Παναγιώτης Ευθυμιάδης ν. Ευθύμιος Mπουλούτας κ.α., Αρ. Αγωγής: 6675/14, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6675/14 Μεταξύ: Παναγιώτης Ευθυμιάδης Ενάγοντας -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Laiki Financial Services Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέας Βγενόπουλος
- Ευθύμιος Mπουλούτας
- Χρίστος Στυλιανϊδης
- Παναγιώτης Κουννής
- Ελευθέριος Χιλιαδάκης
- PricewaterhouseCoopers Ltd
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd
- Grant Thorton
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 24/4/2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Κουρουπίδης για Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε, Για Καθ'ού η Αίτηση: κα Νικολάου για Χρίστος, Φοίβος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Δ.Ε.Π.Ε. Στις 24/11/17 οι Αιτητές, το Δικηγορικό Γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε, (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν όπως ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 21/09/17, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 6 και 9, στους κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3-9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ1 και 4, Δ.16 Θ.9, Δ.39, Δ.48, Θ.1-4, 8
(4), 9, 13 Δ.51, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1215/2012, στον Νόμο 35 (III) του 2003 άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 άρθρα 2 -15, στο Ν. 55/84άρθρα 3,4,5,6 και 7, στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Ελλάδας τα άρθρα 122 έως και 141, στον φάκελο δικογραφίας, στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και στην συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ελίνας Αλεξάνδρου, Δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου, άτομο που ως αναφέρει είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές για να προβεί στην υποστηρικτική της Αιτήσεως ένορκη δήλωση. Η ομνύουσα αναφέρει ότι στις 17/10/17 επιδόθηκαν στους Αιτητές η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, το κλητήριο ένταλμα, η μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21/07/17 αλλά και διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/09/17, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς Αιτήσεως. Η ομνύουσα αναφέρει ότι υπάρχει σωρεία λόγων για τους οποίους το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να παραμεριστεί. Ως πρώτον λόγο αναφέρει ότι η νομική βάση της μονομερούς Αίτησης δεν ενεργοποιούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού σε αυτήν δεν αναφέρονται τα ορθά Άρθρα και διατάξεις του σχετικού κανονισμού ή Νόμου αλλά και γενικά όλες οι απαραίτητες διατάξεις σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα. Ως δεύτερον λόγο προβάλλει ότι το επίδικο διάταγμα επηρεάζει τις διακρατικές συμφωνίες που έχει υπογράψει η Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά την ομνύουσα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξουσιοδοτήσει επίδοση με άλλον τρόπο από αυτόν που συμφωνήθηκε μεταξύ των ενδιαφερόμενων συμβληθέντων κρατών. Περαιτέρω, σε σχέση πάντα με τη νομική βάση αυτή, χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής λόγω του ότι δεν επικαλείται τους ΕΚ 1215/12 και 1393/
- Η ομνύουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο, στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογούσε την έκδοση του διατάγματος. Περαιτέρω θίγει θέματα που αφορούν την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 21/07/
- Εν προκειμένω αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση αφορά και αναφέρεται σε τεκμήρια που αφορούν άλλην αγωγή και όχι την παρούσα. Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι στο Άρθρο 124, στην παράγραφο 1, του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του ελληνικού δικαίου, αναφέρεται ότι η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει. Ως εκ τούτου η δήλωση του οργάνου επίδοσης ότι ο παραλήπτης μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση καθιστά σαφές ότι δεν προέβη σε καμία απολύτως προσπάθεια εντοπισμού των Εναγομένων 6 και 9, σημειώνοντας ότι η υποχρέωση του οργάνου επίδοσης να αναζητήσει τους Εναγόμενους είναι αυξημένη. Η ομνύουσα αναφέρει ότι δεν ιστορείται κανένα πραγματικό περιστατικό αναζήτησης νέας διεύθυνσης ή έστω πιστοποίηση ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 είναι αγνώστου διαμονής ούτε αναφέρεται άλλη προσπάθεια που έγινε για την υποκατάστατο επίδοση. Ως καταλυτικό θέμα θίγει ότι η ομνύουσα στην Αίτηση ημερομηνίας 21/07/17 δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών και ως εκ τούτου η ένορκη της δήλωση είναι αντικανονική και δεν πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν από το Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής ο Καθ' ου η Αίτηση) αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης, στην οποίαν προβάλλει ως συγκεκριμένους λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
- Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου ενεργοποιείται με την αναφορά στην αίτηση στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο Άρθρο 3 και 9 του Κεφ. 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν συνεπάγεται ακύρωση της νομικής βάσης της αίτησης και/ή της μονομερούς αίτησης και συνεπακόλουθα του εκδοθέντος διατάγματος.
- Το επίδικο διάταγμα δεν παραβιάζει οιεσδήποτε από τις διακρατικές συμφωνίες που έχει υπογράψει η Κύπρος. Το δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει σχετικό διάταγμα ως η αίτηση και ορθώς το έκδωσε.
- Με την αίτηση για υποκατάσταση επίδοσης, ο ενάγοντας έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς επίσης και τα περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν πλήρως την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Από το περιεχόμενο δε της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αναλύθηκε και επεξηγήθηκε ο λόγος που ο ενάγοντας αιτείτο ως η αίτηση του.
- Καμία παρατυπία δεν υφίσταται ή αντικανονικότητα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, η οποία κάθε άλλο παρά γενική και αόριστη είναι.
- Ουδόλως η ομνύουσα δεν προβαίνει σε αυθαίρετα συμπεράσματα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση αλλά αντιθέτως όλα όσα αναφέρει είναι τεκμηριωμένα και εκεί και όπου χρειάζεται γίνεται παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια.
- Η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημερ. 21/7/17 είναι καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού οι εναγόμενοι 6 και 9 έχουν λάβει γνώση της διαδικασίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ανδρέας Νικολάου από τη Λευκωσία, Δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην υποστηρικτική της ενστάσεως ένορκη δήλωση. Επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση, ως Τεκμήριο 1, την επίδοση των εγγράφων, τα οποία οι Αιτητές φαίνονται να αποδέχονται μέσω της ενόρκου δηλώσεως της Ελίνας Αλεξάνδρου ότι τους επιδόθηκαν, επισημαίνοντας ότι δεν αμφισβητείται ότι αυτά έχουν δεόντως επιδοθεί. Η ομνύουσα δε προχωρεί σε εξήγηση των λόγων για τους οποίους ως η ίδια ισχυρίζεται δεν ευσταθεί η Αίτηση και πρέπει να απορριφθεί. Ως πρώτον λόγο προβάλλει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο Άρθρο 3 και 9 του Κεφ. 6 και η παράληψη αναφοράς στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία, η οποία δεν συνεπάγεται στην ακύρωση της νομικής βάσης και συνεπακόλουθα του εκδοθέντος διατάγματος. Η ομνύουσα περαιτέρω αναφέρει ότι το επίδικο διάταγμα δεν παραβιάζει οποιανδήποτε από τις διακρατικές συμφωνίες που έχει υπογράψει η Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο έχει εξουσία για να εκδώσει το διάταγμα το οποίο εξέδωσε. Υποστηρίζει ότι τόσο η Αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι καθ' όλα νομότυπες, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς θεσμούς, και επαρκώς τεκμηριωμένες, απορρίπτοντας του ισχυρισμούς περί αντικανονικότητας και αοριστίας. Περαιτέρω λέει ότι με την Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ο Ενάγοντας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθώς επίσης και τα περιστατικά που δικαιολογούσαν πλήρως την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω η ομνύουσα στρέφει την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι το δικηγορικό γραφείο των Αιτητών από το 2014 μέχρι και σήμερα δρα κατόπιν των οδηγιών των Εναγομένων 6 και 9, τους όποιους εκπροσωπεί και δεδομένου αυτού η προώθηση της υπό εξέταση Αίτησης είναι καταχρηστική, ζητώντας στην κατακλείδα της την απόρριψη της Αίτησης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου. Στη δική τους γραπτή αγόρευση οι Αιτητές προβαίνουν σε μια σειρά από γενικές επισημάνσεις, τις οποίες θεωρούν απολύτως σχετικές για την έκβαση της υπό εξέταση Αίτησης. Η πρώτη επισήμανση είναι ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 είναι Έλληνες υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας. Η δεύτερη επισήμανση αφορά τη βάση αγωγής του Καθ' ου η Αίτηση εναντίον των Εναγομένων 6 και
- Αναφέρουν επιπλέον ότι ο Καθ' ου η Αίτηση στις 04/12/15 επέδωσε διά θυροκόλλησης σε διεύθυνση στην Ελλάδα διάφορα έγγραφα αναφορικά με την εν λόγω αγωγή. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 17/12/15 για παραμερισμό της επίδοσης, καθότι διενεργήθηκε μετά την εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος, χωρίς να έχει προηγηθεί ανανέωση (στις 07/12/17 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ακύρωσης της επίδοσης). Επιπρόσθετα οι Εναγόμενοι 6 και 9 καταχώρησαν Αίτηση παραμερισμού στις 26/04/16 για ακύρωση του μονομερούς διατάγματος ημερομηνίας 29/01/16, με το οποίο διατάχθηκε παράταση του χρόνου καταχώρησης Αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου και ακολούθησε απόφαση ημερομηνίας 05/12/16, με την οποίαν ακυρώθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 29/01/16 για παράταση του χρόνου καταχώρησης Αίτησης ανανέωσης κλητηρίου σε σχέση με τους Εναγόμενους 6 και 9 και αφετέρου το διάταγμα ημερομηνίας 29/01/16 για ανανέωση του κλητηρίου. Αυτά έλαβαν χώρα πριν την εξασφάλιση διατάγματος ανανέωσης κλητηρίου ημερομηνίας 21/09/
- Η πλευρά των Αιτητών προχωρεί στην παράθεση των νομικών αρχών που διέπουν Αιτήσεις παραμερισμού υποκατάστατης επίδοσης παραθέτοντας τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη Νομολογία, εισηγούμενοι ότι ούτε μια εξ αυτών δεν πληρείται. Επαναλαμβάνουν τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη νομική βάση της Αίτησης στην ένορκη τους δήλωση, εισηγούμενοι ότι η παρατυπία, την οποίαν επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση διά της ενστάσεως του, ουδέν άλλως υφίσταται και δεν έχει ενεργοποιηθεί η ορθή διαδικασία υποκατάστατης επίδοσης αφού ελλείπει το υπόβαθρο, το οποίο θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει το αν η επίδοση, η οποία υποτίθεται ότι έγιναν προσπάθειες για να διενεργηθεί, ήταν νομότυπη. Εισηγείται περαιτέρω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση εξάγει αυθαίρετα συμπεράσματα, ενώ περαιτέρω θίγει ότι τα τεκμήρια 1 και 2 αφορούν τη μη επίδοση εγγράφων για άλλην αγωγή και όχι την παρούσα, εισηγούμενος ότι προφανώς το Δικαστήριο έχει παραπλανηθεί και πρέπει να οδηγηθεί αβίαστα στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Επικαλείται δε την υποχρέωση που έχει ο Αιτητής σε μονομερή Αίτηση να αποκαλύπτει τα ουσιώδη γεγονότα που ήταν γνωστά στον ίδιο αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να είχε ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Περαιτέρω επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην ένσταση σε σχέση με το όργανο επίδοσης και την ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τη μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 21/07/17, καταλήγοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Νομολογίας που θα επέτρεπαν την επιτυχία της Αίτησης παραμερισμού. Εισηγείται ότι δεν έχει καταβληθεί ουδεμία προσπάθεια για προσωπική επίδοση στους Εναγόμενους 6 και 9 και αυτό από μόνο του δεν μπορεί να ενεργοποιήσει την διαταγή 5, αφού δεν έχει καταδειχθεί ότι η προσωπική επίδοση στους Εναγόμενους δεν είναι εφικτή. Συνοψίζοντας την, όπως την αποκαλεί ο ίδιος, καταχρηστική και παραπλανητική συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση, προβαίνει σε σειρά από παρατηρήσεις οι οποίες δεν κρίνονται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί και εισηγείται όπως η Αίτηση εγκριθεί από το Δικαστήριο. Στη δική του γραπτή αγόρευση ο Καθ' ου η Αίτηση, αφού αναφέρεται σε ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και παραθέτει την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών προβαίνει σε ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της υποκατάστατης επίδοσης, παραθέτοντας τόσο εγχώρια όσο και αγγλική Νομολογία. Θεωρεί ότι η παράληψη αναφοράς στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αποτελεί θεραπεύσιμη παρατυπία, κάνοντας αναφορές και στις συνταγματικές επιταγές, την ιδιαιτερότητα δηλαδή του εγχώριου συστήματος, επισημαίνοντας ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 έλαβαν γνώση της διαδικασίας που εξελίσσεται εναντίον τους αλλά και στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στην εκπροσώπηση των Εναγομένων από το γραφείο των Αιτητών για πλειάδα υποθέσεων παρόμοιας φύσεως. Θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία των Αιτητών και η αποδοχή της από το Δικαστήριο θα οδηγούσε στην υιοθέτηση τυπολατρικής προσέγγισης που έρχεται σε αντίθεση τόσο με το πνεύμα των ευρωπαϊκών κανονισμών αλλά όσο και με τους εγχώριους διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην κατακλείδα της η ευπαίδευτη Συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι το δικηγορικό γραφείο των Αιτητών παρέλαβε την αγωγή και αποδέχθηκε την επίδοση, υπογράφοντας τα σχετικά έγγραφα χωρίς οποιανδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία και θίγει θέμα κατά πόσον το δικηγορικό γραφείο των Αιτητών μπορεί να καταχωρεί αιτήσεις, αφού οι ίδιοι δεν είναι διάδικοι στην υπό εξέταση αγωγή. Με αυτά εισηγείται ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Νομική Πτυχή Η επίδοση εντός δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.5 ενώ η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.
- Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω μια σύντομη αναφορά στην Δ.5Κ1,2,9 και 10 και Δ.5 (Α) είναι επιθυμητή για σκοπούς κατανόησης της σημασίας της στο Κυπριακό Δικαιϊκό σύστημα και την ερμηνεία της ως προς την εξέταση της παρούσας αίτησης. Η Δ.5 Κ1 προνοεί: «Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ.» Σε μετάφραση: «Κάθε κατονομαζόμενος Εναγόμενος στο κλητήριο ένταλμα ρέπει, εκτός αν διατάξει διαφορετικά Δικαστής, να του γίνει επίδοση με τον τρόπον που προνοείται στον κανονισμό 2 αυτής της Διάταξης ενός επισήμου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος και τέτοια επίδοση θα θεωρείται σαν καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος.» Η Δ.5 Κ2 προνοεί: «The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left.» Σε μετάφραση «
(1)Η επίδοση πρέπει όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση αλλά να δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθή. (Ι) ...... (ΙΙ) ..... (ΙΙΙ) ....
(2)..... » Η Δ.5 Κ9 προνοεί: «If it be made to appear to the Court or a Judge that from any cause it is not possible promptly to effect service in the manner provided in rule 2 of this Order, the Court or Judge may make such order for substituted or other service, or for the substitution of notice for service by letter, public advertisement or otherwise, as may be just.» Σε μετάφραση: «Αν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ή στον Δικαστή ότι για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατο να γίνει επίδοση σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, της Διάταξης αυτής, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει υποκατάστατον επίδοση ή άλλη επίδοση ή υποκατάστατο επίδοση δια επιστολής της οποίας θα γίνει δημόσια δημοσίευση ή επίδοση με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δικαία.» Η Δ.5 Κ10 προνοεί: «An order under rule 9 of this Order shall appoint the time within which the defendant shall enter his appearance to the writ, and shall also contain, a direction that, if the defendant does not enter an appearance within the appointed time, notice of any application in the action may be given by posting an office copy of the notice on the Court notice board.» Σε μετάφραση: «Διάταγμα σύμφωνα με τον Κανονισμό 9, αυτής της Διάταξης θα προσδιορίζει τον χρόνον εντός του οποίου ο Εναγόμενος θα καταχωρήσει εμφάνιση στο ένταλμα και επίσης θα περιέχει οδηγίες ότι αν ο Εναγόμενος παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση εντός του καθορισθέντος χρόνου ειδοποίηση οιασδήποτε αίτησης μπορεί να γίνεται με ανάρτηση επίσημου αντίγραφου της ειδοποίησης στον Πίνακα του Δικαστηρίου.» Η Δ.5(Α) Δ.5προνοεί: «Every application to the Court or a Judge for an order for substituted or other service, or for the substitution of notice for service, shall be supported by an affidavit setting forth the grounds upon which the application is made.» Σε μετάφραση: «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατο επίδοση ειδοποίησης, πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση.» Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί τη βάση της δικαιοδοσίας και για τούτο προβλέπεται, για να καταστεί δυνατό η συνέχιση της διαδικασίας που άρχεται με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, επίδοσης τούτου στον Εναγόμενο. Όταν όμως φαίνεται ότι είναι αδύνατο να επιδοθεί στον Εναγόμενο σύμφωνα με τον Κ2 της Δ.5 τότε το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει υποκατάστατο επίδοση ή άλλη επίδοση ή με άλλο τρόπο επίδοση που θα θεωρήσει δίκαια σύμφωνα με το Κ9 της Δ.5. Η Δ.5 Κ9 που προβλέπει για την υποκατάστατη επίδοση, αποτελεί δικονομικό δίκαιο που σκοπό έχει να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του Ενάγοντα συνέχισης της διαδικασίας της αγωγής του, σε περίπτωση που σκόπιμα ή μη ή για άλλο λόγο δεν καθίσταται δυνατή η προσωπική επίδοση στον Εναγόμενο αλλά ταυτόχρονα με την λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, ότι η με άλλο τρόπο επίδοση, ήτοι η με όποιο τρόπο διαταχθεί υποκατάστατος επίδοση, θα περιέλθει σε γνώση του Εναγόμενου το κλητήριο ένταλμα, και δεν θεσπίζει ουσιαστικό δικαίωμα, σε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης σε φυσικό πρόσωπο, στο πρόσωπο αυτό, ένεκα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σ΄ αυτό. Όπως αναφέρεται στην In Re Κυριάκου (Αρ.2)
(2005)1 ΑΑΔ 1071, 1080 στόχος της Δ.48 Κ8
(4)είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε μονομερώς όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί ν΄ ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίηση του. Προέχει, από όλα τα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η εξέταση του θέματος κατά πόσο η Αιτήτρια είναι ή όχι επηρεαζόμενο πρόσωπο. Η Δ.48 Θ8
(4)προνοεί: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Σε μετάφραση: «Οιονδήποτε πρόσωπο (πλην του αιτητή) που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που έγινε μονομερώς μπορεί να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με τοιούτους όρους που θα ήθελον φανεί δίκαιοι.» Σύμφωνα με την Δ.48 Θ8
(4)πρόσωπο μη διάδικος έχει την δυνατότητα να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για τον παραμερισμό ή διαφοροποίηση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση, εφόσον επηρεάζεται απ΄ αυτό, και υπό τέτοιους όρους που θα εκρίνετο δίκαιο. Στην υπόθεση Ιn Re Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429 αναφέρθηκε ότι η λέξη «δύναται» αναφέρεται στο ρήμα «ζητήση» και όχι στις λέξεις «δια κλήσεως» και η φράση «οιονδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως» υποδηλοί έννοια παροχής δικαιώματος σ΄ αυτό το πρόσωπο να υποβάλει ή να μην υποβάλει αίτηση, αλλά εάν ασκήσει το δικαίωμα τότε η ακουληθητέα διαδικασία είναι η αίτηση δια κλήσεως. . Στην υπόθεση Heli Air v. Drecher
(1988)1 CLR 234 ερμηνεύεται η Δ.48 Κ8
(4), ότι δεν παρέχει γενικά δικαίωμα, σε οιονδήποτε τρίτο να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό, ακύρωση ή τροποποίηση διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αλλά μόνο στο πρόσωπο που επηρεάζεται ή νομιμοποιείται (locus standi) (βλ. Murfin v. Ashbridge Martin
(1941)1 All E.R. 231). Η εμβέλεια της Δ.48 Κ8
(4)εκτείνεται και έξω από τη σφαίρα της παραγράφου 1 του Κ8 της Δ.48 (βλ. Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 438, 444, 445, Αίγλη Κωνσταντινίδου κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 853 και Ιn Re Hadjisoteriou (πιο πάνω). Οι περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται υπό της Δ.16 Κ9 και Δ.10 Κ7 αποτελούν εκφάνσεις της γενικότερης αρχής η οποία ενσωματώνεται στην Δ.48 Κ8
(4), Το όλο ζήτημα αποφασίστηκε τελεσίδικα από το Εφετείο της Χώρας στην υπόθεση Μηλίτσα Κουή -ν- Μιχάλη Χριστοδούλου
(2010)1 Α.Α.Δ 401 όπου Το Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι εφαρμόζονται πλήρως στην παρούσα. «1. Η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48, θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε: Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234).
- Η Δ.35, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αφορά στις εφέσεις, αντιστοιχεί στην Δ.58, θ.1 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, που ήταν σε ισχύ την 1.1.1954, ημερομηνία κατά την οποία οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί, Κεφ. 12, οι οποίοι αντικατέστησαν τους προηγούμενους θεσμούς, τέθηκαν σε εφαρμογή στην Κύπρο με τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1953 (Ν. 40/53). Όπως επεξηγείται στο Annual Practice του 1956, στη σελ. 1244, τα πρόσωπα που δικαιούνται να εφεσιβάλουν μια απόφαση είναι οι διάδικοι. Πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι μπορούν, με άδεια η οποία παραχωρείται κατόπιν μονομερούς αιτήσεως προς το Εφετείο, να εφεσιβάλουν μια απόφαση ή διάταγμα που επηρεάζουν τα συμφέροντα τους. Εκτεταμένη αναφορά στην παλιά Αγγλική Διαταγή 58, θ.3 των Αγγλικών Θεσμών γίνεται και στο Annual Practice του 1960, στη σελ.
- Εκεί αναφέρεται επίσης ότι δικαίωμα έφεσης έχουν οι διάδικοι καθώς και πρόσωπα στα οποία έχει επιδοθεί ειδοποίηση της απόφασης ή του διατάγματος που εκδόθηκε, καθώς επίσης και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο εξασφάλισε την άδεια του Εφετείου και το οποίο θα μπορούσε να καταστεί διάδικος στην αγωγή αν η αγωγή του επιδιδόταν. Επεξηγείται επίσης ότι η άδεια του Εφετείου δίδεται στις περιπτώσεις που το πρόσωπο, μη διάδικος, αποδεικνύει, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι πρόσωπο ενδιαφερόμενο, παραπονούμενο (aggrieved) ή δυσμενώς επηρεασθέν από την απόφαση ή το διάταγμα (Δέστε: Cyprus Asbestos Mines Co. Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 49). 3. Η απόφαση στην υπόθεση George D. Counnas & Sons Ltd v. Union Lebanese etc.
(1977)1 C.L.R. 271 και οι αποφάσεις που αναφέρονται σ' εκείνη την υπόθεση και τις οποίες επικαλέστηκε η εφεσείουσα προς υποστήριξη των θέσεών της είναι ουσιωδώς διαφορετικές από την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Counnas (ανωτέρω,) αλλά και στις αποφάσεις που αναφέρονται εκεί, είχε γίνει επίδοση της αγωγής σε κατ' ισχυρισμό αντιπρόσωπο στην Κύπρο, των αλλοδαπών εναγομένων, και την αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είχαν υποβάλει οι αλλοδαποί εναγόμενοι, ενεργούντες μέσω του εν Κύπρω φερόμενου ως αντιπροσώπου τους. Άλλες υποθέσεις στις οποίες αναφέρθηκε η εφεσείουσα αφορούν σε περιπτώσεις ασφαλιστικών εταιρειών οι οποίες έχουν, εκ του νόμου, απορρέον καθήκον να καλύψουν τη ζημιά του εναγομένου και οι οποίες υποκαθίστανται ουσιαστικά στη θέση και στα δικαιώματα του ίδιου του εναγόμενου. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις των Ασφαλιστικών Εταιρειών, ο κανόνας πρακτικής είναι ότι, μόνον οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να καταχωρίσουν παρεμπίπτουσες αιτήσεις και αν ασφαλιστική εταιρεία επιθυμεί κάτι τέτοιο, πρέπει να το κάμει χρησιμοποιώντας το όνομα του ασφαλισμένου-πελάτη της και διαδίκου στην αγωγή (Δέστε: Murfin v. Ashbridge & Martin [1941] 1 All E.R. 231). 4. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν υπέβαλε ποτέ οποιαδήποτε αίτηση για να καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη διαδικασία αλλά ούτε και εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια του Εφετείου για να καταχωρήσει την παρούσα έφεση, στην οποία μάλιστα τροποποίησε τον τίτλο της πρωτόδικης διαδικασίας χωρίς να έχει προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα. Η μόνη σχέση της με τα όσα συνέβησαν πρωτοδίκως είναι ότι εκδόθηκε μονομερώς, από το πρωτόδικο δικαστήριο, διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής στην ίδια, για λογαριασμό του εναγόμενου γιού της ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό. Δεν θεωρούμε, υπό τις περιστάσεις, ότι η αιτήτρια είχε δικαίωμα καταχώρισης αίτησης παραμερισμού του μονομερούς διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο δικαστήριο, και επίσης δεν θεωρούμε ότι η εφεσείουσα, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση οποιασδήποτε άδειας, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα έφεση στην οποία μάλιστα άλλαξε, αυθαίρετα, και τον τίτλο.» Εάν και δεν προβάλλεται ως συγκεκριμένος λόγος Ένστασης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι στην υπό εξέταση αίτηση οι Αιτητες είναι οι δικηγόροι των Εναγομένων 6 και 9. Το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους Αιτητες δεν αποτελεί ούτε συνιστά ικανοποιητικό λόγο για να ενταχθούν στα πρόσωπα που παρέχεται η δυνατότητα από την Δ.48 Κ8
(4)να αποταθούν στο Δικαστήριο ως επηρεαζόμενα για ακύρωση ή διαφοροποίηση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Τα θέματα που θίγονται από τους Αιτητες και σχετίζονται με την καταχώριση της αγωγής, την επίδοση της , στην μη αποκάλυψη ουσιωδών και κρίσιμων πλροφοριών αποτελούν ζητήματα μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 6 και 9 στην αγωγή και κανένα συμφέρον έχουν οι Αιτητές στα πλαίσια της αγωγής επί τούτων. Κρίνω ότι με αυτά τα δεδομένα ότι οι Αιτητές δεν είναι επηρεαζόμενα πρόσωπα ούτε νομιμοποιούνται (locus standi) στην υποβολή της παρούσας Αίτησης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης κρίνω σκόπιμο να εξετασω τα κυριότερα σημεία της Αιτήσεως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης. Ως ελέχθη, η επίδοση των σχετικών εγγράφων στον Εναγόμενο 1 έλαβε χώραν στην Κύπρο στους δικηγόρους Χαβιαράς και Φιλίππου ΔΕΠΕ, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ως γνωστό, εκείνο που εξετάζεται σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο ή άλλα έγγραφα υπόψη του Εναγομένου (δες υποθέσεις Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36 και Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765). Η Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 29.4.14, της κας Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (ως ήταν τότε) στην Αγωγή 3463/13, Sergei Petrovich Poymanov v. Aletarro Limited κ.ά. είναι άκρως κατατοπιστική. Το πιο κάτω απόσπασμα από την Απόφαση της με καλύπτει και το παραθέτω: «Β. Εξέταση του θέματος της κακής επίδοσης Είναι χρήσιμη η αναφορά εν προκειμένω στην υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 όπου τέθηκε ότι "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (βλ. The Annual Practice, I960, Vol. 1, παραγ. 133-134)". Στη κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα, που αφορούσαν την ισχυριζόμενη εμπλοκή των Εναγομένων 9 αλλά και το θέμα της καταλληλότερης επίδοσης προς αυτούς στη Ρωσία, αποφάσισε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η επείγουσα υφή της διαδικασίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη από το στάδιο εκείνο απλώς επειδή η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα δεν αφορούσε τους Εναγόμενους 9. Η ύπαρξη διατάγματος, κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή στις 20.08.2013, κατά τη κρίση μου, έθετε το όλο θέμα της αγωγής ως επείγουσας, αφού η όλη στάση του Ενάγοντα στη προώθηση της αγωγής είναι ένα απόλυτα σχετικό θέμα σε συνάρτηση με το διάταγμα. Ακριβώς, ακολουθώντας την αιτιολογική βάση της υπόθεσης Φραγκέσκου (ανωτέρω) αλλά και των συναφών αναφορών στο Annual Practice, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη του Εναγομένου. Πράγμα, που εδώ, έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους 9 αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα, την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, μαζί με το σχετικό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα που αφορούσε την επίδοση. Επίσης, περιλαμβανόταν στα δοθέντα έγγραφα, τόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση όπως επίσης και τα σχετικά τεκμήρια. Σημειώνεται ακόμη - και είναι πολύ σημαντικό- ότι όλα τα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στη Ρωσική γλώσσα. Στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, γίνεται ρητή παραδοχή ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα έγγραφα στις 26.05.2013, με αποτέλεσμα ο σκοπός της επίδοσης να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη πιο πάνω νομολογία. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής.» Σε ότι δε αφορά τις επισημάνσεις των Αιτητών σε σχέση με την μη αναφορά στο αιτητικό της μονομερούς Αιτήσεως των Ευρωπαϊκών Κανονισμών με την οποία επετεύχθην η έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση αυτές οι πτυχές θεωρώ ότι είναι εντελώς τυπολατρικές και πρέπει ως τέτοιες να αποτύχουν. Οι τυπολατρικές προσεγγίσεις και η άσκοπη αφοσίωση σε ζητήματα τα οποία στην ουσία ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα των διάδικων είναι πλέον ξεπερασμένες νομικές τεχνικές. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηνίας 13.9.2013, η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν. Στη βάση λοιπόν αυτής της αποκρυσταλλωμένης και καθαρής αρχής που εξηγείται στη υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτή η πτυχή της αίτησης ως εντελώς τυπολατρική πρέπει να αποτύχει. Η ίδια αντίληψη φανερώνεται και στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Πολ. Έφ. 113/2012, ημερομηνίας 4.3.
- Παραθέτω κάποια αποσπάσματα της απόφασης Alpha Bank (ανωτέρω τα οποία θεωρώ ότι καλύπτουν το σκεπτικό: «... Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007/ΕΚ, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσίβλητων.» .............................................. «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.
- Θ. 13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού... Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ., σχ. Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Limited v. Unique UK Inc.
(2010)IB Α.Α.Δ. 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» «Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Για αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσίβλητους.» «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
- Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσίβλητων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση. Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.» Πέραν των ανωτέρω σχολίων πρέπει να τονίσω ότι δεν συμφωνώ με τους Αιτητες ότι η έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση στους ιδίους συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Ούτε βεβαίως διαπιστώνω να έχουν παραβλαφθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγόμενων 6 και
- Οι Ενάγοντες δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος, προσπάθησαν αρχικά να επιδώσουν τα έγγραφα στη Ελλάδα σε διευθύνσεις που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι έδωσαν. Με δεδομένο ότι δεν κατέστη δυνατή η προσωπική επίδοση σε αυτούς βρίσκω ότι ήταν δικαιολογημένη η καταχώριση της μεταγενέστερης μονομερούς Αιησεως ημερομηνίας 21/7/2017 για υποκατάστατη επίδοση. Επιπλέον, έχει αγνοηθεί από πλευράς Αιτητών και το πασιφανές : ότι δηλαδή οι Αιτητές εκπροσώπησαν στην υπό των ως 'άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους Εναγόμενους 6 και 9 και σειρά από ενδιάμεσες διαδικασίες, με την εντολή και εξουσιοδότηση των ιδίων των Εναγομένων 6 και 9 και δεν έχουν θέσει καθόλου στα πλαίσια της υπό εξέτασης αίτησης ότι δεν εκπροσωπούν τους Εναγόμενους 6 και 9 ή ότι δεν έχουν επαφή μαζί τους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Αίτηση ημερομηνίας 24/11/17 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ'ού η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο