← Κύπρος

Loramina Trading Limited κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3899/2016, 30/4/2018

Loramina Trading Limited κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3899/2016, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3899/2016 Μεταξύ:

  1. Loramina Trading Limited
  2. Dayarona Trading Limited Εναγόντων -και-
  3. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  4. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
  5. Path Holdings Limited
  6. Leon Investment S.A.
  7. Κωνσταντίνου Σιακόλα
  8. ΔΕΛΦΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  9. Λεωνίδα Ιωάννου
  10. Intergaz Ltd
  11. Πανίκου Κατσουρή
  12. Αντώνιου Γερολέμου Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 05.08.2016 Ημερομηνία: 30.04.2018 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Χ. Γαλανός για κ. Μ. Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 1 - καθ' ης η αίτηση 1: κ. Π. Γ. Πολυβίου με κ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 2 - καθ' ης η αίτηση 2: κα Θ. Ραφτοπούλου για κ. Αλ. Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους 3 - 8 - καθ' ων η αίτηση 3-8: κα Χρ. Κότσαπα με κο Ι. Οικονόμου για κ. Α. Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγουσες, με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν στις 05.08.2016, αξιώνουν, πέρα από γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις σε βάρος των εναγομένων, διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία μεταβίβασης μετοχών (Heads of Agreement) μεταξύ τους και των εναγομένων 3 έως και 10 - σε σχέση με μετοχές της εναγόμενης αρ.1, της οποίας όλοι είναι μέτοχοι - είναι άκυρη, για το λόγο ότι καταρτίστηκε συνεπεία οικονομικού καταναγκασμού και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς των εναγομένων. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 05.08.2016, η πλευρά των εναγόντων προχώρησε στην καταχώρηση και προώθηση μονομερώς, (ex parte) της υπό συζήτηση αίτησης. Μέσω της, επιζητείται από το Δικαστήριο η έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: «
  13. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύσει στην καθ' ης η αίτηση 1 ενεργώντας μέσω των διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και ή των εκπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων της και/ή άλλως πως από του να καταχωρήσει οποιαδήποτε αλλαγή στο μητρώο μελών της καθ' ης η αίτηση 1 αναφορικά με τις 13,000,000 μετοχές τάξης Β ονομαστικής αξίας €1.00 έκαστη που σήμερα είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο μελών της καθ' ης η αίτηση 1 στο όνομα της αιτήτριας 1 και/ή της αιτήτριας 2 μέχρι την τελεία εκδίκαση και ολοκλήρωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση και/ή μέχρι νεοτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  14. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση 3, 4, 6 και 8 ενεργώντας μέσω την διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των εκπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων της και/ή άλλως πως από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δεσμεύουν και/ή επιβαρύνουν και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να μειώσουν την αξία και/ή να δωρίσουν τις 13,000,000 μετοχές τάξης Β ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη που σήμερα είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο μελών της καθ' ης η αίτηση 1 στο όνομα της αιτήτριας 1 και/ή της αιτήτριας 2 μέχρι την τελεία εκδίκαση και ολοκλήρωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση και/ή μέχρι νεοτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  15. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους καθ' ων η Αίτηση 5, 7, 9 και 10 ενεργώντας προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων, υπηρετών, αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και/ή άλλως πως από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δεσμεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να μειώσουν την αξία και/ή να δωρίσουν τις 13,000,000 μετοχές τάξης Β ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη που σήμερα είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο μελών της καθ' ης η αίτηση 1 στο όνομα της αιτήτριας 1 και/ή της αιτήτριας 2 μέχρι την τελεία εκδίκαση και ολοκλήρωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση και/ή μέχρι νεοτέρας και/ή άλλης διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  16. Οποιοδήποτε περαιτέρω και/ή άλλο διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει απαραίτητο. Η ως άνω αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση κάποιου Oleg Belousov, ίδιας ημερομηνίας, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως επιδοθεί στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Παρεμβάλλεται ότι μετά την επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση αρ.1 έως 8 και αφού οι τελευταίοι καταχώρησαν ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασης σε αυτή, εξασφαλίστηκε άδεια του δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων προς υποστήριξη τόσο της αίτησης όσο και των ενστάσεων που καταχωρήθηκαν. Τελικά, συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχώρησε στις 20.07.2018 η πλευρά των αιτητών, (επίσης του ως άνω Oleg Belousov) όπως έπραξε και η πλευρά της καθ' ης η αίτηση αρ.1 στις 22.09.2017 και των καθ' ων η αίτηση 3-8 στις 20.09.
  17. Η αίτηση σε βάρος των εναγομένων 9 και 10 αποσύρθηκε στις 26.09.2016 από τους αιτητές και απορρίφθηκε την ίδια μέρα από το Δικαστήριο Ο Belousov, με τις ως άνω μακροσκελείς στο σύνολο ένορκες δηλώσεις του, παραθέτει το υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, καλύπτοντας μια χρονική περίοδο από τις αρχές του 2014 μέχρι και το καλοκαίρι του
  18. Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψής τους στα πλαίσια της παρούσας. Χρησιμότερη φαίνεται μια αδρομερής παράθεση των θέσεων του, αποτυπώνουσα ταυτόχρονα τον πυρήνα της υπόθεσης και των θέσεων της πλευράς των αιτητών όπως προωθείται από τους τελευταίους, χωρίς ασφαλώς τούτο να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάθε σχετική λεπτομέρεια, στοιχείο και γεγονός που στις ως άνω ένορκες δηλώσεις παρατίθεται εκ μέρους των αιτητών. Σύμφωνα με τον ως άνω ομνύοντα, τελικοί δικαιούχοι της αιτήτριας αρ. 1 εταιρείας, είναι ο ίδιος και ο κ. Alexey Kulikov (στο εξής Kulikov) από τη Ρωσία, ενώ τελικός δικαιούχος της αιτήτριας αρ. 2 εταιρείας, είναι ο κ. Andrey Gorbatov (στο εξής Gorbatov) επίσης από τη Ρωσία. Κατά ή περί τις αρχές του 2014, τόσο ο ίδιος όσο και οι Kulikov και Gorbatov προσεγγίστηκαν με την προοπτική να επενδύσουν στην Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (καθ' ης η αίτηση αρ. 1) αγοράζοντας μετοχές της τελευταίας, τις οποίες οι υφιστάμενοι μέτοχοι (εναγόμενοι αρ. 3 έως 10) ήταν διατεθειμένοι να πωλήσουν. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και διάφοροι έλεγχοι από την πλευρά τους σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση αρ.1, αποτέλεσμα των οποίων ήταν, στις 10.06.2014, να υπογραφούν διάφορες συμφωνίες προς υλοποίηση του ως άνω εγχειρήματος. Ειδικότερα, καταρτίστηκαν: (α) Συμφωνία Συνδρομής, (Subscription Agreement) μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, των αιτητριών και των καθ' ων η αίτηση 3 έως 10, (β) Συμφωνία Μετόχων, μεταξύ των αιτητριών και των καθ' ων η αίτηση 3 έως 8, (γ) Συμφωνία Δικαιώματος Εξαγοράς Μετοχών, (Call Option Agreement) μεταξύ των αιτητριών ως αγοραστών και των καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 ως πωλητών, (δ) Δεύτερη Συμφωνία Δικαιώματος Εξαγοράς Μετοχών, (Call Option Agreement) μεταξύ των αιτητριών ως πωλητών και των καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 ως αγοραστών. Σε γενικές γραμμές, η ως άνω συναλλαγή μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση 3 έως και 10, προέβλεπε ότι οι αιτητές θα αποκτούσαν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας, ήτοι 45% η αιτήτρια αρ. 1 και 5% η αιτήτρια αρ.
  19. Τούτο, θα εγένετο, έναντι συνεισφοράς ύψους €13.000.000,00 στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας, κατά τον τρόπο που ειδικότερα προβλεπόταν στις ως άνω συμφωνίες και επιπρόσθετα, έναντι της δέσμευσης των αιτητών για προσέλκυση επιπρόσθετων εργασιών στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1, αξίας €40.000.000,00 υπό μορφή προμηθειών, τις οποίες θα ελάμβανε η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, μέχρι την 31.03.
  20. Οι αιτήτριες, μέχρι τις 31.03.2017 διατηρούσαν το δικαίωμα να αποφύγουν την εκπλήρωση της υποχρέωσης για εξασφάλιση προμηθειών προς την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα ύψους €40.000.000,00, καταβάλλοντας προς τους καθ' ων η αίτηση αρ. 3 έως 8 ποσό που θα υπολογιζόταν κατ' εφαρμογή συμφωνηθείσας μεταξύ των συμβαλλομένων φόρμουλας, ήτοι 50% Χ (€40.000.000,00 μείον το ποσό των προμηθειών που θα είχαν ήδη καταβληθεί μέχρι το τέλος τους προηγούμενου μήνα). Παρεμβάλλεται πως ως οι πιο πάνω συμφωνίες, στην περίπτωση που οι αιτητές δεν κατάφερναν μέχρι την 31.03.2016 να προσελκύσουν στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 προμήθειες, αξίας τουλάχιστον €13.000.000,00, οι καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 θα είχαν το δικαίωμα εξαγοράς των μετοχών των αιτητών έναντι του ποσού των €10.000,
  21. Ταυτόχρονα, στη βάση τω ως άνω συμφωνιών, οι αιτήτριες θα αναλάμβαναν ουσιαστικά τον έλεγχο της καθ' ης η αίτηση αρ.1, αφού θα διόριζαν τα 7 από τα 13 μη εκτελεστικά μέλη του δεκαπενταμελούς διοικητικού της συμβουλίου, με τον γενικό εκτελεστικό διευθυντή (CEO) της καθ' ης η αίτηση αρ.1 να εκλέγεται από τους μη εκτελεστικούς διευθυντές, ανάμεσα σε τουλάχιστον 3 υποψηφίους που θα πρότειναν οι μη εκτελεστικοί διευθυντές που είχαν διοριστεί από τις αιτήτριες, ενώ o δεύτερος διαχειριστικός διευθυντής, (second management director) θα εκλεγόταν από τους μη εκτελεστικούς διευθυντές από ανάμεσα τουλάχιστον 3 υποψηφίους που θα πρότειναν οι μη εκτελεστικοί διευθυντές που θα διορίζονταν από τους καθ' ων η αίτηση 3-
  22. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση αποκαλύπτουν μια καλή, συζητήσιμη και πολυδιάστατη υπόθεση των αιτητριών εναντίον των καθ' ων η αίτηση, αποδίδοντας στους εναγόμενους απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις, καθ' ον χρόνο, πριν από την επένδυση των αιτητριών, διαβεβαίωναν τους Kulikov, Belousov και Gorbatov ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 είχε την ικανότητα να επεξεργάζεται συναλλαγές συγκεκριμένου τύπου με τον οποίο οι ίδιοι ασχολούνταν (επενδύσεις σε ξένο συνάλλαγμα - forex - και γενικά με επενδύσεις) ενώ γνώριζαν πόσο περιορισμένη ήταν η ικανότητα της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 προς τούτο. Η επένδυσή τους, προκρίνει, ήταν το αποτέλεσμα απάτης ή τουλάχιστον το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Όπως προκύπτει από τους όρους συναλλαγής και τα γεγονότα που ακολούθησαν, υποστηρίζει, η υπογραφή της ως άνω συμφωνίας αφορούσε ξεκάθαρα ετεροβαρή σύμβαση που άφηνε τις αιτήτριες εκτεθειμένες σε διάφορους κινδύνους. Παρά τις διαβεβαιώσεις που οι αιτήτριες έλαβαν κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα είχε όλα τα εφόδια για να εξυπηρετήσει τον όγκο εργασιών που οι Kulikov, Belousov και Gorbatov θα προσέλκυαν, εντούτοις, για λόγους που με λεπτομέρεια καταγράφει στη δήλωσή του (όπως η καθυστέρηση στο διορισμό προσώπων εκ μέρους των αιτητριών στο Διοικητικό Συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 κατά τρόπο που ως εξήγησε και στη συμπληρωματική δήλωσή του, ημερ. 20.07.2017, τούτο περιόρισε τον διαθέσιμο χρόνο για την προσέλκυση των πιο πάνω ποσών από την πλευρά των αιτητριών, η ασάφεια ως προς τον ορισμό του όρου «προμήθειες», αποτέλεσμα της περιοριστικής ερμηνείας που απέδιδε στον όρο και υιοθετούσε ο επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 κατά παράβαση της μεταξύ των μερών σχετικής συμφωνίας, η αδυναμία της τελευταίας λόγω του μικρού της μεγέθους και των εσωτερικών της συστημάτων να εξυπηρετήσει τον αριθμό των συναφών συναλλαγών που απαιτούντο για την επίτευξη των πιο πάνω στόχων, το γεγονός ότι η τράπεζα UBS είχε τερματίσει το λογαριασμό ανταποκριτή (correspondence account) της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 σε δολάρια και γενικότερα το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 εμπόδιζε ουσιαστικά την ολοκλήρωση συναλλαγών που προερχόταν από πελάτες που προσέλκυαν οι αιτήτριες) τούτο δεν έγινε κατορθωτό, με αποτέλεσμα οι αιτήτριες να οδηγηθούν σε αδυναμία να προσεγγίσουν τον απαιτούμενο όγκο των προμηθειών προς την καθ' ης η αίτηση αρ.1 ως οι πιο πάω μεταξύ των μερών συμφωνίες. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει στη δήλωσή του ο Belousov, παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζονταν στην προσέλκυση του απαιτούμενου όγκου προμηθειών, για τις οποίες εν πάση περιπτώσει, ως προκρίνει, δεν ευθύνονταν οι αιτήτριες, οι τελευταίες είχαν τα κεφάλαια και προτίθεντο να καταβάλουν προς τους καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 το ποσό που προνοείτο με βάση τη συμφωνία μετόχων, όπως αυτό θα υπολογιζόταν με βάση την ως άνω αναφερόμενη φόρμουλα, κατά τρόπο που αφενός θα μπορούσε να παρακαμφθεί η συμβατική υποχρέωση των αιτητριών για προσέλκυση από την πλευρά τους στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 των εναπομενόντων προμηθειών και αφετέρου οι καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 θα έχαναν το δικαίωμά τους για εξαγορά των μετοχών των αιτητριών στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 έναντι του ποσού των €10.000,00 το οποίο απέρρεε από την ως άνω συμφωνία δικαιώματος εξαγοράς μετοχών (Call Option Agreement). Σημειώνει, περαιτέρω, ότι η συνομολόγηση των ως άνω συμφωνιών έγινε κατόπιν διαβεβαιώσεων του δικηγορικού οίκου Χρύσης Δημητριάδης και Σία ΔΕΠΕ ότι όλα τα δικαιώματα των αιτητριών διασφαλίζονταν, δικηγορικού οίκου που κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτός από τους ίδιους εκπροσωπούσε και την καθ' ης η αίτηση 1 αλλά και τους καθ' ων η αίτηση 3 έως 10, γεγονός που ως προκρίνει, εμπόδιζε τους τελευταίους να ενεργούν ως ανεξάρτητοι δικηγόροι και/ή σύμβουλοι προς υπεράσπιση των συμφερόντων των αιτητών. Αναφερόμενος γενικότερα στα προβλήματα που προέκυψαν αναφορικά με τη συμμετοχή των αιτητριών στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 εταιρεία, υποστήριξε πως έχοντας προηγηθεί, κατά ή περί τις 03.03.2016, η σύλληψη του Kulikov στη Ρωσία, ζητήθηκε όπως ο ίδιος και ο Kulikov παραιτηθούν από τη θέση τους ως διευθυντές της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 εταιρείας πέραν από την αναγκαιότητα να συμπληρώσουν και να υποβάλουν εκ νέου προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (καθ' ης η αίτηση αρ. 2) σχετικά ερωτηματολόγια αναφορικά με το ιστορικό τους. Στον ίδιο και στον Gorbatov, υπεδείχθη πως πέραν του γεγονότος ότι οι αιτήτριες δεν είχαν προσελκύσει το συμφωνηθέν ποσό προμηθειών, ότι υπήρχαν δραστηριότητες στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 που όχι μόνο δεν άρεσαν στους καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 αλλά είχαν προκαλέσει τις ανησυχίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Όταν η τελευταία πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Kulikov, διευθετήθηκε κατά ή περί τις 15.03.2016, συνάντηση στα γραφεία της τελευταίας, όπου σε προφανή προσυνεννόηση μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 και των καθ' ων η αίτηση 3 έως 8, υπεδείχθη από αξιωματούχους της καθ' ης η αίτηση 2 αλλά και παριστάμενους μετόχους της καθ' ης η αίτηση 1, τόσον στον ίδιο όσο και στον Gorbatov, στην απουσία του Kulikov που εξακολουθούσε να τελεί υπό σύλληψη στην στη Ρωσία: «α) Ότι η καθ' ης η αίτηση 2 είχε ανησυχίες για ορισμένες δραστηριότητες της καθ' ης η αίτηση 1 που κατ' ισχυρισμό συνδέονταν μαζί μας. Δεν διευκρινίστηκε όμως ποιες συγκεκριμένες δραστηριότητες είχαν προκαλέσει τις ανησυχίες της καθ' ης η αίτηση
  23. Εντούτοις η καθ' ης η αίτηση 2 το κατέστησε ξεκάθαρο ότι ως είχαν τα πράγματα θα προχωρούσε σε ανάκληση της άδειας της καθ' ης η αίτηση
  24. β) παράλληλα αναφέρθηκε ότι οι αιτήτριες δεν είχαν καταφέρει να προσελκύσουν τις υπό της Συμφωνίας Μετόχων απαιτούμενες προμήθειες. γ) Ότι ως αποτέλεσμα πρότειναν να μειωθεί το μετοχικό μερίδιο των αιτητών στην καθ' ης η αίτηση 1 σε συνολικό ποσοστό 12.6% και εις αντάλλαγμα να ακυρωθεί η Δεύτερη Συμφωνία Δικαιώματος Εξαγοράς Μετοχών που έδινε στους καθ' ων η αίτηση 3-8 δικαίωμα να εξαγοράσουν τις μετοχές των αιτητών για €10,000.
  25. Κατέστη ξεκάθαρο στη συνάντηση ότι οι καθ' ων η αίτηση 3-8 είχαν ήδη προηγουμένως συζητήσει και διαπραγματευτεί μεταξύ τους αυτή τη νέα προτεινόμενη συμφωνία για τη μείωση της συμμετοχής των αιτητών στην καθ' ης η αίτηση
  26. δ) Ότι η νέα συμφωνία θα επέτρεπε στις αιτήτριες να βγάζουν κέρδος από τους δικούς τους πελάτες έτσι ώστε να καταφέρουμε σταδιακά να επανακτήσουμε τα ποσά που επενδύσαμε στην καθ' ης η αίτηση
  27. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι θα πληρώνονταν στις αιτήτριες οι προμήθειες για τις εταιρείες που οι αιτήτριες ή εμείς είχαμε προσελκύσει στην καθ' ης η αίτηση 1 τράπεζα. ε) Ότι με το να μειωθεί το μετοχικό μερίδιο έκαστου εξ' εμάς (ήτοι του κου Kulikov, του Gorbatov και εμένα) σε ποσοστό χαμηλότερο του 5% η έμμεση μετοχική συμμετοχή μας στην καθ' ης η αίτηση 1 δεν θα απασχολούσε πλέον την καθ' ης η αίτηση
  28. Διαφορετικά με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η καθ' ης η αίτηση 2 θα προχωρούσε στην ανάκληση της άδειας της καθ' ης η αίτηση 1». Υπό τις περιστάσεις, υποδεικνύει ο ομνύον, οι αιτήτριες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποδεχθούν την πιο πάνω πρόταση. Η παραίτηση του ιδίου αλλά και των άλλων διευθυντών που διορίστηκαν από τις αιτήτριες, υποστηρίζει, δεν ήταν εκούσια αλλά αποτέλεσμα πίεσης που ασκήθηκε σε αυτούς. Τούτο, γιατί, πέραν του κινδύνου που υπήρχε οι μέτοχοι, επικαλούμενοι τις μεταξύ τους συμφωνίες, να εξαγοράσουν τις μετοχές τους για €10.000,00, τους είχαν επίσης εκφοβίσει και έμμεσα απειλήσει, ότι σε περίπτωση που δεν γίνονταν αποδεκτές οι πιο πάνω προτάσεις, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα προχωρούσε με την ανάκληση της άδειας της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας. Όπως δε τους υπέδειξαν, τέτοια ανάκληση θα γινόταν, ακόμα και εάν οι αιτήτριες επέλεγαν αντί να προσελκύσουν το εναπομείναν ποσό των προμηθειών, να καταβάλουν προς τους καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 το υπόλοιπο ποσό, με βάση τη φόρμουλα που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους . Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ήταν, κατά ή περί τις 18.03.2016 να συναφθεί η νέα συμφωνία μεταβίβασης μετοχών μεταξύ των αιτητριών και των λοιπών μετόχων της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, με τίτλο Heads of Agreement, αποτέλεσμα της οποίας ήταν οι αιτήτριες να αναγκαστούν να μεταβιβάσουν αριθμό μετοχών τους προς τους υπόλοιπους μετόχους, κατά τρόπο που το μετοχικό τους μερίδιο να μειωθεί στο συνολικό ποσοστό του 12.6% των μετοχών της καθ' ης η αίτηση αρ.1, με αντάλλαγμα οι καθ' ων η αίτηση αρ. 3 έως και 10 να συμφωνήσουν όπως μη ασκήσουν το δικαίωμά τους για εξαγορά των μετοχών των αιτητριών έναντι €10.000,00, ως προνοούσε σχετική συμφωνία δικαιώματος εξαγοράς μετοχών (Call Option Agreement). Έχοντας γίνει οι αναγκαίες διευθετήσεις και ολοκληρωθεί οι σχετικές μεταβιβάσεις μετοχών ως προνοείτο στην ως άνω συμφωνία μεταβίβασης μετοχών, (Heads of Agreement) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, έχοντας διενεργήσει επιτόπια έρευνα στα γραφεία της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, απέστειλε επιστολή στην καθ' ης η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση αρ. 1, ημερ. 20.05.2016, μέσω της οποίας υποδείκνυε πως ως η συνάντηση που είχε προηγηθεί μεταξύ αξιωματούχων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, αναμενόταν όπως: α) παραιτηθούν συγκεκριμένα πρόσωπα από θέσεις στην ανώτατη διεύθυνση της καθ' ης η αίτηση 1, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που οι αιτήτριες είχαν διορίσει στο International Business Unit της καθ' ης η αίτηση 1, β) παραιτηθούν συγκεκριμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της καθ' ης αίτηση 1 που είχαν προταθεί από τις αιτήτριες, και γ) κλείσουν όλοι οι λογαριασμοί που σχετίζονται με τον όμιλο Capital Financial Group (όμιλο με τον οποίο σχετιζόταν οι αιτήτριες) και επαναξιολογηθούν όλοι οι πελάτες που είχαν συστηθεί στην καθ' ης η αίτηση 1 τράπεζα από τα πρόσωπα που καλούνταν σε παραίτηση. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνυπάρχουν τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της συνομωσίας, προκρίνοντας τη θέση ότι η συμφωνία μεταβίβασης μετοχών του 2016, (Heads of Agreement) παρουσιάστηκε στις αιτήτριες κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και όλων των υπόλοιπων καθ' ων η αίτηση, με σκοπό να απομακρύνουν σιωπηρά τις αιτήτριες από την καθ' ης η αίτηση αρ.
  29. Η ως άνω συμφωνία μεταβίβασης μετοχών του 2016, (Heads of Agreement) υποστηρίζει, ήταν ουσιαστικά προϊόν οικονομικού καταναγκασμού, ως αποτέλεσμα των απειλών των υπόλοιπων μετόχων ότι θα εξαγοράσουν τις μετοχές των αιτητριών ως η μεταξύ τους συμφωνία εξαγοράς δικαιώματος μετοχών, (Call Option Agreement) παρά το γεγονός ότι οι αιτήτριες δεν ευθύνονταν για τη μη προσέλκυση συγκεκριμένου ελάχιστου ποσού προμηθειών, ως η συμφωνία μετόχων της 10.06.2014 και υπό την απειλή πως η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 θα ανακαλέσει την άδεια της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 στην περίπτωση που οι αιτήτριες δεν συμφωνούσαν στη συμφωνία μεταβίβασης μετοχών, ανάκληση η οποία θα προωθείτο ακόμη και εάν οι αιτήτριες αντί να προσελκύσουν τον εναπομείναντα όγκο εργασιών επέλεγαν να προχωρήσουν με την καταβολή προς τους υπόλοιπους μετόχους του ποσού που προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία. Σημειώνει περαιτέρω το γεγονός ότι στις 13.06.2016, μια εβδομάδα πριν από την προγραμματισμένη έκτακτη γενική συνέλευση της καθ' ης η αίτηση αρ.1, γνωστοποιήθηκε στις αιτήτριες επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, προχώρησε σε άμεση αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφων που απέρρεαν από τις μετοχές που οι αιτήτριες εξακολουθούσαν να κατέχουν στην καθ' ης η αίτηση αρ.
  30. Η πιο πάνω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κατέλαβε τις αιτήτριες εξ απροόπτου, χωρίς να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τη θέση τους και να προβούν σε εξηγήσεις για τα ζητήματα που θίγονταν στην εν λόγο επιστολή. Συνάντηση επί τούτου έγινε κατορθωτό να διευθετηθεί στα γραφεία της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, στις 24.06.2016, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο της ετήσιας γενικής συνέλευσης και της έκτακτης γενικής συνέλευσης της καθ' ης η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση αρ. 1, η οποία έλαβε χώρα στις 21.06.2016, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος και ο Gorbatov ενημερώθηκαν για τους λόγους και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί πριν από την πιο πάνω απόφαση της καθ' ης η αίτηση αρ.
  31. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, σε σχέση με την απόφαση της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 για αναστολή του δικαιώματος ψήφου τους καταχωρήθηκε προσφυγή ενώπιον καθ' ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου ενώ παράλληλα, στις 29.07.2016 προωθήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της ως άνω απόφασης της καθ' ης η αίτηση αρ.
  32. Στο μεταξύ, οι Belousov και Gorbatov με τη συνοδεία των δικηγόρων τους, παρέστησαν στην προγραμματισμένη κατά την 21.06.2016 ετήσια γενική συνέλευση και έκτακτη γενική συνέλευση της καθ' ης η αίτηση αρ.
  33. Αίτημα τους για αναβολή της γενικής συνέλευσης μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα της αναστολής του δικαιώματος ψήφου τους, δεν εγκρίθηκε. Εγκρίθηκαν ωστόσο, μεταξύ άλλων, διάφορα ψηφίσματα που αφορούσαν τη συμφωνία μεταβίβασης μετοχών, (Heads of Agreement) ενώ αντικαταστάθηκε το καταστατικό της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 με νέο καταστατικό. Ενόψει της ως άνω εξέλιξης γεγονότων και της αυθαίρετης άσκησης εξουσίας εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, υποστηρίζει, οι αιτήτριες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για προστασία των δικαιωμάτων τους. Αποτελεί τέλος θέση του ομνύοντος ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και προχωρήσει η εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών των αιτητριών προς τους καθ' ων η αίτηση αρ. 3 έως 10 ως η συμφωνία μεταβίβασης μετοχών του 2016, (Heads of Agreement) με αποτέλεσμα το μετοχικό μερίδιο των τελευταίων στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 να μειωθεί από 50% σε 12.6%, οι αιτήτριες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα αποτελούν πλέον μειοψηφία στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 χωρίς κανένα ουσιαστικό έλεγχο και λόγο για τις αποφάσεις και δραστηριότητες που αφορούν την συγκεκριμένη τράπεζα. Ούτε θα έχουν την ευκαιρία να διαπραγματευτούν τους όρους μιας πιθανής πώλησης των συγκεκριμένων μετοχών, ενώ ορατός είναι ο κίνδυνος, σε μια πιθανή υποτιμημένη πώληση των μετοχών, λόγω παραλείψεων εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, να είναι αδύνατον να υπολογιστεί η πραγματική τιμή στην οποία θα προχωρούσε η πώληση με την συμβολή των αιτητριών. Ως τέτοια, ανεπανόρθωτη ζημιά, σημειώνεται εκ μέρους του και η πιθανότητα σε περίπτωση πώλησης μέρους μόνο της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, οι αιτήτριες να βρεθούν ως συμμέτοχοι σε αυτήν, με ένα νέο μέτοχο τον οποίο πιθανόν να μην εγκρίνουν. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση στους οποίους έγινε κατορθωτό να επιδοθεί η αίτηση, ήτοι οι εναγόμενοι 1 έως και 8, προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Οι λόγοι της ένστασης της πλευράς της εναγόμενης αρ. 1, η οποία καταχωρήθηκε στις 13.12.2016, ως οι σχετικές πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, προτάσσονται στο σώμα της. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  34. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι ανεπαρκείς, γενικές και αόριστες.
  35. Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποκαλύψουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση
  36. Περαιτέρω και χωρίς περιορισμό, οι Αιτητές δεν καταλογίζουν συγκεκριμένους ισχυρισμούς εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή η διαδικασία συνιστά διαφορά μετόχων και/ή η διαδικασία αφορά διαφορά μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση 2, αλλά όχι διαφορά μεταξύ των Αιτητών . και της Τράπεζας, ενώ επιζητείται απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Τράπεζας.
  37. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις/κριτήρια για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  38. Περαιτέρω και χωρίς περιορισμό, δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε υπάρχει ορατή ή πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών στην αγωγή και δεν έχει αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά.
  39. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση γενικά, και στην Τράπεζα ειδικά.
  40. Το σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας διαδικασίας σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης όρου διαιτησίας στη Συμφωνία Μετόχων.
  41. Οι αιτητές είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης στο να αποταθούν στο Δικαστήριο και/ή να προωθήσουν την αγωγή τους». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Εύης Δ. Πρωτοπαπά, ημερομηνίας 13.12.2016, εσωτερικής νομικής συμβούλου και γραμματέα της εναγομένης αρ. 1 τράπεζας, όπως η ίδια υποδεικνύει. Ως έχει ήδη σημειωθεί, για τον ίδιο σκοπό και έχοντας εξασφαλιστεί η σχετική άδεια του Δικαστηρίου, η ως άνω Εύης Δ. Πρωτοπαπά, προέβη σε απαντητική/συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στις 22.09.
  42. Για τους ίδιους λόγους που έχουν αναφερθεί κατά το στάδιο παράθεσης του υπόβαθρου γεγονότων που τέθηκε μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο θα περιοριστεί και σε αυτή την περίπτωση σε περιληπτική παράθεση των θέσεων της ως άνω ενόρκως δηλούσας - όπως και όλων όσων με τις δηλώσεις τους υποστηρίζουν τις ενστάσεις των υπόλοιπων ενιστάμενων καθ' ων η αίτηση - για σκοπούς οικονομίας χρόνου και μέσων, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζει οποιαδήποτε λεπτομέρεια και πτυχή του λόγου τους, ως καταγράφεται στις πολυσέλιδες δηλώσεις τους. Προκρίνεται από την κα. Πρωτοπαπά ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί διαφορά μεταξύ των μετόχων της καθ' ης η αίτησης αρ. 1 και/ή διαφορά μεταξύ των αιτητριών και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, από μόνα τους, να αποκρούουν οποιαδήποτε προσπάθεια των αιτητριών να προβάλουν ισχυρισμούς εις βάρος και της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας. Η προσπάθεια των αιτητών, υποδεικνύει, οι οποίοι συνομολόγησαν αριθμό συμφωνιών με τους μετόχους της τράπεζας, να ακυρώσουν και να προσπεράσουν αυτές στη βάση ισχυρισμών περί παραπλάνησης ή εξαναγκασμού ή δόλου ή συνομωσίας, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, με βάση την πείρα και τις γνώσεις τους σε εμπορικές και τραπεζικές συνδιαλλαγές αλλά και τις συμβουλές τις οποίες ετύγχαναν από δικηγόρους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, τόσο σε βάρος της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 αλλά και γενικότερα σε βάρος όλων των καθ' ων η αίτηση. Παραπέμποντας στην εξέλιξη των γεγονότων και σε όσα μεσολάβησαν πριν από την υπογραφή των συμφωνιών που εδώ απασχολούν, τόσο του 2014 όσο και του 2016, όπως τη συμφωνία εμπιστευτικότητας μέσω της οποίας δόθηκαν στις αιτήτριες οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητήθηκαν σε σχέση με τις εργασίες της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, αλλά και σε πρόνοιες των σχετικών συμφωνιών, όπως η ρήτρα ολικής συμφωνίας, «entire agreement clause» (όρος 9.5 στη Συμφωνία Συνδρομής «Subscription Agreement» ημερ. 10.06.2014) με βάση την οποία εξαιρούνται εξυπακουόμενοι ή σιωπηροί ή άλλοι όροι ή αντιλήψεις των μερών εκτός των όσων εξαντλητικά αναφέρονται στο κείμενο της εν λόγω συμφωνίας, απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 προέβη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε χρόνο σε ψευδείς παραστάσεις προς τις αιτήτριες ή τους αντιπροσώπους τους κατά τον τρόπο που προβάλλεται από την πλευρά των αιτητριών. Απέρριψε περαιτέρω τη θέση ότι η Κεντρική Τράπεζας της Κύπρου καθυστέρησε στην έκδοση των απαιτούμενων εγκρίσεων για τη συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 προσώπων που κατονομάστηκαν από τις αιτήτριες, αναφερόμενη σε ενέργειες και διαβήματα που έγιναν για την εξασφάλιση των τελικών εγκρίσεων προς τούτο εντός της εκ του νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε κάθε περίπτωση, προκρίνει, η λήψη των σχετικών εγκρίσεων δεν είχε καμία σχέση με τη δυνατότητα των αιτητριών να προσελκύσουν νέους πελάτες ως ήταν η εκ της σύμβασης υποχρέωσής τους. Απορρίπτοντας περαιτέρω τη θέση ότι ένας από τους λόγους που κατέστη αδύνατη η εκπλήρωση του όρου των συμφωνιών σε σχέση με τις οφειλόμενες να εξασφαλιστούν προμήθειες, ήταν η περιοριστική ερμηνεία που δόθηκε στον όρο «προμήθεια», υποδεικνύει πως πέραν του ότι ο καθορισμός ή ορισμός του συγκεκριμένου όρου έγινε χωρίς την ανάμειξη της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, ουδέποτε τέθηκε ζήτημα διαφωνίας από την πλευρά των αιτητριών ή των αντιπροσώπων τους σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των προμηθειών. Σε σχέση με την τεχνική δυνατότητα της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας να επεξεργάζεται μεγάλο αριθμό πράξεων (transactions) και ειδικότερα πράξεων ξένου συναλλάγματος, (forex transactions) υπέδειξε ότι δεν παραπλάνησε με οποιοδήποτε τρόπο τις αιτήτριες ως προς τις δυνατότητές της. Αποτελεί θέση της ότι οι αιτήτριες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν σε σχέση με την υποδομή και τις τεχνικές ικανότητες της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας κατά το στάδιο διεξαγωγής ελέγχου (Due diligence) από μέρους τους, πριν υπογράψουν την επίδικη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνει, παρά τις πιο πάνω αναφορές των αιτητριών ή των εκπροσώπων τους ότι θα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς πράξεων, οι πράξεις που διοχέτευαν στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα προς διεκπεραίωση δεν ήταν οι αναμενόμενες. Αντίθετα, υπήρξαν πάντοτε μικρότερες των δυνατοτήτων της τελευταίας, με την τράπεζα να διεκπεραιώνει πράξεις πολύ περισσότερες από εκείνες που οι αιτήτριες και οι αντιπρόσωποί τους τελικά προωθούσαν. Η καθ' ης η αίτηση αρ.1, υποστήριξε, εργαζόταν πάντοτε καλόπιστα με σκοπό να πραγματοποιηθούν τα σχέδια των αιτητριών προς όφελος και της ίδιας, φροντίζοντας πάντα να εφαρμόζει τις ορθές διαδικασίες και τις απαιτητικές προϋποθέσεις που θέτουν οι ευρωπαϊκοί και οι εγχώριοι κανονισμοί, μεταξύ άλλων, σε σχέση και με τα μέτρα για αποφυγή ξεπλύματος βρώμικου χρήματος εκ μέρους τραπεζών. Απορρίπτοντας περαιτέρω τη θέση ότι η εκπλήρωση των όρων των συμφωνιών της 10.06.2014 κατέστη αδύνατη λόγω του ότι η ανταποκρίτρια τράπεζα «UBS» τερμάτισε το λογαριασμό ανταποκριτή σε δολάρια Η.Π.Α. της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, υπέδειξε ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 ουδέποτε διατηρούσε τέτοιο λογαριασμό με την εν λόγω τράπεζα, υποδεικνύοντας πως όταν τον Νοέμβριο του 2015, η HSBC Bank PLC έκλεισε τον λογαριασμό αυτού του τύπου που διατηρούσε με την καθ' ης η αίτηση αρ. 1, η τελευταία προέβη σε διευθετήσεις με δυο άλλες ανταποκρίτριες τράπεζες αλλά και οργανισμό υπηρεσιών πληρωμών, κατά τρόπο που οι εργασίες στις συναλλαγές δολαρίου προχώρησαν απρόσκοπτα. Το γεγονός εξάλλου ότι εργαζόμενοι στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, οι οποίοι είχαν διοριστεί καθ' υπόδειξη των αιτητριών, παραιτήθηκαν κατά ή περί τον Ιούνιο του 2016, ένεκα και της παρέμβασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, γεγονός που γνώριζαν οι αιτήτριες, δεν αποτελεί εξέλιξη που υπό το σύνολο των περιστάσεων μπορεί να προσδώσει οποιανδήποτε ευθύνη στην ίδια την καθ' ης η αίτηση αρ.
  43. Πρόκειται, υποδεικνύει, για νόμιμες αποχωρήσεις εργοδοτούμενων, με πλήρη διαφάνεια και κατ' εφαρμογή των εσωτερικών κανονισμών της τράπεζας, οι οποίες έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο από το χρόνο που θα έπρεπε να επιτευχθεί η διοχέτευση συγκεκριμένου όγκου εργασιών στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, στόχος που ήδη δεν είχε επιτευχθεί από την πλευρά των αιτητριών. Αναφερόμενη στη συνομολόγηση της Συμφωνίας Μεταβίβασης Μετοχών του 2016, (Heads of Agreement) με την οποία ουσιαστικά το ποσοστό των αιτητριών στο μετοχικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας μειώθηκε από 50% σε 12,6% και στα γεγονότα που οδήγησαν στον καταρτισμό της, υπέδειξε ότι ήδη από τις 12.06.2015 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άρχισε να εκφράζει ανησυχίες σε σχέση με προηγούμενες δραστηριότητες των Belousov και Kulikov, θέτοντας ερωτήματα. Στις 31.10.2016, με επιστολή της σημείωνε πως εκ πρώτης όψεως οι κ.κ. Belousov, Kulikov και Gorbatov έπαψαν να πληρούν τα κριτήρια της σχετικής νομοθεσία και η άσκηση επιρροής τους είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της τράπεζας και ότι εξέταζε το ενδεχόμενο να πάρει ανάλογα μέτρα. Σημείωσε περαιτέρω ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, με επιστολή της, ημερ. 12.02.2016, ανακοίνωσε την υποβάθμιση της Ρωσικής θυγατρικής της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας, JSC cdbank, αναφέροντας ως ένα εκ των λόγων το «doubtful management quality» το οποίο μεταξύ άλλων βασίστηκε σε «legal risk and reputational risk due to negative business reputation of bank's ultimate owners (three physical persons - Russian citizens who have purchased over 5-% shareholding in CDB PC Ltd through their companies»). Οι λόγοι για τους οποίους οι αιτήτριες συνομολόγησαν την ως άνω συμφωνία του 2016, υποδεικνύει, ήταν καθαρά «εμπορικοί», σταθμίζοντας οι τελευταίες τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα συνομολόγησης της και τον κίνδυνο να χάσουν τις μετοχές τους με βάση το δικαίωμα εξαγοράς μετοχών που διατηρούσαν οι υπόλοιποι μέτοχοι της καθ' ης η αίτηση αρ.
  44. Υπό τις περιστάσεις, υποδεικνύει, στο τέλος της ημέρας ήταν συμφέρουσα για τις αιτήτριες η συνομολόγηση της ως άνω συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών, (Heads of Agreement) αφού μέσω της οι τελευταίες διασφάλισαν ότι δεν θα έχαναν το σύνολο των μετοχών τους έναντι του ποσού των €10.000,00 αλλά θα απέμενε σε αυτούς το 12,6% των μετοχών της τράπεζας (3.271.131,00 μετοχές, αξίας σίγουρα πέραν του ποσού των €10.000,00). Αναφερόμενη στα διάφορα προβλήματα που η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα αντιμετώπισε και τα οποία απέρρεαν από τη συμμετοχή των αιτητριών στο μετοχικό της κεφάλαιο, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ασκήθηκε πίεση σε αυτές για τη μείωση του μετοχικού τους μεριδίου. Η αυτεπάγγελτη έρευνα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και η απαίτηση της τελευταίας για λήψη συγκεκριμένων μέτρων, όπως παραιτήσεις στελεχών της τράπεζας και μελών του διοικητικού της συμβουλίου αλλά και τερματισμού του λογαριασμού του ομίλου εταιρειών Capital Financial Group που σχετιζόταν με τις αιτήτριες, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε δυσάρεστη εξέλιξη για την καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει οποιανδήποτε βάση αγωγής και/ή πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 αλλά και των υπόλοιπων καθ' ων η αίτηση. Σχολιάζοντας τα γεγονότα του Ιουνίου του 2016 που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της έκτακτης γενικής συνέλευσης της καθ' ης η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση αρ. 1 τράπεζας στις 21.06.2016, υπέδειξε ότι η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 ήταν αναγκασμένη να ενεργήσει με τον πιο πάνω τρόπο, συμμορφούμενη με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για αναστολή των ψήφων των αιτητριών εταιρειών. Το αίτημα δε των αιτητριών για αναβολή της συνέλευσης, απορρίφθηκε παμψηφεί από τους συμμετέχοντες σε αυτή, όταν ζητήθηκε η συγκατάθεσή τους προς τούτο ως η σχετική πρόνοια του καταστατικού της καθ' ης η αίτηση αρ.
  45. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, στις 21.06.2016 δεν εκδηλώθηκε πρόθεση εκ μέρους των αιτητών για προσβολή της συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών (Heads of Agreement). Καταληκτικά υποδεικνύει ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν καλή βάση αγωγής ή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Πρόκειται για αιτήτριες στελεχωμένες με άτομα με εξειδικευμένη γνώση και/ή πείρα σε επιχειρήσεις και πολύπλοκα οικονομικά σχήματα που συνομολόγησαν ξεκάθαρες γραπτές συμφωνίες, οι οποίες ετοιμάστηκαν από δικηγόρους και οι οποίες σήμερα επιχειρούν να αποφύγουν τις επιπτώσεις των συμφωνιών αυτών ισχυριζόμενες ότι εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν τις εν λόγω συμφωνίες. Πέραν του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για ικανοποίηση των αιτημάτων, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, υποστηρίζει, το ισοζύγιο της ευχέρειας, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες θα πρέπει να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα, για λόγους τους οποίους η ομνύουσα προβάλλει, μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της ουσίας της αγωγής είναι επάναγκες να προστατευθεί από τυχόν επιπτώσεις αμφισβητήσεων των Κεντρικών Τράπεζων τόσο της Κύπρου όσο και της Ρωσίας, οι οποίες είναι δυνατόν να προκύψουν στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, με τη δική της ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλει επίσης αριθμό λόγων ένστασης στα αιτήματα των αιτητριών. Μεταφέρονται αυτούσιοι στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερα, προκρίνεται από την πλευρά της ότι:

(1)Εγείρεται δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή να εκδικάσει την παρούσα αγωγή εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2, καθότι αφορά και/ή σχετίζεται με ενέργειες και/ή πράξεις της Εναγόμενης 2, όπως η έγκριση απόκτησης ποσοστού συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα και έγκριση διορισμού μελών διοικητικού οργάνου, οι οποίες ελέγχονται μόνο από το Διοικητικό Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(2)Εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι οι Αιτήτριες δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 και/ή η παρούσα αγωγή λανθασμένα στρέφεται εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2, δεδομένου ότι δεν εγείρονται ισχυρισμοί ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις της καθ' ης η αίτηση 2 δεν έγιναν καλή τη πίστει ή ότι είναι αποτέλεσμα δόλου ή σοβαρής αμέλειας.
(3)Εγείρεται τρίτη προδικαστική ένσταση ότι οι Αιτήτριες κωλύονται και δεν νομιμοποιούνται να προωθήσουν οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τις ενέργιες της καθ'ης η αίτηση 2, είτε αναφορικά με την απόκτηση ποσοστού συμμετοχής στην καθ'ης η αίτηση 1, είτε σε σχέση με το διορισμό μελών διοικητικού οργάνου, καθότι αποδέχτηκαν όλες τις ενέργειες και αποφάσεις της καθ'ης αίτηση 2, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, και εν πάση περιπτώσει χωρίς να εκφράσουν προηγουμένως οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τις αποφάσεις ή ενέργειες της καθ'ης η αίτηση 2.
(4)Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν αποφασιστικά την κρίση του Δικαστηρίου στη μη έκδοση του προσωρινού διατάγματος και/ή δεν έχει προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των πραγματικών ουσιωδών γεγονότων.
(5)Με την παρούσα αίτηση δεν ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων ή οποιωνδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων.
(6)Εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 όχι μόνο δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής αλλά ούτε αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα.
(7)Οι Αιτήτριες δεν απέδειξαν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε απέδειξαν ότι υπάρχει ορατή και/ή καλή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αγωγής εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2.
(8)Οι Αιτήτριες δεν κατέδειξεαν ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και αν πετύχει η παρούσα αγωγή εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 (ισχυρισμό τον οποίο απορρίπτουμε), η τυχόν ζημιά που θα υποστούν οι Αιτήτριες από την απόρριψη της παρούσας αίτησης μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα
(9)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και/ή η μαρτυρία στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη και δεν εκτίθενται επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν και/ή να δικαιολογούν την έκδοση και μονιμοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(10)Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) γέρνει την πλάστιγγα προς το μέρος των καθ'ων η αίτηση για να μην εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
(11)Είναι δίκαιο και εύλογο, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η αίτηση.» Ο Γιάγκος Δημητρίου, Αναπληρωτής Ανώτερος Διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, μέσω της ένορκης δήλωσης του, ημερ. 31.01.2017, που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση αρ.2, υποδεικνύει και εξηγεί ότι όλες οι ενέργειες και αξιολογήσεις της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, θεσμικά ανεξάρτητης και αυτόνομης υπηρεσίας, οι οποίες αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, ήταν σύννομες και εντός των προθεσμιών που η σχετική νομοθεσία και κανονισμοί τάσσουν. Αρνούμενος κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί προσυνεννόησης μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και των υπόλοιπων καθ' ων η αίτηση, όπως προκρίνεται από την πλευρά των αιτητριών, υποστηρίζει ότι η όποια εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 στην εξέλιξη των γεγονότων έγινε στα πλαίσια πάντα της άσκησης του εποπτικού της ρόλου και των αναγκαίων ελέγχων εκ μέρους της. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτητριών, όπως αυτές για πρώτη προβάλλονται στα πλαίσια της προώθησης της υπό συζήτησης αίτησης τους, συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις, στην προσπάθεια τελευταίων να εμπλέξουν την καθ' ης η αίτηση αρ. 2 στην αστικής φύσης διαφορά που έχουν με τους υπόλοιπους καθ' ων η αίτηση. Αναφέρθηκε επίσης στην ενημέρωση που η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 έλαβε μέσω επιστολής ημερομηνίας 18.04.2016, για τις προτεινόμενες εσωτερικές αλλαγές στη μετοχική δομή της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, οι οποίες αφορούσαν τη μεταβίβαση μετοχών των αιτητριών εταιρειών στους υπόλοιπους μετόχους της καθ' ης η αίτηση αρ.
  1. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα και πληροφορίες που περιήλθαν στην αντίληψή της, χορήγησε την έγκριση για να αποκτήσουν ειδική συμμετοχή οι αιτήτριες στο μετοχικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ενημερώθηκε για τις παραιτήσεις των μελών του διοικητικού οργάνου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 καθώς και της ανώτατης διεύθυνσης, ως επίσης ότι δόθηκαν οδηγίες για το κλείσιμο των λογαριασμών που σχετίζονταν με τον όμιλο εταιρειών Capital Financial Group που τηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 και ο οποίος ανήκε στους τελικούς δικαιούχους των αιτητριών. Παράλληλα, ενημερώθηκε για την πρόθεση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας να προβεί σε επαναξιολόγηση όλων των πελατών που είχαν συσταθεί από την ανώτατη διεύθυνση. Αναφερόμενος με λεπτομέρειες στην εξέλιξη των γεγονότων που καθόρισαν τη στάση της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και οδήγησαν στη λήψη από την πλευρά της συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και αποφάσεων, υποδεικνύει παράλληλα ότι η παράθεση των γεγονότων εκ μέρους της πλευρά των αιτητών, μέσω της ένορκης δήλωσης του Belousov που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, περιέχει ανακρίβειες και σοβαρές ελλείψεις, αφού παρασιωπά σημαντικά για την υπό συζήτηση υπόθεση στοιχεία και γεγονότα στα οποία ο ίδιος παραπέμπει. Ανάμεσα σε άλλα, σχολιάζοντας τη θέση περί καθυστερήσεων στην εξασφάλιση των απαιτούμενων εγκρίσεων και αδειών από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση αρ.2, υποδεικνύει ότι οι Kulikov, Belousov και Gorbatov, κατά παράβαση του εγγράφου πολιτικής αναφορικά με την αδειοδότηση και απόκτηση συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο τράπεζας ιδρυμένης στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως ήταν δηλαδή η καθ' ης η αίτηση αρ. 1, παρέλειψαν να επισυνάψουν σχετικά ερωτηματολόγια. Όταν δε μετά από σχετικές οχλήσεις της καθ' ης η αίτηση αρ.2 αυτά τελικά υποβλήθηκαν, ήταν ελλιπή. Η καθ' ης η αίτηση αρ. 2, κατ' εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας ενέκρινε την εξαγορά από τις αιτήτριες του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 με ποσοστά 45% για την αιτήτρια αρ. 1 και 5% για την αιτήτρια αρ.
  2. Ομοίως, εντός της εκ του νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας εγκρίθηκε η εισηγούμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 και η συμμετοχή των αιτητριών στο μετοχικό κεφάλαιο της τελευταίας. Ο ομνύον αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα γεγονότα που προηγήθηκαν πριν η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ενημερώσει με επιστολή την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 για την πρόθεσή της να καλέσει την τελευταία να απομακρύνει τους Belousov και Kulikov από μέλη του διοικητικού οργάνου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, (πριν καν περιέλθει σε γνώση της το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε ήδη συλληφθεί στη Ρωσία) ως επίσης σε σχέση με τα γεγονότα που μεσολάβησαν πριν την έκδοση της απόφασης της, ημερομηνίας 13.06.2016, για αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν οι αιτήτριες στην καθ' ης η αίτηση αρ.
  3. Ως εξηγεί, τα ως άνω γεγονότα πρωτίστως έχουν να κάνουν με ενημέρωση της οποίας έτυχε από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας και με ανακοινώσεις της τελευταίας, αλλά και με το γεγονός ότι ο Belousov, όχι μόνο δεν ανέφερε στο ατομικό ερωτηματολόγιο για το διορισμό του ως μέλος του διοικητικού οργάνου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, ότι είχε το 20% του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος GJS Prosberg Bank μέσω εταιρείας στην οποία ήταν ο μοναδικός μέτοχος, αλλά και ότι κατά την περίοδο Φεβρουαρίου 2013 - Απριλίου 2013 κατείχε τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσής της με σχετικούς τραπεζικούς νόμους και κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, για λόγους που εξηγούνται σε σχετική ανακοίνωση. Του ίδιου Πιστωτικού ιδρύματος, ο Kulikov - ως και ο ίδιος υπέδειξε στα στοιχεία που υπέβαλε στην καθ' ης η αίτηση αρ.2 - κατείχε επίσης το 20% του μετοχικού του κεφαλαίου από το 2012 μέχρι το Φεβρουάριο του
  4. Οι ως άνω, συνεχίζει, παρά την ευκαιρία που τους δόθηκε, δεν αποκάλυψαν την πλήρη συμμετοχή και τον ρόλο τους στην ως άνω εταιρεία. Ομοίως, ο Belousov δεν είχε αποκαλύψει ότι υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πιστωτικού ιδρύματος MirComBank, του οποίου η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας ανακάλεσε επίσης την άδεια λειτουργίας από τον Φεβρουάριο του 2006 και το οποίο εκκαθαρίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Παράλληλα, σημειώνει το γεγονός ότι στις 21.06.2016, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας ανακοίνωσε ότι οι άδειες της εταιρείας Ray, Coman & Co Securities ακυρώθηκαν/ανακλήθηκαν λόγω των συνεχιζόμενων παραβιάσεων κατά των προνοιών του ομοσπονδιακού νόμου της Ρωσίας που αφορά την καταπολέμηση νομιμοποίησης παράνομων εσόδων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και της εμπλοκής της σε ύποπτες επιχειρήσεις. Ο Gorbatov, εξηγεί, κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Dayarona, η οποία, μεταξύ άλλων αποτελεί σε ποσοστό 100%, μέτοχο και εκτελεστικό διοικητικό σύμβουλο στην ως άνω εταιρεία Ray Coman & Co Securities. Η καθ' ης η αίτηση αρ. 2, σημείωσε, ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 για την πρόθεσή της να ζητήσει από την τελευταία να απομακρύνει τους Kulikov και Belousov από το διοικητικό όργανό της, αφού δεν τηρούσαν τα κριτήρια της ικανότητας και καταλληλότητας που προνοούν η σχετική νομοθεσία, καλώντας την ταυτόχρονα να υποβάλει σχόλια και απόψεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, εξήγησε, μετά από συνάντηση που προηγήθηκε στις 11.03.2016, η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 με επιστολή της, ημερ. 15.03.2016, πληροφορούσε την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ότι οι Kulikov και Belousov παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους ως μέλη του διοικητικού οργάνου. Στις 23.08.2016 επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση αρ. 2 προσφυγή των αιτητριών σε βάρος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με την οποία προσβάλλει τη νομιμότητα της απόφασης της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 να αποστερήσει από αυτές το δικαίωμα ψήφου που απέρρεε από την κατοχή μετοχών της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, ως επίσης μονομερής αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής. Στις 12.10.2016, η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 ότι αποφάσισε να ανακαλέσει την προσβαλλόμενη πιο πάνω προσφυγή απόφαση. Εμμένοντας στη θέση ότι οι ισχυρισμοί των αιτητριών περί συνομωσίας μεταξύ της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 και των υπόλοιπων καθ' ων η αίτηση, αποτελούν ισχυρισμούς γενικούς, αόριστους, αβάσιμους και ατεκμηρίωτους, προβάλλει τη θέση ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι αιτήτριες όχι μόνο δεν έχουν αποδείξει σε βάρος της καθ' ης η αίτηση αρ.2 ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά δεν έχουν αποδείξει ότι υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα προς εκδίκαση. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έχει με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, αναγκάσει τις αιτήτριες για την υπογραφή της Συμφωνίας Μεταβίβασης Μετοχών του 2016 ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία, υποδεικνύοντας ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Σημειώνοντας το γεγονός ότι οι αιτήτριες δεν έχουν παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι θα προκληθεί σε αυτές ανεπανόρθωτη ζημιά από την απόρριψη της παρούσας αίτησής τους, προτάσσει πως ακόμα και σε περίπτωση που οι αιτήτριες αποδείξουν ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία ενεργειών της καθ' ης η αίτηση αρ.2, η τελευταία έχει δική της περιουσία, είναι φερέγγυα και συνεπώς οποιανδήποτε ζημιά αυτές υποστούν, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Καταληκτικά, υποδεικνύει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κάτω από όλες τις περιστάσεις που περιβάλουν την περίπτωση, κλείνει ξεκάθαρα υπέρ της απόρριψης της αίτησης, υιοθετώντας θέσεις επί του ζητήματος που προβλήθηκαν από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση αρ.
  5. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση 3 έως 8, ενίστανται επίσης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στις 14.12.2016, προχώρησαν στην καταχώρηση της δικής τους ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Για σκοπούς πληρότητας, οι λόγοι της ένστασης που προκρίνονται από την πλευρά τους μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Προκρίνεται λοιπόν από τους ως άνω καθ' ων η αίτηση ότι: «(α) Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προχωρούν μόνο εναντίον κάποιων από των μετόχων και να έχουν αποσύρει την αίτηση εναντίον των εναγομένων 9 και 10 εφόσον τα αιτούμενα διατάγματα επεκτείνονται και σε μετοχές που δεν αφορούν τους εναγόμενους 3-
  6. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων
(1)και
(2): (ι) Η αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ'ών η αίτηση 3-
  1. (ιι) Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. (ιιι) Οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (ιιι) Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ιν) Οι καθ'ών η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (δ) Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων 3-8'στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. (ε) Οι ενάγοντες αιτητές δεν έρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο εφόσον παραποιούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. (στ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί εφόσον ο σκοπός αυτής είναι αλλότριος και διότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντικείμενο και ζητούνται ως τελική θεραπεία στα πλαίσια της αγωγής και/ή ζητούνται για αλλότριους σκοπούς. (ζ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. (η) Οι αιτητές είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης στο να αποταθούν στο Δικαστήριο και/ή να προωθήσουν την αγωγή τους. (θ) Με πλήρη επιφύλαξη του ισχυρισμού των καθ'ών η αίτηση ότι οι αιτητές εμποδίζονται να εγείρουν την απαίτηση τους επί της βάσης της συμφωνίας ημερομηνίας 10/6/14 εφόσον αυτή έχει ακυρωθεί και αντικατασταθεί, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι τα κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εκδώσουν τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 10/6/14 διέπεται από ρήτρα διαιτησίας και ως εκ τούτου στερείται δικαιοδοσία της». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 τίθεται με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Λοΐζου, η οποία συνοδεύει την ένσταση, ημερομηνίας επίσης 14.12.2016, ως επίσης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερομηνίας 20.09.
  2. Ο ως άνω Λοΐζου, ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, υποστηρίζει ότι τα γεγονότα μέσω της ένορκης δήλωσης του Belousov που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση, παρουσιάζονται κατά τρόπο μονομερή και παραπλανητικό και με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσουν οι αιτητές οφέλη τα οποία δεν δικαιούνται. Απορρίπτοντας το περιεχόμενο της δήλωσης του Belousov, εξηγεί ότι ο ίδιος, περί τα τέλη του 2013 και αρχές του 2014 είχε εξουσιοδοτηθεί να προβεί σε ενέργειες ανεύρεσης στρατηγικού επενδυτή για αγορά ποσοστού της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, ο οποίος, δεν θα έβαζε απλώς μετρητά για αγορά μετοχών, αλλά ταυτόχρονα θα έφερνε πελατεία και αύξηση της κερδοφορίας της τράπεζας, τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα. Στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών και αφού προηγήθηκαν διάφορες συναντήσεις με πρόσωπα που εκπροσωπούσαν ουσιαστικά τις αιτήτριες, επιτράπηκε στις τελευταίες να λάβουν ότι πληροφορίες ήθελαν από την καθ' ης η αίτηση αρ.1, έχοντας στο μεταξύ υπογραφεί σχετική συμφωνία εμπιστευτικότητας. Αποστάληκε μάλιστα εκ μέρους των αιτητριών, εξειδικευμένος και έμπειρος τραπεζίτης για να διεξάγει ενδελεχή έλεγχο (due diligence) της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας. Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε μόνο αφού οι αιτήτριες έμειναν ικανοποιημένες από τα αποτελέσματα του ενδελεχούς ελέγχου στον οποίο προέβαιναν, δηλώνοντας πρόθυμες να προχωρήσουν σε αυτή. Για τον καταρτισμό της, υπήρξε εισήγηση εκ μέρους των αιτητριών, ειδικότερα από τον Gorbatov, όπως διοριστεί ένας δικηγόρος για υφιστάμενους και νέους μετόχους και δη το δικηγορικό γραφείο Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, δικηγορικό οίκο τον οποίο οι αιτήτριες γνώριζαν και εκτιμούσαν και ο οποίος λειτουργούσε ως σύμβουλός τους μέχρι και λίγο μετά από την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Σημειώνει, παράλληλα, ότι ο Belousov ήταν και ο ίδιος δικηγόρος, ενώ τόσο ο τελευταίος όσο και οι Kulikov και Gorbatov, τελικοί ιδιοκτήτες των αιτητριών, ήταν πεπειραμένοι επιχειρηματίες με μεγάλη εμπειρία σε αγορά και πώληση εταιρειών του κλάδου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας. Στις 10.06.2014 υπογράφτηκαν τελικά σχετικές συμφωνίες, οι οποίες ετοιμάστηκαν κατόπιν οδηγιών των υφιστάμενων και νέων μετόχων προς το δικηγορικό γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ. Η διαπραγμάτευση και συμφωνία επί των όρων των συμφωνιών έγινε ενώπιον και στην παρουσία όλων των μερών, με τον ομνύοντα να απορρίπτει κατηγορηματικά ότι οι καθ' ων η αίτηση παραπλάνησαν τους αιτητές ή τους ξεγέλασαν να υπογράψουν την εν λόγω συμφωνία. Στη βάση της ως άνω συμφωνίας, οι αιτήτριες θα αποκτούσαν το 50% της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, με την καταβολή €13.000.000,00 και με την παράλληλη υποχρέωση όπως, από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι την 31.03.2017, προσελκύσουν στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 προμήθειες συνολικού ύψους €40.000.000,
  3. Οι αιτητές, υποδεικνύει ο ομνύον, ήταν τόσο σίγουροι ότι θα πετύχαιναν τον ως άνω στόχο, που οι ίδιοι πρότειναν και συμφωνήθηκε, ότι στην περίπτωση που μέχρι τις 31.03.2016, δεν προσέλκυαν προμήθειες ύψους €13.000.000,00 τότε οι μετοχές τους θα εξαγοράζονταν από τους υφιστάμενους - παλαιούς μετόχους, έναντι του ποσού των €10.000,00 μόνο. Οι αιτήτριες στο πλαίσιο της υλοποίησης των συμφωνιών αντιμετώπισαν αρχικά δυσκολίες ως προς τα πρόσωπα που θα πρότειναν για διορισμό στο διοικητικό συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση αρ.1, ενώ στη συνέχεια ουσιαστικές δυσκολίες στη συμπλήρωση και υποβολή σχετικών εγγράφων στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στις οποίες και ειδικότερα αναφέρθηκε. Δυσκολίες όμως που δεν εμπόδιζαν τις τελευταίες να εργάζονται προς επίτευξη του στόχου τους όπως αυτός είχε συμφωνηθεί σε σχέση με την προσέλκυση προμηθειών, ούτε να εξελίξουν τις κατ' ισχυρισμόν τους αδυναμίες στην υποδομή της τράπεζας. Οι λόγοι που τελικά οι αιτήτριες δεν κατάφεραν να φτάσουν το στόχο που συμφώνησαν, υποστηρίζει, ήταν το γεγονός ότι ο όγκος των συναλλαγών που παρουσίασαν δεν ήταν επαρκής, ενώ κάποιες από τις συναλλαγές που προωθούσαν δεν μπορούσαν να έχουν την έγκριση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, με δεδομένο ότι δεν προσκομίζονταν τα απαιτούμενα από το νόμο έγγραφα και εξηγήσεις, δημιουργώντας έτσι εύλογες υποψίες για τις υπό εκτέλεση συναλλαγές. Τα προβλήματα της Ρωσικής οικονομίας κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, απόρροια της εμπλοκής της Ρωσίας στην εσωτερική διαμάχη στην Ουκρανία και η επιβολή εκ μέρους της Ρωσικής κυβέρνησης, σιωπηρώς, σημαντικών περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων στο εξωτερικό, τονίστηκαν επίσης από τον ομνύοντα, ως ένα επιπρόσθετος παράγοντας. Ουδέποτε εν πάση περιπτώσει οι αιτήτριες προσέλκυσαν περισσότερο όγκο εργασιών από εκείνο που η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 μπορούσε να διεκπεραιώσει. Τέτοιος ισχυρισμός, υποστηρίζει, προβλήθηκε από τις αιτήτριες εκ των υστέρων και μόνο κατά την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Ουδέποτε προηγουμένως, υποδεικνύει επίσης, οι αιτήτριες παραπονέθηκαν για αδυναμία της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 να διεκπεραιώσει συναλλαγές που οι ίδιοι προσέλκυαν ενώ απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι το λογισμικό της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 ήταν ακατάλληλο για τη διεκπεραίωση των εν λόγω συναλλαγών. Ούτε υπήρξε περίοδος κατά την οποία δεν υπήρχε λογαριασμός ανταποκριτή σε δολάρια Αμερικής. Γενικότερα, ουδέποτε στο παρελθόν ήγειραν οποιοδήποτε ζήτημα από αυτά που σήμερα προβάλλουν και αποδίδουν στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 ως αιτίες για την μη επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων από την πλευρά τους. Ενόψει της σχέσης των αιτητριών και διοικητικών συμβούλων της καθ' ης η αίτηση αρ.1 με τραπεζικό ίδρυμα στη Ρωσία, ειδικότερα την CJSC Prosmberg Bank (οι Belousov και Kulikov είχαν ενεργό συμμετοχή σε αυτή κατά τον τρόπο που εξηγεί ο Λοίζου) και της Ray Man & Co Securities, (την οποία έλεγχε μέσω εταιρείας του ο Gorbatov) εταιριών των οποίων οι άδειες λειτουργίας ανακλήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας για λόγους που εξηγεί επίσης ο ομνύον, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θορυβήθηκε, ζητώντας από την καθ' ης η αίτηση αρ.1 όπως επαναυποβληθεί, συμπληρωμένο από τον Belousov ατομικό ερωτηματολόγιο του που αφορά συμμετοχές σε διοικητικά συμβούλια. Στο μεταξύ, ο Kulikov συνελήφθηκε στη Ρωσία για ύποπτες συναλλαγές στην ως άνω τράπεζα (CJSC Prsmberg Bankν) στην οποία είχε συμφέρον. Η καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ενημέρωσε με επιστολή την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 για την πρόθεσή της να ζητήσει από την τελευταία να απομακρύνει τους Kulikov και Belousov από το διοικητικό όργανο της, καθότι δεν πληρούσαν τα κριτήρια της ικανότητας και καταλληλότητας που προνοούνται στη σχετική νομοθεσία, ζητώντας από την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 να υποβάλει σχόλια και απόψεις προς τούτο. Στελέχη και μέτοχοι της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 συναντήθηκαν με τους Belousov και Gorbatov όπου συζήτησαν μαζί τους το σοβαρό ενδεχόμενο, λόγω των εξελίξεων, η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 να χάσει την άδεια ως τράπεζα στην Κύπρο όπως και η θυγατρική της στη Ρωσία. Μετά από συνάντηση που οι Belousov και Gorbatov είχαν με αξιωματούχους της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, στις 15.03.2016 αποφάσισαν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους ως μέλη του διοικητικού οργάνου της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 και προς τούτο ενημερώθηκε σχετικά η καθ' ης η αίτηση αρ.
  4. Μέχρι την 31.03.2016, οι αιτήτριες δεν είχαν φτάσει τους στόχους τους όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, ούτε και προσφέρθηκαν, όπως είχαν δικαίωμα, να καταβάλουν σε μετρητά το υπόλοιπο των προμηθειών που δεν προσέλκυσαν σε προμήθειες. Παρά το γεγονός ότι οι παλαιότεροι μέτοχοι είχαν το δικαίωμα να προσφέρουν το ποσό των €10.000,00 για εξαγορά όλων των μετοχών των αιτητριών, επέλεξαν να συζητήσουν μια φιλικότερη και πιο συμφέρουσα διευθέτηση για τους αιτητές. Μετά από συζητήσεις και ανάλυση διαφόρων σεναρίων και εναλλακτικών επιλογών, συνεκτιμώντας τα ποσά που η κάθε πλευρά είχε καταβάλει για την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, κατέληξαν στις 22.03.2016 σε συμφωνία, (Heads Agreement) με την οποία ακυρωνόταν η μεταξύ τους προηγούμενες συμφωνίες, ήτοι η Συμφωνία Μετόχων και οι συμφωνίες εξαγοράς που είχαν υπογραφεί τον Ιούνιο του 2014 και οι αιτήτριες, πλήρως ικανοποιημένες, δέχτηκαν, ενόψει του ότι δεν πέτυχαν τους στόχους τους ως η αρχική συμφωνία, να περιοριστούν στο 12,6% των μετοχών της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 ενώ θα επέστρεφαν τις υπόλοιπες μετοχές τους στους παλαιότερους μετόχους. Η υπογραφή της νέας συμφωνίας, τον Μάρτιο του 2016, υπεγράφη από τις αιτήτριες, ως υποδεικνύει ο ομνύον, καθ' όλα έγκυρα, νομότυπα και με την ελεύθερη βούλησή τους, σημειώνοντας παράλληλα ότι η συμφωνία επί της οποίας οι αιτήτριες βασίζουν το αγώγιμο δικαίωμά τους, ημερομηνίας 10.06.2014, δεν έχει πλέον οποιανδήποτε νομική ισχύ έχοντας ακυρωθεί με τη σύναψη της νέας συμφωνίας μεταξύ των πλευρών. Σημειώνει παράλληλα ότι για τις προτεινόμενες αλλαγές στην μετοχική δομή της καθ' ης η αίτηση αρ. 1, ενημερώθηκαν οι καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2, χωρίς και πάλι οι αιτήτριες να προβάλουν οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς και παράπονα που προβάλουν στην υπό συζήτηση αίτησή τους. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς για συνομωσία όλων των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση σε βάρος των αιτητριών, κατά τον τρόπο που οι τελευταίες την εισηγούνται, υποδεικνύει παράλληλα ότι οι ενέργειες της καθ' ης η αίτηση αρ. 2, ανεξάρτητου εποπτικού οργάνου, ήταν εκ των πραγμάτων πλήρως δικαιολογημένες, χωρίς η τελευταία να αναμειγνύεται στις διαφορές μεταξύ των μετόχων. Η απόσυρση εξάλλου της αίτησης εναντίον κάποιων από τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση, αποδεικνύει κατά τον ομνύοντα τη μη στοιχειοθέτηση της ισχυριζόμενης συνομωσίας. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, οι αιτήτριες δεν έχουν υποστεί οποιανδήποτε ζημιά, ενώ για να δικαιούνται τις υπόλοιπες μετοχές, ήτοι το 37,4% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση αρ.1, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να καταβάλουν σύμφωνα με οικονομικούς υπολογισμούς τους οποίους εξήγησε, το ποσό των €39.4 εκατομμυρίων ευρώ που αντιστοιχούσε στο ύψος του τιμήματος εξασφάλισης του ως άνω ποσοστού μετοχών της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, πράγμα που δεν έπραξαν. Καταληκτικά, σημειώνει την απουσία μαρτυρίας ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας των καθ' ων η αίτηση αρ.3-8, γνωστών και σοβαρών επιχειρηματιών όπως τους χαρακτηρίζει, ενώ προκρίνει ότι η οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 είναι σταθερή με το ποσοστό ρευστότητας της να βρίσκεται πέραν του ορίου του 20%. Εάν τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν, υποστηρίζει, η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον θα δημιουργηθεί μια αβέβαιη κατάσταση για την εν λόγω τράπεζα, ως ειδικότερα εξηγεί στη δήλωσή του. Το ισοζύγιο της ευχέρειας σε συνδυασμό με την συμπεριφορά των αιτητριών όταν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζει, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, όλοι οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις όλων των πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας, είναι το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αίτησης και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ως η εισήγηση αυτή προκρίνεται, ως λόγος ένστασης, από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, αλλά και των καθ' ων η αίτηση αρ.3 έως
  5. Θετική αντιμετώπιση της ως άνω εισήγησης, θα καθιστούσε εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα. Ως προβάλλεται από τους πιο πάνω καθ' ων η αίτηση, η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 10.06.2014, διέπεται από ρήτρα διαιτησίας. Τούτο, εισηγούνται, είναι από μόνο του ικανό να αποστερήσει από το δικαστήριο την δικαιοδοσία να ασχοληθεί με την υπόθεση. Είναι γεγονός ότι στη συμφωνία μετόχων, (Shareholders Agreement) ημερ. 10.06.2014, εντοπίζεται ο όρος 13.1.1, σύμφωνα με τον οποίο: «13.1.
  6. In the event that amicable settlement of a dispute cannot be reached within 60 days Business Days following written notice by one Party to the other relevant Parties of the existence of any such dispute, such dispute shall be settled by arbitration in accordance with the rules of the International Chamber of Commerce with place of Arbitration Nicosia, Cyprus». Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Skaliotou ν. Pelecanos
(1976)1 CLR 251, η ύπαρξη όρου διαιτησίας από μόνη της, δεν επαρκεί για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι, ως όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας ομονοούν, η ως άνω συμφωνία ημερ. 10.6.2014 έχει ήδη ακυρωθεί και αντικατασταθεί με τη σύναψη νέας συμφωνίας στις 23.03.2016, (Heads of Agreement) ούτος ή άλλως είναι φανερό ότι δεν είναι η μόνη συμφωνία που διέπει τις σχέσεις μεταξύ των πλευρών. Η υπό συζήτηση περίπτωση αποτελεί μια πολυδιάστατη υπόθεση με διαφορετικές βάσεις που αλληλοεμπλέκονται. Κάποιοι μάλιστα από τους διαδίκους, δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε άμεση συμβατική σχέση με την ως άνω συμφωνία μετόχων του 2014. Περαιτέρω, στην υπό συζήτηση υπόθεση εγείρονται ζητήματα που προφανώς δεν καλύπτονται από τις πρόνοιες της ως άνω συμφωνίας, όπως το ζήτημα της συνομωσίας. Με δεδομένο άλλωστε ότι δεν έχει καταδειχθεί από τους ως άνω ενιστάμενους, ποια ακριβώς ειδικότερη διαφορά από το σύνολο της διαφοράς μεταξύ των αντιδίκων μερών θα πρέπει και μπορεί να διαχωριστεί για να παραπεμφθεί σε διαιτησία, δεν βλέπω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε από μόνο του, ουσιαστικά να κατατεμαχίσει τη διαδικασία και ασκώντας την διακριτική του εξουσία να την ανακόψει. (Βλ. κατ' αναλογίαν Economides v. M/V «Cometa-23»
(1986)1 Α.Α.Δ 443). Συνακόλουθα, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν θεωρώ ότι ο ως άνω λόγος ένστασης θα μπορούσε να υιοθετηθεί, οδηγώντας το δικαστήριο, σε αυτό το πρώιμο στάδιο, να ανακόψει την πορεία της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση τον Πρωτόδικον Δικαστηρίον κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της αίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση- μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Ως έχει ήδη αναφερθεί, η παρούσα υπόθεση αφορά αφενός τις συμφωνίες του 2014, οι οποίες έχουν να κάνουν με το Subscription Agreement, την συμφωνία μετόχων και δυο Call Option Agreement, και αφετέρου τη συμφωνία που επετεύχθη στις 23.03.2016, (Heads of Agreement) με την οποία διασυνδέονταν και διάφορα έγγραφα όπως πληρεξούσια και έγγραφα μεταβίβασης. Από τα δυο πρώτα παρακλητικά της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι αυτά αφορούν την συμφωνία μεταβίβασης μετοχών (Heads of Agreement) του 2016. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών για να πλήξει την εγκυρότητα της πιο πάνω συμφωνίας, είναι αυτός του οικονομικού καταναγκασμού, χωρίς ωστόσο να γίνεται οποιαδήποτε επίκληση του αστικού αδικήματος της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων σε σχέση με τη συγκεκριμένη συμφωνία. Είναι φανερό ότι οι σχετικές με το αδίκημα της απάτης και ψευδών παραστάσεων αναφορές του Belousov στην ως άνω δήλωσή του, (βλ. παραγράφους 39 έως 43) διασυνδέονται με την συμφωνία του 2014 και όχι με την μεταγενέστερη συμφωνία του 2016. Με δεδομένη τη μη προώθηση στις ένορκες δηλώσεις των αιτητών που υποστηρίζουν την υπό συζήτηση αίτησή τους, ισχυρισμών περί απάτης και ψευδών παραστάσεων των καθ' ων η αίτηση, σε σχέση με τη συμφωνία του 2016, ούτε προκρίθηκε τέτοια θέση στην έκθεση απαίτησης τους που καταχωρήθηκε μόλις στις 30.01.2018, αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η αναγκαιότητα οποιασδήποτε περαιτέρω ενασχόλησης με το ζήτημα. Ο οικονομικός καταναγκασμός πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και αφορά απειλές στις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Επιχειρεί ουσιαστικά να προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου (βλ. Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 516). Συστατικά στοιχεία του αδικήματος του οικονομικού καταναγκασμού αποτελούν: (α) Η ανυπαρξία ελεύθερης βούλησης, κάτι που διαπιστώνεται αν δεν υπάρχει εναλλακτική οδός π.χ. δυνατότητα λήψης δικαστικών μέτρων (βλ. Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα ν. Σιδηρόπουλου κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1000) και (β) η ανυπαρξία της ελεύθερης βούλησης πρέπει να επεσυνέβη κατόπιν απαράδεκτης και άδικης πίεσης, (inequitable) βλ. Κούτας ανωτέρω. Παράλληλα, έχει αναγνωριστεί ότι απαράδεκτη και άδικη πίεση είναι αυτή που εκφεύγει των ορίων της σκληρής εμπορικής πραγματικότητας. Όπως υπεδείχθη, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Bank Of India v. Riat,
(2014)EWHC 1775 (CH): «Illegitimate pressure meaning that it is without any commercial or similar justification. Illegitimate pressure must be distinguished from the rough and trouble of normal commercial bargaining and will be depend upon a consideration of all of the circumstances in any given case». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τους ισχυρισμούς και θέσεις που προβλήθηκαν από τον ίδιο τον Belousov στις ως άνω δηλώσεις του, δεν φαίνεται στην υπό συζήτηση περίπτωση να στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του οικονομικού εξαναγκασμού σε βάρος των αιτητών. Υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, δεν φαίνεται να μπορεί απευθείας να αποδοθεί στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα αλλά και στην καθ' ης η αίτηση αρ. 2, Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου - οι οποίες δεν ήταν καν μέρη της συμφωνίας του 2016 - το αδίκημα του οικονομικού εξαναγκασμού των αιτητών για τον καταρτισμό της συγκεκριμένης συμφωνίας. Με δεδομένο άλλωστε το δικαίωμα λήψης δικαστικών μέτρων από την πλευρά τους, ως εναλλακτική επιλογή προς τον ισχυριζόμενο εξαναγκασμό τους, επιλογή που οι αιτήτριες επέλεξαν να μην ακολουθήσουν, είναι αυταπόδεικτο ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί βασικό συστατικό στοιχείο του εξαναγκασμού. Η συνομολόγηση εκ μέρους τους της ως άνω συμφωνίας του 2016, (Heads of Agreement) αποτέλεσε επιχειρηματική επιλογή τους, σταθμίζοντας προφανώς το σύνολο των περιστάσεων που στο μεταξύ είχαν δημιουργηθεί. Προφανώς δύσκολης για τους ίδιους όπως την εξηγούν, στη βάση όμως όσων οι ίδιοι προκρίνουν, δεν φαίνεται να ήταν τελικά το αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού τους, ως ο όρος περιλαμβάνεται στο σχετικό αδίκημα. Υπό τις περιστάσεις που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν φαίνεται να στοιχειοθετείτε οποιαδήποτε απουσία ελεύθερης βούλησης εκ μέρους των αιτητών στην υπογραφή της συγκεκριμένης συμφωνίας. Εξετάζοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς από την πλευρά των αιτητριών, συνολικά θεωρούμενους, αποδίδεται ουσιαστικά στους καθ' ων η αίτηση συνομωσία, στα πλαίσια της οποίας ο κάθε ένας από αυτούς είχε το δικό του ρόλο, με σκοπό να πληγούν τα συμφέροντα και να επηρεαστούν τα δικαιώματα των αιτητών μέσω της μείωσης του μετοχικού μεριδίου των τελευταίων στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα. Ως μάλιστα αναδύεται από την εκδοχή των αιτητών μέσω των ένορκων δηλώσεων του Belousov, η συνωμοσία επισυνέβη μέσω νόμιμων μέσων. Τα συστατικά στοιχεία της συνομωσίας, όπως αυτά συζητούνται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's - Precedents of Pleadings 18η έκδοση, παράγραφος 59.02, είναι να υφίσταται συμφωνία μεταξύ δυο ή περισσότερων προσώπων με πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά στο θύμα, πρόσωπα τα οποία προβαίνουν σε ενέργειες που τελικά προκαλούν ζημιά στον παραπονούμενο (βλ. Χριστοφόρου κ.α. v. Barclays Bank Plc,
(2009)1(A) A.A.D. 25). Συνακόλουθα, οι αιτήτριες όφειλαν να καταδείξουν την κυρίαρχη πρόθεση πρόκλησης ζημιάς ως αποτέλεσμα της συνομωσίας. Τέτοια όμως πρόθεση, εξ' ορισμού δεν υφίσταται, όταν οι κατ' ισχυρισμό συνωμότες ενεργούν προς εξυπηρέτηση και επίτευξη θεμιτού συμφέροντός τους (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 21η έκδ. παράγρ. 24-107). Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση Crofter Hand Woven Harris Tweed Co v Veitch,
(1942)A.C. 435, η προάσπιση με νόμιμα μέσα μιας επιχείρησης, αποτελεί θεμιτό συμφέρον, χωρίς να συνιστά συνομωσία. Μέσω των ισχυρισμών των αιτητριών, καταδεικνύεται ότι ο λόγος υπογραφής της συμφωνίας του 2016, ήταν το γεγονός ότι σε αντίθετη περίπτωση η Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας υπήρχε ορατό το ενδεχόμενο να ανακαλέσει την άδεια της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας, πράγμα που θα ήταν επιζήμιο όχι μόνο για τους καθ' ων η αίτηση 3 έως 8 αλλά και για τους ίδιους τους αιτητές. Είναι έκδηλο πως από την πλευρά των αιτητών, δεν μπορεί να γίνεται σοβαρά επίκληση ή συζήτηση της ύπαρξης συνομωσίας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση σε βάρος τους, καθ' ην έκταση οι ίδιοι οι αιτητές αποδέχονται ότι τα πρόσωπα που εμπλέκουν στη συνομωσία, θεμιτά ενεργούσαν προς το σκοπό προάσπισης της επιχείρησής τους. Άλλωστε δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στη βάση της προϋπάρχουσας συμφωνίας του 2014 μεταξύ των μερών, η μη επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων εκ μέρους των αιτητών, έδιδε αυτομάτως δικαίωμα εξαγοράς του μετοχικού τους μεριδίου έναντι μόνο €10.000,00 γεγονός που οι αιτητές ρητά δηλώνουν ότι έλαβαν υπόψη τους, κρίνοντας ότι ήταν προς το συμφέρον τους να συνυπογράψουν την νέα συμφωνία του
  1. Η υπογραφή της τελευταίας συμφωνίας, υπό τις περιστάσεις ως είχαν διαμορφωθεί με την μη κάλυψη από την πλευρά των αιτητών των στόχων της συμφωνίας του 2014, είναι φανερό ότι στο τέλος της ημέρας, όχι μόνο δεν προκάλεσε ζημιά στους αιτητές αλλά αποτέλεσε για τους ίδιους συμφέρουσα διέξοδο από τις πρόνοιες της συμφωνίας του
  2. Δεδομένη ήταν άλλωστε η επιλογή και η δυνατότητα που είχαν στη διάθεσή τους να καταφύγουν στη δικαιοσύνη, επιδιώκοντας τη λήψη μέτρων και προστασία, ως εναλλακτική οδό στον ισχυριζόμενο σε βάρος τους καταναγκασμό και πίεση. Πριν την εγκατάλειψη του ζητήματος, είναι αναγκαίο αισθάνομαι να εντοπιστεί το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί από τους αιτητές οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ως μέρος της συνομωσίας την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ένα ανεξάρτητο όργανο και θεσμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ισχυρισμός ότι οι αιτητές ήταν θύματα μιας συνομωσίας και πλεκτάνης, η οποία ενορχηστρώθηκε από όλους τους καθ' ων η αίτηση και εκτελέστηκε μάλιστα με την ουσιαστική συνδρομή ενός ανεξάρτητου οργάνου και θεσμού της Δημοκρατίας, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, γενικός, αόριστος, μετέωρος και ανυποστήρικτος από οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία, ως παρέμεινε, απέχει κατά πολύ, ακόμη και από το ομολογουμένως πολύ χαμηλό όριο που θέτει η νομολογία, από την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Αιτία αγωγής κατά τους αιτητές, αποτελεί επίσης η παράβαση της συμφωνίας μετόχων, μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων αρ.3 έως 8 ημερομηνίας 14.06.
  4. Με δεδομένο και αναμφισβήτητο ότι οι εναγόμενοι αρ.1 και 2 δεν αποτέλεσαν μέρος της συγκεκριμένης συμφωνίας, είναι φανερό ότι η ισχυριζόμενη παράβασή της, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σε βάρος των συγκεκριμένων εναγόμενων. Σε συνάρτηση πάντα με την βάση αγωγής που εδώ απασχολεί και έχοντας κατά νου το χαμηλό ύψος του πήχη που οι ενάγοντες - αιτητές θα πρέπει να υπερβούν για την κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι γεγονός ότι στη βάση όσων έχουν θέσει υπόψη του δικαστηρίου, το όλο ζήτημα θα μπορούσε να αποτελέσει συζητήσιμο θέμα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, τουλάχιστον όσον αφορά τους εναγομένους αρ.3 έως
  5. Ωστόσο, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Ως οι ίδιοι οι αιτητές προβάλλουν, η συγκεκριμένη αξίωση τους εδράζεται ουσιαστικά στη συμφωνία του 2014, η οποία όμως, ως από όλους τους διαδίκους προκρίνεται, έχει ήδη τερματιστεί με την μεταγενέστερη συμφωνία του 2016 (Heads of Agreement). Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση, ότι μια ανύπαρκτη πλέον συμφωνία η οποία έχει τερματιστεί και αντικατασταθεί ουσιαστικά από μεταγενέστερη - χωρίς την έγερση οποιουδήποτε ζητήματος από την πλευρά των αιτητών ή την επιφύλαξη έστω οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους από αυτή την εξέλιξη - δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλή και συζητήσιμη βάση αγωγής, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης μεν από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Γεγονός παραμένει πως το ότι προβάλλεται μια αιτία αγωγής αναγνωρισμένη από το νόμο, δεν είναι από μόνο του αρκετό. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ.
  6. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται πραγματικά να υπάρχει τέτοια πιθανότητα επιτυχίας, ως η νομολογία την οριοθετεί. Πέραν του γεγονότος ότι τα όσα αναφέρονται για απάτη και ψευδείς παραστάσεις αφορούν την αρχική συμφωνία του 2014, η οποία δυνάμει της μεταγενέστερης συμφωνίας του 2016 αποτελεί κοινό τόπο ότι ουσιαστικά έχει ακυρωθεί, οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τους αιτητές, παρέμειναν πραγματικά γενικοί και αόριστοι, αδυνατώντας πραγματικά, στο βαθμό έστω που απαιτείται, να πείσουν για την πιθανότητα επιτυχίας τους. Δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι στη βάση όσων η πλευρά των αιτητών έχει θέσει υπόψη του δικαστηρίου, πριν από τη συνομολόγηση της συμφωνίας του 2014, διενεργήθηκε από την πλευρά των αιτητών ενδελεχής έλεγχος, (due diligence) ενώ οι ενέργειες των εμπλεκομένων προσώπων από πλευράς εναγομένων, ως αναμφισβήτητο ουσιαστικά παρέμεινε στο τέλος της ημέρας, εκινούντο στα πλαίσια της νομιμότητας και εντός των εκ του νόμου προβλεπόμενων προθεσμιών. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τρόπο έχει τεθεί στο δικαστήριο ότι οι αιτητές, πριν την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, έλαβαν ότι στοιχείο ζήτησαν από την καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα, προβαίνοντας και σε επιτόπια έρευνα. Πέραν από τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που τέθηκαν από την πλευρά τους για την αδυναμία της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας να ανταποκριθεί στον όγκο και το είδος της εργασίας που διοχετευόταν μέσω των αιτητριών σε αυτήν, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για την πιθανότητα ευτυχίας τους. Η προβολή της θέσης εξ' άλλου ότι οι δικηγόροι που οι ίδιοι επέλεξαν να τους εκπροσωπούν, ουσιαστικά δεν λειτουργούσαν ως ανεξάρτητοι δικηγόροι και/ή σύμβουλοι προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους, έχοντας κατά νου τον γενικό και αόριστο τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η θέση, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τον χρόνο που επέλεξαν τελικά να την προβάλουν και υπό το σύνολο των συνθηκών που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν εξυπηρετεί επίσης τον στόχο της κατάδειξης πιθανότητας επιτυχίας στις απαιτήσεις τους. Περαιτέρω, η συμφωνία του 2016, (Heads of Agreement) υπό τις περιστάσεις που είχαν πλέον διαμορφωθεί και οι οποίες είχαν οδηγήσει τους εμπλεκόμενους στη συνομολόγησή της, στο τέλος της ημέρας, όχι μόνο δεν προκάλεσε ζημιά στους αιτητές, αλλά φαίνεται να λειτούργησε για τους ίδιους ευεργετικά, αφού σε διαφορετική περίπτωση - ως οι αδιαμφισβήτητες πρόνοιες της συμφωνίας του 2014 - ορατό ήταν το ενδεχόμενο το μετοχικό τους μερίδιο στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα να χαθεί για' αυτές ολοκληρωτικά, με την επιστροφή του στους παλαιούς μετόχους, έναντι μόνο του «συμβολικού» ποσού των €10.000,00. Αντίθετα, με την συνομολόγηση της συμφωνίας του 2016, παρέμειναν μέτοχοι στην καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, με συνολικό μετοχικό μερίδιο 12,6%. Σημειώνεται επί τούτου, πως παρά την αναφορά ότι είχαν δικαίωμα να αποφύγουν την ως άνω υποχρέωση επιστροφής των μετοχών τους, καταβάλλοντας προς τους καθ' ων η αίτηση 3 - 8, ποσό που θα υπολογιζόταν στη βάση συμφωνηθείσας μεταξύ τους φόρμουλας, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε που να καταδεικνύει ότι επέλεξαν, σε οποιοδήποτε στάδιο, ή έστω εκδήλωσαν πρόθεση, να ασκήσουν την ως άνω επιλογή τους. Το ενδεχόμενο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας - ενέργεια ασφαλώς που θα ήταν επιζήμια όχι μόνο για τους ίδιους του αιτητές αλλά για όλους τους μετόχους - αποτελούσε μια ορατή πραγματικότητα που ως επιχειρηματίες του είδους θα έπρεπε να λάβουν υπόψη και να σταθμίσουν, πριν λάβουν την απόφαση τους να συνομολογήσουν την συγκεκριμένη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση των εξουσιών και των καθηκόντων του εποπτικού οργάνου, ήτοι της Κεντρικής Τράπεζας της Δημοκρατίας, υπό το σύνολο των συνθηκών που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του οικονομικού εξαναγκασμού και της απαράδεκτης και άδικης πίεσης προς τους αιτητές. Είναι εξάλλου σημαντικό να σημειωθεί πως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν έχει προβληθεί οποιοδήποτε παράπονο από την πλευρά των αιτητριών σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης των καθηκόντων της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Ούτε έχει αποδοθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο σε βάρος της τελευταίας δόλος ή σοβαρή αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου, ως τέθηκε χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, ότι η ενδεχόμενη αναστολή της άδειας της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας, πλανάτο ως προοπτική, ως το αποτέλεσμα γεγονότων και εξελίξεων που οφείλονταν στις πράξεις και/ή παραλείψεις τελικών δικαιούχων των αιτητριών ή προσώπων που ήταν άμεσα συνδεδεμένα με αυτές κατά τον τρόπο που επεξηγήθηκε στο δικαστήριο, όπως η σύλληψη του Kulikov στη Ρωσία, του γεγονότος ότι ο Gorbatov ήταν τελικός και ουσιαστικός μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος Ρωσικής εταιρείας, (Rye, Man & Gor Securities) της οποίας η άδεια ακυρώθηκε λόγω συνεχιζόμενων παραβάσεων σχετικών με την καταπολέμηση παράνομων εσόδων και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, αλλά και της σχέσης του Belousov με τραπεζικό ίδρυμα στη Ρωσία, (CJSC Promsberbank) όντας για κάποιο διάστημα μέλος του διοικητικού του συμβουλίου, η λειτουργία του οποίου αναστάληκε λόγω και της μη συμμόρφωσης με σχετικούς τραπεζικούς νόμους, ως επίσης ότι ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Πιστωτικού ιδρύματος MirComBank, του οποίου επίσης η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας. Στην όλη δε εικόνα θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι κάποια από τα ως άνω πρόσωπα απέφευγαν να συμπληρώσουν δεόντως σχετικά ατομικά ερωτηματολόγια, ως είχαν υποχρέωση, προσφέροντας επαρκή και πλήρη ενημέρωση προς της Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 και γενικότερα για την αδυναμία που παρουσιάζουν τα στοιχεία και η μαρτυρία των αιτητών στο πλαίσιο της εξέτασης των δύο αυτών κριτηρίων, σφραγίζει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Παρά την ως άνω αρνητική για την προώθηση της αίτησης κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, κρίνεται χρήσιμη η περαιτέρω ενασχόληση με τις άλλες προϋποθέσεις. Στα πλαίσια της εξέταση κατά πόσο ικανοποιείται η όχι η τρίτη προϋπόθεση του ως άνω άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, σπεύδω εξ αρχής να υπογραμμίσω πως ως στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Κηροποιεία Leonic Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 έχει υποδειχθεί, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μια δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί αγωγή στη βάση της οποίας οι ενάγοντες - αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελός τους. Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί ότι στις περιπτώσεις που η μόνη θεραπεία η οποία αξιώνεται είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14(Ι)/1960, συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον οι εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της απόφασης. Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται κυρίως κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Έχει άλλωστε καλά καθιερωθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν εκδίδεται, όπου η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία, αποτίμηση μάλιστα η οποία μπορεί με ευκολία να γίνει έστω και εάν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημιάς. Όπως υποδεικνύεται στο ως άνω σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 132: «.αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Δεν είναι αρκετός ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου - καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια που να στερήσει τον ενάγοντα - αιτητή της καταβολής αποζημιώσεων εάν επιτύχει στην αγωγή του. Θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών ανικανοποίητη. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών, δεν είναι αρκετοί. Στην υπό συζήτηση περίπτωση οι αιτήτριες προβάλλουν τη θέση πως η καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, δεν είναι σε καλή οικονομική κατάσταση. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα και οικονομική φερεγγυότητα των καθ' ων η αίτηση αρ. 2 έως 8. Πέραν από τις όποιες γενικότερες αναφορές και τοποθετήσεις σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζας, η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με καθ' όλα ικανοποιητική ρευστότητα όπως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου χωρίς επί της ουσίας να αμφισβητηθεί, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει για την αφερεγγυότητα των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Ουσιαστικά κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ικανά να πείσουν, στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για τυχόν αδυναμία των καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν θα καταστεί δυνατόν να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε τυχόν υπέρ των εναγόντων - αιτητών εκδοθείσα απόφαση στην υπό συζήτηση αγωγή Πέραν του γεγονότος ότι κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή μη των καθ' ων η αίτηση αρ. 2 έως 8, ως είχε υποχρέωση η πλευρά των εναγόντων, θα πρέπει να σημειωθεί, ειδικότερα σε σχέση με την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας, ότι, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η τελευταία αποτελεί οργανισμό με δική του περιουσία και καθ' όλα φερέγγυο, συνακόλουθα, οποιαδήποτε τυχόν ζημιά ήθελαν οι αιτήτριες υποστούν συνεπεία της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, σε συνδυασμό θεωρούμενο πάντα με επιτυχία της αγωγής τους και έκδοση σχετικής προς όφελος τους απόφασης, μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Συνακόλουθα των πιο πάνω, ακόμα και αν το δικαστήριο κατέληγε ότι οι αιτητές είχαν ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη λόγο μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης. Επιμένοντας - για σκοπούς πληρότητας της απόφασης - στην εξέταση της υπό συζήτηση αίτησης κάτω από το σύνολο των παραμέτρων και πτυχών που λαμβάνονται υπόψη σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, η ύπαρξη και των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων, δεν είναι αρκετή για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Πρόσθετα, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να σταθμίσει, κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Κουννάς ν. C & A Symons Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε255)). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 με παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία: «Αναφορικά, με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκόψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited ν. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (η θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή¨». Στην υπό συζήτηση περίπτωση σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, αναμφίβολα το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Τυχόν έκδοση των σχετικών διαταγμάτων και παγιοποίηση ουσιαστικά της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, κατά τρόπο που θα εξακολουθούν να έχουν σχέση με αυτό πρόσωπα τα οποία τελούν υπό πλήρη αμφισβήτηση, τόσο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όσο και από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, ενδέχεται να προκαλέσει όχι μόνο προβλήματα λειτουργικότητας και εμπιστοσύνης προς την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 τράπεζα, αλλά πιθανότατα και ζητήματα διατήρησης της άδειας ως τράπεζών, τόσο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας, όσο και της θυγατρικής της στη Ρωσία. Με δεδομένα τα προβλήματα που υπάρχουν σε σχέση με τη συμμετοχή των αιτητριών στο μετοχικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας και της ευθείας αμφισβήτησης της συμμετοχής τους πέραν από κάποιο ποσοστό σε αυτό από την Κεντρική Τράπεζα της Δημοκρατίας, σε περίπτωση που παραμείνει κατοχυρωμένο τέτοιου ύψους μετοχικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας προς όφελος των αιτητριών μέσω της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ορατό είναι το ενδεχόμενο να επηρεαστούν επίσης, όχι μόνο η συνεργασία με τις ανταποκρίτριες τράπεζες στο εξωτερικό, στις οποίες έχει ήδη κοινοποιηθεί η συμφωνία του 2016, (Heads of Agreement) αλλά και ο ευρύτερος πελατειακός κύκλος της καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζας και ευρύτερα οι συναλλαγές μέσω αυτής. Δεν παραβλέπω τις επισημάνσεις από μέρους των αιτητών επί του θέματος, ειδικότερα του ενδεχόμενου στο μεταξύ να επέλθει πώλησης του κατ' ισχυρισμό μετοχικού μεριδίου τους στην καθ' ης η αίτηση αρ.1 τράπεζα, χωρίς την συμβολή τους. Ωστόσο, τυχόν τέτοια εξέλιξη πώλησης του μετοχικού μεριδίου που διεκδικούν μέσω της παρούσας αγωγής για λογαριασμό τους, όπως την εισηγούνται οι αιτητές, δεν αποστερεί από τους ίδιους του δικαιώματος, σε περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους, να αποζημιωθούν χρηματικά. Φαίνεται πραγματικά να υπάρχουν όλα τα δεδομένα και οι μηχανισμοί που επιτρέπουν με ευχέρεια τον προσδιορισμό οποιασδήποτε ζημιάς ήθελαν υποστούν συνεπεία μιας τέτοιας εξέλιξης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι συνέπειες οι οποίες δυνατόν να επέλθουν σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, κρίνονται ως ασυγκρίτως μεγαλύτερες και δυσμενέστερες από τη μη έκδοσή τους. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η πλευρά των εναγόντων - αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συνακόλουθα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη, με έξοδα προς όφελος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.