Ελένης Χαραλάμπους ν. Δήμου Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 4675/2013, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4675/2013 Μεταξύ: Ελένης Χαραλάμπους Ενάγουσας και Δήμου Χριστοδούλου Εναγομένου ------------------ Ημερομηνία: 4 Απριλίου , 2018. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ. Π. Μιχαήλ Για τον Εναγόμενο: Καμία Εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημίες που έχει υποστεί από την απόρριψη της αίτησής της υπ' αριθμόν 298/11 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ένεκα της αποκλειστικής αμέλειας του Εναγομένου. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας ο Εναγόμενος ήταν δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ. Κατά ή περί το 2011 ο Εναγόμενος ανέλαβε να ετοιμάσει και/ή καταχωρήσει την υπόθεση της Ενάγουσας, η οποία εργαζόταν στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Μεταξύ της Ένωσης Συντακτών Κύπρου και του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών υπήρχε κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή συλλογική σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω , σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος και/ή παράλληλη συμφωνία, ότι ο Εναγόμενος θα επιδείκνυε την δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις. Παρά τα πιο πάνω και παρά το ότι η Ενάγουσα έδωσε στον Εναγόμενο όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία για την έγερση και προώθηση της αίτησής της, εντούτοις ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημίες. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η ίδια η Ενάγουσα και ο Κώστας Δημητριάδης ΜΕ2 και κατατέθηκαν συνολικά οκτώ
(8)Τεκμήρια. Μαρτυρία Ενάγουσας Η Ενάγουσα προσέφερε τη μαρτυρία της μέσω γραπτής δήλωσης και μέσω αυτής προώθησε τη δικογραφημένη εκδοχή της καταθέτοντας οκτώ συνολικά Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 1 Σύμβαση μεταξύ Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και Ένωση Συντακτών, η οποία ξεκινούσε την 1.1.08 και ίσχυε 31.12.10, ως Τεκμήριο 2, Αίτηση Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση 298/11, ως Τεκμήριο 3 Α, Αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη για το έτος 2009, ημερομηνίας 24.5.13, ως Τεκμήριο 3 Β, Αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένων κατά εργοδότη για το έτος 2010, ως Τεκμήριο 3 Γ Αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη για το έτος 2011, ως Τεκμήριο 4, Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης Εργατικού Δικαστηρίου 298/11, ημερομηνίας ,13.3.2012 ως Τεκμήριο 5, Πρακτικό ημερομηνίας 28.6.12 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην αίτηση 298/11, ως Τεκμήριο 6, Πρακτικό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 15.11.12, στην αίτηση 298/11, ως Τεκμήριο 7 διάταγμα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην αίτηση 298/11, ημερομηνίας 15.11.12 και ως Τεκμήριο 8 Απόφαση Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 8.10.12 στην υπόθεση 423/
- Σύμφωνα με την Ενάγουσα ο Εναγόμενος το 2011 ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσής της με τον εξυπακουόμενο όρο ότι Εναγόμενος θα χειρίζετο την υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος και ότι ο Εναγόμενος θα επεδείκνυε την δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις ένας δικηγόρος. Η Ενάγουσα ανέφερε περαιτέρω ότι παρέδωσε στον Εναγόμενο όλα τα στοιχεία και δεδομένα που είχε στην κατοχή της , ήτοι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, τα οποία δεικνύουν ότι εργοδότης της Ενάγουσας ήταν η εταιρεία Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Παρά τα πιο πάνω , σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος, στις 24.5.2011, καταχώρησε την αίτηση εργατικών διαφορών εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού και της Εταιρείας Alpha Media Services Ltd αντί της ορθής Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Περαιτέρω σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας ο Εναγόμενος, ένεκα αμέλειας και μη επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, προσοχή και επαγγελματική δεξιότητα που όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις, παρέλειψε να συμπεριλάβει αξιώσεις που εδικαιούτο η Ενάγουσα λόγω της παράνομης απόλυσής της από την Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, όπως ετήσιες αυξήσεις, επίδομα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), επίδομα διακίνησης, επίδομα άδειας και άλλα. Κατά ή περί την 13.3.2012 ο Εναγόμενος προέβη στην καταχώρηση αίτησης για την τροποποίηση τόσο του τίτλου της Αίτησης με αριθμό 298/11, δηλαδή με την αντικατάσταση της εταιρείας Alfa Media Services Ltd με την Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, όσο και του κειμένου της Αίτησης με την προσθήκη των θεραπειών και/ή αξιώσεων που διατηρούσε η Ενάγουσα και οι οποίες αμελώς δεν είχαν συμπεριληφθεί. Σχετικά η Ενάγουσα παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα δήλωσε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με απόφασή του ημερομηνίας 8.10.12 απέρριψε την αίτηση τροποποίησης που υπέβαλε ο Εναγόμενος σε παρόμοια υπόθεση με την δίκη της, ήτοι την υπόθεση 423/
- Η Ενάγουσα κατέθεσε σχετικά, ως Τεκμήριο 8 τη σχετική απόφαση από την οποία διαπιστώνεται ότι η αίτηση απόρριφθηκε, διότι : (α) δεν ήταν σύμφωνη και δεν περιείχε τις λεπτομέρειες που απαιτούνται από τον Τύπο 6 των Κανονισμών του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, (β) ήταν νομικά εσφαλμένη, (γ) δεν γινόταν αναφορά στη Δ.9 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά την προσθήκη διαδίκου, αφού η Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και η Alfa Media Services Ltd είναι δύο ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, (δ) η αίτηση τροποποίσης καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα και (ε) παρήλθε η προθεσμία των δώδεκα μηνών που θέτει το άρθρο 12
(10)του Νόμου 8/67 για την καταχώρηση αίτησης για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εναντίον της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με την Ενάγουσα για τους ίδιους λόγους απορρίφθηκε και η δική της αίτηση και επισύναψε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 15.11.
- Η ενάγουσα στην κυρίως εξέταση της προσδιόρισε τις ειδικές ζημίες που υπέστη ως ακολούθως : α) Τιμαριθμικό επίδομα (ΑΤΑ) για τα έτη 2009-2011 ήτοι €187,50 με βάση τη Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (β) Επίδομα διακίνησης €1.890 με βάση τη Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (γ) Ετήσιες αυξήσεις €1.600 με βάση τις κλίμακες της Σύμβασης του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (δ) Επίδομα άδειας €1.250 (ε) Ταμείο Προνοίας €1.890 για την περίοδο Αυγούστου του 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του
- (στ) Επίδομα Διανυκτέρευσης € 1702,88 (ζ) Ταμείο Υγείας 540 (η) Δικηγορικά έξοδα, € 1,209.77.τα οποία επιδικάστηκαν και υπολογίστηκαν εναντίον της μετά την απόρριψη της αίτησης 298/11 από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας. Η μαρτυρία του ΜΕ 2 Ο κ. Κώστας Δημητριάδης ΜΕ 2, όπως δήλωσε, ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου από το 1.9.
- Μετά τη λήψη του πτυχίου νομικής στην Αθήνα, εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπούδων. Ασκεί ανελλιπώς το επάγγελμα του δικηγόρου για 35 χρόνια και διετέλεσε Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας για την περίοδο 2012-
- Στα πλαίσια αυτά γνωρίζει και τον Εναγόμενο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης ασκούσε δικηγορία. Ενόψει της κλήτευσής του ως μάρτυρα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης έχει μελετήσει την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας ημερομηνίας 8.10.2012 στην Αίτηση με αρ. 423/
- Κατά τη δική του αντίληψη και γνώση η αμέλεια του Εναγόμενου συνίστατο καταρχάς στο ότι προχώρησε στην καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης εναντίον εσφαλμένου νομικού προσώπου, ως εργοδότη της Ενάγουσας αντί του πραγματικού. Ακολούθως οι Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν προδικαστική ένσταση, προβάλλοντας ότι η Αιτήτρια (Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή) δεν εργαζόταν στην εταιρεία Alfa Media Services Ltd , αλλά στην Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ, ο Εναγόμενος αντί να μελετήσει την εν λόγω προδικαστική ένσταση και να λάβει μέτρα, ώστε είτε η υπόθεση να αποσυρθεί ή διακοπεί και να καταχωρηθεί νέα, είτε να ζητηθεί τροποποίηση εντός ευλόγου χρόνου, δεν έπραξε οτιδήποτε και άφησε τη χρονική περίοδο του ενός έτους να παρέλθει. Όταν τελικά ο Εναγόμενος προχώρησε στην αίτηση τροποποίησης, το έπραξε με τρόπο που παρουσιάστηκαν τρία
(3)σφάλματα : (α) η αίτηση δεν έπρεπε να στηρίζεται στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά στον Τύπο 6 που προβλέπουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, (β) υπήρχε χρόνος παραγραφής και (γ) με την αίτηση επιδιώχθηκε αλλαγή ονόματος , ενώ η περίπτωση δεν ήταν τέτοια. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΕ 2, ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής αφού παρέλειψε να αξιώσει όλα τα ωφελήματα και θεραπείες που θα μπορούσε να διεκδικήσει η Ενάγουσα , όπως ετήσιες αυξήσεις, επίδομα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ταμείο προνοίας και επίδομα διακίνησης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι στην παρούσα δεν παρουσιάστηκε άλλη εκδοχή πλην της εκδοχής της Ενάγουσας, ώστε να απαιτείται το δικαστήριο να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Kωστάκη Δαυίδ Mαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου),
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο» Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα είναι το εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και εάν όχι, τότε θα εξεταστεί εάν η μαρτυρία που προσκομίστηκε μπορεί να αποδείξει την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ενάγουσας Η Ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τη δικογραφημένη της εκδοχή. Η μαρτυρία της συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εγείρει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς την αξιοπιστία της Ενάγουσας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Πραγματογνώμονα Από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, από τη μη αμφισβήτηση των προσόντων του, αλλά και από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΕ2, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας (βλ. Evangelou v. Ambizas
(1982)1CLR 41, 57) είναι πραγματογνώμονας, κρίνω ότι ο ΜΕ 2 είναι πραγματογνώμονας και η μαρτυρία του θα κριθεί υπό το φως των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Ιδίως ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων το Δικαστήριο έχει υπόψη ότι οι εν λόγω μάρτυρες, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς τους. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746. Ασφαλώς οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά από το Δικαστήριο επειδή είναι πραγματογνώμονες και η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογείται η μαρτυρία όλων των μαρτύρων, πλην όμως η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα. Σχετικό είναι το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης , Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές» σελ. 582 και η απόφαση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ
- Επιπρόσθετα, προκύπτει από τη νομολογία ότι σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα είναι το υπόβαθρο επί του οποίου βασίζεται η κρίση του (βλ. Παύλος Παύλου ν. Ανδρέας Ανδρέου Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, ημερ. 26.3.2014 και Το Δίκαιο της Απόδειξης (πιο πάνω), σελ.
- Όπως η μαρτυρία της Ενάγουσας έτσι και η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ΜΕ2 δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί με άλλη αντίθετη μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να χρειαστεί να αξιολογήσει επί διιστάμενης μαρτυρίας. Ασφαλώς, δεν παραγνωρίζεται το καθήκον του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο Σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης , Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές σελ
- Στην παρούσα κρίνω ότι δεν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες ως προς τον ΜΕ 2 και την αξιοπιστία του ενώ ταυτόχρονα κρίνω ότι μετέφερε στο δικαστήριο τα πορίσματα της ειδικότητάς του επεξηγώντας πλήρως το υπόβαθρο επί του οποίου βασίσθηκε η κρίση του. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση των ακόλουθων ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης :
- O Εναγόμενος ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της υπόθεση της Ενάγουσας.
- Η Ενάγουσα εφοδίασε τον Εναγόμενο με όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες που κατέτειναν στο ποιο πρόσωπο ήταν ο Εργοδότης της.
- Ο Εναγόμενος καταχώρησε την αίτηση Εργατικών Διαφορών εναντίον μη νομιμοποιούμενου προσώπου, ήτοι της εταρείας Α. Media Services Ltd αντί της Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ.
- Παρότι εγέρθηκε ένσταση από τους Καθ' ων η αίτηση , στην αίτηση 298/11 παρέλειψε να καταχωρήσει έγκαιρα αίτηση για τροποποίηση.
- Όταν τελικά ο Εναγόμενος προχώρησε στην αίτηση τροποποίησης, το έπραξε με τρόπο που παρουσιάστηκαν τρία
(3)σφάλματα: (α) η αίτηση δεν έπρεπε να στηρίζεται στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά στον Τύπο 6 που προβλέπουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί του Δικαστηρίου Εραγτικών Διαφορών, (β) υπήρχε χρόνος παραγραφής και (γ) με την αίτηση επιδιώχθηκε αλλαγή ονόματος , ενώ η περίπτωση δεν ήταν τέτοια.
- Ο Εναγόμενος παρέλειψε να αξιώσει όλα τα ωφελήματα και θεραπείες που θα μπορούσε να διεκδικήσει η Ενάγουσα, όπως ετήσιες αυξήσεις, επίδομα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ταμείο προνοίας και επίδομα διακίνησης.
- Ο Εναγόμενος την 15.11.2012 απέσυρε τη αίτηση συνολικά, εναντίον και των δύο Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Ενάγουσα καταδικάστηκε στα έξοδα. Νομική Πτυχή Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.
- Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής και ότι εξαιτίας της αμέλειας του υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημίες. Στην υπό κρίση αγωγή η απαίτηση της Ενάγουσας ερείδεται επί ισχυριζόμενης επαγγελματικής αμέλειας. Η έννοια της αμέλειας παρέχεται στο άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148 , το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «
- Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Η πιο πάνω διάταξη θεμελιώνει την υποχρέωση οποιουδήποτε προσώπου που ασκεί επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία να επιδεικνύει τέτοια δεξιότητα και προσοχή ως ο μέσος συνετός επαγγελματίας στον οικείο τομέα δραστηριοποίησης. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 Περαιτέρω στο σύγγραμμα Street on Torts 13th edition, σελ 129 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά ως προς το επίπεδο επιμέλειας οποιουδήποτε επαγγελματία : «Whether the defendant is a plumber or an architect or a consultant surgeon the primary question is whether in all circumstances the defendant acted with the skill and competence to be expected from a person undertaking his particular activity and professing his specific skill.» Επί μακρόν γινόταν δεκτό ότι οι δικηγόροι απολάμβαναν ασυλίας για τις ενέργειές τους. Στην απόφαση Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525, έγινε δεκτό ότι ο δικηγόρος μπορεί να καταστεί υπόλογος για επαγγελματική αμέλεια. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παπακλεοβούλου (ανωτέρω) «ένας δικηγόρος, όπως και κάθε άλλος επαγγελματίας, κρίνεται με βάση τον βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει». Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 13th Ed, παράγραφος 9-100 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με το επίπεδο επιμέλειας του δικηγόρου σε σχέση με του υπόλοιπους επαγγελματίες : «There is no reason why the standard of care should be any different than for other professional persons. A barrister must exercise the care of an ordinarily skilled practitioner of his special skill.» Συνεπώς προκύπτει ότι ο δικηγόρος μπορεί να είναι υπόλογος για πράξεις ή παραλήψεις του που συνιστούν αμέλεια και κρίνεται με βάση τον βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία της τάξης, στην οποία ανήκει, όπως οποιοσδήποτε άλλος επαγγελματίας. Στο σύγγραμμα Jackson & Powell on Professional Liability 8th Ed, 12-007 με αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «A barrister is subject to the same rules as other professional men or women, and the test as to whether there has been negligence is the standard of the ordinary skilled man exercising and professing to have that special skill. In Saif Ali v Sydney Mitchell & Co,28 Lord Diplock stressed that not every error made by a barrister (or any other professional) constitutes negligence, but only such an error "as no reasonably well-informed and competent member of that profession could have made" which has been widely followed. In Hall v Simons, where the House of Lords abolished immunity from suit for barristers, the standard of care for advocacy was expressed by Lord Hope to be that of ordinary professional practice and ordinary skill, and by Lord Hobhouse in identical terms to Lord Diplock in Saif Ali v Sydney Mitchell & Co.» Προκύπτει από το πιο πάνω σύγγραμμα ότι δεν είναι το οποιοδήποτε λάθος του δικηγόρου που θεμελιώνει αμέλεια αλλά το λάθος που κάποιο συνετό, καλά πληροφορημένο και ικανό μέλος του δικηγορικού σώματος δεν θα έπραττε. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα εξετάσω το κατά πόσο οι Ενέργειες του Εναγομένου συνιστούν αμέλεια. Το καθήκον επιμέλειας κατά τον χειρισμό Δικαστηριακής υπόθεσης Στην υπό κρίση υπόθεση η αγωγή αφορά σε ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγομένου σε σχέση με τον χειρισμό δικαστηριακής υπόθεσης. Η έκταση του καθήκοντος επιμέλειας δικηγόρου κατά τον χειρισμό δικαστηριακής υπόθεσης σκιαγραφείται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22nd Ed, παράγραφος 10-141 ως ακολούθως : «A lawyer is under a duty to take care at all stages during litigation, whether in court or out of it. A solicitor who delays issuing proceedings so that his client's action becomes statute-barred will almost certain be held to be negligent. Similarly he will be liable if he issues proceedings against the wrong parties, save in exceptional circumstances.» Ιδίως ως προς την καθυστέρηση στην προώθηση των διαδικασιών που έχει ως αποτέλεσμα να παρέλθει η περίοδος παραγραφής, σχετική είναι η Αγγλική Απόφαση Fletcher & Son v Jubb, Booth & Helliwell [1920] 1 K.B. 275, όπου κρίθηκε ότι ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον χρόνο παραγραφής και να συμβουλεύει ανάλογα τον πελάτη του. Σε περίπτωση που η περίοδος παραγραφής παρέλθει, ο δικηγόρος ευθύνεται για αμέλεια. Περαιτέρω ως προς το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας δικηγόρου κατά τον χειρισμό δικαστηριακής υπόθεσης, διαφωτιστικά είναι και τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Jackson & Powell on Professional Liability 8th Ed, στις Παρ 11- 184 και 11 -186 ως ακολούθως : «Before issuing proceedings, the solicitor should obtain written instructions to commence them. He should take care to identify the proper parties............. A solicitor may be liable if he fails to pursue an obvious remedy available to his client.» Επιπρόσθετα γίνεται δεκτό ότι ο δικηγόρος έχει υποχρέωση και μετά την έγερση της διαδικασίας να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια. Σχετικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Jackson & Powell on Professional Liability (ανωτέρω) 11- 197, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «Once proceedings are under way, the claimant's solicitor has a duty to prosecute the action with reasonable diligence. If, therefore, the action is struck out for delay such as failing to comply with time limits, he will have no defence to an action for breach of duty, unless the client has caused or consented to the delay.» Από τα πιο πάνω συγγράμματα και αυθεντία εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο δικηγόρος κατά τον χειρισμό δικαστηριακής υπόθεσης έχει υποχρέωση να ενεργεί με τρόπο που το αγώγιμο δικαίωμα- απαίτηση του πελάτη του να μην οδηγείται σε παραγραφή, να εγείρει την απαίτηση εναντίον του ορθού Εναγομένου και όχι εναντίον άσχετου προσώπου, καθώς επίσης και να αξιώσει όλες τις προφανείς θεραπείες που είναι προσιτές στον πελάτη του. Περαιτέρω ο δικηγόρος έχει καθήκον στο στάδιο μετά την έναρξη της διαδικασίας να προωθεί αυτή αποτελεσματικά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, ο Εναγόμενος ήγειρε την αίτηση Εργατικής διαφοράς εναντίον εσφαλμένου διαδίκου και ενώ το ζήτημα εγέρθηκε από την άλλη πλευρά, εντούτοις άφησε τον χρόνο να παρέλθει άπρακτος, ώστε, όταν τελικά επεδίωξε να διορθώσει το αρχικό του λάθος, η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του ορθού διαδίκου να έχει παραγραφεί. Ακολούθως ο Εναγόμενος απέσυρε την αίτηση τόσο για την εταιρεία Alfa media services όσο και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, το οποίο ήταν διάδικος στη διαδικασία και υπήρχε διαζευκτική αξίωση εναντίον του για πληρωμή προς την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος, ενώ τέθηκαν ενώπιόν του όλα τα αναγκαία στοιχεία και δεδομένα, απέτυχε να εγείρει την αίτηση Εργατικής Διαφοράς εναντίον του ορθού διαδίκου και έλαβε τα όποια μέτρα προς διόρθωση του σφάλματος με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και παράτυπα. Ο εναγόμενος περαιτέρω απέτυχε να απαιτήσει όλες τις δυνατές θεραπείες που ήταν προσιτές στην Ενάγουσα και απέσυρε την αίτηση και εναντίον του διαδίκου αναφορικά με τον οποίο δεν εγέρθηκε ένσταση ως προς τη νομιμοποίησή του, σφραγίζοντας τις όποιες πιθανότητες διατηρούσε η Ενάγουσα στο να αποζημιωθεί για την απόλυσή της. Οι πιο πάνω ενέργειες του Εναγομένου συνιστούν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας του Εναγομένου και οι ενέργειές του αφίστανται του επιπέδου της δέουσας επιμέλειας , προσοχής που ο μέσος συνετός, καλά πληροφορημένος δικηγόρος όφειλε να επιδείξει υπό τις περιστάσεις. Δοθέντος του πιο πάνω συμπερασμός το επόμενο που πρέπει να εξετασθεί είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται η Ενάγουσα. Το Δικαστήριο έχει κατά νου ότι η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση αποζημιώσεων που απορρέουν από το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74). Ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δικηγορικής αμέλειας διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Jackson & Powell on Professional Liability (ανωτέρω), παράγραφος 12-042 με τίτλο Measure Of Damages ως ακολούθως : «Τhe heads of damage will generally be similar to those discussed in relation to solicitors.1 Where the barrister's negligence has deprived the client of the chance of bringing or defending proceedings, the court must assess the value of the "chance" which has been lost, applying the principles formulated in Kitchen v Royal Air Force Assoc, as was done in Gascoine v Ian Sheridan & Co. A barrister was one of the defendants whose negligent delay caused the plaintiff's case to be struck out for want of prosecution. In Griffin v Kingsmill, counsel negligently advised that a case had no reasonable prospects of success, and as a result a settlement was accepted at about a tenth of the value of the claim on full liability. The Court of Appeal awarded 80% of the full value of the claim, giving a discount for the uncertainties of litigation, the risk of a finding of contributory negligence, and the claimant's mother's attitude to settlement. A claimant must show that he has lost a real and substantial chance of securing a better outcome (and if he fails to do this he will recover nothing)» Συνεπώς το Δικαστήριο για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων θα πρέπει να προβεί σε μια πρωταρχική αποτίμηση της απαίτησης που διατηρούσε η Ενάγουσα και έχει απολεσθεί εξ αιτίας της αμέλειας του Εναγομένου. Η αποτίμηση αυτή λαμβάνει ως βάση την αξίωση της Ενάγουσας ως αυτή θα είχε εάν δεν λάμβανε χώρα η αμέλεια του Εναγομένου. Ασφαλώς το Δικαστήριο για να προβεί σε αριθμητικούς υπολογισμούς θα πρέπει να έχει ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα. Έτσι προς τούτο το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινήσεις σχετικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας. Έτσι την 22.2.2018 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς Ενάγουσας με την οποία διευκρινίστηκαν τα ποσά που αξιώνονται στην Έκθεση απαίτησης. Ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί είναι το ότι στην παρούσα, η αξίωση της Ενάγουσας εγειρόταν μόνο για παράνομη απόλυση και όχι για τερματισμό λόγω πλεονασμού, ώστε εάν η Ενάγουσα στην αίτησή της στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αποδείκνυε παράνομη απόλυση, να αποζημιωνόταν από τον εργοδότη της ή εάν αποδεικνυόταν γνήσιος πλεονασμός να αποζημιωνόταν από το Ταμείο Πλεονασμού. Το πιο πάνω προκύπτει από την αίτηση εργατικού Τεκμήριο 2 στην οποία δεν δικογραφείται ισχυρισμός για απόλυση υπό συνθήκες που συνιστούν πλεονασμό σε συνδυασμό με το ότι δεν υφίσταται μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Ενάγουσας έγινε υπό συνθήκες που ανάγονται σε πλεονασμό. Συνεπώς, προκύπτει ότι στην αίτηση εργατικού 298/11 η Ενάγουσα, εκεί αιτήτρια, υπόκειτο στο ρίσκο της δίκης και η απαίτησή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ξεκάθαρη. Συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της υπόθεσης Kitchen v Royal Air Force Association [1958] 2 All E.R. 241 στην οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα προβεί σε υπολογισμό , με βάση τα ενώπιόν του δεδομένα της αρχικής απαίτησης της Ενάγουσας και ακολούθως αφού αφαιρέσει ένα εύλογο ποσοστό που αντιπροσωπεύει τους κινδύνους και το ρίσκο της δικαστικής διαδικασίας, θα υπολογίσει τις αποζημιώσεις που δικαιούται η Ενάγουσα για την αμέλεια του Εναγομένου. Η αξίωση της Ενάγουσας στην αίτηση 298/11 του Δικαστηρίου Εργατικών διαφορών : Η ενάγουσα στην αίτησή της δικογράφησε ότι απολύθηκε από τον εργοδότη της την 11.1.2011, ο τελευταίος της μισθός ήταν € 1.250 μηνιαίως και κατείχε την θέση του Συντάκτη. Εργάστηκε στην Εφημερίδα Αλήθεια από 1.8.2009 μέχρι 10.1.
- Με την αίτησή της αξίωσε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση , αποζημιώσεις για δεδουλευμένους μισθούς , Νόμιμη προειδοποίηση , αναλογία 13ου μισθού , αναλογία άδειας, αναλογία ταμείου προνοίας , απώλεια καριέρας , καλοκαιρινό επίδομα. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε από την ενώπιόν μου μαρτυρία, ο Εναγόμενος παρέλειψε να συμπεριλάβει στην απαίτηση της Ενάγουσας αιτητικά για όλες τις προσιτές στην Ενάγουσα θεραπείες. Συνεπώς προκύπτει ότι πέραν των δικογραφημένων αξιώσεων η Ενάγουσα διατηρούσε και τις ακόλουθες θεραπείες : α) Τιμαριθμικό επίδομα (ΑΤΑ) για τα έτη 2009-2011, με βάση τη Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (β) Επίδομα διακίνησης με βάση τη Σύμβαση του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (γ) Ετήσιες αυξήσεις με βάση τις κλίμακες της Σύμβασης του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. (δ) Επίδομα άδειας (ε) Ταμείο Προνοίας για την περίοδο Αυγούστου του 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του
- (στ) Επίδομα Διανυκτέρευσης. (ζ) Ταμείο Υγείας. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της διαχώρισε τις αιτούμενες αποζημιώσεις σε δυο κατηγορίες. Τις αποζημιώσεις που προκύπτουν από την παράνομη απόλυση και απώλεια καριέρας και την αποζημίωση για διάφορα επιδόματα που δικαιούτο και πλείστα δεν συμπεριλήφθηκαν στην αίτηση εργατικής διαφοράς. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα προβώ σε υπολογισμό της απαίτησης της Ενάγουσας. Αποτίμηση αξίωσης Ενάγουσας Σύμφωνα με τον περί τερματισμού απασχόλησης Νόμο κάθε απόλυση τεκμαίρεται παράνομη εκτός και εάν ο Εργοδότης αποδείξει ότι η απόλυση εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 5 του Νόμου. Οι αποζημιώσεις για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης καθορίζονται από το Τέταρτο Παράρτημα του Νόμου . Σύμφωνα με το Τέταρτο Παράρτημα του Νόμου ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή για δύο εβδομάδων ημερομίσθια για έκαστη περίοδο απασχόλησης πεντήκοντα δυο εβδομάδων. Στην παρούσα η Ενάγουσα εργάστηκε για περίοδο 72 εβδομάδων και ως εκ τούτου δικαιούται πληρωμή για την παράνομη απόλυσή της ημερομίσθια τριών εβδομάδων. Επιπλέον η Ενάγουσα θα δικαιούτο πληρωμή αντί προειδοποίησης. Η πληρωμή αντί προειδοποίησης υπολογίζεται με βάση το άρθρο 9 του Νόμου και στην περίπτωση της Ενάγουσας ανέρχεται σε δύο εβδομάδων ημερομίσθια. Ως προς την αποζημίωση για απώλεια καριέρας δεν υφίσταται οποιαδήποτε βάση υπολογισμού αλλά αυτή εναπόκειται στο Δικαστήριο προς καθορισμό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα δεν έχει τεθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου οτιδήποτε που να διαφωτίζει σχετικά με την όποια οικονομική αποτίμηση της ισχυριζόμενης απώλειας καριέρας. Αναφορικά με την αξίωση για αναλογία άδειας κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν θεμελιωνόταν κατά την καταχώρηση της αίτησης, καθότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η αναλογία άδειας εκάστου έτους υπολογίζεται με βάση του συμπληρωμένους μήνες εργοδότησης. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει ένα μήνα εργασίας αλλά δέκα μέρες κατά το έτος 2011 και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται δικαίωμα για επιδίκαση αναλογίας άδειας. Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες από την Ενάγουσα ως ειδικές ζημίες παρατηρώ ότι υπολογίζονται με ημερομηνία από την έναρξη της εργοδότησης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τον άρθρο 12 του περί ετησίων αδειών μετ' απολαβών νόμο, αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα. Προκύπτει συνεπώς, ότι στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν ήταν δυνατό να εγερθεί αξίωση που γεννήθηκε σε χρόνο προγενέστερο των 12 μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης. Με δεδομένο ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε την 24.5.2011 σημαίνει ότι θα μπορούσαν να απαιτηθούν μόνο όσα δικαιώματα αποκρυσταλλώθηκαν από την 24.5.2010 μέχρι την ημερομηνία απόλυσης. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ
- Με βάση το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο οι σχετικές αξιώσεις που διατηρούσε η Ενάγουσα υπολογίζονται ως κατωτέρω : Α) Αναφορικά με την αξίωση για Τιμαριθμικό επίδομα δικαιολογείται σύμφωνα με τη Συλλογική σύμβαση εργασίας και υπολογίζεται ως €1250 βασικός μισθός x 8 μήνες απασχόλησης x 2% που είναι ο μέσος όρος αύξησης της Α.Τ.Α. Σύνολο € 200 . Β) Αναφορικά με την αξίωση για Επίδομα διακίνησης κρίνω ότι δικαιολογείται με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας και υπολογίζεται ως €5 την ημέρα (0,50 σεντ /χλμ x 10 χλμ/μέρα) x 8 μήνες απασχόλησης x 21 ημέρες διακίνησης τον μήνα. Σύνολο €
- Γ) Αναφορικά με την αξίωση για ετήσιες αυξήσεις κρίνω ότι και αυτή προκύπτει από τη Συλλογική σύμβαση εργασίας. Σύμφωνα με τις κλίμακες της Σύμβασης του Συνδέσμου Εκδοτών Εφημερίδων και Περιοδικών και της Ένωσης Συντακτών Κύπρου το σχετικό ποσό προκύπτει ως εξής: €1250 x 1% χ 8 μήνες απασχόλησης. Σύνολο €
- Δ) Αναφορικά με το επίδομα διανυκτέρευσης κρίνω ότι και αυτό προκύπτει από την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και υπολογίζεται για 8 μήνες απασχόλησης Χ 24 βάρδιες x €8,54 την κάθε βάρδια. Σύνολο €204.
- Ε) Αναφορικά με την αξίωση για Ταμείο Υγείας κρίνω ότι αυτή προκύπτει από τη Συλλογική σύμβαση εργασίας και υπολογίζεται για 8 μήνες απασχόλησης x 1.25% του ακάθαρτου μισθού, ήτοι € 1.363 χ 1.25% χ 8 ισούται με €
- ΣΤ) Αναφορικά με την αξίωση για Ταμείο προνοίας προκύπτει ότι ουδέποτε καταβλήθηκε προς την Ενάγουσα η συνεισφορά που επιβαρύνει τον Εργοδότη για ταμείο προνοίας. Ασφαλώς υπό τις πρόνοιες του Νόμου ανωτέρω μπορεί να επιδικασθεί ποσό που αναλογεί σε 8 μήνες. Συνεπώς το ποσό που δικαιούται η Ενάγουσα εν σχέση με το υπό εξέταση θέμα υπολογίζεται ως εξής : 8 μήνες απασχόλησης χ € 1250 χ 7% . Σύνολο €
- Επιπλέον των πιο πάνω ποσών η Ενάγουσα δικαιούτο το ποσό των € 1.562.5 ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Τα πιο πάνω ποσά αποτελούν την πλήρη απαίτηση που εδύνατο να διεκδικήσει η Ενάγουσα και να της επιδικαστεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η συνολική χρηματική αποτίμηση της απαίτησης τη Ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των €3.743.
- Στην υπό κρίση υπόθεση με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα κρίνω ότι υφίστατο ένα λογικό ρίσκο της τάξης 10% από την εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έτσι σύμφωνα με τις αρχές της υπόθεσης Kitchen (ανωτέρω) κρίνω ορθό όπως επιδικάσω υπέρ της Ενάγουσας το 90% πλήρους απαίτησης που διατηρούσε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αποκόπτοντας ένα ποσοστό της τάξης του 10% το οποίο αντιπροσωπεύει τις αβεβαιότητες της δίκης. Όπως έγινε δεκτό ανωτέρω η συνολική απαίτηση της Ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των €3,743.46 Από το πιο πάνω ποσό εάν αφαιρεθεί ποσό ίσο προς ποσοστό 10%, που ισοδυναμεί με το ρίσκο της εκδίκασης της απαίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, προκύπτει ότι η Ενάγουσα δικαιούται, ως αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των € 3,369.
- Επιπλέον του πιο πάνω ποσού η Ενάγουσα έχει υποστεί ζημία σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας που επιδικάστηκαν εναντίον της και προκύπτουν αιτιωδώς από την αμέλεια του Εναγομένου. Τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της Ενάγουσας ανέρχονται στο ποσό των € 1,209.
- Ως προς το θέμα του καθορισμού του τόκου επί των αποζημιώσεων σημειώνω ότι αυτό εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475. Στην υπό κρίση υπόθεση, παρόλο που δεν ζητείται με την Έκθεση Απαίτησης η επιδίκαση τόκου κρίνω ορθότερο όπως επιδικασθεί νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται το ποσό των €4,578.91πλέον νόμιμο τόκο από καταχώρηση της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ..................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο