ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΔΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7749/2013, 23/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7749/2013 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ Ενάγοντες και
- ΜΑΡΙΟΣ ΔΙΑΚΟΥ
- ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΘΕΟΔΟΤΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 23.4.2018 Αίτηση του εναγομένου αρ. 1 ημερομηνίας 5.7.2017 για τροποποίηση Υπεράσπισης Για τον Αιτητή: κα Κουππαρή για κ.κ. Π. Α. Λεωνίδου & Σία Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Μερακλής για κ.κ. Α. Μερακλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απόφαση για χρηματικό ποσό ύψους €91.662,03 ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 17.12.2002 καθώς επίσης και Διάταγμα εναντίον του εναγομένου 1 για την εκποίηση της Υποθήκης Υ12142/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 28.3.2014 υπεράσπιση αποτελούμενη από 9 παραγράφους με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και την εναντίον τους αξίωση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πως οι ενάγοντες προέβαιναν σε υπερχρεώσεις ή ανατοκισμό ή/και σε παράνομες χρεώσεις οι οποίες δημιουργούν ακυρότητα ως προς το αιτούμενο ποσό και ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των εναγόντων. Προτού ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής ο εναγόμενος αρ. 1 καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του διά προσθήκης νέων παραγράφων υπ' αρ. 10-26 καθώς και διά προσθήκης Ανταπαίτησης αποτελούμενης από 12 επιπλέον παραγράφους. Χωρίς να μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο της αίτησης, οι ισχυρισμοί οι οποίοι επιδιώκεται να περιληφθούν στην υπεράσπιση εάν ήθελε επιτραπεί η τροποποίησή της, αφορούν σε θέματα ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου και σε θέματα καταχρηστικών όρων αυτής. Υπάρχει λ.χ. ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος ουδέποτε εγγράφηκε ως μέλος των εναγόντων για να μπορεί να συνάψει συμφωνία μαζί τους και ότι οι ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι τη δεσπόζουσα θέση τους έθεσαν μονομερώς παράνομους και καταχρηστικούς και συνακόλουθα άκυρους όρους, αφαιρώντας από τον εναγόμενο 1 το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης. Υπάρχει περαιτέρω ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμό του επίδικου δανείου και ως εκ τούτου το οφειλόμενο ποσό είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με την Ανταπαίτηση ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι εξ υπαρχής άκυρη και διαζευκτικά υπάρχει ισχυρισμός ότι συγκεκριμένοι όροι της είναι καταχρηστικοί και άνευ νομικού αποτελέσματος. Ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι ενάγοντες να καταβάλουν στον εναγόμενο αρ. 1 οποιοδήποτε ποσό ήθελε φανεί ότι παράνομα και/ή καταχρηστικά και/ή αντισυμβατικά χρέωσαν και/ή εισέπραξαν από τον εναγόμενο αρ.
- Περαιτέρω περιλαμβάνονται ισχυρισμοί ότι οποιεσδήποτε εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις ζητήθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν από τον εναγόμενο αρ. 1 είναι άκυρες και άνευ νομικού αποτελέσματος και συνδέθηκαν με το επίδικο δάνειο κατά τρόπο ασύνδετο και καταχρηστικό. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 ΘΘ. 2 και 10, Δ.25 Θ.1 και Δ.48 ΘΘ.1 και
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Κονή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία οι οποίοι είναι οι δικηγόροι του εναγομένου αρ.
- Τα όσα σε αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έχουν ως εξής: στις 21.3.2017 έγινε αλλαγή του δικηγόρου του εναγομένου αρ. 1 και έπειτα από μελέτη των εγγράφων τα οποία αφορούν την παρούσα αγωγή διαφάνηκε ότι είναι απαραίτητη η τροποποίηση για προσθήκη γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να έχει σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα για την υπόθεση ώστε να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη. Ισχυρίζεται επίσης ότι με την τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης απλά αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα και ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η τροποποίηση ο εναγόμενος αρ. 1 θα αποστερηθεί του δικαιώματός του να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να προβάλει όλα τα πραγματικά γεγονότα που αποτελούν την υπεράσπισή του. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 17 συνολικά λόγους ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη και αντικανονική, εάν επιτραπεί θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός των εναγόντων κατά τρόπο που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα, η προσθήκη της Ανταπαίτησης θα προκαλέσει πολλαπλότητα των διαδικασιών διότι με την Ανταπαίτηση προωθείται το ίδιο αποτέλεσμα που επιδιώκει ο εναγόμενος αρ. 1 να πετύχει με την Υπεράσπισή του, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από δικηγόρο και όχι από τον εναγόμενο αρ. 1 και αυτή προηγήθηκε χρονικά της καταχώρησης της επίδικης αίτησης κατά μία ημέρα. Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 ΘΘ.4, 5, 10 και 11, Δ.19 ΘΘ.3, 14, 15 και 27, Δ.21 Θ.1, 7Α, 8, 9 και 11, Δ.25 ΘΘ.1-6, Δ.27 Θ.3, Δ.48 ΘΘ. 1-9, Δ.63 ΘΘ. 1 και 2, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρο 43, στο άρθρο 30 του Συντάγματοςκαι στις Συμφυείς Εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των εναγόντων. Ο κ. Κωνσταντίνου ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη και αντικανονική. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση είναι κακόπιστη γιατί η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν είναι εξαιτίας αβλεψίας ή καλόπιστου λάθους, είναι αδικαιολόγητη και υποβλήθηκε καθυστερημένα χωρίς να προβάλλει πειστικούς λόγους. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί στον εναγόμενο προηγουμένως, χωρίς να αναφέρεται πότε και γιατί προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισης και η ανάγκη καταχώρησης ανταπαίτησης. Ισχυρίζεται ότι με την τροποποίηση θα εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης και οι ενάγοντες με την τροποποίηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων καθώς επίσης ότι θα προκληθεί πολλαπλότητα διαδικασιών καθότι με την ανταπαίτηση προωθείται το ίδιο αποτέλεσμα που επιδιώκει ο εναγόμενος αρ. 1 να πετύχει με την υπεράσπισή του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το διάβημα για τροποποίηση γίνεται πολύ καθυστερημένα, θα περιπλέξει τη διαδικασία και θα δημιουργήσει στους ενάγοντες ανυπέρβλητη αδικία και ότι η προσθήκη ανταπαίτησης δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.7.2017 ενώ η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει έγινε μια μέρα πριν δηλαδή στις 4.7.
- Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των προσώπων που υπέγραψαν τις ένορκης δηλώσεις και οι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 - 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή. Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περίΠολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω την επίδικη αίτηση στην ουσία της, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης ο οποίος αναφέρεται στο γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προηγήθηκε χρονικά κατά μία ημέρα της καταχώρησης αυτής, γιατί τυχόν έγκριση του, θα οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης σε αυτό το στάδιο, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης της ουσίας της. Το ζήτημα το οποίο εγείρεται με τον υπό εξέταση λόγο ένστασης εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S.A. Constantinou Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση του Σωτήρη Χαραλάμπους εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας της 1/6/2007, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού έλαβε χώρα πριν από την καταχώριση της ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας στις 4/6/2007. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες η αποδοχή της πιο πάνω ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση της Διαταγής 39, Θεσμός 3 και της Διαταγής 48, Θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.ά. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι αρκούντως ικανοποιητικός, αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που ήδη εκκρεμεί και έχει επισυναφθεί στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί, η οποία αναφέρεται "ως πρόθεση ένστασης στην συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος της 8/5/2007". Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται». Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο λόγος αυτός της ένστασης δεν μπορεί να πετύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα κρίνω ότι επίσης είναι αβάσιμος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αυτό καθότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει και οι ενάγοντες ακόμα και στην περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση θα είναι σε θέση να απαντήσουν και να υπερασπιστούν στους ισχυρισμούς που θα προβάλει ο εναγόμενος αρ. 1 με το τροποποιημένο δικόγραφό του. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την ουσία της επίδικης αίτησης. Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (πιο πάνω) η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι στις 21.3.2017 ο εναγόμενος 1 προχώρησε σε διορισμό άλλων δικηγόρων για να τον εκπροσωπήσουν και ότι στις 5.7.2017 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για τροποποίηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η αναγκαιότητα για τροποποίηση της υπεράσπισης διαφάνηκε μετά από μελέτη των εγγράφων που έγινε μετά που οι νέοι δικηγόροι ανέλαβαν την υπόθεση. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση για να επιτραπεί στον εναγόμενο αρ. 1 να τροποποιήσει το δικόγραφό του. Επίσης κρίνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημέρα αλλαγής του δικηγόρου του εναγομένου μέχρι την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αίτησης δεν είναι τέτοιας διάρκειας και δεν πρόκειται περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση εξυπηρετεί την πραγματική και σημαντική ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Με αυτή θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα για την υπόθεση. Συγκεκριμένα, η αγωγή εδράζεται σε ποσό οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και τα όσα επιθυμεί ο εναγόμενος να συμπεριλάβει αφορούν ισχυρισμούς που άπτονται της εγκυρότητας αυτής της συμφωνίας αλλά και συγκεκριμένων όρων αυτής. Κρίνω ότι είναι τουλάχιστο επιθυμητό, εάν όχι επιβεβλημένο, τα θέματα τα οποία επιθυμεί να εγείρει ο εναγόμενος αρ. 1 να προβληθούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και όχι σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη άλλη αγωγή. Η εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων σχετικών θεμάτων θα εξυπηρετήσει καλύτερα τους σκοπούς της δικαιοσύνης και είναι πράγματι με αυτόν τον τρόπο που θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκήςπερίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του εναγομένου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και να επιδοθεί στους ενάγοντες οι οποίοι να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 10 ημερών από την προς αυτούς επίδοση του τροποποιημένου δικογράφου του εναγομένου αρ. 1. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο