ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΖΕΒΛΑΡΗ, Αρ. Αίτησης: 221/17, 16/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A235 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 221/17 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ Αιτητών -και- ΔΗΜΗΤΡΗ ΖΕΒΛΑΡΗ Καθ' ου η αίτηση --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: Ο κ. Μ. Μενελάου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ38). Για τον Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Α. Π. Κυριάκου (ΔΘ68). ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής, επικαλούμενος ανάμεσα σε άλλα τις πρόνοιες του άρθρου 52 τού Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 (ως τροποποιήθηκε μέχρι το 2016), εξαιτείται διάταγμα εγγραφής ως δικαστικής απόφασης, της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 26.6.14, υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως πρωτοφειλέτη σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20.12.11, με αριθμό λογαριασμού 7300400-5 («η διαιτητική απόφαση»). Συνιστά εκδοχή των αιτητών (εκπορευόμενη από τη συνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση τού Χριστόφορου Γιαννή, υπαλλήλου των αιτητών), ότι ένεκα καθυστερήσεων και παραβάσεων από μέρους καθ' ου η αίτηση στη συμφωνία δανείου (7300400-5) («η συμφωνία δανείου»), οι αιτητές στις 15.5.14, τον ειδοποίησαν γραπτώς όπως παρουσιαστεί σε ακρόαση σχετικής Διαιτησίας ενώπιον Διαιτητή στα γραφεία των αιτητών στις 26.6.
- Τη μέρα εκείνη, εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση), ως το Τεκμήριο Α, με βάση την οποία τούτος και κάποιο πρόσωπο με το όνομα Έλενα Ζεβλάρη κλήθηκαν να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως προς τους αιτητές - οι οποίοι συνιστούν συνεργατική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών που συστάθηκε συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουσα ως έδρα την Λευκωσία και διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό - το ποσό των €747.731,20 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 8,50% ετησίως από 27.6.14, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές ετησίως (την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου), μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα Διαιτησίας €250.
- Σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση, το εξ αποφάσεως χρέος, με τους τόκους και τα έξοδα θα καταβληθούν από το προϊόν εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ31/2012 τού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου («η υποθήκη»). Η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε/γνωστοποιήθηκε προσωπικώς στον καθ' ου η αίτηση στις 26.6.14 (Τεκμήριο Β). Η διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Το οφειλόμενο υπόλοιπο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων μέχρι 25.1.17, ανέρχεται σε €924.951,93, συν τόκο προς 8,50% ετησίως από 1.1.17, επί ποσού €923.986,59 (Τεκμήριο Γ). Συνθέτει άποψη του καθ' ου η αίτηση πως δεν συντρέχει οποιοδήποτε προαπαιτούμενο για επιτυχία της αίτησης διότι, ως ο ίδιος υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση που επικουρεί την ένσταση (με την περικοπή που ακολουθεί να παρατίθεται αυτούσια όπως και στις υπόλοιπες που θα επακολουθήσουν): « ......................................................
- . η Αίτηση εγγραφής της Αιτήτριας δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου επειδή δεν υπάρχει συνυποσχετικό Διαιτησίας μεταξύ των Αιτητών και εμού.
- Μεταξύ των Αιτητών και εμού δεν υπογράφτηκε καμία συμφωνία και/ή έγγραφη συμφωνία και/ή συμφωνία συνυποσχετικού για την υποβολή των μεταξύ τους διαφορών σε Διαιτησία σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο.
- Δεν μου επιδόθηκε η απόφαση που επισυνάπτεται στην παρούσα Αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Διαιτησίας Νόμου και του 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) και επομένως η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από τον Διαιτητή με έλλειψη και/ή υπέρβαση δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια μέσω των αντιπροσώπων της με κάλεσαν όπως παρευρεθώ στη Διαιτησία και μου ανέφεραν ότι επρόκειτο για καθαρά εσωτερική διαδικασία της Συνεργατικής και ότι δεν θα έπρεπε και/ή θα ήταν άσκοπο να διορίσω Δικηγόρο για να με εκπροσωπήσει. Με τον τρόπο αυτό, μου αφαίρεσαν το δικαίωμα να ακουστώ και απλώς μου ανέφεραν ότι θα πρέπει να υπογράψω ένα έντυπο για την παρουσία μου το οποίο ουδέποτε μου δόθηκε. Σήμερα, αντιλαμβάνομαι ότι το έντυπο αυτό είναι η «Δήλωση Γνωστοποίησης» και το οποίο επισυνάπτει στην Αίτηση της η Αιτήτρια ως Τεκμήριο Β.
- Η παραπομπή σε Διαιτησία δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς 78 και 79 των Περί Συνεργατικών Εταιριών Θεσμών του 1987 μέχρι
- Ο διορισμός του Διαιτητή έγινε μονομερώς αφού ουδέποτε ερωτηθήκαμε και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται από του να ασκεί διαιτησία και/ή δεν έχει τα προσόντα να πράξει τούτο.
- Η ισχυριζόμενη Διαιτησία διεξήχθη κατά παράβαση του Νόμου και των Θεσμών.
- Το δάνειο μου εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου ο χρηματοοικονομικός επίτροπος εξέδωσε πόρισμα που αναφέρει ότι η Αιτήτρια υπερχρέωνε τους πελάτες της καθότι ο τόκος υπολογιζόταν λανθασμένα, γεγονός που παραδέκτηκε και η ίδια η Αιτήτρια μέσω της Κεντρικής Συνεργατικής. Συνεπώς τα ποσά που αναφέρονται ως οφειλόμενα τόσο στην επίδικη απόφαση όσο και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Γ είναι λανθασμένα και αναμφίβολα πολύ μεγαλύτερα από τα πραγματικά. Παρουσιάζω ως Τεκμήρια 1 και 2 σχετικές ανακοινώσεις από τον ημερήσιο τύπο.
- Εάν εκδωθεί το Διάταγμα ως το αιτείται η Αιτήτρια θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι πλέον η διαιτητική απόφαση θα λάβει ισχύ Δικαστικής αποφάσεως με υψηλότερα ποσά από τα πραγματικά οφειλόμενα. Με κανένα άλλο τρόπο δεν θα μπορέσω να αλλάξω την τελεσίδικη αυτή απόφαση με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να δύναται να προβαίνει σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον μου για ποσά που δεν δικαιούται. Από την άλλη, εαν το Δικαστήριο απορρίψει την Αίτηση της Αιτήτριας τότε μεσω αγωγής που θα δικαιούται να καταχωρήσει εναντίον μου δύναται να αποδείξει στο Δικαστήριο το ποσό που πράγματι δικαιούται.
- Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση των Αιτητών δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο να μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. .............................................................». Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση διά συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης μου ημερομηνίας 22.12.17 («η συμπληρωματική ένορκη δήλωση»), έθεσε και τα εξής (με τη λανθασμένη αρίθμηση στις παραγράφους να οφείλεται στον ομνύοντα): « ..............................................................
- Όπως αναφέρω και στην Ε.Δ. μου ημερ. 26.6.17 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 αυτής, η ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ με υπερχρέωνε μέσω λανθασμένου υπολογισμού του τόκου που επέβαλλε στο δάνειο μου πράγμα το οποίο παραδέχεται μέσω της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας.
- Παρόλο που επισυνάπτω στην Ε.Δ. ημερ. 26.6.17 μου τα Τεκμήρια 1 και 2 που αφορούν σε σχετικές για το θέμα ανακοινώσεις στον τύπο είναι αναγκαίο το Σεβαστό Δικαστήριο λάβει υπόψη προς ενίσχυση των ισχυρισμών μου και τις επιστολές ημερ. 27.11.17 τις οποίες και έλαβα από την ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ περί τις 7.12.
- Η αναφερόμενες επιστολές ημερ. 27.11.17 επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 1 και
- Όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο των επιστολών, η ίδια η ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ αναγνωρίζει όπως αναφέρει λανθασμένες χρεώσεις τόκου στο δάνειο μου αφού όπως φαίνεται και στις επιστολές που ζητώ να κατατεθούν ως περαιτέρω Τεκμήρια μου έχουν ήδη πιστώσει τον επίδικο λογαριασμό δανείου με το συνολικό ποσό των €23,415.09 .............................................................». Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλωσάντων. Αποτίμησα στην πλήρη τους μορφή, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις/συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια. Μελέτησα προσέτι τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ο δικηγόρος των αιτητών πρότεινε πως υπάρχουν όλες οι νομοθετικές προϋποθέσεις, ως έχουν ερμηνευθεί από τη σχετική νομολογία, για έγκριση του αιτήματος. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση επιχειρηματολόγησε πως, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην επίδοση της διαιτητικής απόφασης στον καθ' ου η αίτηση, τούτη ουδέποτε συντελέστηκε και ότι έτσι κι αλλιώς τίποτε δεν προκρίνει αποδοχή της αίτησης. Συγκλίνω με τις τοποθετήσεις των αιτητών και αποκλίνω, με σεβασμό, από εκείνες του καθ' ου η αίτηση, η μαρτυρία τού οποίου (στην ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση) - σε αντίθεση εκείνης τού Χριστόφορου Γιαννή (που είναι συμπαγής και στηριγμένη στο συναφές και αναντίρρητο γραπτό μαρτυριακό υλικό) - χαρακτηρίζονται από αοριστολογία και υπεκφυγή. Σε κάποιες εξειδικευμένες εκφάνσεις τής μαρτυρίας αυτής θα αναφερθώ στη ρύμη του σκεπτικού. Δέχομαι - εντός των περιοριστικών παραμέτρων της διαδικασίας αναφορικώς προς την αξιολογική αποτίμηση μαρτυρίας και εκδοχών (βλ. γενικώς και κατ' αναλογίαν, Alipour v Ary
(1996)EWCA Civ 1229) - τη μαρτυρία και εκδοχή των αιτητών και απορρίπτω εκείνη του καθ' ου η αίτηση. Εύρημα μου (ως προς τα γεγονότα που εκφράζουν πλέον), ας θεωρηθεί, χάριν οικονομίας λόγου, ότι αποτελεί και η σύνοψη της εκδοχής των αιτητών (ως τούτη παρατέθηκε πιο πάνω), μια που ό,τι αυτή εκφράζει ως γεγονός, παρέμεινε κατ' ουσίαν αναμφισβήτητο και αλώβητο από οποιαδήποτε περί του αντιθέτου πειστική και αξιόπιστη εκδοχή και μαρτυρία εκ πλευράς καθ' ου η αίτηση. Επεκτείνω τους νομικούς και πραγματικούς λόγους της κρίσης μου. Μέρος του νομοθετικού πλαισίου που ενδιαφέρει, προσδιορίζεται από το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Στην Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ΠΕ 87/11, ημ. 20.6.14, το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Παρπαρίνου, Δ., υπέμνησε τα ακόλουθα για ό,τι απασχολεί: « Η προσεκτική εφαρμογή των όσων προβλέπονται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Νόμοι 1985-2005) που διέπει την όλη διαφορά θα είχε ως αποτέλεσμα την ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης μέσα βέβαια από την δικαστική απόφαση στην καταχωρηθείσα αίτηση ημερ. 3/12/2007 για καταχώρηση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 13/6/2007.Τα όσα ακολούθησαν της ως άνω καταχώρησης της αίτησης ημερ. 3/12/2007 ήταν το αποτέλεσμα παραγνώρισης του πιο πάνω άρθρου που είχε ως αποτέλεσμα την παλινδρόμηση της διαδικασίας. Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προνοεί: «52.
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας, ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας, ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, Η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς, ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Το πιο πάνω άρθρο υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Π.Ε 357/2008 ημερ. 11/4/2012, όπου το Εφετείο υπέδειξε τα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης. Αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, η σπουδαιότητα του οποίου είναι περισσότερο από εμφανής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, απασχόλησε το Εφετείο στην re Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, 1704, όπου κρίθηκε ότι η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως την σχετική απαίτηση του νόμου. Αναφέρεται σχετικά: «Η πιο πάνω διαπίστωση μου για την απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στον αιτητή αφαιρεί το σχετικό νομικό βάθρο. Εφόσο ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Husson v. Husson
(1902)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.» ..................................................................... Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα». Οι αιτητές κοινοποίησαν νομίμως τη διαιτητική απόφαση στον καθ' ου η αίτηση διά της Δήλωσης Γνωστοποίησης Απόφασης Διαιτησίας, με αυτόν να υπογράφει το έγγραφο στις 26.6.14, ως το Τεκμήριο Β («η γνωστοποίηση»), πέραν του ότι ήταν και παρών στη διαιτητική διαδικασία παραδεχόμενος και αναγνωρίζοντας εκεί τη συμφωνία δανείου. Η διαιτητική απόφαση απαγγέλθηκε από τον Διαιτητή Λεωνίδα Λεωνίδου (στην παρουσία τού καθ' ου η αίτηση υπό την ιδιότητα του ως πρωτοφειλέτη και ενυπόθηκου οφειλέτη στην υποθήκη). Παρεμβάλλω, ότι ο καθ' ου η αίτηση - ασχέτως αν επεσήμανε εκεί το Τεκμήριο Β - απέφυγε ευσχήμως να δηλώσει ευθέως και καθαρώς το γεγονός της γνωστοποίησης στην παράγραφο 5 τής ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην ένσταση, περιοριζόμενος σε μια προσχηματική απλώς αναφορά στα περί μη επίδοσης τής διαιτητικής απόφασης σε αυτόν, παραλείποντας συνάμα να αιτιολογήσει και τον λόγο ένστασης Η στην Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως, πως οι αιτητές μέσω των αντιπροσώπων τους και ή του Διαιτητού, τον παραπλάνησαν στο να υπογράψει τη γνωστοποίηση ενώ αυτή ήταν ασυμπλήρωτη κατά το χρόνο της υπογραφής, με τη δικαιολογία ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε δήλωση για την προσέλευση του (στη διαιτησία), δίχως να του δοθεί και αντίγραφο της γνωστοποίησης. Το μόνο που ανέπτυξε περί του αναλυόμενου ο καθ' ου η αίτηση στην υπό συζήτησιν παράγραφο 5, ήταν το ότι οι αιτητές τού παρουσίασαν τη διαιτητική διαδικασία ως μια «.καθαρά εσωτερική διαδικασία της Συνεργατικής.» και πως θα έπρεπε να υπογράψει και ένα έντυπο για την εκεί εμφάνιση του «.το οποίο ουδέποτε μου δόθηκε .» και το οποίο αντιλήφθηκε (ο καθ' ου η αίτηση) μεταγενέστερα, ότι συναπάρτιζε τη γνωστοποίηση. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θεωρώ πρόσφορη την αυτούσια μεταφορά της παραγράφου 5 τής ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση, ώστε να καταστεί ακόμη πιο κατανοητό ό,τι τούτη εξεικονίζει ως θεώρηση του ομνύοντα στα όσα τούτος προτάσσει και ισχυρίζεται: « Δεν μου επιδόθηκε η απόφαση που επισυνάπτεται στην παρούσα Αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Διαιτησίας Νόμου και του 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) και επομένως η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από τον Διαιτητή με έλλειψη και/ή υπέρβαση δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια μέσω των αντιπροσώπων της με κάλεσαν όπως παρευρεθώ στη Διαιτησία και μου ανέφεραν ότι επρόκειτο για καθαρά εσωτερική διαδικασία της Συνεργατικής και ότι δεν θα έπρεπε και/ή θα ήταν άσκοπο να διορίσω Δικηγόρο για να με εκπροσωπήσει. Με τον τρόπο αυτό, μου αφαίρεσαν το δικαίωμα να ακουστώ και απλώς μου ανεφεραν ότι θα πρέπει να υπογράψω ένα έντυπο για την παρουσία μου το οποίο ουδέποτε μου δόθηκε. Σήμερα, αντιλαμβάνομαι ότι το έντυπο αυτό είναι η «Δήλωση Γνωστοποίησης» και το οποίο επισυνάπτει στην Αίτηση της η Αιτήτρια ως Τεκμήριο Β». Παρέμεινε ανεξήγητο πώς η γνωστοποίηση φέρει την υπογραφή τού καθ' ου η αίτηση ως παραλήπτη αυτής - κάτι που εν τέλει παραδέχτηκε κατά την προφορική του αγόρευση ο δικηγόρος τού καθ' ου η αίτηση δίχως όμως αυτό να αμβλύνει τη διεργασία αξιολογικού ξεψαχνίσματος της μαρτυρίας και εκδοχής του καθ' ου η αίτηση στη μορφή που αρχικώς παρουσιάστηκε - τη στιγμή που η γνωστοποίηση δεν δόθηκε στον καθ' ου η αίτηση, ελλείψει και έτερου επάλληλου ισχυρισμού, φερ' ειπείν περί πλαστογραφίας, ή άλλων περιστάσεων που υποτιθέστο οδήγησαν στο γεγονός, ή έστω δόλιων συνθηκών εις βάρος του ως εξάλλου καταγράφεται και συνάγεται από τον λόγο ένστασης Η. Δεν διαφεύγει την προσοχή πως ο δικηγόρος τού καθ' ου η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση, ενασχολούμενος με τη θεματολογία τής επίδοσης τής διαιτητικής απόφασης, επανέλαβε αυτολεξεί το αντίστοιχο περιεχόμενο τού υπό αναφοράν λόγου ένστασης - προσθέτοντας και διασαφηνίζοντας προφορικώς (σε σχέση προς τον καθ' ου η αίτηση), πως «.του δόθηκε μία ασυμπλήρωτη δήλωση αν μπορώ να το πω, του είπαν υπόγραψε όταν ήρθε στη Διαιτησία, την πήρε, δεν του την έδωσαν πίσω και του είπαν πηγαίνετε στο καλό» - χωρίς ωστόσο παραπομπή σε μαρτυριακή τεκμηρίωση, κάτι βεβαίως άστοχο - αν τούτη βεβαίως ήταν η πρόθεση - καθότι εμπεδωμένο είναι και λογικό (στη δικαιϊκή τάξη του αντιπαραθετικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης), πως η δικηγορική αγόρευση δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης και αμφισβήτησης γεγονότων, με επακόλουθο (το κρισίμως αφορών τμήμα της αγόρευσης αυτής), να καθίσταται απορριπτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Κυριάκου, Πολ. Αίτ. 78/16, ημ. 3.8.16, Selmani και Άλλου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13, ημ. 5.6.15, ΝΑ Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793, 797, El Fath Co for International Trade SAE v EDT Shipping Ltd και Άλλος
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1255, 1270). Η διαιτητική απόφαση - που φέρει εν προκειμένω όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας έγκυρης και πρεπόντως αιτιολογημένης απόφασης - κατέστην τελεσίδικη γιατί ποτέ δεν εφεσιβλήθηκε κατά τις προβλέψεις του άρθρου 52
(4)τού Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 (βλ. γενικώς, ΜΚ Δράκου, Ακύρωση Διαιτητικής Απόφασης, Hippasus Publishing, 2016, σελ. 117-118). Έγινε ιδιαίτερος λόγος από τον καθ' ου η αίτηση για το ότι οι αιτητές τον υπερχρέωναν εν σχέσει προς τη συμφωνία δανείου, με παρεπόμενο τα οφειλόμενα διά της διαιτητικής απόφασης να είναι λανθασμένα «.και αναμφίβολα πολύ μεγαλύτερα από τα πραγματικά» (ως λέγει στην ένορκη δήλωση που συνάπτεται στην ένσταση). Για να επιρρώσει τη θέση του, ο καθ' ου η αίτηση παρέπεμψε σε ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 8.5.17 (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), στις οποίες γίνεται γενική μνεία σε κάποιες κατ' ισχυρισμόν διαπιστώσεις τού Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου για, φερόμενα, λανθασμένες χρεώσεις τόκων σε δανειολήπτες τής ΣΠΕ Στροβόλου (των υφιστάμενων αιτητών). Περιπλέον, ο καθ' ου η αίτηση (διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), κατέθεσε δύο επιστολές ημερομηνίας 27.11.17 («οι επιστολές»), που του είχαν αποσταλεί από την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα (Τεκμήρια 1 και 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση), όπου με παραπομπή σε κάποια δάνεια τακτής αποπληρωμής με αριθμό λογαριασμού 03310-7274492-2 και 03310-7273737-8 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα τον ενημέρωσε για εντοπισμό ακουσίως λανθασμένης χρέωσης τόκων ύψους €14.707,55 και €8.707,54 (αντιστοίχως) και ότι, επειδή «.ο πιο πάνω λογαριασμός είναι εξοφλημένος και κλειστός, το προαναφερόμενο ποσό θα πιστωθεί στο χρεωστικό λογαριασμό σας υπ' αριθμό 03310-7300400-5 έναντι του καθυστερημένου ποσού». Τούτων δοθέντων, διατείνεται ο καθ' ου η αίτηση (και διά της αγόρευσης του δικηγόρου του), η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί αφού οι αιτητές παραδέχονται πως «.τα ποσά είναι λανθασμένα λόγω των λανθασμένων χρεώσεων.», χώρια από το ότι δημιουργούνται και ερωτηματικά για το πώς «.ο Διαιτητής κατέληξε στην απόφαση του δεδομένου του ότι η Αιτήτρια τον εφοδίασε με λανθασμένους υπολογισμούς», αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση «.θα μπορέσει να αμφισβητήσει τα ποσά όπου με την παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας είναι λανθασμένα.». Οι θέσεις του καθ' ου η αίτηση δεν ευσταθούν και σίγουρα δεν μπορούν να έχουν το καταλυτικό εκτόπισμα που τούτος επιθυμεί στα τρέχοντα, για τρείς λόγους. Πρώτον, οι δύο προαναφερθέντες αριθμοί λογαριασμού (στα Τεκμήρια 1 και 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση), δεν ταυτίζονται με τη συμφωνία δανείου. Δεύτερον, ως εξάγεται από τις επιστολές, τα προκύψαντα ποσά προς όφελος του καθ' ου η αίτηση (και της Έλενας Ζεβλάρη Γερολέμου), θα πιστωθούν στον χρεωστικό λογαριασμό που διασυνδέεται με τη συμφωνία δανείου, με συνεπόμενο, το ζήτημα να μην αφορά στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αλλά στην επέκεινα εκτέλεση της, σε δεύτερο στάδιο, περί του οποίου το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί τώρα προκαταρκτικώς. Τρίτον, τα όσα προτάθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για το ορθόν της διαιτητικής απόφασης, πέραν των πολλών άλλων που αναδιπλώθηκαν περί τούτης στην αγόρευση τού δικηγόρου τού καθ' ου η αίτηση για το υποτιθέμενο αναιτιολόγητο και συγκεχυμένο αυτής, αλλά και για τα περί ανάρμοστης/κακής συμπεριφοράς και κακού χειρισμού της περίπτωσης από τον δικάσαντα Διαιτητή, ως και τα αφορούντα στο χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι την καταχώριση τής αίτησης, ξεφεύγουν παντελώς από την υποχρέωση που είχε ο καθ' ου η αίτηση να καταγράψει τις εναντιώσεις αυτές ρητώς και εναργώς στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως, με απόρροια τη μη αξιολόγηση τους από το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Yugos Finance BV και Άλλων v Halebay Holdings Limited
(2013)1(Α) ΑΑΔ 569, 578-579). Ούτως ή άλλως, κανένας από τους προειρημένους λόγους ένστασης ισχύει, μια και η μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή κατατείνει ακριβώς στο αντίθετο, με την όποια παρατηρηθείσα αργοπορία στην ενεργοποίηση των μηχανισμών εγγραφής τής διαιτητικής απόφασης, όχι μόνο να παραμένει ειρήσθω εν παρόδω ανυποστήρικτη μαρτυρίας δεικνύουσας μεμπτή συμπεριφορά των αιτητών αλλά να μην ακυρώνει ή να παραγράφει κιόλας το δικαίωμα των αιτητών για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο υπό πάντοτε εξέτασιν πλαίσιο. Επιπροσθέτως τής αστοχίας τού καθ' ου η αίτηση να συμπεριλάβει ως λόγους ένστασης τα συζητούμενα, αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προωθηθεί και ως λόγοι έφεσης επί της διαιτητικής απόφασης (τουλάχιστον όσα ήσαν ήδη γνωστά ή θα έπρεπε να ήσαν γνωστά στον καθ' ου η αίτηση κατά τους κρίσιμους χρόνους), κάτι που δεν έγινε, με αποτέλεσμα (πλην ίσως τα περί δικονομικής βραδύτητας των αιτητών), να μην μπορούν να εξεταστούν και για αυτό τον λόγο (βλ. κατ' αναλογίαν, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Κυριακίδη και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 716, 719, Κούλλουρου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1(Β) 987, 993). Οι λόγοι ένστασης ΣΤ, Η και Θ, απορρίπτονται. Καμιά από τις εναπομείνασες ενστάσεις που προέβαλε ο καθ' ου η αίτηση στην Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως (και δη οι λόγοι ένστασης Α, Β, Γ, Δ, Ε και Ι), μπορούν να επιτύχουν (για τους λόγους που προσπάθησα να αναπτύξω), μια και τούτες, συν τοις άλλοις, πέραν από μη αποδειχθείσες διά αποδεκτής, ασφαλούς και βαρύνουσας μαρτυρίας, αφορούν και σε θεματικές που σχετίζονται με τον έλεγχο τής ορθότητας τής διαιτητικής διαδικασίας και της διαιτητικής απόφασης και τελικώς με την ουσία τής μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, οι οποίες, ως κατέγραψα, δεν μπορούν ενεστώτως να απαρτίσουν αντικείμενο εφετειακής αναθεώρησης, πόσω δε μάλλον συγκεκαλυμμένης (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) ΑΑΔ 707, 714-715). Οι λόγοι ένστασης Α, Β, Γ, Δ, Ε και Ι, απορρίπτονται. Εν κατακλείδι. Οι αιτητές απέδειξαν (υπέρ του δέοντος) και στον απαιτούμενο βαθμό, τα ζωτικά προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1699, 1704). Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Τα έξοδα και ο ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).................................... Ν. Γ. Σάντης, ΠΕΔ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο