ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΤΙΑΣ ν. HAIGAZ GEORGE INDJIRDJIAN, Αρ. Αγωγής: 5412/2011, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5412/2011 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΤΙΑΣ Ενάγων και HAIGAZ GEORGE INDJIRDJIAN Εναγόμενoυ ----------------------- 20 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Ζήνωνος-Σουρουλλά Για Εναγόμενο: κ. Νεοφύτου με κα Μιχαηλίδου δια Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό €7.398,99 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αφορά τέλη, φόρους και επιβαρύνσεις που καθορίστηκαν και επιβλήθηκαν από τον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας και προέκυψαν από την εγγραφή του σκάφους «Ipomoni» στο Κυπριακό Νηολόγιο. Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος αρνείται ότι είναι ιδιοκτήτης του σκάφους «Ipomoni» και ισχυρίζεται ότι αυτό ανήκει στο εμπίστευμα «The Indjirdjian Trust» του οποίου ο ίδιος είναι εμπιστευματοδόχος. Αμφισβητεί περαιτέρω το αξιούμενο με την αγωγή ποσό και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι υπέρμετρο και/ή ότι είναι αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και/ή ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη και την δημόσια πολιτική. Ισχυρίζεται τέλος ότι ποτέ δεν ειδοποιήθηκε για τις επίδικες οφειλές. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το επίδικο σκάφος υπέστη ζημιές ενώ ήταν ελλιμενισμένο στην μαρίνα Λάρνακας, ένεκα κατάρρευσης της αποβάθρας στην οποία ήταν προσδεδεμένο την 1.9.2010, ενώ, μετά την ανέλκυση του, αυτό υπέστη περαιτέρω ζημιές συνεπεία διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς αυτό. Ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα του Ενάγοντα να εγείρει τις επίδικες αξιώσεις του «είναι άμεσα συνδεδεμένο και/ή εξαρτάται από το γεγονός παροχής των υπηρεσιών πρόσδεσης και/ή άλλως πως στην αποβάθρα, αφού όλα τα σκάφη που ελλιμενίζονται σε μαρίνες της Δημοκρατίας και δη στη μαρίνα Λάρνακος, λαμβάνουν ή πρέπει να λαμβάνουν τις ρηθείσες αυτές υπηρεσίες». Εγείρει δε ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει εναντίον του Ενάγοντα (α) γενικές αποζημιώσεις, (β) €20.000 ως ειδικές ζημιές, (γ) €30.000 ως παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, (δ) αποζημιώσεις «για επιπλέον έξοδα επισκευών του σκάφους τα οποία θα υπολογιστούν μόλις το σκάφος βγει στην ξηρά για επισκευές και υπολογιστούν με ακρίβεια όλες οι ζημιές του», (ε) αποζημιώσεις «για παρεμπόδιση του Εναγόμενου από του να απολαμβάνει την περιουσία του (Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) την οποία είχε εμπιστευθεί στον Ενάγοντα ωσότου επήλθε κατάχρηση εμπιστοσύνης (Breach of Trust)», καθώς και (στ) αποζημιώσεις «για τη δυσφήμιση που υπέστη και υπόκειται ο Εναγόμενος», πλέον (ζ) έξοδα. Ο Ενάγοντας, για σκοπούς υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, δεν παραδέχεται τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι θέματα που αφορούν τη μαρίνα Λάρνακας καθώς και η ουσία της ανταπαίτησης, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Κατά την ακρόαση, για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Για σκοπούς υπεράσπισης και για προώθηση της ανταπαίτησης, έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος. Οι μάρτυρες παρουσίασαν κατά τη μαρτυρία τους αριθμό εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Πρώτη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η κα Αθηνά Χρυσοστόμου, λειτουργός στον κλάδο Νηολογίου και Συναφών Νομικών Θεμάτων του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας (ΜΕ1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της ανέφερε ότι ο Ενάγων εγείρει την αγωγή ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων στο οποίο υπάγεται το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής, η ΜΕ1 ανέφερε ότι το σκάφος «Ipomoni» ενεγράφη αρχικά στο Κυπριακό Νηολόγιο στις 13.11.1985 με το όνομα «Alasia» και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο κ. Κώστας Καζαντζής. Στις 10.6.1991 καταχωρήθηκε αίτηση υπογραμμένη από τον κ. Γιώργο Ιντζιρτζιάν με την οποία ενημέρωνε τον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ότι αγόρασε το επίδικο σκάφος και ζητούσε την μεταβίβαση του στο όνομα του. Ζητούσε επίσης την αλλαγή του ονόματος του σκάφους σε «Ipomoni» (Τεκμήριο 1). Για σκοπούς της μεταβίβασης, ο Εναγόμενος υπέγραψε δήλωση κυριότητας του σκάφους (Declaration of Ownership by Individual Owner or Transferee) στις 10.6.1991 στην παρουσία του Νηολόγου Κυπριακών Πλοίων (Τεκμήριο 2). Κατατέθηκε επίσης στον Νηολόγο Κυπριακών Πλοίων πωλητήριο έγγραφο (Bill of Sale) για το επίδικο σκάφος, ημερομηνίας 6.6.1991 με το οποίο κ. Κώστα Καζαντζής πώλησε το επίδικο σκάφος στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 3), καθώς και αντίγραφο της ταυτότητας του Εναγόμενου (Τεκμήριο 4). Σημειώνω παρενθετικά ότι στα Τεκμήρια 3 και 4, αναγράφεται η διεύθυνση Ρηγαίνης 90, 104 Λευκωσία για τον Εναγόμενο. Στο δε Τεκμήριο 2 αναγράφεται ως διεύθυνση η Τ.Θ. 1506, Λευκωσία. Η ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του σκάφους καταχωρήθηκε στο Κυπριακό Νηολόγιο στις 10.7.1991 και εκδόθηκε νέο πιστοποιητικό εγγραφής στο όνομα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 5), το οποίο αποστάληκε στον Εναγόμενο την ίδια μέρα με συστημένη επιστολή (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με την ΜΕ1, το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας απέστελλε κάθε χρόνο στον Εναγόμενο Επιβολή Φορολογίας (Tonnage Tax Assessment) στην δοθείσα διεύθυνση και παρουσίασε, ενδεικτικά, το σχετικό πιστοποιητικό για το έτος 1994 (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με την ΜΕ1, ο Εναγόμενος εξοφλούσε τις οφειλές του προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας μέχρι και το έτος 1995 και παρουσίασε αντίγραφο επιστολής που στάλθηκε από τον Εναγόμενο προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας ημερομηνίας 14.4.1995 (Τεκμήριο 8) στην οποία αναγράφει ότι εσωκλείει επιταγή για συγκεκριμένο ποσό «being the fees owed by me for my boat IPOMONI. Included are Tonnage tax 1994 and 1995 and wireless taxes and licenses since 1991». Από το 1996 και εντεύθεν, η ΜΕ1 ανέφερε ότι, ο Εναγόμενος δεν προέβη σε άλλη πληρωμή. Η ΜΕ1 πρόσθεσε ότι στις 15.10.2008 ο Διευθυντής του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία ζητούσε εξόφληση των καθυστερημένων οφειλών (Τεκμήριο 9). Η επιστολή στάλθηκε στη διεύθυνσή Ρηγαίνης 90, με συστημένο ταχυδρομείο, όμως επιστράφηκε με την ένδειξη «Μετοίκησε». Σημείωσε ότι ο Εναγόμενος δεν ειδοποίησε μέχρι τότε το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας για αλλαγή στη διεύθυνση διαμονής ή επικοινωνίας του. Η μάρτυρας συνέχισε λέγοντας ότι στις 29.11.2010 στάλθηκε νέα επιστολή στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 9) με την οποία ο Διευθυντής του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ζητούσε εξόφληση των μέχρι τότε οφειλών του. Η επιστολή αυτή στάλθηκε στην Τ.Θ. 1506, Λευκωσία όμως επιστράφηκε με την ένδειξη «Αζήτητο». Ακολούθως επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 19.5.2011 (Τεκμήριο 11) που ετοιμάστηκε από τη δικηγόρο του Ενάγοντα, σε νέα διεύθυνση του Εναγόμενου που εντοπίστηκε στον Χρυσό Οδηγό, στην οδό Βουλγαροκτόνου 7, Διαμ. 1, 1010 Λευκωσία. Ο Εναγόμενος ανταποκρίθηκε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 24.6.2011 (Τεκμήριο 12) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «γνωστοποιούμε λήψη της επιστολής σας την οποία παρέλαβε ο ρηθείς πελάτης μας στις 22/06/2011» και ζητείται η αποστολή αναλυτικής κατάστασης αναφορικά με διεκδικούμενο ποσό. Οι δικηγόροι του Εναγόμενου αναφέρουν επίσης στην εν λόγω επιστολή τους ότι «σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί ότι σωστά οφείλεται το πιο πάνω ποσό από τον πελάτη μας, ο πελάτης μας έχει κάθε πρόθεση να εξοφλήσει την οφειλή του». Η αναλυτική κατάσταση απεστάλη από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας προς τη δικηγόρο του Ενάγοντα για να διαβιβαστεί στους δικηγόρους του Εναγόμενου με επιστολή ημερομηνίας 29.6.2011 (Τεκμήριο 13). Ακολούθησε νέα επιστολή της δικηγόρου του Ενάγοντα προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου ημερομηνίας 21.7.2011 (Τεκμήριο 14) στην οποία, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση ή πληρωμή από τον Εναγόμενο και δίνεται προειδοποίηση για λήψη δικαστικών μέτρων. Σύμφωνα με την ΜΕ1, ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής ενώ έκτοτε ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό. Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι το 2015 παραλήφθηκαν από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας δύο επιστολές από τους δικηγόρους του Εναγόμενου, ημερομηνίας 4.5.2015 και 15.6.2015, με τις οποίες ενημέρωνε το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας ότι η διεύθυνση αλληλογραφίας του Εναγόμενου δεν είναι η Ρηγαίνης 90, Λευκωσία ενώ ζητείτο η διαγραφή του σκάφους από το Νηολόγιο γιατί αυτό έχει βυθιστεί. Το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 10.8.2015 (Τεκμήριο 16) στην οποία ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε ενημερώσει ποτέ προηγουμένως για αλλαγή της διεύθυνσης του καθώς και ότι η διαγραφή του σκάφους από το Νηολόγιο μπορεί να γίνει αφού εξοφληθούν τα οφειλόμενα ποσά. Τέλος, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού για τις οφειλές του Εναγόμενου (Τεκμήριο 15). Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 της τέθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν ενημερωνόταν για τα επίδικα τέλη όμως η ΜΕ1 διαφώνησε αναφέροντας ότι ο Εναγόμενος προσερχόταν στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας κάθε χρόνο και πλήρωνε τις οφειλές του, μέχρι το
- Πρόσθεσε ότι εάν είχε αλλάξει διεύθυνση διαμονής τότε όφειλε να είχε ενημερώσει το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Παρά ταύτα, συνέχισε, το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο του και με επιστολή που στάλθηκε στην Τ.Θ. που ο ίδιος είχε επίσης δηλώσει, πέραν από επιστολές που είχαν σταλεί στη δοθείσα διεύθυνση. Σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά, η μάρτυρας ερωτήθηκε για τον τρόπο υπολογισμού και καθορισμού τους. Παρέπεμψε στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Αναφορικά με την ανταπαίτηση που εγείρει ο Εναγόμενος, η μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο είναι ενήμερη για αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας για ζημιές που υπέστη ενώ το επίδικο σκάφος βρισκόταν στη μαρίνα Λάρνακας. Η ΜΕ1 απάντησε ότι το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας δεν έχει εμπλοκή σε θέματα που αφορούν μαρίνες, και που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. Τέθηκε στη μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό λόγω του ότι το σκάφος του καταστράφηκε. Η ΜΕ1 απάντησε ότι οφειλές προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας συνεχίζουν ενόσω το σκάφος παραμένει εγγραμμένο στο Κυπριακό Νηολόγιο. Δεύτερη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η κα Λουκία Κουπέπα, βοηθός γραμματειακός λειτουργός, τοποθετημένη στο λογιστήριο του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας (ΜΕ2). Η μάρτυρας αυτή, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ουσιαστικά επιβεβαίωσε τα ποσά που αξιώνονται με την αγωγή και παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση της και σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η ΜΕ2 επανέλαβε ότι το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας δεν έχει σχέση με τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Επιπρόσθετα, εξήγησε με λεπτομέρεια τις διάφορες χρεώσεις που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 15 και τον τρόπο υπολογισμού τους, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Επανέλαβε ότι προϋπόθεση για να διαγραφεί το σκάφος από το Κυπριακό Νηολόγιο ήταν να εξοφληθούν προηγουμένως όλες οι οφειλές προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Όπως προανέφερα, για σκοπούς υπεράσπισης και για να προωθήσει την ανταπαίτηση που εγείρει, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι δεν είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους αλλά αυτό αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του «The Indjirdjian Trust», του οποίου ο ίδιος είναι εμπιστευματοδόχος. Παρουσίασε αντίγραφο του καταπιστεύματος το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σημειώνω παρενθετικά ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, το επίδικο σκάφος συμπεριλήφθηκε στην περιουσία του εμπιστεύματος με τροποποιητική πράξη ημερομηνίας 7.11.
- Ο Εναγόμενος συνέχισε αναφέροντας ότι τα αξιούμενα ποσά είναι λανθασμένα και προϊόν παράνομων χρεώσεων καθώς και ότι ήταν υπερβολικά, εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και η ηλικία του σκάφους. Σε σχέση με την ανταπαίτηση που εγείρει, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του - που έχω περιληπτικά παραθέσει πιο πάνω. Προσθέτει ότι ο Ενάγοντας, μέσω του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, είναι υπεύθυνος για τον ελλιμενισμό σκαφών και την καλή συντήρηση των μαρίνων ενώ, μέσω του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, είναι υπεύθυνος για την αξιολόγηση της αξιοπλοΐας των ελλιμενισμένων σκαφών. Υποστήριξε ότι από το 2010 έγιναν γνωστά διάφορα προβλήματα καταλληλότητας στη μαρίνα Λάρνακας, τα οποία προβλήθηκαν και στον τύπο και παραπονείται ότι μετά την βύθιση του επίδικου σκάφους, το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας δεν το επιθεώρησε για να αξιολογήσει την αξιοπλοΐα του. Συνέχισε λέγοντας ότι από την κατάρρευση της διαβάθρας στην οποία ήταν προσδεδεμένο το επίδικο σκάφος στη μαρίνα Λάρνακας το 2010, αυτό έχει υποστεί ζημιές και παρουσίασε εκθέσεις των κ. Δήμου Δήμου (Τεκμήριο 18) και κ. Αναστάσιου Χατζησωτηρίου (Τεκμήριο 19) στις οποίες αυτοί καταγράφουν τα ευρήματα τους αναφορικά με ζημιές που εντόπισαν στο σκάφος και την αποτίμηση τους. Ανέφερε ότι σε σχέση με τις ζημιές αυτές είχε σωρεία αλληλογραφίας, προσωπικά και μέσω των δικηγόρων του, με τον διευθυντή της μαρίνας Λάρνακας και του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, και παρουσίασε αντίγραφα των σχετικών επιστολών (Τεκμήρια 20, 21, 22, 23 και 24 (μέρος)). Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, συμφώνησε ότι με την επιστολή του Τεκμήριο 1 ζητούσε την εγγραφή του σκάφους στο όνομα του, ότι στη δήλωση ιδιοκτησίας του σκάφους Τεκμήριο 2 αναγράφεται το όνομα του ως ιδιοκτήτη και ως διεύθυνση η Τ.Θ. 1506 καθώς και ότι στο Τεκμήριο 3 αναγράφεται ως διεύθυνση του η Ρηγαίνης
- Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ενημέρωσε το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας για μεταγενέστερη αλλαγή στη διεύθυνση του, έδωσε τις εξής απαντήσεις «Σήμερον με ένα κουμπί βρίσκει εκείνος που θέλει. Δεν θυμούμαι, εάν εσείς λέτε εγώ δεν θυμούμαι. Μέσα στις επιστολές που είχα στείλει στα τότε Κυβερνητικά, νομίζω είχα. Είναι τόσο δύσκολο εις την Κύπρο να βρεθεί κάποιος;. Να βρεθεί κάποιος από το λογαριασμό ρεύματος του, του τηλεφώνου, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, εάν ηθέλατε, διότι το ποσό μεγάλωνε πολλαπλασιάζετουν και εσείς, ένα κουμπί όλα είναι. Όπως με βρήκατε μετά από τόσα χρόνια που μου φέρατε την κλήση. Ήταν δική σας υποχρέωση.». Του τέθηκε ότι στα μητρώα του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους είναι ο ίδιος και ουδέποτε ενημέρωσε ότι το επίδικο σκάφος μεταβιβάστηκε στο εμπίστευμα «The Indjirdjian Trust». Η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι ο ίδιος είναι «διαχειριστής του trust fund, δεν θεωρώ λόγο να κάμω, να ενημερώσω το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Εξάλλου είναι, εάν κάποιος θέλει μπορεί να το έβρει, στην Κύπρο βρισκόμαστε». Ακολούθως υποστήριξε ότι λόγω των ζημιών που υπέστη το σκάφος το 2010 από την κατάρρευση της διαβάθρας της μαρίνας Λάρνακας όπου αυτό ήταν προσδεδεμένο, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ο Εναγόμενος ανάφερε ότι είχε ζητηθεί από το δικηγόρο του η διαγραφή του σκάφους από το Νηολόγιο όμως το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας αρνήθηκε μέχρι την εξόφληση των οφειλομένων, στάση που ο ίδιος χαρακτήρισε παράλογη. Αναφέρθηκε στην οικονομική κρίση και τις αποζημιώσεις που διεκδικεί εναντίον του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού στα πλαίσια άλλης διαδικασίας για ζημιές που υπέστη στο σκάφος στη μαρίνα Λάρνακας λέγοντας, μεταξύ άλλων, «όταν δεν έχω χρήματα πώς να έρθω να σας πληρώσω; Να πάω να κάνω δάνεια τα οποία μετά να παν αλλού; Ή με το. Συγγνώμη αλλά δεν ζείτε στην Κύπρο, δεν βλέπετε τι γίνεται;. Καλάν όφειλα, όταν δεν έχω να πληρώσω τα ενοίκια του καταστήματος μου δεν έρχεται. Είμαι, έχω 300 ευρώ σύνταξη, πως θα σας πλερώσω και να ζήσω και εγώ; Το να το αφήνετε και να χρεώνετε κάθε χρόνο εν τζιαι ευκολύνεται την κατάσταση. Μέσω του δικηγόρου μου σας γράφουμε μια επιστολή και σας λέμε να διαγραφεί και εσείς μου κόβετε όλους τους δρόμους λέγοντας "Ο Νόμος έτσι λέγει αν δεν πλερωθεί", ναι, δεν ήταν δίκαιο να το πω ή λογικό να μου δώσετε. μια εναλλακτική επιλογή "Πως μπορούμε τούτα που χρωστάτε να τα κάνουμε με τον μήνα" ή οτιδήποτε, από τη στιγμή που θέλω να το διαγράψω, ούτε καν σας ενδιαφέρει γιατί θέλω να το διαγράψω.» Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς συνόψισαν αυτήν και ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω μελετήσει τα όσα εγείρουν στις αγορεύσεις τους και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[2]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[3]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από τις ΜΕ1 και ΜΕ2, σημειώνω ότι η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από συνοχή και πειστικότητα. Το δε μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1 περιορίστηκε στην παρουσίαση εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και παροχής διευκρινίσεων αναφορικά με τα γεγονότα που καταγράφονται σε αυτά. Η ΜΕ2, με τη σειρά της, επικεντρώθηκε στην επεξήγηση των επιμέρους χρεώσεων που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας. Κατά την αντεξέταση των δύο αυτών προσώπων η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε. Παρέμειναν σταθερές στις θέσεις τους, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και απαντούσαν με αυθορμητισμό και αμεσότητα τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Τα όσα δε κατέθεσαν, ήταν σε πλήρη συμφωνία και με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων. Αναλογιζόμενη το σύνολο της μαρτυρίας τους, δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε λόγο ή ένδειξη να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία ή αλήθεια των όσων κατέθεσαν και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Η εντύπωση που άφησε η μαρτυρία του Εναγόμενου ήταν αντίθετη. Οι θέσεις του ήταν ανακόλουθες, άλλαζε συνεχώς την εκδοχή του σε σχέση με την υπεράσπιση που προέβαλε, δεν ήταν πειστικός και οι απαντήσεις του σε πολλά σημεία ήταν αόριστες και ασαφείς. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, φάνηκε πλήρως ανακόλουθος όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί αμφισβητεί τις επίδικες αξιώσεις. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό γιατί ο ίδιος δεν ήταν ιδιοκτήτης του σκάφους, για να δεχτεί στη συνέχεια ότι παραμένει ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του από το 1991 μέχρι σήμερα. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν είχε πληρώσει είναι γιατί δεν λάμβανε τις σχετικές ειδοποιήσεις λόγω αλλαγής στη διεύθυνση του. Μετά υποστήριξε γενικά και αόριστα ότι το αξιούμενο ποσό είναι λανθασμένο χωρίς να εξηγεί που βασίζει την αναφορά του αυτή ή να αμφισβητήσει με συγκεκριμένο τρόπο οποιαδήποτε χρέωση που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Ακολούθως υποστήριξε ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορεί να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και παραπονέθηκε ότι δεν του έγιναν ευκολίες πληρωμής από τον Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας - παρά το ότι ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ να του γίνει διευκόλυνση στην αποπληρωμή της οφειλής. Τέλος ανέφερε ότι δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό γιατί το επίδικο σκάφος υπέστη ζημιές από τη βύθιση της διαβάθρας στο οποίο ήταν προσδεδεμένο στη μαρίνα Λάρνακας, παρά το ότι αυτό συνέβη το 2010 ενώ οι επίδικες οφειλές χρονολογούνται από πολλά χρόνια προηγουμένως. Όλες δε οι πιο πάνω δικαιολογίες έρχονται σε σύγκρουση με την θέση που εξέφρασε μέσω των δικηγόρων του στην επιστολή τους Τεκμήριο 12 ότι είναι έτοιμος να πληρώσει το όποιο οφειλόμενο ποσό αφού λάβει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Το ίδιο ανακόλουθες ήταν και οι δικαιολογίες που προέβαλε όταν ερωτήθηκε κατά πόσο γνωστοποίησε την αλλαγή διεύθυνσης του και την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου σκάφους στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Ενώ συνάγεται από τα λεγόμενα του ότι ποτέ δεν προέβη σε τέτοια γνωστοποίηση, προσπάθησε να αποφύγει να δώσει ξεκάθαρη και ειλικρινή απάντηση. Σε σχέση με την αλλαγή διεύθυνσης του υποστήριξε ότι ήταν εύκολο να εντοπιστεί εάν το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας ήθελε ή προσπαθούσε να τον εντοπίσει ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του απάντησε ότι ήταν υποχρέωση του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας να τον εντοπίσει. Για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους η θέση του ήταν, και πάλιν, ότι το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας μπορούσε να είχε μάθει για τη σύσταση του «The Indjirdjian Trust». Τα πιο πάνω παραδείγματα αλλά και το σύνολο της δια ζώσης μαρτυρίας του Εναγόμενου δεν μου αφήνουν καμία άλλη επιλογή παρά να την απορρίψω ως αναξιόπιστη. Κρίνω ότι δεν ήταν ειλικρινής και δεν είχε πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια για να βοηθήσει το Δικαστήριο στη διαμόρφωση πλήρους εικόνας σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Αντίθετα, κρίνω ότι επιδίωξη του ήταν να παρουσιάσει μια επίπλαστη εικόνα που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να αποφύγει τις επίδικες αξιώσεις. Οι δύο εκθέσεις που παρουσίασε σε σχέση με τις αξιώσεις που εγείρει ανταπαιτητικά (Τεκμήρια 18 και 19), δεν κρίνονται βοηθητικές και δεν θα επεκταθώ να τις εξετάσω περαιτέρω, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, σημειώνω, αναφορικά με τα αντίγραφα της αλληλογραφίας που παρουσίασε ο Εναγόμενος - και που δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση - ότι αποδέχομαι την ανταλλαγή αυτής της αλληλογραφίας, με το αυτό περιεχόμενο, μεταξύ των εμπλεκομένων. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι ως τα έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο η ΜΕ1 και η ΜΕ
- Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης παραπέμπω στη σύνοψη της μαρτυρίας τους όπως την έχω παραθέσει πιο πάνω. Μέρος των ευρημάτων συνιστούν επίσης και η συνομολόγηση και υπογραφή των διαφόρων εγγράφων και επιστολών που η ΜΕ1 και η ΜΕ2 παρουσίασαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Το ίδιο ισχύει και για τις επιστολές που παρουσίασε ο Εναγόμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Παραμένει να εξεταστεί εάν τα ευρήματα στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό, τη βάση αγωγής του Ενάγοντα και το ποσό το οποίο αξιώνει, καθώς και εάν στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα και τις αξιώσεις που ο Εναγόμενος εγείρει με την ανταπαίτηση του. Τα επίδικα, με την αγωγή, τέλη και επιβαρύνσεις καθορίστηκαν και επιβλήθηκαν με βάση της διατάξεις του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησις, Πώλησης και Υποθήκευσις Πλοίων) Νόμου του 1963, ως τροποποιήθηκε, και του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Τέλη και Φορολογικές Διατάξεις) Νόμου του 1992 και σχετικούς Κανονισμούς. Η Νηολογούσα Αρχή (ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησις, Πώλησης και Υποθήκευσις Πλοίων) Νόμο του 1963, ως τροποποιήθηκε) καθορίζει, απαιτεί και εισπράττει διάφορα τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις που τα υποκείμενα στη φορολογία πρόσωπα έχουν αντίστοιχη υποχρέωση να καταβάλλουν. Η ΜΕ2, στα πλαίσια της μαρτυρίας της, η οποία έγινε αποδεκτή, εξήγησε πλήρως και με σαφήνεια την κάθε επιμέρους χρέωση που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 15, με αναφορά στις σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Ο Εναγόμενος αμφισβήτησε τόσο την ορθότητα όσο και τη νομιμότητα του αξιούμενου ποσού. Επί αυτού σημειώνω ότι δεν εντοπίζω - και δεν έχει επισημανθεί από την πλευρά της υπεράσπισης - στοιχείο παρανομίας στην επιβολή των επίδικων τελών. Η θέση δε που προβλήθηκε είναι ότι το αξιούμενο ποσό είναι αποτέλεσμα λανθασμένων υπολογισμών και πάλιν παρέμεινε στο πεδίο προβολής αόριστων ισχυρισμών. Δεν υποστηρίχθηκε δε κατά την ακρόαση η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου ότι οι χρεώσεις αυτές αντίκεινται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια πολιτική. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο Ενάγοντας, μέσω της Νηολογούσας Αρχής, κατά την επιβολή των επίδικων τελών, χρεώσεων και επιβαρύνσεων λειτουργούσε στο πεδίο του δημοσίου δικαίου και η φύση των ενεργειών του τις κατατάσσει στην κατηγορία των διοικητικών πράξεων[4].Επομένως η επιβολή των συγκεκριμένων τελών, χρεώσεων και επιβαρύνσεων μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνο με προσφυγή στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Τέτοια αμφισβήτηση δεν υπήρξε. Τα ποσά επομένως που αξιώνει ο Ενάγοντας είναι οφειλόμενα και πληρωτέα. Αποτελεί περαιτέρω θέση της υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό διότι δεν είναι ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους αλλά αυτό αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος με την επωνυμία «The Indjirdjian Trust». Κρίνω ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησις, Πώλησης και Υποθήκευσις Πλοίων) Νόμου του 1963, για να εγγραφεί κάποιο πρόσωπο ως ιδιοκτήτης Κυπριακού πλοίου πρέπει να υπογράψει δήλωση κυριότητας (Declaration of Ownership) αυτού. Η μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος δεν γνωστοποίησε στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας - καθ' όλο τον επίδικο χρόνο - ότι υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους από το 1991 που αυτό ενεγράφη επ' ονόματι του. Δεν διαφεύγουν δε οι διατάξεις του άρθρου 63 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησις, Πώλησης και Υποθήκευσις Πλοίων) Νόμου του 1963, ως τροποποιήθηκε. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι υποκείμενο στη φορολογία πρόσωπο για τους σκοπούς της κείμενης νομοθεσίας ήταν, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, ο Εναγόμενος, ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου σκάφους. Ο Εναγόμενος υποστήριξε κατά τη μαρτυρία του ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ένεκα των ζημιών που είχε υποστεί το επίδικο σκάφος το 2010 από τη βύθιση της αποβάθρας στην μαρίνα Λάρνακας όπου ήταν προσδεδεμένο και τα όσα, κατ' ισχυρισμό, ακολούθησαν. Αναφορικά με το συγκεκριμένο επιχείρημα, σημειώνω ότι το σκάφος υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημιές το 2010, ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει τέλη προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας από το 1996, ενώ το αίτημα του Εναγόμενου για διαγραφή του σκάφους από το Κυπριακό Νηολόγιο υποβλήθηκε το
- Σε κάθε περίπτωση, η άρνηση του Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας να προχωρήσει με τη διαγραφή μέχρι την εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών, ήταν εντός των πλαισίων της εξουσίας του όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 10 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Τέλη και Φορολογικές Διατάξεις) Νόμου του
- Συνεπώς το εν λόγω επιχείρημα επίσης δεν μπορεί να επιτύχει. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας, με αξιόπιστη, αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία έχει αποδείξει το ποσό που αξιώνει με την αγωγή. Παρενθετικά αναφέρω ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας τους στο Δικαστήριο, οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ζήτησαν όπως επιδικαστεί με την αγωγή ολόκληρο το ποσό που οφείλεται προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας μέχρι σήμερα και που περιλαμβάνει και ποσά που χρεώθηκαν και μετά την έγερση της αγωγής. Επί αυτού σημειώνω ότι με την αγωγή ο Ενάγων αξιώνει μόνο συγκεκριμένο ποσό που αφορά την περίοδο μέχρι 5.8.
- Δεν μπορώ να αποδώσω οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό αφού, χρεώσεις μεταγενέστερες της 5.8.2011 δεν περιλαμβάνονται στις δικογραφημένες αξιώσεις του Ενάγοντα. Τα ποσά που μπορούν να αποδοθούν είναι αυτά που προκύπτουν την επίδικη περίοδο. Στρέφομαι στην ανταπαίτηση του Εναγόμενου. Δεν παραβλέπω ότι στο βαθμό που οι αξιώσεις αυτές εδράζονται σε ισχυριζόμενη αμέλεια του Ενάγοντα, δεν δικογραφούνται από τον Εναγόμενο οι προβλεπόμενες από τη δικονομία λεπτομέρειες αμέλειας. Σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις που εγείρονται ανταπαιτητικά και που περιγράφω υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) ανωτέρω έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και αποφασίστηκαν στα πλαίσια της Haigaz George Indridjian και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή του «The Indjirdjian Trust» ν Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, αγωγής Ναυτοδικείου 40/2014, στην οποία εκδόθηκε τελική απόφαση στις 29.3.
- Ο συνήγορος του Εναγόμενου έχει παραπέμψει το Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη στην τελική του αγόρευση. Από το κείμενο της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι είχαν εγερθεί οι ίδιες αξιώσεις, ως η ανταπαίτηση, οι οποίες βασίστηκαν στα ίδια γεγονότα ως αυτά που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του στην παρούσα αγωγή (περιλαμβανομένων των εκθέσεων που κατέθεσε ως Τεκμήρια 18 και 19). Καλύπτονται, συνεπώς, από δεδικασμένο και δεν θα απασχολήσουν άλλο το παρόν Δικαστήριο. Δεν κατανοώ γιατί ο Εναγόμενος επέλεξε να προβάλει και να προωθήσει τις ίδιες αξιώσεις και στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αγωγής αφού τα ίδια ζητήματα εκδικάζονταν παράλληλα στο Ναυτοδικείο. Η επιλογή του όμως αυτή αγγίζει τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Παραμένουν οι αξιώσεις του Εναγόμενου για αποζημιώσεις «για παρεμπόδιση [.] του να απολαμβάνει την περιουσία του (Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) την οποία είχε εμπιστευθεί στον Ενάγοντα ωσότου επήλθε κατάχρηση εμπιστοσύνης (Breach of Trust)» και αποζημιώσεις «για τη δυσφήμιση που υπέστη και υπόκειται ο Εναγόμενος». Αναφορικά με αυτές, περιορίζομαι να αναφέρω ότι δεν έχουν υποστηριχθεί με την απαιτούμενη αξιόπιστη, αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία και, συνεπώς, δεν μπορούν να επιτύχουν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €7.398,99, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί. [Υπ.] ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σχετική η BarryWynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [3] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερομηνίας 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [4]Σχετικές οι SHOHAM (Cyprus) LtdvΑρχής Λιμένων Κύπρου
(2000), 1 (Α) Α.Α.Δ. 404, TamasosTradingSuppliesandCoLtdvΔημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 892, AntoniouandothersvRepublic
(1984)3(Α) C.L.R. 623 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο