← Κύπρος

ΞΕΝΗΣ ΛΑΡΚΟΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1413/2016, 30/4/2018

ΞΕΝΗΣ ΛΑΡΚΟΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1413/2016, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A291 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1413/2016 Μεταξύ: ΞΕΝΗΣ ΛΑΡΚΟΣ εκ Λευκωσίας Ενάγοντας και

  1. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΩΤΗ, εκ Περιστερώνας
  2. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΦΩΤΙΟΥ, εκ Περιστερώνας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30.4.2018 Αίτηση του εναγομένου αρ. 2 ημερομηνίας 21.11.2017 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για τον Αιτητή: κ. Μίσιης για κ.κ. Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σάββα για κ.κ. Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.3.2016 και όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης αφορά σε απαίτηση για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία του ενάγοντος ευρισκόμενη στην Περιστερώνα της Επαρχίας Λευκωσίας. Ως αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στερήθηκε της κατοχής και εκμετάλλευσης μέρους της επίδικης ακίνητης περιουσίας του και ότι συνεπεία τούτης υπέστη απώλεια εσόδων από τη μείωση της έκτασης της εκμεταλλεύσιμης έκτασης της περιουσίας του καθώς και ζημιές σε δέντρα του. Αξιώνει με την παρούσα αγωγή Διάταγμα το οποίο να διατάττει τους εναγόμενους να παύσουν να επεμβαίνουν στο ακίνητό του και να άρουν την παράνομη επέμβασή τους σε αυτό καθώς επίσης και το ποσό των €1.760 ως ειδικές αποζημιώσεις και περαιτέρω γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τον εναγόμενο αρ. 2 στις 13.9.2016 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο εναντίον του εναγομένου αρ. 2 με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €1.760,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκο 4% ετησίως από 17.3.2016 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον διατάχθηκε να του καταβάλει το ποσό των €548,00 πλέον Φ.Π.Α. και τόκο 4% από 17.3.2016 μέχρι εξοφλήσεως ως δικηγορικά έξοδα και €11,00 έξοδα επίδοσης. Μετά την έκδοση της απόφασης ο ενάγων καταχώρησε αίτηση για να εξετασθεί ο εναγόμενος αρ. 2 αναφορικά με την οικονομική του δυνατότητα να καταβάλλει το ως άνω δικαστικό χρέος του με μηνιαίες δόσεις. Μετά την προς αυτό επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 26.9.2017 ο εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε στις 21.11.2017 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (A) Διάταγμα που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει (set-aside) την εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση εναντίον του εναγομένου 2 ημερομηνίας 13.9.2016, (B) αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 13.9.2016 μέχρι εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, (Γ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και (Δ) τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 ΘΘ.1, 2 και 7, Δ.5Β ΘΘ. 1-5, Δ.16 ΘΘ.1-3 και 7, Δ.17 ΘΘ.2, 3 και 10, Δ.48 ΘΘ.1, 3 και 9, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 32 και 47, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωσή του η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Ο εναγόμενος αρ. 2 ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και εξ όσων τον πληροφόρησαν, προκύπτει ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον αδελφό του Νίκο Γερμανό στις 28.4.
  3. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής αφού ο εν λόγω αδελφός του, με τον οποίο δεν συγκατοικεί, ούτε μιλά αλλά ούτε και έχει οποιαδήποτε προσωπική σχέση και δεν γνωρίζει τη διεύθυνση κατοικίας του, ουδέποτε τον ενημέρωσε σχετικά. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν υπέγραψε κανένα τιμολόγιο ή συμφωνία ή έγγραφο με τον ενάγοντα ούτε και γνωρίζει τι ακριβώς αφορά η αγωγή. Από τη νομική συμβουλή που έλαβε πιστεύει ότι η απόφαση ημερομηνίας 13.9.2016 δεν λήφθηκε νομότυπα. Πιστεύει επίσης ότι έχει καλή υπεράσπιση αφού δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα και θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να την προβάλει. Ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο ούτε και είχε οποτεδήποτε εμπορικές ή άλλες δοσοληψίες με τον ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι υπό τις συνθήκες που περιγράφει στην ένορκη του δήλωση, έχει στερηθεί του δικαιώματός του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να προβάλει την υπεράσπιση που έχει στην πιο πάνω αγωγή και πως η απόφαση ημερομηνίας 13.9.2016 εκδόθηκε εναντίον του χωρίς να εξασκήσει το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη. Ο Καθ' ου η αίτηση / Ενάγων καταχώρησε ένσταση αποτελούμενη από 15 λόγους η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 ΘΘ.1 και 2, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.3, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 7, 8

(1)(
  1. s)και (y), 9(
  2. h)και (u), 11, Δ.64, στο άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος, στη Νομολογία και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση του ενάγοντα περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του ιδίου και του κ. Κώστα Χ'' Κωστέα οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξή της. Οι λόγοι της ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τον ενάγοντα είναι οι ακόλουθοι: η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού αφενός η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στον εναγόμενο αρ. 2 και αφετέρου δεν προβάλλει καμία ουσιαστική υπεράσπιση. Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη αφού αξιώνεται ο παραμερισμός της απόφασης χωρίς να ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και δεν υποστηρίζεται από κατάλληλη ένορκη δήλωση και/ή η δήλωση που τη συνοδεύει είναι άκυρη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. Επίσης ο εναγόμενος έλαβε πλήρη γνώση της εναντίον του αγωγής και δεν προβάλλει σοβαρή και/ή εύλογη δικαιολογία για την παράλειψή του να εμφανιστεί ούτε και αποκαλύπτει υπεράσπιση και/ή οποιοδήποτε συζητήσιμο σημείο που να δικαιολογεί την παροχή δυνατότητας σε αυτόν να εγείρει υπεράσπιση. Τέλος ισχυρίζεται ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση και είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη. Ο ενάγων με την ένορκη του δήλωση κατ' ουσία επαναλαμβάνει υπό μορφή ισχυρισμών τους λόγους της ένστασής του και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος είχε γνώση της εναντίον του διαδικασίας και με τα όσα επικαλείται δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση που να δικαιολογεί την παροχή της δυνατότητας σε αυτόν να την προβάλει. Ο κ. Κώστας Χ'' Κωστέας στον οποίο ανατέθηκε από τους δικηγόρους του ενάγοντος η επίδοση της παρούσας αγωγής με την ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι είναι ιδιώτης δικαστικός επιδότης και ότι επέδωσε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στον κ. Νίκο Γερμανό, στο χωριό Περιστερώνα, ο οποίος του ανέφερε ότι είναι αδελφός και συγκάτοικος του εναγομένου αρ. 2. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των καταχωρημένων από τις διάδικες πλευρές ενόρκων δηλώσεων χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των προσώπων τα οποία ορκίστηκαν και οι δικηγόροι τους προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με το οποίο καθένας τους υποστηρίζει και προωθεί τις θέσεις των πελατών του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετική με το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος είναι η Δ.5 Θ.2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «Η επίδοση πρέπει όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθή: (ι) Σε ένα μέλος της οικογένειας του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και είναι στην πόλη ή το χωριό του η εντός της περιοχής του ή: [.]». Σχετική με το θέμα του παραμερισμού μιας Δικαστικής Απόφασης είναι η Δ.17 Θ.10 στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen.This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-
  1. d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη): "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-
  2. d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), "Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Αναφορικά με το θέμα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις πιο κάτω αναφερόμενες αποφάσεις: Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας». Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου μία απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Η απόφαση παραμερίζεται ex debito justiciae ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Η δεύτερη περίπτωση είναι η περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.ά. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305, κρίθηκε ότι η επίδοση που έγινε σε μέλος της οικογένειας των εναγομένων που κατοικούσε στον ίδιο με αυτούς χώρο ήταν καθόλα νομότυπη εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 Θ.
  1. «σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέροντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση». Η υπόθεση Θεοδώρου (ανωτέρω) αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά και στην υπόθεση Ζωή Νικολαΐδου Ευσταθίου κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2012, ημερομηνίας 10.10.2017 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι «Στο κλητήριο ένταλμα δίδεται ως κοινή διεύθυνση και των δύο εφεσειουσών η οδός Έξω Βρύσης 6 Πάφος, όπου επιδόθηκε το κλητήριο στην εφεσειούσα 1 προσωπικά και για την εφεσείουσα 2 μητέρα της. Το στοιχείο αυτό τέθηκε σε γνώση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με ένορκη δήλωση επιδότη και οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση του θέματος της επίδοσης, σε εκείνο το στάδιο ήταν αχρείαστη. Σχετική επί του θέματος είναι και η Θεοδώρου (ανωτέρω) όπου κρίθηκε πως η επίδοση που έγινε σε μέλος της οικογένειας των εναγομένων που κατοικούσε στον ίδιο με αυτούς χώρο ήταν καθόλα νομότυπη . ». Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με τον ισχυρισμό του εναγομένου αρ. 2 ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε και για το λόγο αυτό πρέπει η εκδοθείσα εναντίον του απόφαση να παραμεριστεί ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη (ex debito justitiae) χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο αποκαλύπτει ή όχι καλή υπεράσπιση. Σύμφωνα με την ως άνω θέση του εναγόμενου αρ. 2 το Δικαστήριο θα πρέπει ex debito justitiae να παραμερίσει την επίδικη απόφαση και να του δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί καθότι ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Συνιστά κοινό τόπο και για τις δύο πλευρές ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής δεν επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο αρ. 2 αλλά είναι παραδεκτό ότι αυτό επιδόθηκε στον αδελφό του κ. Νίκο Γερμανό. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη κ. Χ'' Κωστέα ο Νίκος Γερμανός του ανέφερε ότι είναι συγκάτοικος του εναγομένου αρ.
  2. Στην ένσταση που καταχώρησε ο ενάγων επισυνάφθηκε, πέραν της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και ένορκη δήλωση του κ. Χ'' Κωστέα με την οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο κ. Νίκος Γερμανός του ανέφερε ότι είναι αδελφός του εναγομένου αρ. 2 και συγκάτοικος του. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του κ. Χ'' Κωστέα αλλά ούτε και ο εναγόμενος αρ. 2 παρουσίασε προς υποστήριξη του δικού του ισχυρισμού ότι δεν συγκατοικεί με τον αδελφό του, οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι πράγματι ο ίδιος διαμένει σε διεύθυνση άλλη από αυτή η οποία φαίνεται στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής δεν έγινε κατά παράβαση των προνοιών της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς η θέση του εναγομένου αρ. 2 ότι η εκδοθείσα απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Έρχομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος αρ. 2 με τα όσα επικαλέστηκε σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ) (πιο πάνω) κατάφερε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης το οποίο έφερε στους ώμους του. Κρίνω ότι σε αυτό το σημείο η παράθεση αυτούσιου του μέρους εκείνου της ένορκης του δήλωσης θα είναι χρήσιμη. Με την ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «
  3. Σε καμία περίπτωση δεν μου έγινε επίδοση της εν λόγω αγωγής και ως εκ τούτου ουδέποτε έλαβα γνώση για την ύπαρξη αυτής. Περαιτέρω σε καμία περίπτωση δεν υπέγραψα κανένα τιμολόγιο ή συμφωνία ή έγγραφο με τον ενάγοντα, ούτε και γνωρίζω τι ακριβώς αφορά η αγωγή.
  4. Έχω νομική συμβουλή και έντιμα πιστεύω ότι η απόφαση ημερομηνίας 13/9/2016 στην πιο πάνω αγωγή, δεν λήφθηκε νομότυπα.
  5. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και όπως προσωπικά πιστεύω έχω καλή υπεράσπιση, αφού δεν οφείλω οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, και θα πρέπει να μου δοθεί η ευκαιρία να την προβάλω. Ουδέποτε υπέγραψα οποιοδήποτε τιμολόγιο και ούτε είχα οποτεδήποτε εμπορικές ή άλλες δοσοληψίες με τον ενάγοντα.
  6. Μόλις χτες ο δικηγόρος μου με ενημέρωσε για την επίδοση της αγωγής και αμέσως του έδωσα οδηγίες για καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού.
  7. Υπό τις συνθήκες που περιγράφω ανωτέρω, έχω στερηθεί του δικαιώματος μου να εμφανιστώ ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και να προβάλω της υπεράσπιση που έχω στην πιο πάνω αγωγή. Η απόφαση ημερομηνίας 13/9/2016 εκδόθηκε εναντίον μου χωρίς να εξασκήσω το δικαίωμα μου για δίκαιη δίκη.
  8. Έχω νομική συμβουλή ότι δεν έχω καθυστερήσει να υποβάλω την αίτηση ενόψει όλων όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω.
  9. Ενόψει όλων των ανωτέρω αιτούμαι ως η αίτηση μου». Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι τα όσα επικαλείται ο εναγόμενος αρ. 2 ότι αποτελούν την υπεράσπισή του στην εναντίον του αγωγή, ήτοι ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή συμφωνία ή έγγραφο με τον ενάγοντα, είναι άσχετα με την απαίτηση του ενάγοντα η οποία εδράζεται σε απαίτηση για Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου του. Επίσης φαίνεται ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αποτελούν απλή παράθεση της εκδοχής του χωρίς την παρουσίαση κάποιων επιπλέον στοιχείων που να υποστηρίζουν την εκδοχή του. Έχοντας υπόψη μου όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ικανούς να δείξουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή. Τα όσα επικαλέστηκε τα οποία αναφέρονται σε τιμολόγια ή εμπορικές ή άλλες δοσοληψίες με τον ενάγοντα δεν είναι σχετικά με την αγωγή και δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι αποκαλύπτουν μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εκ μέρους του εναγόμενου αρ. 2 και δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ανάγκης διασφάλισης της τελεσιδικίας και για το λόγο αυτό η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Έχοντας απορρίψει το αιτητικό της αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, κρίνω ότι ούτε το αιτητικό υπό στοιχείο (Β) για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δύναται να πετύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Εναγομένου - Αιτητή και υπέρ του Ενάγοντος - Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.