← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1178/2017, 16/4/2018

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΟΥ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1178/2017, 16/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1178/2017 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΟΥ Ενάγουσα και ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόμενος Αίτηση Ενάγουσας ημερομηνίας 31.10.2017 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης 16 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ματσεντίδου διά Γεωργίου-Ορέστη Ζούμπου Για Εναγόμενο/Καθ΄ου η Αιτητή: κ. Γκούτρας διά Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω σε συντομία τα όσα προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.3.2017 και, ταυτόχρονα, η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η αίτηση εκείνη υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας, ημερομηνίας 13.3.2017 και 21.3.2017 αντίστοιχα. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της κυρίως αίτησης στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ήγειρε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η οποία υποστηρίζεται, με τη σειρά της, από ένορκη δήλωση του ιδίου. Από της εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, πολύ επιγραμματικά, διαφαίνεται ότι οι θέσεις της κάθε πλευράς έχουν ως εξής. Οι διάδικοι ήταν πρώην σύζυγοι και απέκτησαν από τον γάμο τους δύο τέκνα. Για σκοπούς ρύθμισης των περιουσιακών τους διαφορών, στα πλαίσια της λύσης του γάμου τους, συνήψαν στις 8.9.2011 συμφωνία με την οποία, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν τη μεταβίβαση μετοχών στην εταιρεία CMR Terra Construction Limited από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα , προσωπικά και ως εμπιστευματοδόχου για τον ανήλικο (τότε) υιό τους καθώς και προς την ενήλικη θυγατέρα τους. Η μεταβίβαση έγινε, όμως περί τον Απρίλιο του 2014, η Ενάγουσα και η θυγατέρα της μεταβίβασαν πίσω στον Εναγόμενο τις εν λόγω μετοχές. Η θέση της Ενάγουσας, που η πλευρά του Εναγόμενου αρνείται, είναι ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν αποτέλεσμα δόλου και εξαπάτησης που υπέστησαν από τον Εναγόμενο και έγινε μετά από διαβεβαιώσεις του ότι θα τους επέστρεφε τις μετοχές σε μελλοντικό χρόνο. Ο Εναγόμενος προβάλλει διαφορετική εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι η μεταβίβαση ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης, ότι έγινε για διάφορους λόγους που καταγράφει στην ένορκη του δήλωση, και δεν έχει υποχρέωση να τις επιστρέψει. Σημειώνω ότι οι μετοχές παραμένουν εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι του Εναγόμενου και Ενάγουσα αξιώνει, μέσω της αγωγής, την επανεγγραφή τους επ' ονόματι της και των δύο τέκνων τους. Σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, διαφαίνεται ότι στις 18.10.2013 υπεγράφη δεύτερη συμφωνία για τη ρύθμιση των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των πρώην συζύγων η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος, είτε προσωπικά είτε μέσω της εταιρείας CMR Terra Construction Limited (η οποία ενδεχομένως να εργοδοτούσε την Ενάγουσα), θα πλήρωνε στην Ενάγουσα ποσό €1.500 μηνιαίως, μέχρι τη συνταξιοδότησή της. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η πληρωμές του ποσού αυτού γίνονταν αρχικά, αλλά σταμάτησαν τον Ιούνιο 2015. Η δε Ενάγουσα αξιώνει, μέσω της αγωγής, την απόδοση προς αυτή αποζημιώσεων για ισχυριζόμενη αντίστοιχη παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 18.10.2013. Ο Εναγόμενος δέχεται ότι οι πληρωμές σταμάτησαν αλλά υποστηρίζει ότι έχει καταβάλει διάφορα άλλα ποσά προς την Ενάγουσα και έχει προβεί σε άλλες πληρωμές προς όφελος της που υπερβαίνουν το ποσό των €1.500 μηνιαίως που προνοούσε η συμφωνία. Καταγράφει δε και απαριθμεί στην ένορκη του δήλωση διάφορα ποσά και οφέλη - αρκετά από τα οποία, σημειώνω, προγενέστερα της συμφωνίας ημερομηνίας 18.10.2013 - που υποστηρίζει ότι πλήρωσε προς την Εναγόμενη ή προς όφελος της, ενώ επισυνάπτει και αριθμό εγγράφων ως τεκμήρια προς απόδειξη των όσων αναφέρει. Ακολούθησε αίτηση από την πλευρά της Ενάγουσας, με την οποία ζητούσε άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία όμως στην πορεία αποσύρθηκε. Φτάνουμε, τελικά στην υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Ενάγουσα ζητά εκ νέου να της δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εξηγεί ότι, εάν της δοθεί η αιτούμενη άδεια, επιδιώκει, με τη συμπληρωματική μαρτυρία που θα παρουσιάσει, να αντικρούσει τα όσα ο Εναγόμενος αναφέρει σε σχέση με τις πληρωμές που υποστηρίζει ότι έγιναν προς ή προς όφελος της καθώς και να απαντήσει στα όσα ο Εναγόμενος αναφέρει σε σχέση με τη μεταβίβαση των μετοχών στην εταιρεία CMR Terra Construction Limited, από την Ενάγουσα και την θυγατέρα, τους πίσω προς τον ίδιο. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου που υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Πριν προχωρήσω, να αναφέρω ότι έχω μελετήσει με προσοχή την υπό κρίση Αίτηση, την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση καθώς και την ένσταση και την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Έχω επίσης μελετήσει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, όπως αυτά προωθήθηκαν από τους συνηγόρους της κάθε πλευράς στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί στη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται στις κατάλληλες περιπτώσεις. Το τι συνιστά «καλό λόγο» για τους σκοπούς της Δ.48 θ4
(2), ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το σχετικό αίτημα, τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και την αιτιολόγηση που προβάλλεται από την πλευρά του αιτητή. Επανέρχομαι στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προανέφερα, η κυρίως αίτηση αφορά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Καθοριστικής σημασίας, επομένως, είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να εξεταστεί εάν η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» ώστε να της δοθεί άδεια για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[2]. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια εξηγεί ότι μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιθυμεί να καταχωρήσει, επιδιώκει να αντικρούσει τις θέσεις του Εναγόμενου και να καταδείξει την αναλήθεια, όπως την χαρακτηρίζει, των όσων αυτός προβάλλει στην ένσταση του στην κυρίως αίτηση. Επιδιώκει επίσης να ενισχύσει τη δική της εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα. Έχω την άποψη ότι οι επιδιώξεις αυτές της Ενάγουσας είναι εκτός του πλαισίου της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. Σε αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με την ουσία της επίδικης διαφοράς, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε διερεύνηση και κατάληξη επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Εάν επιτραπεί η ανταλλαγή διαδοχικών ενόρκων δηλώσεων με συγκρουόμενες αναφορές σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και την ενδεχόμενη υπεράσπιση, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος η διαδικασία της κυρίως αίτησης να εκτροχιαστεί. Ο σκοπός της διαδικασίας της κυρίως αίτησης είναι συγκεκριμένος. Η δε προσέγγιση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της γίνεται με δεδομένους τους περιορισμούς και τα όρια της διαδικασίας εκείνης. Στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 9.4.2009 στην αγωγή υπ΄αριθμό 7123/2008 Balraj Singh Samra ν Ναταλίας Πατσαλίδου, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο κ. Κληρίδης Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε σχετικά[3]: «Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263)». Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνω ότι οι επιδιώξεις της Ενάγουσας με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν «καλό λόγο» ώστε να δικαιολογείται η παροχή της σχετικής άδειας. Επομένως η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4
(2)δεν πληρείται. Η επιπρόσθετη μαρτυρία που επιδιώκεται να παρουσιαστεί, δεν εξυπηρετεί άμεσα της τις ανάγκες της κυρίως αίτησης και δεν είναι βοηθητική ούτε χρήσιμη για την απόφαση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου επί της κυρίως αίτησης. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, σύμφωνα με τον συνήθη κανόνα, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [2] Σχετική και η Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014 [3] Η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων όμως κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής, κατ' αναλογία, και σε αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.