← Κύπρος

ESTABOL LIMITED ν. "Gazprombank" (Joint - Stock Company) κ.α., Αρ. Αγωγής: 691/17, 27/4/2018

ESTABOL LIMITED ν. "Gazprombank" (Joint - Stock Company) κ.α., Αρ. Αγωγής: 691/17, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A283 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 691/17 ΜΕΤΑΞΥ: ESTABOL LIMITED Εναγόντων -και- 1. "Gazprombank" (Joint - Stock Company) 2. CAMISSONIA VENTURES LIMITED 3. YULIANA SIDOROVA 4. EVGENIA SODNOMOVA 5. INTER JURA CY (DIRECTORS) LIMITED 6. INTER JURA CY (SERVICES) LIMITED 7. "BIONET" Open Joint Stock Company 8. GPB INFRASTRUCTURE PROJECTS LIMITED Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημ. 14.2.17 Για Έκδοση/Οριστικοποίηση Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Απριλίου, 2018. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο Δρ. Π.Ν. Κούρτελλος, για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ19). Για τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση 1-8: Οι κ.κ. Στ. Παύλου και Θ. Συμεωνίδης, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ452) και Χρ. Φρακάλας, Λ. Παπακωνσταντίνου, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ (ΔΘ211). Για τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση 3-6: Οι κ.κ. Γ. Μούντης και Γ. Καραμανώλης, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ104). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της τρέχουσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση διατάγματος που εκδόθηκε εξ πάρτε στις 16.2.17 εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση 1 και 2 («το διάταγμα»), ύστερα από μονομερή αίτηση των εναγόντων/αιτητών ημερομηνίας 14.2.17 («η αίτηση») - και δη ως τα αιτητικά Α και Β - ως και η έκδοση σειράς άλλων διαταγμάτων που ζητούνταν με τη μονομερή αίτηση πλην όμως δεν εγκρίθηκαν άνευ ειδοποιήσεως και διατάχθηκε η επίδοση τους στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση. Το διάταγμα, ως συνετάχθη την 14.3.17, έχει ως εξής (με την περικοπή που ακολουθεί να παρατίθεται αυτούσια όπως και οι υπόλοιπες): « ..................................................................... ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή σε πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησης τους από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή επιβαρύνουν και/ή ενεχυριάσουν τις 8000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 που αντιστοιχεί στο 40% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 οι οποίες σήμερα είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι και/ή επ' ωφελεία των Εναγομένων 1 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή συναλλαγές και/ή δικαιοπραξίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, κινητών και/ή ακινήτων, και/ή να ενεργούν σε σχέση με αυτά είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου και/ή διαθέσουν, πωλήσουν, ή άλλως αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχουν στους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 7 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης και/ή την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ...............................................................ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή σε πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησης τους από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή επιβαρύνουν και/ή ενεχυριάσουν τις 8000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 που αντιστοιχεί στο 40% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 οι οποίες σήμερα είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι και/ή επ' ωφελεία των Εναγομένων 1 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή συναλλαγές και/ή δικαιοπραξίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, κινητών και/ή ακινήτων, και/ή να ενεργούν σε σχέση με αυτά είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου και/ή διαθέσουν, πωλήσουν, ή άλλως αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχουν στους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 7 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης και/ή την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή σε πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησης τους από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή επιβαρύνουν και/ή ενεχυριάσουν τις 8000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 που αντιστοιχεί στο 40% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων 2 οι οποίες σήμερα είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι και/ή επ' ωφελεία των Εναγομένων 1 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ υπό μορφή Quia Timet ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή συναλλαγές και/ή δικαιοπραξίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, κινητών και/ή ακινήτων, και/ή να ενεργούν σε σχέση με αυτά είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου και/ή διαθέσουν, πωλήσουν, ή άλλως αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχουν στους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 7 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης και/ή την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ». Τα έτερα αιτητικά, έχουν ως ακολούθως: « ............................................................... Γ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή Διάταγμα υπό την μορφή Quia Timet το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 8 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησης τους από το να προβούν και/ή άλλως πώς υποβοηθήσουν σε οποιαδήποτε από τις παρακάτω ενέργειες: (
  2. i)να κάνουν οποιαδήποτε πράξη και/ή να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία να αλλάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κεφαλαιουχική και/ή μετοχική δομή (share capital structure) και/ή να αυξάνει και/ή να μειώνει το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7. (
  3. ii)από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή να επιτρέψουν και/ή να συναινέσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια, περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουσδήποτε ψηφίσματος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή να συνεχίσουν να ενεργούν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε σχέση με αυτά είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου. (iii)Να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή να επιτρέψουν και/ή να συναινέσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια, περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουσδήποτε ψηφίσματος του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή άλλης απόφασης από Γενική και/ή άλλη Συνέλευση των μετόχων των Εναγομένων -Καθ' ων η Αίτηση 2 που θα σκοπεί και/ή δυνατό να απολήγει στην μετατροπή και/ή την αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) και/ή της μετοχικής διάρθρωσης και/ή δομής των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7. (
  4. iv)δια των διευθυντών αυτών και/ή δια του γραμματέως αυτών και/ή δια των αντιπροσώπων αυτών και/ή δια των μετόχων αυτών από του να αλλοιώνουν και/ή να τροποποιούν και/ή μετατρέπουν καθ' οιονδήποτε · τρόπο τα μητρώα διευθυντών, μετόχων, γραμματέα, εγγεγραμμένου γραφείου που διατηρούν οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 2. μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Δ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου υπό την μορφή Quia Timet το οποίο να εμποδίζει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 7 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, κινητών και/ή ακινήτων, και/ή να ενεργούν σε σχέση με αυτά σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία ήθελε τελούν μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανόμενης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Ε. Συμπληρωματικό και/ή Επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να καθορίζει και/ή διευκρινίζει τα ακόλουθα: i. ότι οι παράγραφοι Β, Γ και Δ ανωτέρω αφορούν σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 7 είτε αυτά ευρίσκονται εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους ή όχι και είτε κατέχονται μόνο από αυτούς ή μαζί με άλλα πρόσωπα και περιλαμβάνουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου έχουν την εξουσία είτε άμεσα είτε έμμεσα να διαθέσουν και/ή να ενεργήσουν σε σχέση με αυτό ως εάν να ήταν δικό τους. ii. Ότι για τους σκοπούς της παραγράφου Ε (
  5. i)ανωτέρω οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 7 θεωρούνται ότι έχουν την εξουσία είτε άμεσα είτε έμμεσα να διαθέσουν και/ή να ενεργήσουν σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο εάν κάποιο τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει το περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες τους. iii. Ότι οι παράγραφοι Β, Γ και Δ ανωτέρω περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε) οποιεσδήποτε μετοχές τις οποίες οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 7 άμεσα ή έμμεσα κατέχουν σε άλλες εταιρείες και/ή περιλαμβάνει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό και/ή οποιοδήποτε ποσό οποιασδήποτε επιταγής η οποία θα εξοφληθεί από οποιοδήποτε τέτοιο τραπεζικό λογαριασμό. Στ. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου υπό την μορφή Quia Timet που να διατάζει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους των να μην χρησιμοποιούν τα δικαιώματα ψήφου που αναλογούν στις 8,000 μετοχές του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 οι οποίες είναι γραμμένες σε ενεστώτα χρόνο επ' ονόματι των σε οποιαδήποτε τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 μέχρι το τέλος της εν τω τίτλω διαδικασίας ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ζ. Προσωρινό διάταγμα που να διατάζει τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 2 να μην καταμετρούν και/ή συνυπολογίζουν τα δικαιώματα ψήφου που αναλογούν στις 8,000 μετοχές του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 οι οποίες είναι γραμμένες σε ενεστώτα χρόνο επ' ονόματι των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 σε οποιαδήποτε ψηφοφορία σε τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 μέχρι το τέλος της εν τω τίτλω διαδικασίας ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 3 και ή σε οποιονδήποτε πρόσωπο επικαλείται ιδιότητα αντικαταστάτη συμβούλου αυτής και ή σε οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ισχυρίζεται ότι διορίστηκε ως σύμβουλος των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, να επιχειρήσουν να ενεργήσουν ως σύμβουλοι των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 αντί της Τατιάνας Κουδελλάρη εκ Λευκωσίας και/ή να μετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ως σύμβουλοι σε συνεδριάσεις των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 μέχρι το τέλος της εν τω τίτλω διαδικασίας ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των όπως εντός δέκα

(10)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς:
(1)Ετοιμάσουν και/ή προβούν σε ένορκη αποκάλυψη και/ή παρουσιάσουν και/ή καταθέσουν στο Δικαστήριο και/ή επιδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών Ένορκη Δήλωση η οποία: I. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλες τις αποφάσεις (resolutions) και/ή ψηφίσματα των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 τα οποία έλαβαν και/ή ψήφισαν οι Εναγόμενοι 3 και/ή 4 και/ή 5 αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή των σχετικών προς την εκτέλεση και/ή κατά την άσκηση των καθηκόντων των ως Διευθυντών και/ή Γραμματέα των Εναγομένων 2, από τις 21/12/2016 και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένων και των επισυνάψεων τέτοιων ψηφισμάτων. II. Όλες τις οδηγίες και/ή εντολές οι οποίες έχουν ληφθεί από τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών και/ή οποιοδήποτε εξ' αυτών από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 8 και/ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή σχετικών προς την εκτέλεση των καθηκόντων των ως Διευθυντών και/ή αξιωματούχων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 2 από την 21/12/2016 και εντεύθεν. III. Θα δηλώνει τις σχέσεις και/ή επαφές και/ή επικοινωνίες (γραπτές ή προφορικές και/ή ηλεκτρονικές) τις οποίες οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή οι Διευθυντές και/ή ο γραμματέας και/ή οι αξιωματούχοι αυτών είχαν με τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 7 και/ή 8 και/ή οποιοδήποτε άλλο νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο που φαίνεται να ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των προαναφερθέντων αναφορικά με τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 7. IV. Αντίγραφα ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 για το οικονομικό έτος 2016 περιλαμβανομένου του ισολογισμού του τελευταίου τριμήνου για το οικονομικό έτος 2016.
(2)Διάταγμα διαττάτον τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους να παρουσιάσουν και παραδώσουν αντίγραφα στους Δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους Θ (I) ως (IV) ανωτέρω. I. Διάταγμα του Δικαστηρίου του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 7 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς:
(1)Ετοιμάσουν και/ή προβούν σε ένορκη αποκάλυψη και/ή παρουσιάσουν και/ή καταθέσουν στο Δικαστήριο και/ή επιδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών Ένορκη Δήλωση από διευθυντή και/ή εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή αντιπρόσωπο και/ή υπηρέτη των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7 η οποία: I. Να αναφέρει και/ή δηλώνει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7 τους οποίους διατηρούσαν είτε επ' ονόματι των είτε των οποίων αποτελούσαν τους πραγματικούς κατόχους και/ή ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) ή άλλως πως τους ανήκαν σε τραπεζικά ιδρύματα είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας αναφέροντας τα ποσά, αριθμό και τραπεζικό ίδρυμα στα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα από την 18/12/2012 και εντεύθεν. II. Καταστάσεις Λογαριασμού αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει των συμφωνιών χρηματοδότησης Αρ. 268/12-Β και Αρ. 269/12-Β (facility agreements), ημερ. 18/12/2012, μεταξύ των Εναγομένων 1 και των Εναγομένων 7. III. Όλες τις αποφάσεις (resolutions) και/ή ψηφίσματα των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7 από τις 21/12/2016 και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένων και των επισυνάψεων τέτοιων ψηφισμάτων. IV. Θα δηλώνει και αποκαλύπτει όλες τις ειδοποιήσεις και/ή την αλληλογραφία σε οποιαδήποτε μορφή, γραπτή και/ή ηλεκτρονική, μεταξύ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7 και των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 8, συμπεριλαμβανομένου και άνευ περιορισμού αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει των συμφωνιών χρηματοδότησης Αρ. 268/12-Β και Αρ. 269/12-Β (facility agreements), ημερ. 18/12/2012 μεταξύ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 7 από την 18.12.2012 και εντεύθεν.
(2)Διάταγμα διατάττον τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 7 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους να παρουσιάσουν και παραδώσουν αντίγραφα στους Δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους I (I) ως (IV) ανωτέρω. Κ. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την χρήση οποιωνδήποτε εγγράφων και/ή πληροφοριών και/ή στοιχείων θα αποκαλυφθούν από τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως και αστικών διαδικασιών και/ή διεθνούς διαιτητικής διαιτησίας που ήθελε καταχωρηθούν και/ή προωθηθούν υπό των Εναγόντων είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας. ...............................................................». Συγκροτεί εκδοχή των εναγόντων/αιτητών πως η αγωγή αφορά (και) στην υφαρπαγή τού μετοχικού μεριδίου που κατείχαν στους εναγομένους 2/καθ' ων η αίτηση υπό αδιευκρίνιστες νομικές και πραγματικές περιστάσεις, τελούσες υπό αμφισβήτηση ως προς τη νομιμότητα τους. Οι ενάγοντες/αιτητές προσδοκούν στο να αντιληφθούν τα πραγματικά γεγονότα μέσω στοιχείων και πληροφοριών που ευελπιστούν πως θα εξασφαλίσουν διά των διαταγμάτων. Λέγουν ότι, καίτοι η μεταβίβαση των μετοχών (8000 ονομαστικής αξίας €1,00 που αντιστοιχούν στο 40% τού εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου των εναγομένων 2/καθ' ων η αίτηση), διενεργήθηκε από τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση με επίκληση τη Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών [«η συμφωνία ενεχυρίασης»] (Τεκμήριο 8), είναι ισχυρή πεποίθηση τους ότι αυτή έλαβε χώραν ένεκα παραβίασης των συμφωνηθέντων και πως υπήρξε το προϊόν μεθόδευσης, δόλιου σχεδιασμού και συνέργιας τρίτων ενεργούντων ομού ή κατ' εντολήν και προς τελικό όφελος των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση. Είναι υπό αμφισβητούμενες συνθήκες, των οποίων οι λεπτομέρειες δεν είναι τελείως γνωστές στους ενάγοντες/αιτητές που οι ενεχυριασθείσες μετοχές μεταβιβάσθηκαν στους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση. Τούτοι φρονούν πως δεν επήλθε γεγονός παράβασης για να είναι νόμιμη η εκτέλεση ενεχύρου από τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση. Τουναντίον, τροχοδρομήθηκαν περιστάσεις για να τεθούν αυτοί εκ ποδών τής κοινοπραξίας και κατά το τελικό αποτέλεσμα από το έργο που είχε αυτούς ως αφετηρία, όπερ και εγένετο, εις χείρας των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση. Πρωταγωνιστής της διελκυστίνδας αυτής εκ μέρους των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση, ήσαν και είναι οι πανίσχυροι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση, με τους υπόλοιπους να υπακούουν στα κελεύσματα τους. Οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κακόπιστα με απώτερο στόχο την απόκτηση τού πλήρους ελέγχου των εναγομένων 2/καθ' ων η αίτηση και των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση (το μήλον της έριδος κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων/αιτητών), αντί της γνήσιας εκπλήρωσης τής όποιας οφειλής. Ως προς το τελευταίο, οι ενάγοντες/αιτητές τελούν σε άγνοια. Κατ' ουσίαν επομένως, η υπόθεση των εναγόντων/αιτητών περιστρέφεται γύρω από την παραβίαση από μέρους των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση της συμφωνίας ενεχυρίασης και συνακολούθως από την παράνομη μεταβίβαση των μετοχών τους στους εναγομένους 2/καθ' ων η αίτηση, διότι θεωρούν και αντιλαμβάνονται εκ των υστέρων πως προχώρησαν καλόπιστα σε μια κοινοπραξία στο πλαίσιο άλλων συμφωνιών αποδεχόμενοι ενεχυρίαση των μετοχών προς εξασφάλιση τής δανειοδότησης των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, το πλέγμα των συμφωνιών αυτών αφορά και στην αγοραπωλησία μετοχών των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση και στη συμφωνία ενεχυρίασης, προς εξασφάλιση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι ήσαν περιουσιακό στοιχείο και έργο της κοινοπραξίας (εναγομένων 2/καθ' ων η αίτηση), που εποφθαλμιούσαν εξ αρχής και οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση αδράχνοντας το με νομική επίφαση και καταλαμβάνοντας έτσι τους ενάγοντες/αιτητές προ εκπλήξεως, φέρνοντας τους προ δυσάρεστων και επιζήμιων τετελεσμένων, εξού και ζητούν την παρέμβαση και αρωγή του Δικαστηρίου προς ανάσχεση περαιτέρω ζημιογόνων γεγονότων για να διαλευκάνουν τις πραγματικές περιστάσεις και να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος στις έκνομες ενέργειες των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Οι ενάγοντες/αιτητές αμφισβητούν ως πρόσχημα την επέλευση γνήσιου γεγονότος παράβασης το οποίο εάν επισυνέβη θα ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και σχεδιασμού αποφέροντος ακυρότητα. Ουδέποτε επισυνέβη γεγονός παράβασης ή και αθέτησης υποχρέωσης. Αν τέτοιο επήλθε, τότε υπήρξε συνέπεια μεθόδευσης, δόλιου σχεδιασμού και συνομωσίας των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση μαζί με ή και μέσω συνδεδεμένων προσώπων κατά τρόπο που η απόκτηση των μετοχών να είναι παράνομη. Η εκτέλεση επί των ενεχυριασθεισών μετοχών συντελέσθηκε κατ' αντίθεσιν των όρων της συμφωνίας ενεχυρίασης και της κείμενης νομοθεσίας κάτι που θα πρέπει να οδηγήσει, ως παράνομη κτήση κυριότητας, σε ακύρωση της αλλά (και με υπόψιν το σύνολο των γεγονότων), σε οριστικοποίηση του διατάγματος και την έκδοση των υπολοίπων διαταγμάτων για να διατηρηθεί τοιουτοτρόπως η υφιστάμενη τάξη και να αποφευχθεί η εμβάθυνση της ζημιάς και της απώλειας που υπέστησαν και υπόκεινται οι ενάγοντες/αιτητές, μέχρι την τελική επίλυση της επίμαχης διαφοράς. Είναι ισχυρισμός των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ότι δεν ενυπάρχουν τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα για οριστικοποίηση του διατάγματος και πως τούτο θα πρέπει να ακυρωθεί αυθωρεί επειδή οι ενάγοντες/αιτητές δεν αποκάλυψαν στο μονομερές στάδιο ουσιώδη γεγονότα τα οποία, αν αποκαλύπτονταν, πιθανώς να κατεύθυναν το Δικαστήριο σε ανάστροφη πορεία από την τελικώς ακολουθηθείσα, πέραν του ότι όσα τέθηκαν εκεί ποσώς αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα ή δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Οι ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν ήσαν αχρειάστως εκτενείς, τα δε επισυνημμένα τεκμήρια αδικαιολογήτως πολυάριθμα (και ογκώδη). Τούτο, ως υποσημείωση και ως εφαλτήριο για θεσμική υπόδειξη πως χρήσιμη καθοδήγηση για τα προκύπτοντα θα μπορούσε να αποκομισθεί από τα αναπτυσσόμενα στο σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 336-337 και στο εγχειρίδιο A. Sullivan QC, Written Evidence: Witness Statements and Affidavits as an Alternative to Oral Evidence, Eleven Wentworth Chambers, August 2015. Δεν δόθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε των ενόρκως δηλωσάντων. Συνεκτίμησα στην πλήρη τους μορφή, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις και τα συνημμένα τεκμήρια, ως και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων. Υπό την αίρεση της πάγιας αρχής ότι δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να προβαίνει ενδιαμέσως σε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Παναγιώτου ν Μουλαζίμη
(2007)1(A) AAΔ.78, 89-90) - και έτσι έπραξα - σημειώνω τα πιο κάτω. Πρώτο ζήτημα προς επίλυση (σε σχέση προς το διάταγμα), είναι η άποψη των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως οι ενάγοντες/αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο. Έχουν δίκαιο οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση. Εξηγώ. Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν Adeona Holdings Limited και Άλλων, ΠΕ 6/14, ημ. 27.2.15 - το σκεπτικό της οποίας είχα κατά νουν διαμορφώνοντας τη δικαστική μου κρίση - το Ανώτατο Δικαστήριο συγκεφαλαίωσε τις αρχές εν σχέσει προς το καθήκον αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις: « . Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v.Schroeder
(2003)All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω) .............................................................». Οι ενάγοντες/αιτητές παρέλειψαν να παραθέσουν (και κατά συνέπειαν να αποκαλύψουν), τον ορισμό τού συνεχόμενου (continuing) γεγονότος παράβασης (event of default), ως αυτός καταγράφεται στον όρο 1(Β)(G) της συμφωνίας ενεχυρίασης, ο οποίος προνοεί πως «An Event of Default is "continuing" if it has not been waived in accordance with the provisions of any respective Finance Document (as the case may be)». Ως ευστόχως υπέδειξαν οι συνήγοροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, η εκτέλεση της συμφωνίας ενεχυρίασης από τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση φέρεται να έγινε παρανόμως και αντικανονικώς γιατί δεν είχε επισυμβεί (συνεχόμενο) γεγονός παράβασης ως προσδιορίζεται στην παράγραφο 5 τής συμφωνίας ενεχυρίασης. Στη βάση αυτή, οι ενάγοντες/αιτητές επικαλούνται ότι η εκτέλεση της συμφωνίας ενεχυρίασης είναι εξ υπαρχής άκυρη ή ακυρώσιμη, με τη φερόμενη αδυναμία των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση να πράξουν ως η συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης [«η συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης»] (Τεκμήρια 11 και 12), να μην συνθέτει γεγονός παράβασης κατά τη συμφωνία ενεχυρίασης. Η ομνύουσα Τατιάνα Κουδελλάρη στην ένορκη δήλωση που συνάπτεται στην αίτηση («η ένορκη δήλωση Κουδελλάρη»), υποστηρίζει (στην παράγραφο 63), πως ««Γεγονός Παράβασης» συντελείται υπό τον όρο ότι αυτό είναι συνεχές ή αυτό εξακολουθεί (".continuing."). Ώστε τελεί σε συνάρτηση με ένα χρονικό προσδιορισμό κι αφορά σε παράβαση διαρκείας, και/ή τέτοια παράβαση εξακολουθεί να παραμένει άνευ θεραπείας (".which remains uncured.")». Υπό το φως αυτής της ερμηνείας, η ομνύουσα καταλήγει (στην παράγραφο 64 της ένορκης δήλωσης Κουδελλάρη), πως η οποιαδήποτε «.στιγμιαία ή παροδική παράβαση δεν επαρκεί για να δώσει την ευχέρεια στους Καθ' ων η Αίτηση 1 να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει.» η συμφωνία ενεχυρίασης. Προκύπτει στην πρώτη όψη των πραγμάτων - άκρως σημαντική ωστόσο για τα αναλυόμενα - ότι δεν παραπέμπεται το Δικαστήριο στον ορισμό του όρου «continuing» ο οποίος καθορίζεται στο άρθρο 1(Β)(G) της συμφωνίας ενεχυρίασης που ορίζει ένα γεγονός παράβασης ως συνεχόμενο εάν οι ενεχυροδανειστές (υποτίθεται οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση), δεν έχουν αποποιηθεί την παράβαση που προέκυψε βάσει τής συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης. Απεναντίας προσπαθούν να αποδώσουν στον όρο διαφορετικό νόημα, εδραζόμενοι αποκλειστικώς στο λεκτικό τής παραγράφου 5 της συμφωνίας ενεχυρίασης και εξεικονίζοντας τουτέστιν μια ίσως διαφορετική κατάσταση από εκείνη που εξεικονίζεται από τα κατατεθέντα έγγραφα, η οποία μπορεί και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση εκτέλεσαν τη συμφωνία ενεχυρίασης κατά παράβασιν του νόμου για να αποσπάσουν τις μετοχές των εναγόντων/αιτητών. Δεν είναι μόνο αυτά. Παρασιωπήθηκε και μια άλλη πτυχή. Διασαφηνίζω. Εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ότι οι ενάγοντες/αιτητές φαίνεται να γνώριζαν κατά τους κρίσιμους χρόνους τα περί της κατ' ισχυρισμόν αθέτησης όρων της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης, από τις επικοινωνίες που είχαν με τους εναγόμενους 2/καθ' ων η αίτηση και με Διευθύνοντες Συμβούλους (κατά διαφορετικούς χρόνους) των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση (Sheremnov και Dulin), οι οποίοι παρουσιάζονται ως οι τελικοί δικαιούχοι των εναγόντων/αιτητών και ήσαν και μέλη του εποπτικού συμβουλίου που ασχολήθηκε με το θέμα. Η σημασία αυτής τής μη αποκάλυψης μπορεί να σύγκειται - με το δυνητικόν να αναδεικνύει και τη σοβαρότητα της απόκρυψης - στο ότι οι ενάγοντες/αιτητές ήθελαν να εκπέμψουν πως δεν είχαν γνώση της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων 7/καθ' ων η αίτηση για να προτάξουν πως παρεμφερείς δράσεις των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση ήσαν αιφνιδιαστικές και κρισίμως καταλυτικές για τους ενάγοντες/αιτητές. Οι ενάγοντες/αιτητές - δοθείσας της φύσης του διατάγματος - είχαν ύψιστο χρέος να αποκαλύψουν στο μονομερές στάδιο τα ως άνω αναλυθέντα έτσι που το Δικαστήριο να τα ενέτασσε στην ορθή τους διάσταση (κατά τον χρόνο εκείνο) και να τα στάθμιζε προσηκόντως κατά τη συνειρμική διαδικασία απόφανσης περί αποδοχής ή όχι τού μονομερούς αιτήματος για έκδοση του διατάγματος. Δεν το έπραξαν. Το ποια θα ήταν η απόληξη του Δικαστηρίου και ποιες θα ήσαν οι σκέψεις του αν παρουσιαζόταν στην ορθή της διάσταση η περί ης ο λόγος επισήμανση και πληροφόρηση, δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Μια και η εντοπισθείσα παράλειψη συναπαρτίζει μεταβλητή που οράται αντικειμενικώς, γι' αυτό και η προσέγγιση των εναγόντων/αιτητών - ως δείγμα και τούτο της ευρύτερης πραγμάτευσης τους - περί της κατανόησης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση για το τι είναι που δηλώνει ο όρος συνεχιζόμενο γεγονός αλλά και η τελική τους θέση στην αγόρευση του δικηγόρου τους, πως «.[σ]ε κάθε περίπτωση το σημείο είναι ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης σε τελικό στάδιο», δεν αλλοιώνουν το αντικειμενικόν και επιτακτικόν τού καθήκοντος αποκάλυψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Vasilyeva ν Φοβερού
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1672, 1676). Η αποσιώπηση από τους ενάγοντες/αιτητές ήταν καθόλα ουσιώδης και καίρια υπό τις συνθήκες, με αυτούς να είναι επωμισμένοι με την επιταγή παράθεσης επαρκών εξηγήσεων των όσων συνέθεταν το αίτημα ώστε οι κρίσιμες θεματικές να συνδεθούν ευκόλως ή και ευλόγως με την ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού που το περιστοίχιζε και ό,τι η αίτηση επεδίωκε να πετύχει στις 14.2.17 (βλ. κατ' αναλογίαν, Delincyp Company Limited v Wolfgang Και Άλλων, ΠΕ 206/11, ημ. 4.4.17). Απόρροια της προρρηθείσας έκβασης είναι και το ότι δεν επιβάλλεται - αντιθέτως αντενδείκνυται κατά δικαιϊκήν αρχήν - η ενασχόληση με άλλες έμμεσες ή άμεσες πτυχές τού άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. κατ' αναλογίαν, Banka Turco Romana SA v Cortuk and Another
(2018)EWHC 662 (Comm), Γρηγορίου και Άλλοι ν Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-265). Το διάταγμα (ημερομηνίας 16.2.17), ακυρώνεται. Προσήκει εδώ μια παρέκβαση. Αφέθη να νοηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία ότι τα περί ουσιώδους μη αποκάλυψης προέκυψαν από χειρισμούς τού δικηγόρου των εναγόντων/αιτητών. Κάτι τέτοιο δεν φύεται από τη μαρτυρία και το απορρίπτω χωρίς δεύτερη σκέψη. Προχωρώ στα εναπομείναντα αιτητικά. Το κοινό νομοθετικό και νομολογιακό υπόβαθρο που αφορά στην έκδοση των παρεμπίπτοντων διαταγμάτων που παραμένουν να αποφασιστούν - και σε αυτά θα συμπεριλαμβανόταν και το διάταγμα (αιτητικά Α και Β) - διέπεται στη γενικότερη διάσταση του από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, για τις οποίες στην Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(B) AAΔ.1235, 1240-1243, ειπώθηκε ότι: « . Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984]1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32.» Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Αναφορικώς προς τα προληπτικά διατάγματα (quia timet) - ήτοι τα αιτητικά Γ, Δ, Ε και ΣΤ - εκείνο που ανακύπτει από τα παρουσιασθέντα (με υπόψιν και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60), είναι πως οι ενάγοντες/αιτητές μ' όλο που ικανοποίησαν την πρώτη νομοθετική προϋπόθεση, εδράζουν το αίτημα σε εικοτολογίες και απροσδιόριστες ανησυχίες πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση θα διαπράξουν αδικοπραξίες, ή ότι (συναρθρωμένο με τούτο), η ζημιά που διατείνονται πως έπαθαν θα συνεχιστεί ή και θα πολλαπλασιαστεί ως εκ της συνέχισης των αδικοπραξιών. Τίποτε δεν έχει καταδειχθεί που να δεικνύει πως εάν τα προληπτικά αυτά διατάγματα δεν εκδοθούν θα υπάρξει σοβαρός και άμεσα επικείμενος επαυξημένος κίνδυνος οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση αποσκοπώντας να πλήξουν τα δικαιώματα των εναγόντων/αιτητών να προβούν όντως στα υπό πρόληψιν, με ορατό και το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες/αιτητές (βλ. κατ' αναλογίαν, Ineos Upstream Ltd and Others v Persons Unknown
(2017)EWHC 2945 (Ch), Pavledes and Another v Hadjisavva and Another
(2013)EWHC 124 (Ch), Hooper v Rogers
(1974)3 All ER 417, 421, Draper v British Optical Association
(1938)All ER 115, 119, Attorney-General v Manchester Corpn (1891-94) All ER Rep 1196, 1198-1199). Η μαρτυρία τούτη δεν αρκεί να συνίσταται από γενικόλογες εκφράσεις φόβου τού αιτούντος - και αυτό είναι που έγινε - αλλά από βαρύνοντα και συγκεκριμενοποιημένα γεγονότα από τα οποία (εκτιμούμενα σε ενδιάμεση διαδικασία), να καθιστούν τους περί ων ο λόγος κινδύνους αν μη τι άλλο πιθανούς (βλ. κατ' αναλογίαν, Lilly Icos Ltd v Pfizer Ltd
(2002)1 All ER 842, 851-852). Παρέπεται, ότι η όποια ζημιά ήθελεν προκληθεί στους ενάγοντες/αιτητές (η οποία, ας λεχθεί με την ευκαιρία, δεν έχει καταδειχθεί ως «.σοβαρότατη.(grave damage)»), θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 189). Δεν καταδείχτηκε το δεύτερο και τρίτο προαπαιτούμενο τού άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το αυτό θα αποφάσιζα (με κατάλληλες αναπροσαρμογές) και για το διάταγμα (αιτητικά Α και Β), αν τούτο δεν απορριπτόταν ως τα επεξηγηθέντα. Τα αιτητικά Γ, Δ, Ε και ΣΤ, καλούν σε απόρριψη. Την ίδια κατάληξη έχουν, εφαρμοζόμενων των ανωτέρω και για όμοιους λόγους (τηρουμένων των αναλογιών), τα αιτητικά Ζ και Η, εκτός τού γεγονότος πως τούτα παρουσιάζονται και ως τρόπον τινά επικουρικά τού ήδη ακυρωθέντος διατάγματος αλλά και των κριθέντων ως απορριπτέων προληπτικών διαταγμάτων (αιτητικά Γ, Δ, Ε και ΣΤ). Τα αιτητικά Ζ και Η, χρήζουν απόρριψης. Για τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal (κατά τα αιτητικά Θ, Ι και Κ) - η εξέταση των οποίων δεν επηρεάζεται από την ετυμηγορία ως προς τα αιτητικά Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η (βλ. κατ' αναλογίαν, Hourani v Thomson and Others
(2017)EWHC 173 (QB)) - για να εκδοθούν πρέπει να πραγματώνουν (ως προς τις γενικές προϋποθέσεις) τις επιταγές του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ενώ (ως προς τις ειδικές προϋποθέσεις), να απαιτούν κατάδειξη από τον εκάστοτε αιτητή, ότι έχει επισυμβεί κάποια αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγήσαντα· να διαπιστώνεται ανάγκη για έκδοση του διατάγματος για να είναι εφικτή η έγερση αγωγής κατά του τελικού αδικοπραγήσαντα και το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η έκδοση του διατάγματος να έχει αναμειχθεί με τρόπο που να διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε διακριτική ευχέρεια έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και πρέπει να πείθεται για το ότι οι επιθυμούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν με άλλο διαθέσιμο τρόπο και πως υπάρχει πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον τού αδικοπραγήσαντα. Άρα υποκείμενο της έρευνας δεν είναι η ευκολία, ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά το αναπόφευκτον τού εγχειρήματος, εντασσομένου τούτου εντός των αφορούντων παραμέτρων. Εάν υπάρχουν γεγονότα που υπαγορεύουν διερεύνηση στη δίκη, δεν θεωρείται πρέπουσα η έκδοση τέτοιου διατάγματος πριν από την έναρξη της δίκης (βλ. γενικώς, Avila Management Services Ltd και Άλλων ν Stepanek και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, 1416-1417). Στο διά ταύτα. Οι ενάγοντες/αιτητές δεν κατόρθωσαν να δείξουν επαρκώς την αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, αφ' ης στιγμής απέτυχαν να τα συναρτήσουν με οποιαδήποτε υποβοηθητική έκφανση σχετιζόμενη με την «.όχι αμιγώς αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης αλλά μεικτή.», ή και να τα συσχετίσουν αρκούντως με την καταχώριση αγωγής κατά οιουδήποτε άλλου (ή και άλλου) αδικοπραγήσαντα. Επέλεξαν να εγκαλέσουν τούς συγκεκριμένους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση, για τους λόγους που εξηγούν στην αίτηση (και στην αγωγή), δίχως η έκδοση των διαταγμάτων να συναρμόζεται πραγματικώς με την όποια ανάγκη προσθήκης νέων διαδίκων ή διάρθρωσης και αναπροσαρμογής τής αξίωσης, πέραν βεβαίως από την υποβολή εκ πλευράς εναγόντων/αιτητών, αόριστων αναφορών πως τα διατάγματα είναι αναγκαία προκειμένου, άλλοτε για να έχουν τούτοι «.πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας ώστε να δυνηθ[ούν] να καταχωρίσ[ουν] την έκθεση απαίτησης του[ς].» και άλλες φορές, για να «.καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής ή καταχώρηση έκθεσης απαίτησης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ή και εναντίον άλλων τρίτων προσώπων, το οποιο αγνοούν στο παρόν στάδιο, επι τη βάση συνομωσίας και δόλου.». Βάθρο το οποίο, παρενθέτω, μπορεί μεν κατ' αρχήν να συνθέτει θεωρητικώς λόγο έγκρισης τέτοιου αιτήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Melouskia Commercial Ltd και Άλλων ν Alisa Chumachenko Alisa και Άλλων, ΠΕ 71/13, ημ. 30.9.14), μα στην πράξη - και επί δικονομικοαποδεικτικού επιπέδου - όντας ατεκμηρίωτο, όπως εδώ, τούτο να μην δικαιολογείται (βλ. κατ' αναλογίαν, Kalmneft v Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep 417, 422-423). Το ότι λοιπόν δηλώνεται από τους ενάγοντες/αιτητές πως τα διατάγματα αποκάλυψης θα υποβοηθήσουν στο «.να προβούν σε αναγκαίες τροποποιήσεις της αγωγής των.», ή να καταχωρίσουν αγωγή «.εναντίον άλλων προσώπων.», δεν αμβλύνει το εξαιρετικόν τού μέτρου, αφού η αποκόμιση τέτοιων διαταγμάτων ως δικαιοδοτική επιλογή δεν προορίζεται ως μέθοδος προκαταρκτικής αποκάλυψης, εκτός των στενών στοχεύσεων που διέπει τη φιλοσοφία έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal (βλ. κατ' αναλογίαν, Ramilos Trading Limited v Buyanovsky
(2016)EWHC 3175 (Comm), Singularis Holdings Ltd v PricewaterhouseCoopers
(2014)UKPC 36), με ανοιχτό, πάντως, τον ορίζοντα για επιζήτηση αποκάλυψης εγγράφων στο στάδιο των Οδηγιών, κατά τις προβλέψεις, επί παραδείγματι, των Δ.28 και Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Avila Management Services Ltd και Άλλων ν Stepanek και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, 1415-1417). Παρόλο συνεπώς που οι ενάγοντες/αιτητές (ως εξηγείται στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους), ζητούν - κατά τα αποφασισθέντα στην Mitsui & Co Limited v Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 (Ch) - αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών για να δυνηθούν να βρουν τα «.κομμάτια που λείπουν από την εικόνα της υπόθεσης ("missing piece of the jigsaw...")», παραλείπουν με αποδεκτή ακρίβεια και συνέπεια να καθορίσουν το είδος της πληροφόρησης και της μαρτυρίας αυτής - κρίσιμης (crucial) ως επιτάσσεται να είναι (βλ. κατ' αναλογίαν, Ramilos Trading Limited v Buyanovsky
(2016)EWHC 3175 (Comm)) - για να αποκτήσουν εκείνο που λέγουν ότι ελλείπει ως συνεκτικό τής εικόνας γεγονότων που έχουν στο μυαλό ούτως ώστε να αποφύγουν συν τω χρόνω και το ενδεχόμενο, αισθητό και απτό εδώ, ταξινόμησης τής προσδοκίας τους ως απαράδεκτης απόπειρας αλίευσης μαρτυρίας υπό την πρόφασιν ή τη συγκάλυψη ενός διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal (βλ. κατ' αναλογίαν, Ramilos Trading Limited v Buyanovsky
(2016)EWHC 3175 (Comm), Arab Satellite Communications Organisations v Al Faqih and Another
(2008)EWHC 2568 (QB), Axa Equity & Life Insurance Plc and Others ν National Westminster Bank
(1998)EWCA Civ 782). Έτσι κι αλλιώς - μη αποτμημένου τούτου και από τα υπόλοιπα που έτυχαν εντρύφησης - και ασχέτως του όγκου τής μαρτυρίας που δόθηκε (γιατί περί ποιότητας ο λόγος και όχι ποσότητας), οι ένορκοι ισχυρισμοί των εναγόντων/αιτητών για απάτη, δόλο, συνομωσία και άλλα τινά που άπτονται και των αξιώσεων στην αγωγή, δεν πλαισιώνονται από θετικά στοιχεία, παρά μόνο εκπορεύονται (κατά τα ενδιαμέσως διαπιστούμενα) από γενικευμένες θεωρήσεις, εκτιμήσεις, πεποιθήσεις και εικασίες σε έκταση που υστερούν καθοριστικώς τού απαιτούμενου φάσματος λεπτομερειών για την αποτύπωση συμπεράσματος περί σοβαρών για τα ζητούμενα ενδείξεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(B) AAΔ.1235, 1244), προτού το Δικαστήριο αποφασίσει την έγκριση ή όχι τέτοιων κρίσιμων και ιδιαίτερων διαταγμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου ν Οντόνι, ΠΕ 103/14, ημ. 2.12.14). Επί τούτω, παραθέτω απόσπασμα από τη σύνοψη της αγόρευσης των δικηγόρων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση - όχι ασφαλώς δίκην ευρήματος ή μεταστροφής των ισχυουσών αρχών αποτίμησης παρόμοιων αιτημάτων - ως αποδίδοντα γλαφυρότερα (και άνευ διαθλάσεων), ό,τι είναι που εκπηγάζει ως απεικόνιση (στη συζητούμενη ενότητα), των τοποθετήσεων των εναγόντων/αιτητών στην ένορκη δήλωση Κουδελλάρη, σχετιζομένων με την αφορούσα παρατήρηση: « ................................................................ Πέραν της προσπάθειας των Αιτητών να πλήξουν την νομιμότητα των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση 1 με βάσει το δίκαιο το συμβάσεων, επιχειρούν επίσης να παρουσιάσουν τα γεγονότα με τρόπο που να δείχνει τη διάπραξη συνομωσίας και απάτης εναντίον τους από μέρους όλων των Καθ' ων η Αίτηση με απώτερο δήθεν σκοπό την υφαρπαγή των ενεχυριασμένων μετοχών. Σε αυτή τους την προσπάθεια οι Αιτητές συγχέουν την ύπαρξη άλλων ξεχωριστών συμφωνιών, άσχετων και ανεξάρτητων με τη Συμφωνία Ενεχυρίασης που συνάφθηκαν μεταξύ εκείνων και των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 8 και οι οποίες μάλιστα περιέχουν ρήτρες διαιτησίας. Βάσει των ισχυρισμών των Αιτητών οι εν λόγω Καθ' ων η Αίτηση συνωμότησαν ώστε να παραβούν αυτές τις συμφωνίες και να οδηγήσουν τους Καθ' ων η Αίτηση 7 να παραβούν τη Συμφωνία Δανείου ώστε να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Τονίζουμε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας μέσα σε ολόκληρη της Ε.Δ Κουδελλάρη που να υποστηρίζει τέτοιο σενάριο αλλά αντιθέτως προωθούνται μόνο εικασίες και υποθέσεις για το τι θα μπορούσαν να ήταν τα κίνητρα των διαφόρων μερών χωρίς να υπάρχει κάποια υπόσταση ή βάση που να δικαιολογεί την κατάληξη σε αυτά τα συμπεράσματα. Όπως αναφέρουμε, με σχετικές παραπομπές σε αυθεντίες στις σελίδες 16-20, δεν στοιχειοθετείται σε καμία περίπτωση η διάπραξη δόλου ή απάτης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση! Εξάλλου οι Αιτητές μπορούσαν να αξιολογήσουν τόσο κατά το στάδιο της σύναψής των εν λόγω συμβάσεων όσο και κατά τη διάρκεια που αυτές ήταν σε ισχύ, τους πιθανούς κινδύνους και συνέπειες που ενδεχομένως να είχε τυχόν παράβαση κάποιων συμφωνιών. Συγκεκριμένα με τη σύναψη της Συμφωνίας Ενεχυρίασης σε ανεξάρτητη βάση από την Συμφωνία Μετόχων και Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών είχαν αποδεχτεί τον κίνδυνο ότι εάν η Καθ' ης η Αίτηση 7 παρέβαινε τις Συμφωνίες Δανείου για οποιοδήποτε λόγο τότε η Καθ' ης η Αίτηση 1 θα είχε δικαίωμα να λάβει τον έλεγχο των επίδικων μετοχών. Δε μπορούμε να αντιληφθούμε πώς, δεδομένης της συνειδητής και με ελεύθερη συναίνεση ανάληψης αυτού του ρίσκου από πλευράς των Αιτητών, οι Αιτητές μπορούν τώρα να ισχυρίζονται ότι η καθόλα νόμιμη και νομότυπη εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης από την Καθ' ης η Αίτηση 1 ισοδυναμεί με απάτη! ... Σε μια ύστατη προσπάθεια απόδοσης έκνομης και μεμπτής συμπεριφοράς στους Καθ' ων η Αίτηση 1, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προχώρησαν στην εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης κατά παράβασης του καθήκοντος καλής πίστης που δήθεν όφειλαν στους Αιτητές. Ούτε αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας μπορεί να ευσταθεί αφού αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή του κοινοδικαίου ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα να προωθεί τα δικά του συμφέροντα και επιδιώξεις στο πλαίσιο των συμφωνηθέντων χωρίς υποχρέωση να επιδείξει καλή πίστη προς τον αντισυμβαλλόμενο. Σχετικές αυθεντίες παρατίθενται στις σελίδες 20-23 της γραπτής μας αγόρευσης. Παραπέμπουμε ιδιαίτερα στην υπόθεση MSC Mediterranean Shipping Company S.A. v Cottonex Anstalt [2016] EWCA Civ 789 του Αγγλικού Εφετείου». Κάτι ύστατο και ουχί ασύνδετο με τα προηγούμενα. Δεν πληρούνται, εκτός από δύο (σε αντίθεση με τα αιτητικά Γ, Δ, Ε και Ζ, όπου ικανοποιήθηκε μόνο η πρώτη νομοθετική σταθερά), ούτε και οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Διευκρινίζω. Με όσα δικογραφούνται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, διαπιστώνεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν και συμφωνώ με όσα ανέπτυξε ο κ. Κούρτελλος. Το περιεχόμενο της δικογραφίας μιλά αφ' εαυτού. Αποδείχθηκε η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Για τη δεύτερη προϋπόθεση τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, συνάγεται, όπως σωστά και πάλι υπέδειξε ο κ. Κούρτελλος, πιθανότητα να δικαιούνται οι ενάγοντες/αιτητές σε θεραπεία, για όλους τους καταγραφέντες λόγους. Δεν χρειάζεται αναλυτικότερη ενασχόληση με τη θεματολογία και ειδικότερα με τα επιμέρους τμήματα που τη συναποτελούν, αφού τούτα - με υπάρχουσα την ερμηνευτική διάσταση απόψεων των διαδίκων - καταδεικνύουν από μόνα τους (και λόγω του μαρτυριακού περιεχομένου τους), τη συνακόλουθη προοπτική για απονομή θεραπείας στους ενάγοντες/αιτητές. Υφίσταται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, δεν διαφεύγει την προσοχή ότι η έννοια της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης επέκεινα δεν συνδέεται απαρεγκλίτως με τη στενή αντίληψη τής υλικής ζημιάς αλλά με (ή και με) τη μείζονα προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων/αιτητών έναντι εκείνων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Όξυνος και Άλλων ν Λου
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1066, 1081). Δεν έχει εκπληρωθεί η τρίτη προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, γιατί από τα όσα αναδιπλώθηκαν, προπαντός από τους ενάγοντες/αιτητές, δεν αναδύεται κάτι που θα μπορούσε να καταστήσει κατοπινά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης και τούτο για τον λόγο ότι το ήδη διαμορφωμένο πεδίο αποδεικτικής δράσης των εναγόντων/αιτητών παρουσιάζεται συγκροτημένο και δομημένο ως προς την ουσία του αγώγιμου δικαιώματος και τους επιλεχθέντες εναγομένους ή και τους όποιους πρόσθετους εναγομένους, με αμιγή και αναλλοίωτη τη δυνατότητα σε μελλοντικό χρόνο, επιδίωξης συναφών δικονομικών μέτρων αποκάλυψης. Τα αιτητικά Θ, Ι και Κ, υπόκεινται σε απόρριψη. Εν κατακλείδι. Οι ενάγοντες/αιτητές απέτυχαν, παρά την ικανή δικηγορική αντιπροσώπευση πού έτυχαν - και το ίδιο άρτια ήταν και η εκπροσώπηση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση - να καταδείξουν όσα ζωτικά όφειλαν για επιτυχία του αιτήματος. Το διάταγμα (ημερομηνίας 16.12.17), ακυρώνεται. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται εν συνόλω. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.