Bellapais Suppliers Limited κ.α. ν. Grand Futur VII Holdings Ltd, Αγωγή αρ. 5292/2012, 25/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A269 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5292/2012 Μεταξύ: Cheeseline Ltd Ενάγοντες και
- Bellapais Suppliers Limited
- Ιωάννης Παπαχριστοδούλου
- Θεοδώρα Παπαχριστοδούλου Εναγόμενοι και Grand Futur VII Holdings Ltd Μεσεγγυούχοι 25 Aπριλίου,
- Για τους μεσεγγυούχους-αιτητές, εμφανίζεται ο κ.Ζ.Νικολαϊδης για τους κ.κ. Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Α.Αχιλλέως για τους κ.κ. Μάρκος Σπανός & Σία Απόφαση για την αίτηση ημερ. 10.02.2017 (αίτημα για την αναστολή εκτέλεσης διατάγματος) ---- Στο πλαίσιο εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εξεδόθηκε, στις 14.12.2012, εκ συμφώνου απόφαση δυνάμει της οποίας επεδικάστηκε υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ων η αίτηση») και εναντίον των εναγομένων αρ.1,2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσόν των €119.534,62, επιπλέον τόκοι και έξοδα («η απόφαση ημερ. 14.12.2012»). Η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 14.12.2012, εξαιρουμένου του μέρους της που αφορά στα έξοδα, ανεστάληκε για περίοδο ενός
(1)έτους. Μετά την πάροδο της περιόδου αναστολής, και συγκεκριμένα στις 02.06.2016, οι καθ΄ων η αίτηση έλαβαν δικαστικά διαβήματα για κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου (writ of attachment). Ως μεσεγγυούχοι δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων των εξ αποφάσεως οφειλετών εναγομένων αρ.1 παρουσιάζεται η οντότητα «Grand Futur VII Holdings Ltd» («οι αιτητές»). Οι αιτητές παρουσιάζονται να έχουν συνομολογήσει με τους εξ αποφάσεως οφειλέτες εναγομένους αρ.1 συμφωνία στο πλαίσιο της οποίας οι πρώτοι αγόρασαν από τους δευτέρους ακίνητο αξίας €3.100.000. Περαιτέρω, οι αιτητές παρουσιάζονται να έχουν συμφωνήσει την αποπληρωμή του τιμήματος της αγοράς του ακινήτου με δόσεις. Αυτές οι δόσεις θεωρούνται, από τους καθ΄ων η αίτηση, ως τα δικαιώματα και/ή τα συμφέροντα των εξ αποφάσεως οφειλετών εναγομένων αρ.1, τα οποία έχουν στην κατοχή και/ή την φύλαξή τους οι αιτητές. Ας σημειωθεί πως τα επιδικασθέντα, δια της απόφασης ημερ. 14.12.2012, έξοδα έχουν καταβληθεί. Οι αιτητές προέβαλαν ένσταση στα προαναφερθέντα δικαστικά διαβήματα των καθ΄ων η αίτηση. Κατόπιν ακρόασης, εξεδόθηκε, στις 30.11.2016, διάταγμα δια του οποίου διατάσσεται η κατάσχεση ποσού έως και €119.534,62, επιπλέον τόκοι, που ευρίσκεται στην κατοχή και/ή τη φύλαξη των αιτητών, ως μεσεγγυούχων, προς το σκοπό εξόφλησης των ποσών που επεδικάστηκαν δια της απόφασης ημερ. 14.12.2012 («το διάταγμα ημερ. 30.11.2016»). Το διάταγμα ημερ. 30.11.2016 ορίζει την ενεργοποίησή του κατά τον χρόνο που θα καθίστανται πληρωτέες, από τους αιτητές προς τους εξ αποφάσεως οφειλέτες εναγομένους αρ.1, και στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης, οι προαναφερθείσες δόσεις. Το διάταγμα ημερ. 30.11.2016 έχει εφεσιβληθεί. Στις 10.02.2017 οι αιτητές κατεχώρισαν αίτηση δια της οποίας επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος ημερ. 30.11.2016 έως και την εκδίκαση της έφεσης («η αίτηση ημερ. 10.02.2017»). Η αίτηση ημερ. 10.02.2017 καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, τη Δ.35 θ.18 και τη Δ.48 θ.8
(1)(στ) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αχιλλέα Αιμιλιανού, διευθυντή των αιτητών, ημερ. 10.02.
- Επί της ουσίας ο μάρτυς των αιτητών δηλώνει τα εξής: «........................
- .. επί της εν λόγω απόφασης για την οριστικοποίηση του Διατάγματος ασκήθηκε έφεση. Τούτο γιατί κατά την άποψη μας το Δικαστήριο έσφαλλε στην απόφαση του για οριστικοποίηση του Διατάγματος καθότι δεν διαπίστωσε το ίδιο από γεγονότα ενώπιον του ότι όντως υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στα χέρια των Μεσεγγυούχων, μετά την αποπληρωμή των ποσών που οφείλονταν δυνάμει της υποθήκης για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν έδωσε την δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο λόγος που καταβάλλονταν τα ποσά σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 από τον μεσεγγυούχο ήταν με σκοπό να εξοφληθεί η υποθήκη και να μεταβιβασθεί ο τίτλος του ακινήτου επ'ονόματι των Μεσεγγυούχων. Το Δικαστήριο απέτυχε να αξιολογήσει ορθά το γεγονός αυτό και με την οριστικοποίηση του διατάγματος επηρέασε ουσιαστικά τα δικαιώματα των Μεσεγγυούχων δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου υπό την εξής έννοια. Οι Μεσεγγυούχοι συμφώνησαν όπως καταβάλουν μέρος του τιμήματος αγοράς του ακινήτου σε λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ο οποίος διατηρείτο στην Τράπεζα προς όφελος της οποίας διατηρείτο η υποθήκη και τούτο με σκοπό να απελευθερωθούν όλα τα εμπράγματα βάρη τα οποία βάρυναν το ακίνητο και/ή η υποθήκη με σκοπό να καταστεί εφικτή η εν λόγω μεταβίβαση του αγορασθέντος ακινήτου επ'ονόματι των Μεσεγγυούχων. Διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με την υπογραφή του συμβολαίου για αγορά του ακινήτου οι Μεσεγγυούχοι κατέβαλαν ποσό ύψους €1.260.000,00 στους Εναγόμενους 1 και έχουν αποκτήσει ιδιοκτησιακό συμφέρον στο ακίνητο. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος το Δικαστήριο εξ όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου αλλά και εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω ως αληθή το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ενώπιον του με μαρτυρία ότι η υποθήκη θα εξαληφθεί με την καταβολή του εναπομείναντος ποσού το οποίο θα πρέπει να καταβληθεί με το συμβόλαιο. Προς τούτο παρόλο που είχε την εξουσία να καλέσει ενώπιον του μαρτυρία για το εν λόγω θέμα, δηλαδή να διατάξει την επίδοση της αίτησης στην αρμόδια τράπεζα με σκοπό να παρουσιαστούν τα πραγματικά οφειλόμενα ποσά δυνάμει της υποθήκης τα οποία επηρεάζουν την μεταβίβαση του ακινήτου τούτο δεν έγινε. Εάν διαπιστωνόταν όντως το εναπομείναν υπόλοιπο ποσό βάσει της υποθήκης και υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου η συγκατάθεση της τράπεζας για την εξάλειψη της υποθήκης με την επιπλέον καταβολή του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της υποθήκης και παρέμεινε υπόλοιπο το οποίο τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου υπό εκκαθαρισμένη μορφή τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει την καταβολή του εναπομείναντος ποσού στους Ενάγοντες υπό όρους των ως άνω αναφερόμενων, με σκοπό την εγγραφή του αγορασθέντος ακινήτου επ'ονόματι των Εναγόντων. Το Δικαστήριο δεν έπραξε το πιο πάνω με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των Μεσεγγυούχων ως αυτά απορρέουν από το συμβόλαιο και να τους θέσει σε κίνδυνο να χρειαστεί να καταβάλουν το ποσό των €119.534,62 πλέον τόκο προς 5.5% ετησίως από 27.7.12 μέχρι εξοφλήσεως, εκ νέου στην τράπεζα με σκοπό την εξάλειψη της υποθήκης. Τα συμφέροντα των Μεσεγγυούχων θίγονται ανεπανόρθωτα με την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι το διάταγμα μεσεγγύησης δεν θα δοθεί στην περίπτωση που ο μεσεγγυούχος μπορεί να βρεθεί στο κίνδυνο να πληρώσει το χρέος ξανά, δεδομένου ότι ο κίνδυνος αυτός είναι πραγματικά υπαρκτός και όχι θεωρητικός.....................
- Περαιτέρω, .. το σεβαστό δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος διότι αυτή καθίσταται έτι περαιτέρω επιτακτική και για τον ακόλουθο λόγο: Η σχέση μεταξύ των Μεσεγγυούχων και των Εναγόμενων είναι συμβατική..Βάσει της συμφωνίας αυτής οι Μεσεγγυούχοι οφείλουν εν πάση περιπτώσει να καταβάλουν ένα ποσό/ υπόλοιπο/ δόση προς τους Εναγόμενους 1 και είναι επί τη βάσει αυτής της συμβατικής υποχρέωσης των Μεσεγγυούχων που εξεδόθη το επίδικο Διάταγμα Μεσεγγύησης. Είναι φανερό συνεπώς ότι η υποχρέωση καταβολής των επόμενων δόσεων, από τους Μεσεγγυούχους προς τους Εναγόμενους 1 γίνεται στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, η οποία περιέχει ουσιώδεις ρητούς και εξυπακουόμενος όρους που εκτός από τους Μεσεγγυούχους, αφορούν και δεσμεύουν και τους Εναγόμενους
- Με άλλα λόγια οι Εναγόμενοι 1 έχουν και θα συνεχίσουν να έχουν απορρέουσες εκ της εν λόγω συμφωνίας συμβατικές υποχρεώσεις προς εκπλήρωση προς τους Μεσεγγυούχους. Σε περίπτωση λοιπόν που οι Εναγόμενοι 1 δεν τηρήσουν ή δεν τηρούν τις εν λόγω υποχρεώσεις τους, το αποτέλεσμα θα είναι ότι οι Μεσεγγυούχοι θα πληρώσουν για οφειλές των Εναγόμενων 1 προς του Ενάγοντες, ως το υπό συζήτηση Διάταγμα Μεσεγγύησης, ενώ οι Εναγόμενοι 1 θα παραβιάζουν την εν λόγω συμφωνία αγοραπωλησίας, γεγονός που δίνει το δικαίωμα στους Μεσεγγυούχους να τερματίσουν την συμφωνία αγοραπωλησίας και να μην προβούν σε άλλη καταβολή δόσης. Ενώ τώρα σε τέτοια περίπτωση θα είναι υποχρεωμένοι βάσει του διατάγματος μεσεγγύησης να πληρώσουν τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση, για οφειλές των Εναγομένων 1, στη βάση μιας συμφωνίας η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να παραβιαστεί από τους Εναγόμενους και να τερματιστεί από τους Μεσεγγυούχους.
- Πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιον και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα.. διότι εάν εκτελεστεί ... δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν οι Μεσεγγυούχοι κερδίσουν την έφεση διότι οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση ενδεχομένως να μην είναι σε θέση να πληρώσουν τους Μεσεγγυούχους. Εξ όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι μας η Έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η παρούσα περίπτωση δεν αποτελεί κλασσική περίπτωση εφέσεως όπου η διαφορά αποτελείται στην ουσία από διαφορά η οποία προέκυψε από συμβατική σχέση μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων στην αγωγή αλλά οι Μεσεγγυούχοι με την έκδοση του Διατάγματος καταβολής χρημάτων εις χείρας τρίτου στην ουσία καλούνται να καταβάλουν ποσά προς εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους των Εναγόμενων. Στην παρούσα περίπτωση ουσιαστικά οι Μεσεγγυούχοι καλούνται να εκπληρώσουν υποχρεώσεις μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων εις βάρος δικών τους συμβατικών δικαιωμάτων και σε περίπτωση που η έφεση επιτραπεί αυτοί θα πρέπει να αποζημιωθούν από τους Ενάγοντες. ..........................» Κατόπιν αδείας, κατεχωρίστηκε, στις 06.11.2017, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του προρρηθέντος Αχιλλέα Αιμιλιανού, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «.................................
- Στην παράγραφο 10 της .... Ένορκής Δήλωσης μου (ημερ. 10.02.2017)..αναφέρω ότι «Οι Μεσεγγυούχοι είναι πρόθυμοι να παράσχουν στους Ενάγοντες την εγγύηση την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει, σε περίπτωση εκδόσεως του αιτούμενου Διατάγματος υπό μορφή παροχής είτε εγγυητικής είτε κατάθεσης του ποσού επί του Δικαστηρίου.»
- Ωστόσο, η οικονομική κατάσταση και τα δεδομένα που ίσχυαν κατά την καταχώρηση της εν λόγω Ένορκης μου Δήλωσης αναφορικά με τα εισοδήματα που είχαν οι Μεσεγγυούχοι έχουν διαφοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ως εξηγώ πιο κάτω, που η εν λόγω δυνατότητα των Μεσεγγυούχων να παράσχουν στους Ενάγοντες τυχόν εγγύηση την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει, σε περίπτωση εκδόσεως του αιτούμενου Διατάγματος υπό μορφή παροχής είτε εγγυητικής είτε κατάθεσης του ποσού επί του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται πλέον: Ι. Οι Μεσεγγυούχοι κατά ή περί την ημερομηνία που είχε γίνει η εν λόγω αναφορά μου στην παράγραφο 10 της Ένορκης Δήλωσης μου ημερομηνίας 10/02/17, λάμβαναν ενοίκιο ύψους 12.000 ευρώ το μήνα από ενοικιαστές του επίδικου ακινήτου το οποίο κατέχουν στην Λεμεσό δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ των Μεσεγγυούχων και των εν λόγω ενοικιαστών ημερομηνίας 29/08/16 και διάρκειας 5 χρόνων. ... ΙΙ. Συνεπώς, οι Μεσεγγυούχοι, με δεδομένη την είσπραξη ενοικίου ύψους 12.000 ευρώ μηνιαίως ως ανωτέρω, για τα επόμενα τέσσερα περίπου χρόνια από τους εν λόγω ενοικιαστές, εξέφρασαν ... την δυνατότητα και την προθυμία τους να παράσχουν στους Ενάγοντες τυχόν εγγύηση την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει, σε περίπτωση εκδόσεως του αιτούμενου Διατάγματος υπό μορφή παροχής είτε εγγυητικής είτε κατάθεσης του ποσού επί του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. Ωστόσο, οι εν λόγω ενοικιαστές ... μετά τον μήνα Φεβρουάριο του 2017, ουδέν άλλο ποσό πλήρωσαν στους Μεσεγγυούχους και παρέλειψαν να καταβάλουν τα υπόλοιπα οφειλόμενα ενοίκια των επόμενων μηνών. ΙV.Ενόψει της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων των ενοικιαστών και δη της πληρωμής ενοικίων, οι Μεσεγγυούχοι .. έδωσαν γραπτή ειδοποίηση, .... προς τους ενοικιαστές ότι σε περίπτωση μη πληρωμής των οφειλόμενων ενοικίων, θα προχωρήσουν με λήψη δικαστικών μέτρων αξιώνοντας τα οφειλόμενα ενοίκια και παράδοση ελευθέρας κατοχής του επίδικου ακινήτου.. V. Οι εν λόγω ενοικιαστές ουδέν ποσό πλήρωσαν στους Μεσεγγυούχους και παρέλειψαν να καταβάλουν τα υπόλοιπα οφειλόμενα ενοίκια των επόμενων μηνών. VI. Περαιτέρω οι Μεσεγγυούχοι έχουν λάβει νομικά μέτρα εναντίον των εν λόγω ενοικιαστών του επίδικου ακινήτου.
- Περαιτέρω, οι Μεσεγγυούχοι δεν έχουν άλλο εισόδημα και δεν έχουν οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία.
- Έτσι δεν υφίσταται πλέον η δυνατότητα εκ μέρους τους παροχής τυχόν εγγύησης την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει, σε περίπτωση εκδόσεως του αιτούμενου Διατάγματος υπό μορφή παροχής είτε εγγυητικής είτε κατάθεσης του ποσού επί του Δικαστηρίου. ............................» Η αίτηση ημερ. 10.02.2017 αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 13.12.2017 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση ημερ. 10.02.2017 είναι αντικανονική, νόμω και ουσία αβάσιμη. Δεν πληρούνται οι νόμιμες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(2)Οι αιτητές δεν προσφέρουν οιανδήποτε εξασφάλιση προς τους καθ΄ων η αίτηση.
(3)Οι ένορκες δηλώσεις, οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση ημερ. 10.02.2017, περιέχουν γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και, εν πάση περιπτώσει, ισχυρισμούς οι οποίοι δεν δικαιολογούν την έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(6)Σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης εναντίον του διατάγματος ημερ. 30.11.2016, οι καθ΄ων η αίτηση θα είναι σε θέση να επιστρέψουν στους αιτητές τα χρήματα που θα εισπράξουν επί τη βάσει αυτού.
(7)Η έφεση εναντίον του διατάγματος ημερ. 30.11.2016 δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και/ή τέτοιες πιθανότητες είναι μηδαμινές. Εν πάση περιπτώσει, οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης δεν αποτελούν, αφ΄εαυτών, επαρκή λόγο έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(8)Η αίτηση ημερ. 10.02.2017 είναι καταχρηστική, παρελκυστική και κακόπιστη. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Φώτη Κοτοπούλη, Οικονομικού Διευθυντή του ομίλου εταιρειών στον οποίον ανήκουν οι καθ΄ων η αίτηση, ημερ. 13.12.
- Ο μάρτυς των καθ΄ων η αίτηση αναφέρει και τα εξής: «............................
- Aπορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Ένορκης Δήλωσης που. συνοδεύει την Αίτηση και αναφέρω ότι .. οι Αιτητές δεν καταδεικνύουν στην Ενορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της Έφεσης τους. Τούτο γιατί, τα όσα οι ίδιοι αναφέρουν στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αιμιλιανού, ήταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούσαν μάλιστα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε η κρίση αυτού. Αναφέρω επί τούτου, ότι ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη δεν θα μπορεί να εξαλειφθεί, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα των Μεσεγγυούχων - Αιτητών δεν υφίσταται και αποτελεί προσπάθεια των Αιτητών να παραπλανήσουν το Δικαστήριο προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σύμφωνα δε, με την ένσταση που οι ίδιοι οι Αιτητές στην παρούσα καταχώρησαν στα πλαίσια της Αίτησης διά κλήσεως .., οι Μεσεγγυούχοι κατέβαλαν στις Τράπεζες το ποσό των €850.000 και απομένει για πλήρη εξόφληση των υποθηκών το ποσό των €350.000, ενώ στους Εναγόμενους οφείλουν το ποσό των €990.
- Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους ίδιους τους Μεσεγγυούχους - Αιτητές, το ποσό που οφείλουν υπερκαλύπτει το ποσό το οποίο χρειάζεται να καταβληθεί σε Τραπεζικά Ιδρύματα για εξόφληση τυχόν υποθηκών.....
- Επιπλέον, οι Μεσεγγυούχοι - Καθ' ων η Αίτηση, δεν αναφέρουν το λόγο για τον οποίο θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους, αφού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης το καταβληθέν χρηματικό ποσό θα επιστραφεί σε αυτούς, ενώ οι ίδιοι δεν αναφέρουν σε οιοδήποτε σημείο της Αίτησης ή της Ένστασης, βάσιμο λόγο να πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι εφικτό, πέραν μίας γενικής αναφοράς στην παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Αιμιλιανού, η οποία όμως παραμένει γενική και ατεκμηρίωτη. Περαιτέρω, τα συμφέροντα τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι θίγονται ανεπανόρθωτα, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, καθότι το ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο του ποσού που οφείλεται σε 3 Ιδρύματα και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε κίνδυνος προς τα συμφέροντα τους. Επί τούτου αναφέρω ότι ουδένα απτό στοιχείο ή μαρτυρία έχουν παρουσιάσει οι Αιτητές που να καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι ή έστω ότι δεν θα είναι σε θέση να καταβάλουν στο στάδιο της περάτωσης της εκδίκασης της σχετικής Έφεσης οιονδήποτε ποσό, εφόσον κληθούν να το πράξουν. Αντίθετα, ως ειλικρινά πιστεύω και εξ' όσων εκ της θέσεως μου γνωρίζω, οι Ενάγοντες θα είναι σε θέση να επιστρέψουν το οιονδήποτε επιδικασθέν ποσό, εφόσον η σχετική Έφεση επιτύχει. ..............................
- Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, οι Καθ' ων η Αίτηση θα μπορούν να επιστρέψουν στους Αιτητές όλα τα καταβληθέντα ποσά, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, ως φαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Αιτητών, οι Αιτητές δεν έχουν πρόθεση να πράξουν κάτι τέτοιο. ................................» Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μετά την καταχώριση της ένστασης και της υποστηρικτικής αυτής ένορκης δήλωσης του Φώτη Κοτοπούλη, οι αιτητές δεν επεχείρησαν να παρουσιάσουν περαιτέρω μαρτυρία και ούτε ζήτησαν να αντεξετάσουν τον μάρτυρα των καθ΄ων η αίτηση. Συναφώς σημειώνεται πως σε ενδιάμεση αίτηση, ως η αίτηση ημερ. 10.02.2017, εφ΄όσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία τη θεμελιώνουν, ο αιτητής βαρύνεται να τα αποδείξει. «Τι πρέπει να αποδεικνύεται ως γεγονός πράγματι υπαρκτό, στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48...(δεν) είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό εκ των προτέρων. Εξαρτάται από το είδος της αίτησης και τις προϋποθέσεις που τίθενται ανάλογα με την περίπτωση, για την έγκριση της.» (Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, 533). Ο διάδικος, ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει ορισμένο αμφισβητούμενο γεγονός, δύναται «να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχειών που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση» (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377, 1380). Στο διάδικο ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έγκριση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησής του προσφέρεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και η δυνατότητα αντεξέτασης του μάρτυρος του αντιδίκου (Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269). Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται κα διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Δικαιοδοτικό υπόβαθρο αίτησης για την αναστολή εκτέλεσης διατάγματος, το οποίο εξεδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας μεσεγγύησης, παρέχει η Δ.35 θ.18. Στην απόφαση Δημητρούδης v. Λουγκρίδη
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 687, 695-6 αναφέροντα τα εξής: «Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119...λέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος διερεύνησης της εμβέλειας της Δ.35 θ.18 η οποία περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτωμένων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτωμένης όμως με διαδικασίες που είναι παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση, όπως διαδικασίες μεσεγγύησης. Αυτό υπό το φως και της αντίστοιχης παλαιάς Ο.52, r.12 των Αγγλικών Θεσμών...».
(2)Η αίτηση ημερ. 10.02.2017, η οποία καταγράφει στο σώμα της, ως νομικό της υπόβαθρο τη Δ.35 θ.18 και τη Δ.48 θ.8, συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές, τυπικές πρόνοιες. Συνεπώς, ο προκριματικής φύσης λόγος ένστασης περί αντικανονικότητας της αίτησης απορρίπτεται. Η αίτηση κρίνεται ως διαδικαστικά, τυπικά ορθή. Ομοίως, απορρίπτεται και ο λόγος ένστασης περί παρελκυστικής, κακόπιστης και καταχρηστικής τακτικής. Από την εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής ή παρελκυστικής ή κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των αιτητών. Ούτε κρίνεται πως η αίτηση ημερ. 10.02.2017 εκτροχιάζει την ομαλή πορεία της υπόθεσης των καθ΄ων η αίτηση. Οι αιτητές προέβηκαν σε ένα διάβημα το οποίο η δικονομία τους επιτρέπει και η νομολογία, στις κατάλληλες περιπτώσεις, υποστηρίζει. Η δε όλη συμπεριφορά τους, ως αυτή προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, δεν είναι τέτοια ώστε αδιαμφισβήτητα να δηλώνει καταχρηστική, παρελκυστική ή κακόπιστη τακτική εκ μέρους τους. Κατά συνέπειαν, θα ακολουθήσει η εξέταση της αίτησης ημερ. 10.02.2017 επί της ουσίας:
(3)Το πλαίσιο εκδίκασης αίτησης για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διατάγματος, αναλόγως, έως και την εκδίκαση έφεσης που κατεχωρίστηκε εναντίον τους συνοψίζεται ως εξής στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 θ.18. Η διασφάλιση του τελέσφορου της πρωτόδικης απόφασης αφ΄ενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αφ΄ετέρου συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου..»
(4)Ειδικότερες παράμετροι του ζητήματος της αναστολής εκτέλεσης απόφασης ή διατάγματος, αναλόγως, εκκρεμούσης της έφεσης που κατεχωρίστηκε εναντίον τους είναι και οι ακόλουθες:
(4)(α) Η αναστολή εκτέλεσης ανάγεται στην ευρεία διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Ε.Y.R.I.Κ. and others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617) και η διαπίστωση του κατά πόσον αυτή «είναι δυνατή συναρτάται κατά περίπτωση με το αντικείμενο της» (Δημητρούδης v. Λουγκρίδη (ανωτέρω), 676). Όπως αναφέρεται στην απόφαση Penderhil Holdings Limited κ.α. v. Kλούνικα
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1921, 1934 «...τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Η εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης αποτελεί εγχείρημα για την «εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα (βλ.I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Κιταλίδη και Άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1997)1 Α.Α.Δ. 797)» (Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018).
(4)(β) Στο εγχειρίδιο «The Annual Practice 1958, 1», στην σελ. 1697, αναφέρονται τα εξής εν σχέσει με την παρόμοια Ο.58 r.12 των Αγγλικών Διαδικατικών Κανονισμών, ως αυτοί ίσχυαν κατά το έτος 1960: «Stay of execution or of proceedings pending appeal: Τhe Court does not "make a practice of depriving a successful litigant of the fruits of this litigation, and locking up funds to which prima facie he is entitled" pending an appeal...But it has also been said that "when a party is appealing, exercising his undoubted right of appeal, this Court ought to see that the appeal, if successful, is not nugatory" ..It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay ...and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require. "As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs were paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeeds .. ».
(4)(γ) Στην απόφαση Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, 597 υποδεικνύονται τα εξής εν σχέσει με την προαναφερθείσα εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων: «...Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρους του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο».
(4)(δ) Στην απόφαση επί της Αγωγής Ναυτοδικείου αρ. 87/1977 Μέγας Χ"Eυαγγέλου v. Darami Marine Ltd and others, ημερ. 12.02.1991 (Ευαγγέλου v. Darami Marine Ltd
(1991)) 1 A.A.Δ. 172, 179), ο Στυλιανίδης Δ. αναφέρει τα εξής: «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:-
- Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς εξαιρετικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
- Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του....Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης. Παρόλο ότι στο στάδιο της αναστολής εκτέλεσης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της έφεσης, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι εκ πρώτης όψεως έχει καλή υπόθεση στην έφεση». Όσον αφορά στην ερμηνεία του όρου «εξαιρετικές περιστάσεις» («special circumstances») και την σχετική περιπτωσιολογία, στην απόφαση Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, 652 αναφέρονται τα εξής: «It is well settled that special circumstances should exist justifying the stay of execution of a judgment and that such circumstances do not appear to include contentions that the judgment in respect of which an appeal has been made is against the weight of evidence or that there was no evidence to support it or that there has occurred a misdirection in law (see Monk v. Bartram,
(1891)1 Q.B.D. 346). It was, furthermore stressed in Chester v. Powell, 1 T.L.R. 390, that stay of execution pending appeal will not be granted unless it can be shown that irreparable mischief may be done by refusing it.» Ευθυγραμμισμένο με τα ανωτέρω και είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα «Halsbury's Laws of England, fourth edition, Volume 17», παρα. 451: «The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness».
(4)(ε) Στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της αναστολής περιορίζεται στην υποχρέωση του αιτητή να καταβάλει στον επιτυχόντα αντίδικό του ορισμένο χρηματικό ποσόν, η αναστολή εγκρίνεται εφ' όσον, επί τη βάσει μαρτυρίας, φαίνεται πως ο αντίδικος είναι κάτοικος εξωτερικού ή πρόσωπο αφερέγγυο ή πρόσωπο το οποίο, σε περίπτωση επιτυχίας της εναντίον του έφεσης, δεν θα δυνηθεί να επιστρέψει στον αιτητή τα χρήματα (Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη (ανωτέρω), 676-7).
(4)(στ) Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη, οι οποίες τον εμποδίζουν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ως αυτές πηγάζουν από την απόφαση ή το διάταγμα, αναλόγως, των οποίων επιδιώκεται η αναστολή, δεν αποτελούν καλό λόγο για την χορήγηση της αναστολής. Αντίθετη προσέγγιση θα επηρέαζε αρνητικά την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ιδίως, στις περιπτώσεις μακρών δικαστικών αγώνων. (Βογαζιανού v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1997)(Β) Α.Α.Δ. 591, 595).
(4)(ζ) Εφ΄όσον διαπιστωθεί πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της επιδιωκόμενης αναστολής, εξετάζεται και το ζήτημα των όρων που θα τεθούν. Η Δ.35 θ.18 προνοεί ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει την αναστολή εκτέλεσης της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης ή του εναντίον του εκδοθέντος διατάγματος, αναλόγως, πρέπει να παρέχει ασφάλεια (Loukos Trading Co. Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλητσινγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ (ανωτέρω), 1019, Penderhil Holdings Limited κ.α. v. Κλούνικα (ανωτέρω), 1935).
(5)Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνονται τα εξής:
(5)(α) Οι ισχυρισμοί του μάρτυρος των αιτητών περί καλών πιθανοτήτων επιτυχίας της έφεσης αποτελούν παράγοντα οριακής σημασίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί συναρτώνται με την κεντρική θέση πως το διάταγμα ημερ. 30.11.2016 εξεδόθηκε παρά την απουσία κρίσιμης μαρτυρίας και/ή μετά από εσφαλμένη αξιολόγηση άλλης, παρουσιασθείσας, μαρτυρίας [(Aristidou v. Aristidou (ανωτέρω)]. Εν πάση περιπτώσει, αφ΄εαυτής, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διατάγματος, αναλόγως [(Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Aρχή Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω)].
(5)(β) Ο μάρτυς των αιτητών ουδόλως αναφέρεται σε άρνηση των καθ΄ων η αίτηση να υπακούσουν στο διατακτικό δικαστικής απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί εναντίον τους, και ουδόλως αναφέρεται, κατά τρόπον τεκμηριωμένο και θετικό, σε οιανδήποτε άλλη σχετική αδυναμία τους. Αντιθέτως, ο μάρτυς των αιτητών αναφέρεται απλώς και μόνον στο ενδεχόμενο οι καθ΄ων η αίτηση «να μην είναι σε θέση να (τους) πληρώσουν» (δείτε στην παρα. 12 της ένορκης δήλωσης του Αχιλλέα Αιμιλιανού, ημερ. 10.02.2017). Πέραν τούτου, ο μάρτυς των καθ΄ων η αίτηση ρητώς δηλώνει πως «σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης (αυτοί)..θα μπορούν να επιστρέψουν στους Αιτητές όλα τα καταβληθέντα ποσά» (δείτε στην παρα.23 της ένορκης δήλωσης του σε Φώτη Κοτοπούλη, ημερ. 13.12.2017). Ας σημειωθεί πως η δήλωση αυτή του Φώτη Κοτοπούλη παρέμεινε αναντίλεκτη.
(5)(γ) Επί τη βάσει των όσων ο μάρτυς των αιτητών δηλώνει ουδεμία εξαιρετική περίσταση αποκαλύπτεται η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος ημερ. 30.11.
- Υπενθυμίζεται πως, σύμφωνα με την απόφαση Eυαγγέλου v. Darami Marine Ltd (ανωτέρω), μόνον με τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων θα μπορούσε να προκριθεί η αρχή να μην στερηθεί η έφεση της αποτελεσματικότητάς της. Στην εκ μέρους του Αχιλλέα Αιμιλιανού επίκληση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των αιτητών και των εξ αποφάσεως οφειλετών εναγομένων αρ.1 καθώς και στην εκ μέρους του επίκληση του κινδύνου οι πρώτοι να ζημιωθούν ανυπαιτίως εάν καταβάλουν τα ποσά για τα οποία προβλέπει το διάταγμα ημερ. 30.11.2016 δίδει απάντηση ο μάρτυς των καθ΄ων η αίτηση, ιδίως, δια της παρα.11 της ένορκης δήλωσής του ημερ. 13.12.
- Ο Φώτης Κατοπούλης αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα εξής: «..ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη δεν θα μπορεί να εξαλειφθεί, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα των Μεσεγγυούχων - Αιτητών δεν υφίσταται και αποτελεί προσπάθεια των Αιτητών να παραπλανήσουν το Δικαστήριο προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σύμφωνα .., με την ένσταση που οι ίδιοι οι Αιτητές.. καταχώρησαν .., οι Μεσεγγυούχοι κατέβαλαν στις Τράπεζες το ποσό των €850.000 και απομένει για πλήρη εξόφληση των υποθηκών το ποσό των €350.000, ενώ στους Εναγόμενους οφείλουν το ποσό των €990.
- Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους ίδιους τους Μεσεγγυούχους - Αιτητές, το ποσό που οφείλουν υπερκαλύπτει το ποσό το οποίο χρειάζεται να καταβληθεί σε Τραπεζικά Ιδρύματα για εξόφληση τυχόν υποθηκών.....». Εφ΄όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίσταση, προέχει η αρχή σύμφωνα με την οποίαν ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται του καρπού της επιτυχίας του.
(5)(δ) Η δεδηλωμένη οικονομική δυσχέρεια των αιτητών καθιστά, κατ΄αρχήν, αδύνατη την εξισορρόπηση της αρχής σύμφωνα με την οποίαν, στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται του καρπού της επιτυχίας του και της αρχής σύμφωνα με την οποίαν η έφεση δεν πρέπει να χάνει αποτελεσματικότητά της. Και αυτό γιατί «...Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρους του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο» (Νεοφύτου v. Δημητρίου (ανωτέρω)]. Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν τον οδηγό για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς τη κατεύθυνση της απόρριψης της επιδιωκόμενης θεραπείας. Υπό τις περιστάσεις, το αίτημα για την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος ημερ. 30.11.2016 κρίνεται αβάσιμο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 10.02.2017 αποτυγχάνει. Η αίτηση ημερ. 10.02.2017 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 10.02.2017, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των μεσεγγυούχων-αιτητών. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο