ΒΑΝQUE PICTET & CIE SA ν. PICTET CAPITAL LTD, Αρ. Αγωγής: 2032/17, 5/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A227 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2032/17 Μεταξύ: ΒΑΝQUE PICTET & CIE SA Ενάγοντα και PICTET CAPITAL LTD Εναγομένου ----------------- Αίτηση ημερ. 24.7.2017 5 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Κάσινος για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Χλ. Τοφαρίδου για ΧΡΙΣΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση και/ή στους Διευθυντές της και/ή στους αξιωματούχους της και/ή στους υπαλλήλους της και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή σε οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της να χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο την επωνυμία «PICTET CAPITAL LTD» και/ή το σημείο «PICTET» και/ή να συναλλάσσεται και/ή να εμπορεύεται και/ή να διαφημίζεται με την επωνυμία «PICTET CAPITAL LTD» και/ή με το σημείο «PICTET» μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση και/ή στους Διευθυντές της και/ή στους αξιωματούχους της και/ή στους υπαλλήλους της και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή σε οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους της και/ή για λογαριασμό της να χρησιμοποιεί την επωνυμία «PICTET CAPITAL LTD» και/ή το σημείο «PICTET» σε οποιαδήποτε προϊόντα και/ή υπηρεσίες και/ή επιστολόχαρτα και/ή επαγγελματικές κάρτες και/ή τιμολόγια και/ή επιγραφές και/ή διαφημίσεις και γενικά στο εμπόριο και στις συναλλαγές της μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση των Jean-Samuel Hofmann και Armelle Salazy-Seigneur. Στην ένορκη δήλωση τους λένε τα εξής: Η Αιτήτρια είναι Ελβετικό Ιδιωτικό Χρηματοπιστωτικό ΄Ιδρυμα με έδρα την Γενεύη της Ελβετίας. Είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διεθνούς εμπορικού σήματος «PICTET» με διεθνή αριθμό εγγραφής 748934 στην κλάση 36 (financial and monetary affairs) και έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σε αριθμό χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, όπου και προστατεύεται. Εξειδικεύεται μεταξύ άλλων στη διαχείριση κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων και παρέχει τις υπηρεσίες της σε ιδιώτες πελάτες και οργανισμούς από όλο τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1805 και κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων Ελβετικών Ιδιωτικών Τραπεζών και είναι ένας από τους κορυφαίους και πιο φημισμένους ανεξάρτητους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη με πελάτες από όλο τον κόσμο. Κατά τον Δεκέμβριο 2016 κατείχε υπό τη διαχείριση και την κηδεμονία της περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 462 δισεκατομμυρίων Ελβετικών Φράγκων τα οποία αναλογούν σε περίπου 431 δισεκατομμύρια ευρώ με επενδύσεις για πελάτες της σε περισσότερες από 80 χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Εργοδοτεί 4.130 υπαλλήλους με πλήρη απασχόληση σε 26 διαφορετικές τοποθεσίες διεθνώς και έχει περισσότερους από 900 εξειδικευμένους επαγγελματίες στον επενδυτικό τομέα και είναι αναγνωρισμένη διεθνώς για την οικονομική της σταθερότητα. Σύμφωνα με κορυφαίους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, οι αξιολογήσεις της Αιτήτριας σήμερα είναι από τις πιο ψηλές στον τραπεζικό κλάδο. Κατατάχθηκε επίσης ως η 24η ασφαλέστερη Τράπεζα διεθνώς για το
- Η Αιτήτρια δραστηριοποιείται και στην Κύπρο όπου διατηρεί εγγεγραμμένο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) υπό την επωνυμία «PICTET» με 72 αμοιβαία κεφάλαια εγγεγραμμένα στην κυπριακή Δημοκρατία τα οποία περιλαμβάνουν στην επωνυμία τους το εμπορικό σήμα «PICTET». Τα εν λόγω κεφάλαια λειτουργούν υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και απευθύνονται και προς το επενδυτικό κοινό της Κύπρου με δίκτυο διάθεσης στη Λευκωσία. Η Κύπρος κατέστη προσδιοριζόμενο, συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με κοινοποίηση της εγγραφής του εμπορικού σήματος ημερ. 16.1.2014 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, έτσι ώστε να παρέχει προστασία στο εμπορικό σήμα. Στις 23.1.2015 το World Intellectual Property Organization (WIPO) έλαβε από την Κυπριακή Δημοκρατία δήλωση παροχής προστασίας του εμπορικού σήματος. Το εμπορικό σήμα αποτελεί κυρίαρχο μέρος της εμπορικής επωνυμίας της Αιτήτριας και χρησιμοποιείται εκτεταμένα τόσο από την ίδια όσο κι από συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες, συνεργάτες και αντιπροσώπους της κατά την εκτέλεση των εργασιών της και κατά την προώθηση, διαφήμιση και παροχή των υπηρεσιών της. Το εμπορικό σήμα έχει πλέον συνδεθεί και ταυτιστεί με την επιχείρηση της Αιτήτριας και τον τομέα υπηρεσιών της γενικότερα, δηλαδή της παροχή τραπεζικών, χρηματοπιστοτικών, επενδυτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και χαίρει μεγάλης και πολύτιμης φήμης, αναγνώρισης και εμπορικής εύνοιας τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση καταγράφοντας αριθμό λόγων ένστασης στην Ειδοποίηση ΄Ενστασης. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γρηγόρη Διάκου, διευθυντή, γραμματέα και μοναδικού μέτοχου της Καθ΄ ης η Αίτηση. Εγείρουν θέμα ότι οι ενόρκως δηλούντες δηλώνουν απλά ότι ορκίζονται σε τόπο άγνωστο και από αναρμόδιο πρόσωπο ενώ από την σφραγίδα του Πρόξενου φαίνεται ότι αυτοί απλά υπέγραψαν ενώπιον του χωρίς να αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η όρκισή τους ενώπιον αυτού. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανέρχεται στα €1000 διαιρεμένο σε 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη. Είναι μια ιδιωτική εταιρεία την οποία σύστησε αυτός ως μοναδικός μέτοχος για να την χρησιμοποιήσει ως όχημα για διάφορες επενδύσεις που ήδη έκανε και ενδεχομένως να κάνει στο μέλλον. Δεν παρέχει και δεν αναμένεται να ασχοληθεί με οιαδήποτε από τις υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες που όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια η ίδια παρέχει, όπως τραπεζικές, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και διαχείριση κεφαλαίων και στοιχείων. Η Καθ΄ ης η Αίτηση συστάθηκε στις 8.10.
- Η επιλογή της λέξης «PICTET» κατά την περίοδο υποβολής της σχετικής αίτησης έγινε από αυτόν σε συνεννόηση τότε με ένα εκ των τότε συνεργατών του που το επίθετο του οποίου είναι Pictet, εξ ου και η διαφορά της λέξης αυτής στην ονομασία της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η λέξη «Pictet» είναι λέξη γενική και αόριστη, γενικώς καθιερωμένη, αποτελεί και κοινό επίθετο στο εξωτερικό ενώ αυτό που ευκρινώς διακρίνεται στην ονομασία της Αιτήτριας είναι η λέξη «Βanque» που προηγείται της λέξης αυτής, με αποτέλεσμα να μην αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια σύγχυσης ή παραπλάνησης του συναλλακτικού κοινού της με την Καθ΄ ης η Αίτηση, έστω ακουστικά. Η Αιτήτρια διακρίνεται και από τον συνδυασμό της χρησιμοποίησης του σήματος της με το κόκκινο ή γκρίζο σχέδιο λιονταριού, κάτω από το οποίο αναγράφεται ο αριθμός ή η χρονολογία 1805, απεικόνιση η οποία δεν αφήνει περιθώρια σύγχυσης της Αιτήτριας με την Καθ΄ ης η Αίτηση ούτε και εικονικά αφού ουδεμία από τις λεπτομέρειες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν απέκτησε οποιοδήποτε όφελος από τη χρήση της συγκεκριμένης επωνυμίας εις βάρος της Αιτήτριας ή των συμφερόντων της. Δεν χαίρει φήμης η Αιτήτρια στην Κύπρο. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν δραστηριοποιείται στον τομέα της Αιτήτριας. Δεν θεωρεί ότι η Αιτήτρια έχει αγώγιμο δικαίωμα ή τουλάχιστον καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής καθώς ούτε καν αναφέρθηκε σε ψευδή παράσταση το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς στα πλαίσια της αγωγής αφού το Δικαστήριο με την έκδοση τους, θα προδίκαζε ολόκληρο το αντικείμενο της εν λόγω αγωγής. Νομική Πτυχή Αντικανονικότητα ένορκης δήλωσης Εγείρεται θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Συγκεκριμένα, ότι η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17.7.2017 που συνοδεύει την Αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας ημερομηνίας 24.7.2017 είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να θεωρηθεί αστήρικτη και επομένως απορριπτέα. Η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν περιλαμβάνει βεβαίωση (jurat) ως απαιτεί η Δ.39 θ.
- Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.10, το πρόσωπο που παίρνει την ένορκη δήλωση πρέπει αμέσως στο κάτω αριστερό μέρος του χαρτιού να σημειώσει την ώρα και τον τόπο που έγινε η ένορκος δήλωση και ότι η ένορκος δήλωση, ορκίστηκε και υπεγράφη ενώπιον του και θα υπογράψει το λεκτικό αυτό (jurat). Στην υπό κρίση ένορκη δήλωση υπάρχει στα αριστερά κάτω, της σελίδας 8, δακτυλογραφημένη η φράση «Και οι δύο πιο πάνω αναφερόμενοι ενόρκως δηλούντες υπέγραψαν και ορκίστηκαν ενώπιον μου στις 17.7.2017 στο» και κάτω δακτυλογραφημένη η λέξη «Πρωτοκολλητής». Χωρίς να υπογράφει ο Πρωτοκολλητής ή οποιοσδήποτε Πρωτοκολλητής. Στα δεξιά, της ίδιας σελίδας, κάτω υπάρχει σφραγίδα με το εξής περιεχόμενο: «Τhe present document has been signed in my presence today by Mr. Antonios Frangos Honorary Consul, Consulate of the Republic of Cyprus, Geneva Date 17.7.2017 και κάτω από αυτή τη σφραγίδα του προξενείου της Δημοκρατίας στη Γενεύη και υπογραφή, με χαρτόσημο. Στην πιο πάνω σφραγίδα απουσιάζει η λέξη «ορκίστηκε», που είναι ουσιαστικό στοιχείο σύμφωνα με τη νομολογία. Λέγει μόνο ότι το έγγραφο υπογράφηκε στην παρουσία του και όχι ότι ορκίστηκε. Στην απόφαση ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΑRIZONA TRADING CO. LTD
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1354 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Όπως προκύπτει από τη νομολογία η Δ.39 θ.15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις «before me» ή την καταχώριση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin΄s Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol. 3, σελ. 330). Στην περίπτωση μας παραλείπεται ολόκληρη η βεβαίωση. Και το πιο σημαντικό η λέξη «ορκίστηκε», που είναι το ουσιαστικό στοιχείο της. Το ότι υπάρχει η υπογραφή δεν μεταβάλλει την κατάσταση.» Και στην περίπτωση μας παραλείπεται η λέξη «ορκίστηκε». Και συνεχίζει το Ανώτατο στην ίδια απόφαση ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΑRIZONA TRADING CO. LTD (ανωτέρω): «Δε θα σχολιάσουμε τη μαρτυρία της πρωτοκολλητού ή την έλλειψη μαρτυρίας αναγνώρισης του ομώσαντος Χρ. Κ. Μανώλη, ή άλλες ατέλειες. Τα κενά ή οι ελλείψεις δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της jurat να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Είναι γι΄ αυτό που όπως παρατηρεί ο Atkin στη σελ. 325 του ίδιου τόμου: «Τhe parties cannot waive an irregularity in the jurat».» Παρατηρώ ότι το έγγραφο, η ένορκη δήλωση, που κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα της Αιτήτριας δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία. Επομένως πάσχει ριζικά ολόκληρη η διαδικασία. Η Αίτηση θα απορριφθεί. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω και στην ουσία το αίτημα της Αιτήτριας, σε περίπτωση που καταχωρηθεί ΄Εφεση στην απόφαση μου αυτή για την αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης και πετύχει η Αιτήτρια. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557. Η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση KΟT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo ν. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 η αξίωση των Εναγόντων αλλά και η Αίτηση τους βασίζεται στο άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπου στην απόφαση Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389, 393 λέχθησαν τα εξής: «.Η σχετική απαίτηση του εφεσείοντα έχει ως υπόβαθρο το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η διάταξη αυτή ενσωματώνει το αγώγιμο δικαίωμα που αναγνώρισε και ανάπτυξε το κοινοδίκαιο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) σε όλο του το εύρος. Το άρθρο δεν καλύπτει μόνο την απομίμηση ή παραποίηση εμπορευμάτων, αλλά και τις περιπτώσεις που ένας αποβλέπει με τις ενέργειες του να εκμεταλλευθεί την εμπορική εύνοια και τη φήμη που απέκτησε μια επιχείρηση, ταυτίζοντας τις εργασίες του με την άλλη επιχείρηση. Βλέπε The Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis Vouros 19 C.L.R. 87 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383". Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα ήτοι την ΄Εκθεση Απαίτησης, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας, κρίνω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή του ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολο της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφερθεί σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική. Θα πρέπει να σημειωθεί και πάλιν ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 1453 και Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box SRL
(1999)1 (Γ) σελ. 1805, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην αίτηση αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να αποδείξει αυτά τα γεγονότα. Βάση της παρούσας αγωγής είναι η παραβίαση του εγγεγραμμένου διεθνούς εμπορικού σήματος της Αιτήτριας από την Καθ΄ ης η Αίτηση και το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Όπως φαίνεται μέσα από τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και τα επισυνημμένα σ΄ αυτήν έγγραφα, η Αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διεθνούς εμπορικού σήματος «PICTET» με διεθνή αριθμό εγγραφής 748934 στην κλάση 36(financial and monetary affairs) και έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σε αριθμό χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου όπου και προστατεύεται. Το εμπορικό σήμα αποτελεί κυρίαρχο μέρος της εμπορικής επωνυμίας της Αιτήτριας και χρησιμοποιείται εκτεταμένα τόσο από την ίδια όσο και από συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες, συνεργάτες και αντιπροσώπους της κατά την εκτέλεση των εργασιών της και κατά την προώθηση διαφήμιση και παροχή των υπηρεσιών της. Το εμπορικό σήμα έχει πλέον συνδεθεί και ταυτιστεί με την επιχείρηση της Αιτήτριας και τον τομέα υπηρεσιών της γενικότερα. Η εγγραφή του εμπορικού σήματος είχε γίνει δεόντως στην Ελβετία. Η Αιτήτρια έχει αποκλειστικό δικαίωμα επί του εμπορικού σήματος δυνάμει του Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ. 268. Η χρησιμοποίηση του σημείου «PICTET» από την Καθ΄ ης η Αίτηση και η απουσία συγκατάθεσης της Αιτήτριας δεν αμφισβητούνται. Στην παρούσα περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση χρησιμοποιεί ως μέρος της επωνυμίας της το εμπορικό σήμα της Αιτήτριας δηλαδή τη λέξη «PICTET» χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση ή διαφοροποίηση. Υπάρχει ταύτιση των δύο σημείων καθιστώντας τα έτσι πανομοιότυπα για τους σκοπούς του άρθρου 6
(2)του πιο πάνω Νόμου. Πανομοιότυπες είναι και οι υπηρεσίες που προσφέρει η Καθ΄ ης η Αίτηση με αυτές για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί. Η 36η κλάση για την οποία έχει εγγραφεί το εμπορικό σήμα, αφορά σε οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις. Από το Καταστατικό και Ιδρυτικό Έγγραφο της Καθ΄ ης η Αίτηση φαίνεται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση προσφέρει, μεταξύ άλλων, χρηματοπιστωτικές, νομισματικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες, παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για δικό της λογαριασμό και για λογαριασμό τρίτων, προσφέρει υπηρεσίες χρηματοδότησης και δανειοδότησης σε οποιαδήποτε πρόσωπα, δέχεται καταθέσεις χρημάτων με ή χωρίς την επιβολή τόκου, παρέχει εγγυήσεις και χορηγεί επιστολές κάλυψης. Υπηρεσίες που είναι πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί. Αρκεί να προκαλείται σύγχυση ως προς την προέλευση των εμπορευμάτων σύμφωνα με την CTO Public Company Limited κ.ά. ν. Bat (Cyprus) Limited κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Το θέμα της σύγχυσης είναι θέμα που αποφασίζει το ίδιο το Δικαστήριο με κριτήριο το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ένας συνήθης καταναλωτής, με συνηθισμένη μνήμη, να συγχιστεί και να αγοράσει τα προϊόντα των Καθ΄ ων η Αίτηση νομιζόμενος ότι αγοράζει τα προϊόντα των Αιτητών. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Τέλος για την τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς στο στάδιο αυτό εξετάζεται εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον Ενάγοντα στο τέλος της ημέρας. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. ΄Ενας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτιση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που απαριθμεί ο Νόμος και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Με βάση όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. σελίδα
- Βρίσκω ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- ΄Ενεκα της αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, με βάση τα όσα έχω αποφασίσει πιο πάνω, το έγγραφο που κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα δεν έχει καμιά αξία. Η διαδικασία πάσχει ριζικά, ολόκληρη. Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγομένης και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο