← Κύπρος

OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD ν. U.I.B. INSURANCE, REINSURANCE & CONSULTANTS BROKERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1265/09, 30/4/2018

OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD ν. U.I.B. INSURANCE, REINSURANCE & CONSULTANTS BROKERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1265/09, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1265/09 OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, από την Λευκωσία Ενάγοντες -και-

  1. U.I.B. INSURANCE, REINSURANCE & CONSULTANTS BROKERS LTD, από την Λευκωσία
  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, από την Λευκωσία
  3. ΑΝΤΩΝΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, από την Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Απριλίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Κόνιας Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Ιακώβου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία (στο εξής «η Ενάγουσα») επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον όλων των Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €60.265,35 ως οφειλόμενο "δυνάμει της υπό ημερ. 1ης Σεπτεμβρίου, 2004 (συμφωνίας) και/ή ως αποζημίωσης για παράβαση αυτής και/ή στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως χρήματα εισπραχθέντα και κατακρατηθέντα από τους Εναγομένους 1 και/ή στη βάση εμπιστεύματος και/ή αναγνώρισης χρέους και ως υπολοίπου χρεοπιστωτικού λογαριασμού που ετηρείτο μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 για τον οποίον οι Εναγόμενοι 1 είχαν πλήρη γνώση και/ή απεδέχθησαν και/ή αναγνώρισαν και/ή ουδέποτε αμφισβήτησαν." Η εκδοχή της Ενάγουσας Κατά την Ενάγουσα, ως τούτο προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις της, περί την 1η Σεπτεμβρίου 2004, συνήψε συμφωνία με την Εναγόμενη 1, η οποία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ώστε αυτή (η τελευταία) να ενεργεί ως ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος και/παραγωγός και/ή διαμεσολαβητής και/ή μεσάζοντας και/ή για να ανευρίσκει πελάτες για να συνάψουν ασφαλιστικές συμβάσεις μαζί της. Ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, η Εναγόμενη 1 εταιρεία ασκούσε τέτοιου είδους εργασίες και πριν τη συνομολόγηση της μεταξύ των μερών σύμβασης του
  5. Μεταξύ των όρων της επίδικης σύμβασης, ήταν και η υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να εισπράττει από τους κατά καιρούς πελάτες της Ενάγουσας ασφάλιστρα και αφού κατακρατήσει το ποσοστό της συμφωνηθείσας προμήθειάς της, να αποδώσει τα λοιπά χρήματα στην τελευταία. Στα πλαίσια των συναλλαγών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η πρώτη διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό, για το περιεχόμενο του οποίου ενημέρωνε την τελευταία, σε μηνιαία βάση. Τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας, πάντα σε σχέση με τη συμφωνία των μερών, εγγυήθηκαν, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, οι Εναγόμενοι 2 και
  6. Περί τις 29/05/05, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη 1 με την οποία την πληροφορούσε ότι τερματιζόταν η μεταξύ τους συμφωνία για τον λόγο ότι η τελευταία αμέλησε να εξασφαλίσει από την αρμόδια αρχή την άδεια ασφαλιστικού πράκτορα. Κατόπιν του πιο πάνω τερματισμού, η Εναγόμενη 1 διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι προωθούσε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την εξασφάλιση της σχετικής άδειας, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποδεχθεί να συνεχίσει τη μεταξύ των μερών συμφωνία ανακαλώντας τον μόλις πιο πάνω αναφερόμενο τερματισμό. Η συνέχιση της συνεργασίας των μερών, διέπετο εκ νέου από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.
  7. Η Εναγόμενη 1, πάντα κατά την εκδοχή της ενάγουσας, περί το τέλος του 2006 τερμάτισε τη μεταξύ των μερών συμφωνία μιας και έπαψε πλέον να συνεργάζεται μαζί της, έχοντας ωστόσο χρεωστικό οφειλόμενο, προς την ενάγουσα, υπόλοιπο, το ποσό των €70.913.
  8. Η Ενάγουσα, απαίτησε το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό από την Εναγόμενη 1, η οποία, απέστειλε προς την πρώτη, έγγραφο, μέσω του οποίου παραδεχόταν ότι όφειλε προς αυτή συγκεκριμένο ποσό (πολύ μικρότερο του απαιτούμενου), καθώς επίσης και προέβαλε την εκδοχή της σε σχέση με κάποιες εκ των χρεώσεων της Ενάγουσας. Μετά τη λήψη του πιο πάνω εγγράφου, η ενάγουσα προέβη σε αναδόμηση του χρεοπιστωτικού λογαριασμού και ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι η συνολική οφειλή της ανέρχεται πλέον στο ποσό των €60.265,35σ. (και δη το απαιτούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό[1]). Η Εναγόμενη 1, παρά την παραδοχή της ως προς την οφειλή της για συγκεκριμένο ποσό (έστω μικρότερο και του ποσού που προέκυψε μετά την αναδόμηση του χρεοπιστωτικού λογαριασμού της), εν τούτοις ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα, και αριθμός επιταγών, που κατά καιρούς εξέδωσε προς όφελος της τελευταίας, δεν εξαργυρώθηκαν, είτε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, είτε λόγω ανάκλησης πληρωμής τους. Για τους πιο πάνω λόγους, η Ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή και απαιτεί εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως η πιο πάνω αναφερόμενη απαίτηση. Η εκδοχή των Εναγομένων Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η Εναγόμενη 1 παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 1/09/04, πλην όμως ισχυρίζεται ότι τούτη (η συμφωνία)"είναι άκυρη και/ή τυγχάνει ακυρώσιμη καθ' ό,τι κατά τον χρόνο υπογραφής της, η Εναγόμενη αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών ΕΑΕ και/ή δεν επέκειντο από τον ΕΑΕ να ενεργούν ως Ασφαλιστικοί Αντιπρόσωποι και/ή να διαμεσολαβούν στη σύναψη Ασφαλιστικών Συμβολαίων[2]." Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ακόμα ότι, η επίδικη συμφωνία ήταν και παραμένει παράνομη, καθότι αντιβαίνει στις πρόνοιες του Περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμου και κατά συνέπεια η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να επικαλείται το περιεχόμενό της για την προώθηση της παρούσας αγωγής. Κατά τα λοιπά, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, προβάλλοντας τη θέση ότι, οι κατά καιρούς υπολογισμοί της Ενάγουσας ως προς την όποιαν οφειλή της Εναγόμενης 1 είναι λανθασμένοι, και ότι, συνεπεία της παρανομίας που περιβάλλει τη μεταξύ των μερών σύμβαση, οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπέχουν οποιανδήποτε ευθύνη έναντι της Ενάγουσας. Ως εκ των ανωτέρω, επιζητούν την απόρριψη της αγωγής. Η Απάντησή της Ενάγουσας Η Ενάγουσα, με το δικόγραφο της Απάντησης, επαναλαμβάνει στην ουσία τους βασικούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, προσθέτοντας, στην ουσία, ότι, η όποια τυχόν παρανομία της μεταξύ των μερών σύμβασης δεν στερεί το δικαίωμα στην Ενάγουσα να προωθεί την απαίτησή της επί εναλλακτικών βάσεων αγωγής, όπως τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment) και την επιστροφή χρημάτων που λήφθηκαν και κατακρατήθηκαν παρανόμως (money had and received). Η ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Μιχάλη Μιχαήλ (ΜΕ1) και τον Κώστα Αγαθαγγέλου (ΜΕ2). Από πλευράς των Εναγομένων, κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας και δη ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Ως προκύπτει από τις αναντίλεκτες αναφορές των μαρτύρων που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις, τα πιο κάτω αποτελούν αδιαμφισβήτητα, κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Πριν την υπογραφή της μεταξύ των μερών συμφωνίας ημερομηνίας 1.9.2004 (στο εξής «η σύμβαση» ή «η συμφωνία»), η ενάγουσα και η εναγόμενη 1 άρχισαν να συνεργάζονται, με την τελευταία, έναντι αμοιβής (προμήθεια), να προσφέρει υπηρεσίες ασφαλιστικού αντιπροσώπου της ενάγουσας. Την 1.9.2004, μεσούσης της συνεργασίας τους, η ενάγουσα και η εναγόμενη 1 υπέγραψαν την συμφωνία και τα δικαιώματα και οι ευθύνες της μιας έναντι της άλλης, διέποντο πλέον από τους όρους της. Τις ευθύνες της εναγομένης 1 έναντι της ενάγουσας, ως τούτες προέκυπταν από τους όρους της συμφωνίας, εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και
  9. Καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη 1 δεν είχε εγγραφεί στο προνοούμενο από το νόμο μητρώο του Εφόρου Ασφαλίσεων (στο εξής «το μητρώο») ώστε να δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες δια λογαριασμό της ενάγουσας. Ανεξαρτήτως της παρανομίας ή μη της σύμβασης, μέχρι και το τέλος της συνεργασίας των διαδίκων, τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη 1, ενεργούσαν στη βάση των όρων της, και δη, η Εναγόμενη 1 μεσολαβούσε ώστε τρίτα πρόσωπα να συμβάλλονται με την Ενάγουσα για ασφαλιστικές καλύψεις και εισέπραττε από αυτούς τα κατά καιρούς ασφάλιστρα. Όταν παρέδιδε χρήματα στην ενάγουσα (τα οποία έλαβε ως ασφάλιστρα από πελάτες της τελευταίας), η εναγόμενη 1 κατακρατούσε τις σχετικές προμήθειές της. Όταν, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, ασφαλισμένος, που συμβλήθηκε με την Ενάγουσα μέσω της Εναγόμενης 1, υπέβαλε δικαιολογημένη απαίτηση στην πρώτη, αυτή την ικανοποιούσε καλύπτοντας την ζημιά, τιμώντας έτσι τη συμβατική της σχέση με αυτόν. Εκεί που παρατηρείται διαφωνία μεταξύ των μερών, είναι ως προς τον υπολογισμό της όποιας οφειλής της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας και δη την ορθότητα ή μη της σχετικής κατάστασης λογαριασμού (περιλαμβανομένης και της αναδομημένης) που τηρούσε η Ενάγουσα. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αναγκαία παρατήρηση του Δικαστηρίου Αν και ο συνήγορος της ενάγουσας, στην αγόρευσή του, «αφήνει» το ζήτημα της παρανομίας ή μη της σύμβασης να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, η όλη επιχειρηματολογία του (περιλαμβανομένης και της παραπομπής σε νομολογία, συγγράμματα και νομοθετικές πρόνοιες), αποσκοπεί στο πείσει ότι η ενάγουσα δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία, (α) στη βάση των προνοιών του άρθρου 65 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149 (Money had and Received), και (β) στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment), αμφότερες, όμως, οι βάσεις τούτες, ερειδόμενες, στο ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. Συνοπτική παράθεση της ουσιώδους μαρτυρίας Ο ΜΕ1 Η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ1 προσπάθησε να αποδείξει την ορθότητα του υπολογισμού της ισχυριζόμενης οφειλής των Εναγομένων. Προς τούτο, ο ΜΕ1 κατέθεσε ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 12), ο οποίος εμπεριέχει, αντίγραφα όλων των εγγράφων (φυλάχθηκαν μέσω σάρωσης ‑ scanned) που σχετίζονται με όλες τις κατά καιρούς συναλλαγές της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1, στη βάση των όρων της συμφωνίας. Κατέθεσε ακόμα, ως τεκμήριο 2, κατάσταση λογαριασμού, ισχυριζόμενος ότι αποτελεί τη διατηρηθείσα από πλευράς της Ενάγουσας κατάσταση για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, και με αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα που ετοιμάστηκαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από τους διάδικους (Τεκμήριο 3), επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίον διεξάγονταν οι συναλλαγές τους και το πώς υπολογίζονταν οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις. Σε ειδική ερώτηση που του τέθηκε, ισχυρίστηκε ότι όλες ανεξαρτήτως οι χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 έγιναν στη βάση των σχετικών οικονομικών όρων της σύμβασης και ότι, γενικότερα, η ενάγουσα, για τις επίδικες συναλλαγές της με την εναγόμενη 1, ενεργούσε πάντα στη βάση των όρων της σύμβασης. Ο ΜΕ1, ισχυρίστηκε ακόμα ότι, με τον ίδιο τρόπο, γίνονταν όλες οι επίδικες συναλλαγές των διαδίκων και ότι, μέσω του περιεχομένου του Τεκμηρίου 12 (ψηφιακός δίσκος), είναι δυνατή η εξακρίβωση της ορθότητας των υπολογισμών της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι, κάποιοι υπολογισμοί, στους οποίους αναφέρεται στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο ΑΙ) δεν απαντούνται στις σχετικές καταχωρήσεις της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 2), και τούτο γιατί, συνεπεία δικού του λάθους, δεν κατεγράφησαν εκεί. Προς διόρθωση του όλου ζητήματος, ο ΜΕ2 κατέθεσε, ως τεκμήριο, νέο λογαριασμό (Τεκμήριο 13), ο οποίος, κατ' αυτόν, παρουσιάζει το πραγματικό οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό. Κατά τον ΜΕ1, μεσούσης της συνεργασίας των μερών και κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης από πλευράς της ενάγουσας λόγω μη εγγραφής της εναγόμενης 1 στο μητρώο, η τελευταία παρέστησε προς την ενάγουσα ότι, συνεπεία του ότι ήταν στο παρελθόν αδειούχα (η εναγόμενη 1) να εκτελεί ασφαλιστικές εργασίες για λογαριασμό άλλων ασφαλιστικών εταιρειών, η ανάγκη (λόγω της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση) εγγραφής της στο μητρώο, θα επιτυγχάνετο με μεγάλη ευκολία. Είναι δε στη βάση αυτών των διαβεβαιώσεων, που η Ενάγουσα αποδέχθηκε να συνεχίσει τη συνεργασία της με την Εναγόμενη 1 στη βάση των όρων της συμφωνίας, παρά τη μη εγγραφή της τελευταίας στο προνοούμενο από τον νόμο μητρώο. Ακολούθως, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στις επιταγές που κατά καιρούς η Εναγόμενη 1 εξέδωσε έναντι της οφειλής της προς την Ενάγουσα και το γεγονός ότι τούτες, για διάφορους λόγους, δεν τιμήθηκαν, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι, η Εναγόμενη 1, μέσω σχετικών αναφορών της στην επιστολή της Τεκμήριο 4, στην ουσία παραδέχεται συγκεκριμένη οφειλή της προς την Ενάγουσα. Όσο δε αφορά στις διάφορες κατά καιρούς αιτιάσεις της Εναγόμενης 1 περί του ότι η Ενάγουσα, ως μέρος των ισχυριζόμενων οφειλών της Εναγόμενης 1, παρουσιάζει και οφειλές τρίτων προσώπων, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι τούτες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι πρόκειται για οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, οι οποίες δημιουργήθηκαν σε σχέση με συμβόλαια προσώπων για τα οποία μεσολάβησε η Εναγόμενη 1 ώστε να συμβληθούν με την Ενάγουσα, πλην όμως, στην εναγόμενη 1, υποδείχθηκαν από έτερο διαμεσολαβητή, ο οποίος ουδεμία συμβατική και/ή άλλως πως δικαιοπρακτική σχέση έχει με την Ενάγουσα. Τέλος, ο ΜΕ1, παραπέμποντας στις κατά καιρούς θέσεις της Εναγόμενης 1, ως τούτες εκφράστηκαν δια διαφόρων επιστολών και/ή εγγράφων τα οποία απέστειλε προς την Ενάγουσα, και τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 4 και 11, προώθησε και τη θέση ότι, στην πραγματικότητα, η Εναγόμενη 1 και κατ' επέκταση και οι Εναγόμενοι 2 και 3, ως εγγυητές της, αναγνώρισαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα και η μόνη διαφορά τους, αφορά σε ένα μικρό ποσό αναφορικά με το οποίο η Ενάγουσα εισέπραξε ήδη, από τρίτο πρόσωπο, σχετική πληρωμή. Στη βάση δε των σχετικών αναφορών του κατέληξε ότι, το πραγματικό οφειλόμενο ποσό των Εναγομένων έναντι της Ενάγουσας ανέρχεται σε Λ.Κ.35.272,83 και δη €60.245,99, στο οποίο και "περιόρισε" [3] την όποια απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. ΜΕ2 Ο ΜΕ2, όντας λειτουργός της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, ισχυρίστηκε ότι, ουδέποτε η Εναγόμενη 1 απέκτησε άδεια για να λειτουργεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και απαντώντας στη θέση της Εναγόμενης 1 ότι, μέχρι και την εξέταση της αίτησής της για απόκτηση της σχετικής άδειας, οι όποιες εργασίες διεξήγαγε ήταν νόμιμες, απέρριψε τούτη, ισχυριζόμενος ότι, η κάθε συναλλαγή της Εναγόμενης 1 ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, συνεπεία της μη εγγραφής της στο μητρώο για να ενεργεί δια λογαριασμό της ενάγουσας, ήταν παράνομη. Σε ειδική δε ερώτηση που του υπεβλήθη, αναφορικά, τόσο με το χρόνο που ίσχυε η προηγούμενη νομοθεσία, όσο και κατόπιν εφαρμογής της νέας, απάντησε ότι η εναγόμενη 1 ουδέποτε κατείχε άδεια και/ή εγγράφηκε στο μητρώο ως εταιρεία που δικαιούτο να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες (ασφαλιστικού αντιπροσώπου ή διαμεσολαβητή ή άλλως πως) για λογαριασμό της ενάγουσας. Σημείωσε, επίσης, σχετικά ότι, για να νομιμοποιείται ένα πρόσωπο να ασκεί εργασίες ασφαλιστικού αντιπροσώπου ή διαμεσολαβητή, θα πρέπει ο Έφορος Ασφαλίσεων να εγκρίνει σχετικό αίτημά του, και η όποια τέτοια έγκριση θα αφορά σε δικαίωμα του εν λόγω προσώπου να ενεργεί ως ανωτέρω για συγκεκριμένη όμως ασφαλιστική εταιρεία. Προς διευκρίνιση, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι, η εναγόμενη 1, στο παρελθόν, είχε έγκριση του Εφόρου Ασφαλίσεων για να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες για λογαριασμό άλλων, από την ενάγουσα, ασφαλιστικών εταιρειών. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ως ο Εναγόμενος 2, ως βασική θέση του ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση είναι παράνομη ως αντιβαίνουσα τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεως Νόμου, και ως τέτοια, μη δυνάμενη να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση της αιτούμενης απόφασης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, η Ενάγουσα, κατά τον υπολογισμό των ισχυριζόμενων οφειλών της Εναγόμενης 1, πρόσθεσε διάφορα ποσά που οφείλονται προς αυτήν από τρίτα πρόσωπα και όχι την Εναγόμενη 1, καθώς επίσης και ότι δεν πίστωσε το σχετικό λογαριασμό της εναγόμενης 1 με διάφορα ποσά που κατατέθηκαν έναντι των οφειλών της. Τούτο, πάντα κατά το ΜΥ1, είχε ως αποτέλεσμα, το ισχυριζόμενο από την Ενάγουσα οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 να είναι λανθασμένο. Ήταν βασικά η θέση του ΜΥ1 ότι, ανεξάρτητα του εάν η συμφωνία είναι ή όχι παράνομη, η Εναγόμενη 1 δεν οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στην Ενάγουσα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΕ 1 Ο ΜΕ1, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήρθαν στην γνώση του και σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Πρόκειται δε για πρόσωπο, που μέσα από τη μαρτυρία του με έπεισε ότι είναι γνώστης του αντικειμένου του (λογιστής) και γνώστης του τρόπου με τον οποίο διεξήγοντο οι μεταξύ των μερών συνδιαλλαγές, καθώς επίσης του τρόπου και μεθόδου υπό των οποίων θα έπρεπε να γίνονται οι σχετικές χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα σε σχέση με την εναγόμενη
  10. Με τη μαρτυρία του, η οποία σημειώνεται ότι ήταν αρκούντως κατατοπιστική, έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε να μπορεί, ως ανεξάρτητος κριτής, αντικειμενικά, να εξετάσει την ορθότητα των ισχυρισμών του. Με σαφήνεια, αλλά και πλήρη ειλικρίνεια, υπέδειξε, στη βάση του περιεχομένου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν μέσω του, τον τρόπο με τον οποίον μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγόμενης. Αντιλαμβανόμενος ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν συμφωνούσε πλήρως με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, εξήγησε, με κάθε πειστικότητα ότι, τούτο οφειλόταν σε προσωπικό του σφάλμα και προχώρησε στην εκ νέου ετοιμασία σχετικού λογαριασμού (πρόκειται για το Τεκμήριο 13), σημειώνοντας ότι, τούτος, ετοιμάστηκε, αφενός για να διορθωθούν οι προγενέστερες λανθασμένες καταγραφές και αφετέρου για να παρουσιάζει το υπόλοιπο της εναγόμενης 1 σε ευρώ, σε πλήρη, πλέον, συνάρτηση με το περιεχόμενο του εγγράφου Α1 (συμπληρωματική γραπτή δήλωση του ΜΕ1, στα πλαίσια της οποίας, με συνοπτικό τρόπο, περιγράφεται κάθε σχετική με την Εναγόμενη 1 συναλλαγή που είχε η Ενάγουσα κατά τον επίδικο για τη παρούσα αγωγή χρόνο), αλλά και του Τεκμηρίου 12 (ψηφιακού δίσκου). Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ανατρέξει στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και να ερευνήσει ακόμα και το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου (Τεκμήριο 12) και να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές των διαφόρων ισχυρισμών του ΜΕ1 περί της ορθότητας του τελικού, από την Ενάγουσα απαιτούμενου ποσού και δη αυτού των €60.245,
  11. Η μαρτυρία του ΜΕ1, υποστηρίζεται, τόσο από το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά συνάδει και με την κοινή λογική και λογική συνέχεια των πραγμάτων. Σημειώνεται, σχετικά, στο σημείο αυτό ότι, ο ισχυρισμός του περί του ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών η Ενάγουσα απέστελλε σε τακτά χρονικά διαστήματα καταστάσεις λογαριασμού στην Εναγόμενη 1, δεν αμφισβητήθηκε. Όπως, ούτε και ο ισχυρισμός του περί του ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 1, καθ' οιονδήποτε τρόπο, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, διαμαρτυρήθηκε ως προς το περιεχόμενο των ρηθέντων καταστάσεων. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι οι ρηθείσες καταστάσεις ήταν αρκούντως κατατοπιστικές αναφορικά με τις διάφορες επ' αυτών χρεοπιστώσεις, αλλά και τους λόγους που τούτες γίνονταν. Τούτο, εξάλλου, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, το οποίο αφορά σε έγγραφο που ετοιμάστηκε από πλευράς της Εναγόμενης 1 κατά τον Νοέμβριο του 2007 (και δη σε χρόνο πολύ αργότερα της τελευταίας συναλλαγής των μερών) και απεστάλη στην Ενάγουσα και με το οποίο η πρώτη προέβαλε τις διάφορες διαφωνίες της ως προς το επικαλούμενο από τη δεύτερη χρεωστικό υπόλοιπο της, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αδυναμία ή δυσχέρεια στη κατανόηση του περιεχομένου των κατά καιρούς αποσταλέντων καταστάσεων του λογαριασμού. . Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι, το γεγονός ότι το Τεκμήριο 11 ετοιμάστηκε και απεστάλη από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα προς το σκοπό αυτό, δεν αμφισβητείται από την πλευρά των Εναγομένων. Από το περιεχόμενο του δε, προκύπτει αβίαστα ότι η Εναγόμενη 1 ήταν σε θέση, στη βάση των διαφόρων καταστάσεων λογαριασμών που κατείχε μέχρι εκείνη τη μέρα και/ή των όποιων άλλων σχετικών εγγράφων απεστάλησαν σε αυτήν από την Ενάγουσα, να προσδιορίσει επαρκώς τις διαφωνίες της. Για να γίνει πιο κατανοητή η μόλις πιο πάνω παρατήρηση του Δικαστηρίου, υποδεικνύω ότι, επί του Τεκμηρίου 11, η Εναγόμενη 1, υπό μορφή πίνακα, χωρίς να αμφισβητεί τη δομή και αιτιολογία της Ενάγουσας ως προς το πώς προκύπτει το χρεωστικό υπόλοιπό της (κάτω από τη στήλη "χρέωση"), αναλύει τούτο, στη βάση των δικών της ισχυρισμών και επικαλούμενη οφειλές τρίτων προς την ενάγουσα ή παράλειψη πίστωσης του λογαριασμού της από την τελευταία, περιορίζει την όποια οφειλή της στο ποσό των Λ.Κ.23.662,
  12. Όπως δε εξήγησε ο ΜΕ1, στη βάση των παρατηρήσεων που έγιναν από την Εναγόμενη 1 μέσω του Τεκμηρίου 11, η Ενάγουσα προχώρησε σε αναδόμηση του λογαριασμού της πρώτης και πληροφόρησε τούτη, περί της επακόλουθης μείωσης του υπολοίπου της. Ο ΜΕ1, στην πραγματικότητα, κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να διαφωτίσει τούτο ως προς την ακριβή οφειλή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα και όχι σε σχέση με τη συνομολόγηση της συμφωνίας, συμφωνία, η οποία, εν πάση περιπτώσει, υπεγράφη μεταξύ των μερών προτού ο ΜΕ1 εργοδοτηθεί στην Ενάγουσα. Τη μαρτυρία του ΜΕ1 την αποδέχομαι στο σύνολο της. Επομένως, στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και έχοντας αυτός δώσει προς το Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία, εχέγγυα και λεπτομέρειες, καταλήγω ότι, το περιορισμένο πλέον απαιτούμενο από την Ενάγουσα ποσό, αφορά στο πραγματικό, λογιστικά επιβεβαιωμένο, χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα. Στη κατάληξή μου αυτή προβαίνω έχοντας κατά νου τις σχετικές με το ζήτημα αυτό θέσεις και αιτιάσεις του ΜΥ1, οι οποίες, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν είναι δυνατό να την κλονίσουν. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, δεν οδηγεί και στη κρίση ότι η παρούσα αγωγή επιτυγχάνει, μιας και μέρος της υπερασπιστικής γραμμής των Εναγομένων, την οποίαν και το Δικαστήριο θα εξετάσει κατωτέρω, είναι και το ότι, το όποιο ενδεχομένως χρεωστικό υπόλοιπό της, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με τους όρους μιας παράνομης και άκυρης συμφωνίας και κατ' επέκταση βάσης, η οποία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Ενάγουσα για να διεκδικήσει αποζημιώσεις. ΜΕ 2 Ο ΜΕ2, επίσης μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, τη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε ούτε η πλευρά των Εναγομένων. Τουναντίον, στη βάση των γνώσεων του και γενικά της εμπειρίας του ως λειτουργός στην Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών, του έθεσε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις και τούτες με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της γραμμής υπεράσπισης, και δη ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη λόγω μη εγγραφής της Εναγόμενης 1 στο μητρώο. Στον βαθμό που ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε γνώμη ως προς τον τρόπο που ερμηνεύεται η σχετική με τα καθήκοντα του νομοθεσία, στις γνώμες του αυτές δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, μιας και δεν τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκφραση, από πλευράς του, σχετικής γνώμης. Στον βαθμό, όμως, που με τη μαρτυρία του ενημέρωσε το Δικαστήριο ως προς την Εναγόμενη 1 και γενικά τους Εναγόμενους, ως πρόσωπα (φυσικά και νομικά), τα οποία ήταν ή δεν ήταν καταχωρημένα στο μητρώο, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και προβαίνω και σε ανάλογα με αυτήν ευρήματα. Υπενθυμίζω, απλά, επιγραμματικά, χωρίς τούτο να θεωρηθεί ότι είναι και το μόνο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ2 που κρίνεται ουσιαστικό, ότι η Εναγόμενη 1, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους, ουδέποτε είχε εγγραφεί στο μητρώο ώστε να προβαίνει σε ασφαλιστικές εργασίες για λογαριασμό της Ενάγουσας και ότι, για σκοπούς εγγραφής της, ήταν αναγκαία η προγενέστερη υποβολή σχετικής αίτησης. ΜΥ1 ‑ Εναγόμενος 2 Ο ΜΥ1 μου έκανε τη χείριστη των εντυπώσεων. Δεν έχω καμίαν αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που γνώριζε. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποφύγει να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό, ο οποίος, για τον ίδιο, θεωρείτο αρνητικός για τη γραμμή υπεράσπισης. Σε τέτοιο βαθμό, που προώθησε εντελώς συγκρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς, αλλά και ισχυρισμούς οι οποίοι συγκρούονται με την κοινή λογική, αλλά και τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Προώθησε ακόμα και ισχυρισμούς που συγκρούονται με ενέργειες της ίδιας της Εναγόμενης 1, τις οποίες δεν αμφισβήτησε και επί των οποίων, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, βάσισε σχετικό επιχείρημά του. Τόσο αντιφατική ήταν η μαρτυρία του, που έφτασε στο σημείο, από τη μια να προβάλλει την ισχυριζόμενη παρανομία της σύμβασης ως αδυναμία της Ενάγουσας να διεκδικεί την οποιανδήποτε αποζημίωση, και από την άλλην, να προωθεί ισχυρισμούς για να πείσει ότι, κατά το 2004 που συνομολογήθηκε η σύμβαση, δεν υπήρχε ανάγκη εγγραφής της Εναγόμενης 1 στο μητρώο και ότι νομιμοποιείτο να συνεχίζει να παρέχει ασφαλιστικές υπηρεσίες προς την Ενάγουσα χωρίς να καθίσταται η ανάγκη εξασφάλισης οποιουδήποτε πιστοποιητικού ή εγγραφής της οπουδήποτε. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας των μόλις πιο πάνω αναφερόμενων παρατηρήσεων του Δικαστηρίου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΥ1, σημειώνω τα εξής. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, βρέθηκε αντιμέτωπος, πλειστάκις, με τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι οι όποιες αμφισβητήσεις του ως προς την ορθότητα του χρεωστικού υπολοίπου που επικαλείται η Ενάγουσα, προωθούνται εντελώς γενικά και αόριστα χωρίς για τούτες να παρουσιάσει οποιανδήποτε γραπτή ή άλλως πως ειδική μαρτυρία. Η επί του προκειμένου θέση που εξέφρασε, επίσης πλειστάκις, ήταν ότι κατά το 2006 παρουσιάστηκε τεχνικό πρόβλημα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατη η πρόσβαση του στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρούσε και ότι ο μόνος τρόπος να υποστηρίξει τις σχετικές θέσεις του ήταν διά έρευνας που θα μπορούσε να προβεί στην Arab Bank Ltd (τράπεζα με την οποίαν συνεργαζόταν η Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο) και σε πλειάδα φακέλων που η Εναγόμενη 1 διατηρεί σε αποθήκη. Και διερωτάται κανείς· γιατί δεν προέβη στην έρευνα αυτή, μιας και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από το 2009 και ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς των Εναγομένων ήταν ότι το επικαλούμενο από την Ενάγουσα υπόλοιπο της Εναγομένης δεν ήταν ορθό; Καμία εξήγηση δεν έδωσε γιατί, οκτώ και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν ανέτρεξε στο να βρει αυτά τα ισχυριζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ότι από το 2006 οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές της Εναγόμενης 1 υπέστησαν ανεπανόρθωτη βλάβη με αποτέλεσμα να αδυνατεί η τελευταία να παρουσιάσει υποστηρικτική των θέσεων της μαρτυρία, αλλά το 2007, και πιο συγκεκριμένα στις 05.11.2007, η Εναγόμενη να ετοιμάζει το Τεκμήριο 11, επί του οποίου, με κάθε λεπτομέρεια, να παραθέτει τα στοιχεία επί των οποίων αμφισβητεί την ορθότητα των χρεώσεων της Ενάγουσας; Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, ο ΜΥ1, δεν προώθησε οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 11 χρησιμοποιήθηκαν οποιεσδήποτε πληροφορίες που λήφθηκαν από έντυπη μορφή ή άλλη από τα αρχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή πηγών. Άλλοι λόγοι για τους οποίους ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι το επικαλούμενο από την Ενάγουσα χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 είναι λανθασμένο, ήταν ότι, στους όποιους υπολογισμούς της τελευταίας δεν λήφθηκαν υπόψη (α) η πληρωμή που έγινε από την Εναγόμενη 1 για το χρηματικό ποσό των €4.500 (διά τριών μεταχρονολογημένων επιταγών της από λογαριασμό στην Arab Bank), (β) η καταβολή του χρηματικού ποσού των δέκα και πλέον χιλιάδων ευρώ από τη συνεργάτιδα της Εναγόμενης 1 (διαμεσολαβητής) Κ & Α Ίνιος Ltd και (γ) τα διάφορα χρηματικά ποσά που κατέβαλε η Μαρία Δημητρίου μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Ως προς το υπό στοιχείο (α) πιο πάνω παράπονο του ΜΥ1, σημειώνω απλά ότι θεωρώ αδιανόητο να έχουν τιμηθεί οι τρεις επιταγές της Εναγόμενης για το συνολικό ποσό των €4.500, οι οποίες, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14(γ) (το οποίο κατάθεσε ο ΜΥ1) ήταν πληρωτέες, όλες, κατά τον μήνα Απρίλιο του 2006, και το Νοέμβριο του 2007, στα πλαίσια της υποβολής του ολοκληρωμένου παραπόνου και παρατηρήσεων της Εναγόμενης 1 ως προς τις χρεώσεις της Ενάγουσας (βλέπε Τεκμήριο 11), να μην γίνεται καμία απολύτως αναφορά περί μη πιστώσεως του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 με το συγκεκριμένο ποσό. Προς τούτο δε υποδεικνύω, σχετικά, ότι, στις υπό στοιχείο 6, 7, 8, 9 και 10 παρατηρήσεις της Εναγόμενης 1 επί του Τεκμηρίου 11, γίνεται ειδική αναφορά σε άλλες επιταγές που κατά τη θέση της θα έπρεπε το ποσό στο οποίο αφορούν να πιστωθεί στον λογαριασμό της και να μειωθεί, κατ' αναλογία, και το εκάστοτε υπόλοιπό της. Σε ό, τι αφορά στο υπό στοιχείο (β) πιο πάνω παράπονο του ΜΥ1, θεωρώ τούτο εντελώς ανυπόστατο, μιας και από έναν απλό και μόνο έλεγχο του περιεχομένου του εγγράφου Α1, αλλά και της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 13, προκύπτει αβίαστα ότι ο τηρηθείς από την Ενάγουσα λογαριασμός της Εναγόμενης 1 πιστώθηκε με τις κατά καιρούς πληρωμές που έγιναν από τη συγκεκριμένη συνεργάτιδα της τελευταίας[4]. Αναφορικά τώρα με το υπό στοιχείο (γ) πιο πάνω παράπονο του ΜΥ1, αδυνατώ πραγματικά να κατανοήσω το ρηθέν επιχείρημα. Ανεξαρτήτως των λόγων που η Μαρία Δημητρίου, κατά καιρούς, καταθέτει χρήματα στην Ενάγουσα, και αν τούτη θεωρείται ή όχι υπάλληλος της Εναγομένης 1 ή αν συναλλάσσεται προσωπικά με την Ενάγουσα (ερωτήματα που προέκυψαν κατά την αντεξέταση του ΜΥ1), όλες ανεξαιρέτως οι πληρωμές που έγιναν από αυτήν πιστώθηκαν στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και αποτέλεσαν ουσιαστικό λόγο για την περιορισμένη σήμερα οφειλή της τελευταίας. Ο ΜΥ1, δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ότι η Μαρία Δημητρίου κατέβαλε οποιαδήποτε άλλα χρήματα για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 τα οποία δεν πιστώθηκαν σε αυτήν. Όσο δε αφορά στο χρηματικό ποσό των Λ.Κ.4.238,83 που φέρεται η Μαρία Δημητρίου, σε κάποιο σημείο, να καταβάλλει προς την Ενάγουσα, όπως εξήγησε ο ΜΕ1, και δεν αμφισβητήθηκε με προσκόμιση οποιασδήποτε αντίθετης ή συγκρουόμενης με αυτού μαρτυρίας, το ποσό αυτό (αφαιρουμένων Λ.Κ.665,68, ως προμήθεια της Δημητρίου), αν και κατατέθηκε σε διαφορετικό από της Εναγόμενης 1 λογαριασμό, εντούτοις συνυπολογίστηκε για σκοπούς της παρούσας αγωγής ως πίστωση στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και αποτέλεσε έναν εκ των λόγων που η Ενάγουσα εν τέλει περιόρισε την απαίτηση της έναντι των Εναγομένων. Ο ΜΥ1, στα πλαίσια της προσπάθειας του να πείσει το Δικαστήριο ότι το απαιτούμενο από την Ενάγουσα ποσό δεν είναι ορθό, προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα όφειλε να εισπράξει συγκεκριμένα χρηματικά ποσά από διάφορους συνεργάτες της Εναγόμενης 1, τους οποίους γνώριζε και με τους οποίους συμφώνησε όπως της καταβάλουν απευθείας συγκεκριμένα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής της τελευταίας. Ενώ προέβαλε τον ξεκάθαρο αυτόν ισχυρισμό, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, με εντελώς ρητό τρόπο, σημείωνε, σε πλήρη διάσταση με την αρχική του τοποθέτηση ότι, συμβατική σχέση με τους συνεργάτες αυτούς έχει μόνο η Εναγόμενη 1 και ότι οποιαδήποτε χρήματα σχετίζονται με οφειλές πελατών που συστήθηκαν μέσω τους, υποχρέωση για καταβολή τους στην Ενάγουσα έχει η ίδια η Εναγόμενη 1, η οποία, ακολούθως, έχει δικαίωμα απαίτησης των από αυτούς, με τους οποίους και συμβλήθηκε σχετικά. Όταν δε, προς το τέλος της αντεξέτασής του, βρέθηκε εκ νέου αντιμέτωπος με σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της Ενάγουσας, προώθησε την εντελώς γενική και αόριστη θέση ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν όντως είσπραξε ή όχι η Ενάγουσα από τους συνεργάτες αυτούς χρήματα και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα να αμφισβητεί την ορθότητα των όποιων υπολογισμών της Ενάγουσας. Αντιφατικούς ισχυρισμούς προώθησε ακόμα και σε σχέση με το γεγονός ότι τα αναγραφόμενα στα Τεκμήρια 2 και 13 εκάστοτε χρεωστικά υπόλοιπα της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα διαφέρουν αριθμητικά με τις κατά καιρούς απαιτήσεις της τελευταίας μέσω των επιστολών της προς την πρώτη. Πιο συγκεκριμένα, το βασικό επιχείρημα του ΜΥ1 ήταν ότι, τα επικαλούμενα στις διάφορες επιστολές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 υπόλοιπα της τελευταίας, αφορούν σε ποσά πολύ μικρότερα από αυτά που παρατηρούνται ως υπόλοιπα στις, σχετικές με την ημερομηνία των επιστολών, καταγραφές επί των Τεκμηρίων 2 και
  13. Τούτη δε την παρατήρησή του, την προέβαλε ως αποδεικτική της λογικότητας της θέσης του ότι η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση, με θετικό τρόπο, να αποδείξει την ορθότητα των υπολογισμών της. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, αποδέχθηκε τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η αριθμητική αυτή διαφορά παρουσιάζεται συνεπεία των όρων της συμφωνίας που θέλει τις διάφορες οφειλές της Εναγόμενης 1 να καθίστανται πληρωτέες 180 μέρες μετά την συνομολόγηση των ασφαλιστικών συμβολαίων από την Ενάγουσα. Δηλαδ, δέχθηκε ότι, στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με την Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια 2 και 13), οι διάφορες επ' αυτών καταγραφές, δεν συνυπολογίζουν το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 έχει δικαίωμα να καταβάλει τα διάφορα χρηματικά ποσά μετά πάροδο 180 ημερών, ενώ, από την άλλη, οι κατά καιρούς απαιτήσεις της Ενάγουσας, μέσω των επιστολών της προς την Εναγόμενη 1, αφορούσαν στο εκάστοτε πληρωτέο υπόλοιπο της τελευταίας, χωρίς να περιλαμβάνουν τις οποιεσδήποτε άλλες πράξεις και/ή υπηρεσίες οι οποίες στο μεταξύ παρασχέθηκαν από την Ενάγουσα, πλην όμως η αξία τους δεν κατέστη πληρωτέα λόγω μη παρέλευσης του χρόνου των 180 ημερών. Ειδικότερα για το Τεκμήριο 11, ερωτηθείς ο ΜΥ1 στη βάση του περιεχομένου του, να αναφέρει στο Δικαστήριο πού εστιάζεται η διαφωνία του με τους σχετικούς υπολογισμούς της Ενάγουσας, αποδέχτηκε ότι, οι υπό στοιχείο 17 και 18 επ' αυτού παρατηρήσεις της Εναγομένης 1 περί χρημάτων που οφείλονται στην Ενάγουσα από κάποιον Παναγιώτη Μουζούρη και κάποιον Αντώνη Σταυρινίδη, αφορούν σε ποσά, τα οποία τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να τα καταβάλουν προς την Εναγόμενη 1, και τα οποία (ποσά) αυτή, εν πάση περιπτώσει, οφείλει να τα καταβάλει προς την Ενάγουσα. Με τούτα ως δεδομένα, στην ουσία, ο ΜΥ1, εκ μέρους φυσικά και της Εναγόμενης 1, αποδέχτηκε ότι στις 05.11.2007, όταν και ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 11 (και δη μετά τη λήξη της μεταξύ των μερών συνεργασίας και χωρίς να εκκρεμεί οποιαδήποτε άλλη μεταξύ τους δοσοληψία), χρωστούσε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.33.813,15 και δη ποσό πολύ πλησίον του περιορισμένου πλέον απαιτούμενου από την Ενάγουσα ποσού. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η μόλις πιο πάνω παραδοχή του ΜΥ1, του στερεί το δικαίωμα να προβάλλει ότι η Εναγόμενη 1 έχει αποπληρώσει τις όποιες οφειλές της. Ως προς το κατά πόσον η Εναγόμενη 1 και γενικά οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν χρήματα στην Ενάγουσα στη βάση του ισχυρισμού ότι η συμφωνία είναι παράνομη, τούτο είναι θέμα με το οποίο το Δικαστήριο θα καταπιαστεί κατωτέρω. Ένα άλλο θέμα για το οποίο παρατηρούνται μετωπικά συγκρουόμενες εκδοχές από πλευράς του ΜΥ1, είναι αυτό που σχετίζεται με το ποιος είχε ευθύνη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες ώστε η Εναγόμενη 1 να εγγραφεί στο μητρώο για να μπορεί να παρέχει ασφαλιστικές υπηρεσίες προς όφελος της Ενάγουσας. Η θέση που προώθησε στα πλαίσια της αντεξέτασης του ήταν ότι, για το ρηθέν θέμα, ευθύνη είχε ο τότε ιδιοκτήτης και διευθυντής της Ενάγουσας, κύριος Παυλίδης, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του (ΜΥ1 ), ανέλαβε, έναντι της Εναγόμενης 1, την ευθύνη να προωθήσει τις ανάλογες διαδικασίες ώστε η τελευταία να εγγραφεί στο μητρώο και να νομιμοποιείται να παρέχει τις ασφαλιστικές υπηρεσίες προς την πρώτη. Όταν δε επιχειρήθηκε, μέσω του συνηγόρου της Ενάγουσας, να ανατραπεί η θέση του αυτή, ο ΜΥ1 επέμεινε, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι, "όταν πας σε μιαν ασφαλιστική εταιρεία, βρίσκεσαι με τον Γενικό Διευθυντή και συμφωνάς τα των ασφαλιστικών και σου λέει "φερ' μου τα χαρτιά, να τα καταθέσουμε στον Έφορο", τα πήραμε. Από εκεί και πέρα, ανέλαβε ο κύριος Παυλίδης, ο οποίος ήταν αρκετός γνώστης των περί ασφαλιστικών, να προωθήσει την αίτηση". Τούτα, κατά τον ΜΥ1, έλαβαν χώρα περί τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του
  14. Ήταν δε η θέση του ότι, εν αναμονή των ενεργειών του κυρίου Παυλίδη, ενημερώθηκε από τον τελευταίο ότι η σχετική με το ζήτημα νομοθεσία άλλαξε και ότι πλέον είναι αναγκαία η προσκόμιση, εξαρχής, διαφόρων πιστοποιητικών και εγγράφων για να εξεταστεί εκ νέου σχετική με το ζήτημα αίτηση της Εναγόμενης
  15. Και διερωτάται κανείς· πώς μια τέτοια εκδοχή του ΜΥ1 συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε η Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα στις 16.12.2005 (Τεκμήριο 4); Στην εν λόγω επιστολή, και τούτο στα πλαίσια απάντησης επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 13.12.2005 σε σχέση με το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε εγγραφεί στο μητρώο, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζεται να κατέχει οποιανδήποτε άδεια, ούτε να εγγραφεί σε οποιοδήποτε μητρώο για να νομιμοποιείται να διεξάγει τις εργασίες της και ότι, ουδέποτε ο Έφορος ανέστειλε την προγενέστερη άδεια που κατείχε, καθώς επίσης και ότι αναζήτησε συμβουλή από τους νομικούς της συμβούλους σε σχέση με τις πρόνοιες της νέας νομοθεσίας και έτυχε συμβουλής ότι δικαιούται να συνεχίζει να διεξάγει τις ασφαλιστικές της εργασίες ωσότου εξεταστεί η υποβληθείσα από πλευράς της αίτηση. Στη βάση δε των επιχειρημάτων αυτών, στα πλαίσια της ίδιας επιστολής, η Εναγόμενη 1 προωθεί και τη θέση ότι η άποψη της Ενάγουσας περί του ότι η ίδια δεν κατέχει τη σχετική από τον νόμο άδεια για να εκτελεί υπηρεσίες διαμεσολαβητή και/ή ασφαλιστικού αντιπροσώπου δεν είναι ορθή και θα πρέπει η Ενάγουσα να αναθεωρήσει τις όποιες αποφάσεις έλαβε. Είναι δυνατόν να έχει, από τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2004, αναλάβει ο κύριος Παυλίδης (διευθυντής και ιδιοκτήτης της Ενάγουσας) ευθύνη έναντι της Εναγόμενης 1 να προωθήσει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες ώστε η τελευταία να εγγραφεί στο μητρώο για να μπορεί να παρέχει νόμιμα τις συμφωνηθείσες με την Ενάγουσα υπηρεσίες της, ο κύριος Παυλίδης να μην ενήργησε ως δεσμεύτηκε να ενεργήσει, και η Εναγόμενη 1, δεκατρείς και πλέον μήνες μετά να μην αναφέρει τίποτα σχετικό και απλά να προβάλλει τη θέση ότι νομιμοποιείται να εκτελεί τις ρηθείσες εργασίες χωρίς να είναι ανάγκη να εγγραφεί στο σχετικό κρατικό μητρώο; Σημειώνω, ακόμα, ότι, της επιστολής Τεκμήριο 4, προηγήθηκε η ακύρωση από πλευράς της Ενάγουσας της επίδικης συμφωνίας των μερών στη βάση του ότι η Εναγόμενη 1 δεν νομιμοποιείτο να ασκεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις λόγω μη εγγραφής της στο μητρώο. Είναι δυνατόν, για αυτήν την αδυναμία της Εναγόμενης 1, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ΜΥ1, να ευθύνεται η αδράνεια του κυρίου Παυλίδη, και στην επιστολή που αποστέλλεται στον ίδιο, για το συγκεκριμένο θέμα, να μην γίνεται καμία απολύτως σχετική αναφορά; Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΥ1, για να δικαιολογήσω του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στον βαθμό που συγκρούεται με την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία απορρίπτεται. Σημειώνω φυσικά ότι, και αυτός ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η μεταξύ των μερών συνεργασία ξεκίνησε πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας καθώς επίσης και ότι, με τη συνομολόγηση της, τα μέρη, απλά, συνέχισαν να συνεργάζονται ως έπρατταν και προηγουμένως, στη βάση πλέον των γραπτών όρων της επίδικης σύμβασης, γεγονός που αβίαστα προκύπτει και από τη λοιπή ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία. Νομική πτυχή Σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κέφ. 149[5], αναφέρθηκε ότι, τούτες στοχεύουν στο να αποτραπεί η τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική προς αποφυγή πλήγματος του συμφέροντος του δημοσίου. Μια τέτοια συνέπεια θα είναι αναπόφευκτη αν επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Ως αναφέρθηκε στην Καλομοίρα Σολομού ν. Εταιρεία Vinegard View Tourist Enterprises Ltd

(1998)1AAΔ 300, «Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρεψαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη, μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. (βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδοση, σελ. 227 - 228)». Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεως Νόμου, δέστε και τα όσα αναφέρθηκαν στις Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1ΑΑΔ 1026, Joseph El Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1ΑΑΔ 968, Α & C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd
(2002)1AAΔ 1321, Conqueror Developments Ltd v. Dreamland Developments Ltd
(2005)1 AAΔ 170, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131, Ιωάννου ν. Ekma Furnishings Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A471, Πολ. Εφ. 273/2012, ημερομηνία απόφασης 19.12.2017 και Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ ν. UIB Insurance Reinsurance & Consultants Brokers Ltd, κ.α. ECLI:CY:AD:2017:A358, Πολ. Εφ. 23/2012, ημερομηνίας 16.10.2017). Ως έχει δε υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια (κρίση του Αρχιδικαστή Mansfield, στην υπόθεση Holman v. Johnson), «nο Court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act» (βλ. επίσης Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R.437, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1CLR 542, Κυπριανού ν. Βασιλείου 2004) 1ΑΑΔ 1320, Χριστοδούλου και Lindsay v. Vraets
(2009)1B AAΔ.802 και, πολύ πρόσφατα, την UIB (ανωτέρω)). Λόγω δε πλήρους συνάφειας των όσων εδώ απασχολούν με τα όσα αποφασίστηκαν στην UIB (ανωτέρω), θα προχωρήσω άμεσα στη εξέταση του ζητήματος της παρανομίας, πρωτείστως, στη βάση του λόγου της. Παρανομία ή μη της μη σύμβασης των μερών Με δεδομένο το γεγονός ότι η απαίτηση της Ενάγουσας, ανεξαρτήτως των νομικών βάσεων επί των οποίων εδράζεται, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το κοινώς αποδεκτό γεγονός της εκτέλεσης ασφαλιστικών εργασιών από την Εναγόμενη 1 ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή αντιπρόσωπος της Ενάγουσας δυνάμει των προνοιών της σύμβασης, κρίνεται, για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, όπως, αρχικά εξεταστεί το κατά πόσο η ρηθείσα σύμβαση είναι παράνομη και άκυρη ως αντιβαίνουσα τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεως Νόμου και ως τέτοια, μη δυνάμενη να αποτελέσει τη βάση για την προώθηση της παρούσας αγωγής. Και τούτο γιατί, στην περίπτωση που ήθελε το Δικαστήριο κρίνει την επίδικη σύμβαση παράνομη και άκυρη, τότε, το μόνο που θα παραμείνει προς εξέταση, θα είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα, παρά ταύτα, θα δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία, στη βάση άλλης δικογραφημένης αιτίας αγωγής. Το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει, ως σημειώθηκε πιο πάνω, απασχόλησε, πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην UIB (ανωτέρω), στην οποία, Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι ήσαν οι τρεις Εναγόμενοι της παρούσας αγωγής, με την ίδια, μαλιστα, αρίθμηση[6]. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας τη σχετική πρωτόδικη κρίση, σημείωσε τα εξής: "[...] η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής βασίστηκε στην απόφαση Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε, όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, δεν μπορεί να θεμελιώσει θεραπεία διαχωρίζοντας, πλασματικά, βάσεις αγωγής που προέρχονται από τα ίδια τα γεγονότα, τα οποία μιαίνονται από την παρανομία. Θεώρησε, προφανώς, ότι, η θεραπεία την οποία αξίωναν οι Εφεσείοντες ως χρεωστικόν υπόλοιπον, και δυνάμει των προαναφερόμενων επιταγών, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί, επειδή αποτελούσε «πλασματική» βάση αγωγής, που βασιζόταν στα ίδια γεγονότα τα οποία αφορούσαν την αθέτηση της προαναφερόμενης παράνομης συμφωνίας. Η αντιμετώπιση αυτή είναι ορθή». Ως δεύτερη κρίση του, και πάλι υιοθετώντας μέρος του σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο στην UIB (ανωτέρω) σημείωσε και ότι "Αναφορικά με την παρανομία στην προαναφερόμενη σύμβαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στην απόφαση Αρκαδίου (ανωτέρω) και κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα συμφωνηθέντα κατέστησαν ανεφάρμοστα, εφόσον η σύμβαση ήταν ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορευμένη από τον νόμο. Αυτό ήταν και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο, όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από τον Νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο η επίδικη συμφωνία δεν ήταν παράνομη όταν συνομολογήθηκε, αλλά κατέστη παράνομη κατά την εκτέλεση της εν γνώσει των δυο συμβαλλομένων και αυτό το συμπέρασμα ήταν ορθό". Κρίνεται σημαντικό στο σημείο αυτό να τονισθεί το γεγονός ότι στην UIB (ανωτέρω), η εκεί σύμβαση των μερών, εν αντίθεση με το τι συμβαίνει στην παρούσα αγωγή, προέβλεπε ότι θα τίθετο "σε ισχύ με την εγγραφή της Εναγόμενης Αρ.1 στο μητρώο". Είναι δε αυτός ο λόγος που οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, και κατ' επέκταση και το Ανώτατο Δικαστήριο, στην κρίση ότι, η εκεί συμφωνία παροχής ασφαλιστικών εργασιών από πλευράς της εναγόμενης 1 δεν περιβαλλόταν από οποιανδήποτε παρανομία κατά τη συνομολόγηση της, μιας και προβλέφθηκε ως προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ, η εγγραφή της εναγόμενης 1 στο μητρώο. Η παρανομία προέκυψε κατά την εκτέλεσή της, όταν, χωρίς την προγενέστερη εγγραφή της στο μητρώο, η Εναγόμενη 1 άρχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η επίδικη συμφωνία δεν εμπεριέχει οποιονδήποτε τέτοιον όρο και/ή σχετική πρόνοια, μιας και είναι εντελώς σιωπηρή ως προς το αν ενεγράφη ή θα εγγραφεί η Εναγόμενη 1 στο μητρώο. Επίσης αποτελεί κοινό τόπο των διαδίκων ότι η συνεργασία τους άρχισε πριν από την συνομολόγηση της συμφωνίας και με τη συνομολόγησή της απλά συνεχίστηκε τούτη στη βάση, πλέον, του γραπτού κειμένου. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο των δυο πλευρών ότι, η Εναγόμενη 1, ουδέποτε, πριν ή μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ενεγράφη στο μητρώο, ούτε και έτυχε έγκρισης του Εφόρου να παρέχει ασφαλιστικές εργασίες για λογαριασμό της ενάγουσας. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και στην ενάγουσα, τόσο πριν, όσο και κατά, αλλά και μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης και δη καθ' όλο το χρόνο που συνεργάστηκαν οι διάδικοι. Είναι με γνώμονα τα ανωτέρω, κατά τη γνώμη μου, που και οι δύο συνήγοροι συμφώνησαν (βλέπε δομή και περιεχόμενο των αγορεύσεών τους) ότι, ο λόγος της UIB (ανωτέρω), στο βαθμό που αφορά στο παράνομο ή μη της επίδικης σύμβασης, τυγχάνει εφαρμογής και στην υπό εξέταση υπόθεση, θέση με την οποία συμφωνεί και το Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα, η επίδικη μεταξύ των μερών συμφωνία κρίνεται παράνομη και άκυρη εν τη γενέσει της, ως αντιβαίνουσα τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεως Νόμου, καθότι η ενάγουσα και η εναγόμενη 1 συμφώνησαν (και στα πλαίσια της εκτέλεσης της μεταξύ τους σύμβασης ενέργησαν αναλόγως) όπως η τελευταία παρέχει στη πρώτη υπηρεσίες ασφαλιστικού αντιπροσώπου χωρίς να τύχει της αναγκαίας προγενέστερης έγκρισης του Εφόρου Ασφαλίσεων. Παρεμφερώς σημειώνω ότι, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Kyriakos Andreou Arsiotis and others v. Highway Gardens City Ltd, Πολ. Έφ. 106/2012 ημερ. 18.4.2018, αλλά και της Joseph L. Alam v. Christophorou Toumazides
(1998), 1AAΔ.968, και να προνοούσε η σύμβαση των μερών περί έναρξης της ισχύος της άμα τη εγγραφή της εναγομένης 1 στο μητρώο, και πάλι δεν θα διαφοροποιείτο η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εξ υπαρχής παρανομία της, καθότι, τόσο η ενάγουσα, όσο και η εναγόμενη 1, τη συνομολόγησαν με ξεκάθαρη πρόθεση να την εκτελέσουν άμεσα ανεξαρτήτως εγγραφής ή μη της τελευταίας στο ρηθέν μητρώο. Ας μη λησμονείται ότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η συνεργασία των μερών ξεκίνησε προτού καν συνομολογηθεί η σύμβαση, και η συνομολόγησή της, απλά αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, επισημοποίηση της σχέσης των μερών. Με δεδομένα τα πιο πάνω, εκείνο που μένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο η ενάγουσα επί τη βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) ή των προνοιών του άρθρου 65 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, δύναται, παρά το παράνομο της σύμβασης, να επιτύχει στην παρούσα αγωγή της. Η επί του προκειμένου θέση της Ενάγουσας (στη βάση του λόγου του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Ναθαναήλ στην απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public co Ltd v. Αντρέα Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ, 41, αλλά και με παραπομπή στο σκεπτικό της απόφασης Patel v. Mirza
(2016)UKSC 42), είναι ότι, το απαιτούμενο από την Εναγόμενη 1 ποσό αφορά σε όφελος που απέκτησε η τελευταία ως αποτέλεσμα της παράνομης και άκυρης σύμβασης, το οποίο δεν θα πρέπει να επωφεληθεί και θα πρέπει να διαταχθεί να επιστρέψει τούτο στην Ενάγουσα στη βάση της αρχής της αποκατάστασης (restitution). Από την άλλη, η επί του προκειμένου θέση των Εναγόμενων είναι ότι, το όποιο ενδεχομένως χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, αποτελεί χρηματικό ποσό άρρηκτα συνυφασμένο με την μεταξύ των μερών παράνομη και άκυρη σύμβαση, με αποτέλεσμα η επίκληση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή των χρημάτων που εισπράχθηκαν και κατακρατήθηκαν παρανόμως, να αποτελούν, στην ουσία, πλασματικές αιτίες αγωγής και ως τέτοιες μη δυνάμενες να αποτελέσουν τη βάση για την έκδοση της αιτούμενης από την Ενάγουσα απόφασης. Είμαι της γνώμης ότι, επί τη βάσει των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, αλλά και του τρόπου που προωθήθηκαν τούτες δια της προσκομισθείσας από αυτή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατή η επιτυχία της υπό εξέταση αγωγής. Δεν παραγνωρίζω ότι, τόσο στη γενική οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος, όσο και στην παράγραφο 28 της Έκθεσης Απαίτησης, ως μέρος της αιτιολογίας για την προώθηση της παρούσας αγωγής αναφέρεται και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, καθώς επίσης και ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο αφορούσε σε χρήματα που εισπράχθηκαν και κατακρατήθηκαν από την Εναγόμενη 1. Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, δεν είναι δυνατό να ιδωθούν ασυνάρτητα του τρόπου που προωθήθηκε η παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα, βάσισε την αγωγή της στους όρους της συμφωνίας, την οποία συμφωνία, δικογραφικά, αλλά και μέσω μαρτυρίας παρουσίασε ως μια καθ' όλα νόμιμη συμφωνία η οποία δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα στους συμβαλλόμενους. Είναι δε στη βάση των όρων αυτής, τούτης της μεταξύ των μερών συμφωνίας, που, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1, έγινε και ο υπολογισμός για σκοπούς κατάληξης στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό από τους Εναγόμενους. Ως δε σημείωσε με πλήρη σαφήνεια ο ρηθείς μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, όλες ανεξαιρέτως οι συναλλαγές των μερών, και κατ' επέκταση και οι διάφορες, σχετικές με αυτές, χρεοπιστώσεις έγιναν στη βάση των όρων της ήδη κριθείσας παράνομης και άκυρης συμφωνίας των μερών. Επομένως, εάν και οι πιο πάνω αιτιάσεις θα μπορούσαν, υπό κατάλληλες περιστάσεις, να αποτελέσουν διαζευκτικές αιτίες αγωγής και/ή λόγους για τους οποίους θα ήταν δυνατή η έκδοση σχετικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας, λόγω της λοιπής δικογράφησής από πλευράς της τελευταίας και του τρόπου που παρουσίασε την υπόθεσή της, δεν είναι δυνατή η επίκληση τους στη βάση του άρθρου 65 του Κεφ. 149[7]. Για τη μόλις πιο πάνω κατάληξη και κρίση μου, αντλώ καθοδήγηση από τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χινή
(2008)1Β Α.Α.Δ. 81 και στην απόφαση της πλειοψηφίας στη Μιχαήλ (ανωτέρω), όπου, ακριβώς, ασχολούμενο το Ανώτατο Δικαστήριο με τις πρόνοιες του άρθρου 65 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, σημείωσε ότι αυτές πρέπει να ερμηνεύονται ανάλογα και με τη στάση που τηρεί ο ενώπιον του Δικαστηρίου Ενάγοντας. Υπεδείχθη, ακριβώς, ότι, εκεί που ο Ενάγοντας προωθεί την υπόθεση του (πάρα τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής που αναφέρονται στο δικόγραφο του), στη βάση του ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία δεν πάσχει από παρανομία και επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα, δεν είναι δυνατό να του αποδοθεί θεραπεία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 65, όταν και εφόσον το Δικαστήριο απορρίψει την εκδοχή του και κρίνει την μεταξύ των μερών σύμβαση άκυρη. Το σχετικό απόσπασμα είναι το ακόλουθο: «Δεν συμφωνούμε με τη θέση των εφεσειόντων. Όπως υποδείχθηκε στη Χινή (ανωτέρω) αλλά και σε άλλες αποφάσεις, όπως την απόφαση στην υπόθεση Κάστανος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374, αλλά και στην παλαιότερη απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο δικαστήριο, προτείνοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί (Δέστε: Κάστανος, ανωτέρω). .................................... Όσον αφορά το Άρθρο 65 του Κεφ. 149 παρατηρούμε ότι αυτό εφαρμόζεται όταν μια συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη δυνάμει των αρχών του περί Συμβάσεων Νόμου, οπότε το πρόσωπο που προσπορίστηκε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε το όφελος. Στην προκείμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 65 καθότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε εξ υπαρχής άκυρη συμφωνία ή σύμβαση που κατέστη άκυρη δυνάμει των αρχών του περί Συμβάσεων Νόμου. Η περίπτωση αυτή αφορά σε χρήματα που δόθηκαν από τους εφεσείοντες στον εφεσίβλητο, δυνάμει κατ' ισχυρισμό γνήσιας και έγκυρης σύμβασης ενοικιαγοράς, η οποία, όπως έκρινε το δικαστήριο, ήταν εικονική, δηλαδή ψεύτικη, επειδή το αντικείμενο της ήταν ανύπαρκτη συναλλαγή. Δεν έδωσαν δηλαδή, οι εφεσείοντες χρήματα, στη βάση εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας ή στη βάση σύμβασης που κατέστη, μεταγενέστερα, άκυρη. Ο ισχυρισμός τους, αντίθετα, ήταν ότι επρόκειτο για έγκυρη και νόμιμη, καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, σύμβαση, δυνάμει της οποίας πλήρωσαν χρήματα στον εφεσίβλητο. Όμως ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, επειδή η μαρτυρία που προσφέρθηκε κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν είναι δυνατόν οι εφεσείοντες να διεκδικήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, ούτε δυνάμει του Άρθρου
  1. .................................... Θεωρούμε ότι στις αποφάσεις Κωνσταντίνου, Χινή και Κάστανου (ανωτέρω) τέθηκαν οι ορθές αρχές με σαφήνεια. Στις αποφάσεις αυτές τονίστηκε, με κάπως διαφορετικό τρόπο στην κάθε μια, ότι εφόσον η υπόθεση των εναγόντων βασίζεται αποκλειστικά στον ισχυρισμό για ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας ενοικιαγοράς, όταν κριθεί ότι η συμφωνία είναι εικονική, δηλαδή ψεύτικη, το αποτέλεσμα είναι η απόρριψη της αγωγής (Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Στην Χινή (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι η αναφορά, στην υπόθεση Κωνσταντίνου, σε συμφωνία εικονική και «παρεπόμενα άκυρη» σχετίζεται με τη διαπίστωση του δικαστηρίου, σε εκείνη την υπόθεση, ότι η εικονική ενοικιαγορά είχε γίνει προς απόκρυψη παράνομου σκοπού και δεν συναρτόταν με την παροχή οποιασδήποτε θεραπείας δυνάμει του Άρθρου
  2. Όπως επεξηγήθηκε στη Χινή, δεν ετίθετο θέμα εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας ή σύμβασης που κατέστη άκυρη λόγω κάποιου γεγονότος. Το μόνο που υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου (σ' εκείνη την υπόθεση) ήταν η μαρτυρία για συμφωνία ενοικιαγοράς, η οποία απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, αφήνοντας τους εφεσείοντες χωρίς οποιαδήποτε πιθανότητα για παροχή θεραπείας ή για αποκατάσταση. Στην Κάστανου (ανωτέρω) διασαφηνίστηκε ότι το πρόβλημα των εναγόντων-εφεσιβλήτων (στην υπόθεση εκείνη) ήταν ότι, εν γνώσει τους, είχαν καταρτίσει όχι μόνο νομικά αλλά και πραγματικά ανύπαρκτη συμφωνία με ανύπαρκτα αντικείμενα. Δεν έθεσαν δηλαδή οποιοδήποτε άλλο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων από εκείνο της γνήσιας σύμβασης ενοικιαγοράς, και όταν το υπόβαθρο εκείνο κατέρρευσε, δεν παρέμεινε οτιδήποτε άλλο επί του οποίου να εφαρμοστεί οποιαδήποτε αρχή περί αποκατάστασης, άδικου πλουτισμού κλπ.. Επρόκειτο δηλαδή περί ανυπαρξίας υποβάθρου γεγονότων στα οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί άλλη διαζευκτική βάση αγωγής και να δοθεί ανάλογη θεραπεία. Και στην υπόθεση Κάστανου το δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν προώθησαν, ως διαζευκτική βάση αγωγής αυτή της σύμβασης δανείου, της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ή άλλη συναφή. Αντίθετα παρατηρήθηκε ότι ο ενάγων οργανισμός (που ήταν ο ίδιος με τους εφεσείοντες στην παρούσα υπόθεση πριν γίνει τροποποίηση) δεν διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες, ώστε να παραχωρεί δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις και ότι το μόνο που μπορούσε να πράττει ήταν η σύναψη συμβάσεων ενοικιαγοράς. Αναφορικά με το Άρθρο 65 του Κεφ. 149, στην υπόθεση Κάστανου, κρίθηκε πως, με βάση τα γεγονότα (της υπόθεσης εκείνης), δεν μπορούσε να παρασχεθεί θεραπεία δυνάμει του άρθρου εκείνου. Σ' αυτή την κατάληξη οδηγήθηκε το Εφετείο, με πλήρη επίγνωση ότι, σύμφωνα με τα ενώπιον του παραδεκτά γεγονότα, οι εναγόμενοι-εφεσείοντες είχαν ενσυνείδητα και αυτοί συμμετάσχει στην κατάρτιση της εικονικής-πλαστής σύμβασης ενοικιαγοράς και καρπώθηκαν απ' αυτή ένα σημαντικό ποσό χρημάτων το οποίο και δεν θα επέστρεφαν. Αυτό όμως το γεγονός δεν ήταν ικανό να στρεβλώσει νομικές αρχές και να αποδώσει θεραπείες σε διάδικο, ο οποίος απευθύνεται στο δικαστήριο, προτείνοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή και όταν αποτύχει, επιζητεί απονομή δικαιοσύνης σε βάση άλλη απ' εκείνη που κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί. Οι προαναφερόμενες αποφάσεις εκφράζουν τις ορθές νομικές θέσεις επί του θέματος που μας απασχολεί. Η πάγια νομολογία μας επιτρέπει τη δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών, αλλά όχι την προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσείοντες, καταχρηστικά θα λέγαμε, επινόησαν μιαν ψεύτικη και εικονική σύμβαση ενοικιαγοράς στην οποία βάσισαν τις απαιτήσεις τους. Όταν αυτή η εκδοχή τους απέτυχε και απορρίφθηκε δεν υπήρχε οποιονδήποτε άλλο πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο να μπορούν να θεμελιώσουν τις άλλες διαζευκτικές θεραπείες που αξίωναν[8].» Δεν παραγνωρίζω ότι στο στάδιο των αγορεύσεων, έχοντας πλέον υπόψη ο συνήγορος της Ενάγουσας και τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση UIB (ανωτέρω), προώθησε την όλη επιχειρηματολογία του στη βάση του ότι η μεταξύ των μερών σύμβαση είναι άκυρη, και επί τούτης της επιχειρηματολογίας, ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση στη βάση των προνοιών του άρθρου 65 του Κεφ.
  3. Τούτο όμως (ο τρόπος που προωθήθηκε η παρούσα αγωγή κατά το στάδιο των αγορεύσεων), δεν διαφοροποιεί ούτε αλλοιώνει το δεδομένο ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει να αντικρίσει την παρούσα αγωγή στη βάση, αφενός της δικογράφησής της, και δη της επικαλούμενης παράβασης νόμιμης συμφωνίας και αφετέρου στο ότι η ρηθείσα εκδοχή της ενάγουσα, η οποία προωθήθηκε και μέσω της προσκομισθείσας από αυτή μαρτυρίας, απορρίφθηκε. Τούτων δεδομένων και ιδιαίτερα της κρίσης του Δικαστηρίου περί του ότι η σύμβαση είναι εξ υπαρχής (εν τη γενέσει της ‑ κατά τη συνομολόγηση της) άκυρη, κρίση με την οποία, στο τέλος της ημέρας, αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν, και του αρρήκτως συνυφασμένου των όποιων διαζευκτικών αιτιών αγωγής με τους όρους της παράνομης και άκυρης επίδικης σύμβασης, και τέλος, της αδυναμίας απόδοσης θεραπείας στη βάση του άρθρου 65 του Κεφ. 149 (για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω), δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Κρίνω επίσης σημαντικό, αν και αφορά σε παρεμφερές ζήτημα, να σημειώσω ότι, και στην περίπτωση που ήθελε η εισήγηση της Ενάγουσας γίνει δεκτή ώστε να ήταν δυνατή η απόδοση θεραπείας στα πλαίσια του άρθρου 65 του Κεφ. 149, τούτη θα ήταν δυνατό να εκδοθεί μόνο εναντίον της Εναγόμενης 1 και όχι των Εναγόμενων 2 και 3, των οποίων, η αποδιδόμενη από την ενάγουσα ευθύνη τους, εδράζεται, εντελώς περιοριστικά, στη συμφωνία εγγύησης των ευθυνών της Εναγόμενης 1 στη βάση όμως των προνοιών της παράνομης και άκυρης σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν επωφελήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ώστε να οφείλουν να επιστρέψουν χρήματα στην ενάγουσα. Η πιο κάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, σφραγίζει, στην ουσία, την τύχη της υπό εξέταση αγωγής που δεν μπορεί πάρα να απορριφθεί. Για τους λόγους δε που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται, και μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τα δικηγορικά έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της σχετικής με αυτά διαδικασίας, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1, 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Βλέπε αιτούμενες θεραπείες επί της Έκθεσης Απαίτησης και όχι επί της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου. [2] Αυτούσια καταγραφή σχετικής αναφοράς στην Υπεράσπιση. [3] Προκύπτει ότι το κατά τα αλλά περιορισμένο ποσό, στο βαθμό που προσδιορίζεται σε λίρες Κύπρου είναι μεγαλύτερο από το απαιτούμενο, σε λίρες Κύπρου, στην Έκθεση Απαίτησης απαιτούμενο ποσό. Σε ευρώ, όντως, το ποσό περιορίζεται. [4] Κατά τον έλεγχο, το Δικαστήριο προέβη σε μετατροπή των διαφόρων πληρωμών που έγιναν σε Λίρες Κύπρου από τη ρηθείσα συνεργάτιδα, σε Ευρώ. [5] 23 «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή (γ) συνιστά απάτη~ ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη». [6] Πρόκειται για υπόθεση με πανομοιότυπα με την παρούσα αγωγή γεγονότα [7] Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο αυτό από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. [8] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.