← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΕΤΡΟΣ ΙΩΣΗΦ, Αριθ. Αγωγής: 2810/2014, 30/4/2018

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΕΤΡΟΣ ΙΩΣΗΦ, Αριθ. Αγωγής: 2810/2014, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 2810/2014 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ Ενάγοντα και ΠΕΤΡΟΣ ΙΩΣΗΦ Εναγομένου ---------------------------------------- Αίτηση ημερ. 16.1.2017 για διαφοροποίηση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και για διάταγμα αποκοπής δόσεων από δημόσιο βοήθημα Hμερομηνία: 30 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Π. Μιχαήλ Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: καμία εμφάνιση, εμφανιζόταν προσωπικά, απών ΑΠΟΦΑΣΗ (από έδρας) Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής ζητεί απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαφοροποιείται το διάταγμα ημερομηνίας 9.6.2016 για την καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους ημερομηνίας 24.9.2014 με μηνιαίες δόσεις €20 έτσι ώστε να εκδοθεί νέο και/ή συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να αποκόπτει το ποσό των €20 μηνιαίως από το ποσό που λαμβάνει ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος από το κράτος ως δημόσιο βοήθημα. Σημειώνεται ότι το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εκδόθηκε από το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) στις 9.11.16 μετά από ακροαματική διαδικασία, στο πλαίσιο αίτησης έρευνας ημερ. 7.4.2015. Δηλαδή δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, και προχώρησε η διαδικασία έρευνας με βάση τα σχετικά άρθρα του Κεφ. 6, με την εξέταση του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση. Αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα σε σχέση με τα έσοδα και τα έξοδα του, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι επρόκειτο για λήπτη βοηθήματος του Γραφείου Ευημερίας ύψους €452 μηνιαίως, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για €20 μηνιαίως το οποίο ήταν το ποσό που εισηγήθηκε ο ίδιος ο εναγόμενος, καθότι οποιοδήποτε άλλο ποσό «θα έθετε σε κίνδυνο την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση». Η παρούσα αίτηση, για διαφοροποίηση του πιο πάνω διατάγματος του Δικαστηρίου ή την έκδοση νέου διατάγματος, έτσι ώστε να διατάσσεται ο Διευθυντής να αποκόπτει το ποσό των €20 από το βοήθημα που αποστέλλει στον εναγόμενο και να το αποστέλλει στον συνήγορο του ενάγοντα έναντι της απόφασης, επιδόθηκε στον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση, ο οποίος παρουσιάστηκε και δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην αποκοπή. Εντούτοις, το Δικαστήριο έθεσε αυτεπάγγελτα τους προβληματισμούς του προς τον συνήγορο του αιτητή, ως προς το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Πρώτον, εκφράστηκε προβληματισμός κατά πόσο η νομική βάση της αίτησης υποστηρίζει το αιτητικό της, και δεύτερον, κατά πόσο το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα αποκοπής από δημόσιο βοήθημα. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση για συγκεκριμένη μηνιαία δόση, αφότου είχε ληφθεί υπόψη το εν λόγω δημόσιο βοήθημα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή στην εμπεριστατωμένη γραπτή του αγόρευση, στηρίχθηκε, όσον αφορά τη νομική πτυχή, στο άρθρο 90

(3)του Κεφ.6. Αναφορικά με το θέμα πιθανής παρανομίας, αναφέρθηκε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, αλλά αυτό αφορά περιπτώσεις όπου η παρανομία προκύπτει έκδηλα από τη σύμβαση ή τη μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η θέση του ότι δεν συντρέχει καμία παρανομία και το Δικαστήριο δεν δύναται να ενεργήσει αυτεπάγγελτα. Υποστήριξε ότι οι διάδικοι κατέληξαν σε μία συμφωνία για αποκοπή €20 από το δημόσιο βοήθημα και ζητούν όπως το Δικαστήριο εκδώσει σχετικό διάταγμα. Εξετάζοντας πρώτα το θέμα της νομικής βάσης της αίτησης, σημειώνω ότι τα άρθρα 73-81 του Κεφ. 6 που αναφέρονται στη νομική βάση αφορούν σε εντάλματα εις χείρας τρίτου. Η Διαταγή 43 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης αφορά την εκτέλεση ενταλμάτων κατάσχεσης και η Διαταγή 48 τη διαδικασία αιτήσεων. Τα άρθρα 82-89 του Κεφ. 6 (Μέρος ΧΙΙΙ) αφορούν αιτήσεις για την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη και έχουν ήδη εφαρμοσθεί στο πλαίσιο αίτησης ημερομηνίας 7.4.2015 που προηγήθηκε. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 87 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο, μετά την εξέταση του οφειλέτη, δύναται να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα : Α. Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις· Β. διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων· Γ. διάταγμα αποκοπής απολαβών· Δ. διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της· Ε. ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Το δε άρθρο 90
(1)προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VΙΙΙ, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση), στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης έρευνας που προηγήθηκε, προχώρησε στη διαδικασία εξέτασης του οφειλέτη και εξέδωσε στις 9.11.2016 με αιτιολογημένη απόφαση διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εκ €20, τη διαφοροποίηση του οποίου ζητά με την επίδικη αίτηση ο ενάγων-αιτητής. Όπως έχει προαναφερθεί, ο ευπαίδευτος συνήγορος με την αγόρευση του περιόρισε τη νομική βάση στο άρθρο 90
(3)του Κεφ.6 όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο αναφέρει τα εξής: «
(3)Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να διαφοροποιηθεί επίσης ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή αν αποδείξει ότι— (α) Η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη είχε αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του· ή (β) κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων ή συνθηκών προσδιοριστικών της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο του διατάγματος θα ήταν ουσιαστικά διαφορετικό από το ήδη εκδοθέν, νοουμένου ότι οι πληροφορίες για την ύπαρξη των γεγονότων ή συνθηκών αυτών περιήλθαν σε γνώση του εξ αποφάσεως πιστωτή μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος». Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχει υποστηριχθεί ότι η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη έχει αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Το μόνο που παρουσιάζεται μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση είναι ότι ο εναγόμενος δεν έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων και φαίνεται ότι δεν πρόκειται να πληρώσει τις οφειλόμενες δόσεις εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν διαφαίνεται ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε κάποια γεγονότα τα οποία εάν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αρχικής αίτησης έρευνας, το διάταγμα θα ήταν διαφορετικό από το εκδοθέν. Αντίθετα, είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι επρόκειτο για λήπτη βοηθήματος του Γραφείου Ευημερίας ύψους €452 μηνιαίως, γεγονός το οποίο, όπως καταγράφεται στην απόφαση ημερομηνίας 9.11.2016, ανέφερε ο ίδιος ενόρκως, ενώ παράλληλα κατατέθηκαν σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια, και λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς της απόφασης του για την έκδοση διατάγματος για καταβολή μηνιαίων δόσεων εκ €20. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 9.11.2016 κατέληξε, με γνώμονα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένου ότι επρόκειτο για λήπτη δημοσίου βοηθήματος, ότι η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού πέραν του ποσού των €20 που εισηγήθηκε ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση ότι ήταν σε θέση να καταβάλλει, θα έθετε σε κίνδυνο την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του. Ως εκ των ανωτέρω, κατά την κρίση μου ούτε και το άρθρο 90 του νόμου δεν παρέχει ικανοποιητική νομική βάση και έρεισμα για τα αιτούμενα διατάγματα, έτσι ώστε να διαταχθεί ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Υπηρεσίας να αποκόπτει το ποσό των €20 από το βοήθημα που του αποστέλλει κάθε μήνα και να το αποστέλλει στον κ. Μιχαήλ μέχρι εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ σχετικές τις πρόνοιες του Περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 (Νόμος 95)(Ι)/2006) ως έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα, το άρθρο 3
(1)(β) προνοεί ότι παρέχεται δημόσιο βοήθημα από τον Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου σε κάθε πολίτη της Δημοκρατίας του οποίου το εισόδημα και οι άλλοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του. Το δε άρθρο 6 προνοεί ότι το ποσό του δημοσίου βοηθήματος το οποίο παρέχεται σε κάποιο άτομο για ικανοποίηση των βασικών ή ειδικών αναγκών του, είναι το ποσό κατά το οποίο το εισόδημα και οι οικονομικοί του πόροι υπολείπονται του ποσού που είναι αναγκαίο για ικανοποίηση των εν λόγων αναγκών του. Δηλαδή, το δημόσιο βοήθημα παρέχεται, με βάση το Νόμο, σε πρόσωπα των οποίων το εισόδημα ή άλλοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών τους. Παρέχεται για συγκεκριμένο σκοπό - ήτοι την ικανοποίηση των βασικών ή ειδικών αναγκών του λήπτη. Κατά την κρίση μου, η έκδοση ή διαφοροποίηση διατάγματος για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, με τρόπο έτσι ώστε το ποσό των δόσεων να αποκόπτεται από δημόσιο βοήθημα και να αποστέλλεται από τον Διευθυντή απ' ευθείας στον δικηγόρο του εξ αποφάσεως πιστωτή για σκοπούς ικανοποίησης δικαστικής απόφασης και όχι για σκοπούς κάλυψης των βασικών αναγκών του λήπτη, δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του Νόμου 95(Ι)/2006 και τους σκοπούς αυτού. Πόσο μάλλον, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης έχει ήδη εξεταστεί ενόρκως στο πλαίσιο αίτησης έρευνας και έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων, έχοντας λάβει υπόψη ότι πρόκειται για λήπτη δημοσίου βοηθήματος, και αυτό που ζητείται τώρα είναι η διαφοροποίηση του εν λόγω διατάγματος έτσι ώστε το ποσό που διατάχθηκε να καταβάλλει από το όποιο περίσσευμα του, να αποκόπτεται από το δημόσιο βοήθημα που αφορά την κάλυψη βασικών αναγκών, και να αποστέλλεται στον δικηγόρο του εξ αποφάσεως πιστωτή έναντι της απόφασης. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση δεν είχε αντίρρηση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σημειώνω ότι η όποια συμφωνία των διαδίκων δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάσταση. Το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα, είτε εκ συμφώνου είτε άλλως πως, το οποίο δεν υποστηρίζεται νομικά και πραγματικά και δεν προνοείται από τη σχετική νομοθεσία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.