οποία άφησε αντίγραφο της Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή και στις 25.7.2017 επισκέφθηκε εκ νέου την ως άνω διεύθυνση και επέδωσε προσωπικά στον εναγόμενο την ως άνω αναφερόμενη αίτηση μηνιαίων δόσεων. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των καταχωρημένων ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων μερών χωρίς να υπάρξει αντεξέταση και οι δικηγόροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με το οποίο καθένας τους υποστηρίζει και προωθεί τις θέσεις των πελατών του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10 η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-
  1. d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη): "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-
  2. d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης (πιο πάνω).Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), "Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Αναφορικά με το θέμα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις πιο κάτω αναφερόμενες αποφάσεις: Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί μια απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγων σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση. Αυτό λ.χ. συμβαίνει στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα μιας αγωγής στον εναγόμενο ή η επίδοση δεν ήταν νομότυπη και η αγωγή δεν περιήλθε εις γνώση του εναγομένου. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ερχόμενος τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος με τα όσα επικαλέστηκε σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ) (πιο πάνω) κατάφερε να αποσείσει το σχετικό βάρος το οποίο έφερε στους ώμους του παρατηρώ τα ακόλουθα: ο εναγόμενος με την ένορκή του δήλωση δεν αμφισβητεί ότι επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα ούτε προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη για την πρόκλησή του. Κρίνω ότι αυτό από μόνο του είναι ικανός λόγος για να μην ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης αφού δεν προβάλλεται οποιαδήποτε σχετική υπεράσπιση και δεν υπάρχει θέμα το οποίο να δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν τούτου όμως παρατηρώ επίσης ότι ο εναγόμενος το μόνο το οποίο ισχυρίζεται ως υπεράσπισή του είναι ότι το ποσό των €1.514 δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό ποσό για τη ζημιά που υπέστη ο ενάγων. Ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε οτιδήποτε άλλο ούτε και παρέθεσε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία για να συγκεκριμενοποιήσει ποιο είναι το μέρος του ποσού το οποίο αμφισβητεί ούτε και για ποιο λόγο το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρατηρώ περαιτέρω ότι τα πρόσωπα τα οποία ο εναγόμενος αναφέρεται ότι μπορούν να δώσουν μαρτυρία υποστηρίζοντας τον ισχυρισμό του ότι το ποσό των €1.514 δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό ποσό για τη ζημιά την οποία υπέστη ο ενάγων, μεταξύ των οποίων και αστυνομικοί, αφενός δεν εξατομικεύονται αφετέρου δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί η μαρτυρία που θα παρουσιάσουν θα είναι υποστηρικτική της εκδοχής του. Ο ισχυρισμός του ότι το ποσό της ζημιά που υπέστη ο εναγόμενος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κρίνω ότι είναι αόριστος και δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να του προσδώσουν κάποια βαρύτητα ή πειστικότητα. Κρίνω με όσα ανέφερα πιο πάνω ότι ο εναγόμενος δεν έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς για να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και για το λόγο αυτό η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω το θέμα της παράλειψής του να εμφανιστεί στην αγωγή διαπιστώνω ότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν διαμένει στην οδό Δωδεκανήσου 8Α στη Λακατάμια αλλά στο Μιτσερό και πως στην εν λόγω διεύθυνση στην οποία θυροκολλήθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής διαμένει η μητέρα του η οποία ουδέποτε του έδωσε την εν λόγω αγωγή ούτε και τον ενημέρωσε. Το Δικαστήριο, ως είναι νομολογημένο (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) μπορεί να λάβει υπόψη του στοιχεία από ένορκη δήλωση που περιέχεται στον φάκελο της αγωγής. Όπως ανέφερα και πιο πάνω ο εναγόμενος, πέραν της καταχώρησης της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για την οικονομική του εξέταση. Από την ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 19.1.2018 και συγκεκριμένα από το Τεκμήριο Α το οποίο είναι βεβαίωση της εταιρείας στην οποία εργοδοτείται διαπιστώνω ότι η εν λόγω εταιρεία έχει διεύθυνση την οδό Δωδεκανήσου 8Α, Λακατάμια. Προκύπτει δηλαδή από το εν λόγω τεκμήριο ότι στην εν λόγω διεύθυνση είναι ο χώρος εργασίας του εναγομένου και είναι σε εκείνη τη διεύθυνση που θυροκολλήθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής για το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι ουδέποτε περιήλθε εις γνώση του. Από το Τεκμήριο B το οποίο επίσης καταχωρήθηκε με την ως άνω αναφερόμενη ένορκη δήλωσή του και το οποίο είναι επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 16.6.2017 απευθυνόμενη σε αυτόν εις απάντηση αιτήματός για αναστολή ενταλμάτων φυλακίσεως προκύπτει ότι αυτή στάλθηκε στην διεύθυνση Δωδεκανήσου 8Α στη Λακατάμια. Συνεπώς προκύπτει από τα πιο πάνω τεκμήρια τα οποία ο εναγόμενος καταχώρησε στον δικαστικό φάκελο ότι η οδός Δωδεκανήσου 8Α δεν αποτελεί μια άγνωστη για αυτόν διεύθυνση ούτε και η παρουσία του εκεί στις 25.7.2017 που του επιδόθηκε η αίτηση για να εξεταστεί για την οικονομική του κατάστασης ήταν τυχαία, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Αντιθέτως, διαφάνηκε ότι η εν λόγω διεύθυνση αποτελεί και τον χώρο εργασίας του. Από τα όσα ανέφερα πιο κάνω δεν κάνω αποδεκτό τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του και κρίνω ότι η επίδοση ήταν νομότυπη και η αγωγή πράγματι ήλθε σε γνώση του. Κρίνω επίσης ότι με τα όσα σχετικά επικαλείται ο εναγόμενος δεν έχει δείξει σοβαρή και εύλογη αιτία για τη μη εμφάνισή του στην αγωγή και πως η παράλειψή του να εμφανιστεί στην αγωγή ήταν χωρίς ουσιαστικό λόγο και συνιστά αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ο εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση της καταχώρησης της εναντίον του αγωγής αδιαφόρησε να εμφανιστεί έγκαιρα στη διαδικασία και μόνο όταν πλέον είχε κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης της εναντίον του δικαστικής απόφασης με την επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων κινήθηκε νομικά ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση της καταχώρησης της αγωγής. Με όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης και υπέρ της ανάγκης διασφάλισης της τελεσιδικίας η οποία υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της Δικαιοσύνης. Έχοντας απορρίψει το αιτητικό της αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, κρίνω ότι ούτε το αιτητικό υπό στοιχείο (Β) για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δύναται να πετύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Εναγομένου - Αιτητή και υπέρ του Ενάγοντος - Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.