← Κύπρος

Μόνικας Τερζιάν ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2728/2017, 30/4/2018

Μόνικας Τερζιάν ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2728/2017, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A293 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2728/2017 Μεταξύ: Μόνικας Τερζιάν Ενάγουσας και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26 Ιανουαρίου 2018 30 Απριλίου,

  1. Για την ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Λ. Λουκαΐδης Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλένος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα ζητά την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι οι εκ συμφώνου αποφάσεις του Δικαστηρίου σε δύο αγωγές που εκδόθηκαν στις 13.12.2011, και αναστάληκε η εκτέλεσή τους για τέσσερα χρόνια από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είναι άκυρες, ως επίσης οι σχετικές υποθήκες και memo για τους λόγους που επικαλείται. Περαιτέρω δε, ζητά αναγνωριστική απόφαση ότι η εκ συμφώνου απόφαση με αριθμό 9608/2004 είναι άκυρη για τους ίδιους λόγους, αλλά η αναφορά σε πρόνοια 5 και 5(στ) αντιστοιχεί με άλλη παράγραφο της σχετικής συμφωνίας με τη Λαϊκή Τράπεζα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα αιτήθηκε, με διά κλήσεως αίτηση, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της ισχύος, της εκτέλεσης, της εφαρμογής και προώθησης των εκ συμφώνου αποφάσεων με αριθμό 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της ενάγουσας. Το πραγματικό υπόβαθρο της εν λόγω αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της ενάγουσας ημερομηνίας 5.7.
  2. Στην εν λόγω αίτηση οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασής τους, ημερομηνίας 5.12.2017, βασιζόμενοι στα όσα αναφέρει ο Μάριος Κουντούρης στην ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 5.12.
  3. Με την παρούσα Αίτησή της η Αιτήτρια ζητά να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική, απαντητική ένορκη δήλωση σε απάντηση της ένορκης δήλωσης των Καθ΄ ων η Αίτηση σε ό,τι αφορά τα εξής: «1) Στους ισχυρισμούς περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης της Ενάγουσας. 2) Στους ισχυρισμούς περί «δεύτερης σκέψης» της Ενάγουσας. 3) Τα περί επιστολής 18/7/2014 και της απάντησης της Τράπεζας. 4) Περί μη εξουσιοδότησης οποιουδήποτε δικηγόρου εκ μέρους της Ενάγουσας να αποδεχτεί της προβαλλόμενες αποφάσεις. Γεγονός που αρνείται στην ένορκη της δήλωση η Καθ΄ ης η αίτηση. 5) Περί της νομικής βάσεως της υπόθεσης. 6) Περί δήθεν «γενικόλογους και αβάσιμους» ισχυρισμούς της Ενάγουσας. 7) Περί του ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα κωλύεται να προβάλει τους ισχυρισμούς της στην Αγωγή (estopped). 8) Περί επιπροσθέτων στοιχείων που αποδεικνύουν σύμφωνα με τους λογιστές της εταιρείας ότι δεν οφείλει τα ποσά τα οποία επιδικάστηκαν με τις εν λόγω αγωγές με λεπτομέρειες πληρωμών του δανείου και περί του ισχυρισμού της καθ΄ ης η αίτηση ότι οφείλει η Ενάγουσα τα ποσά των επίδικων αποφάσεων. 9) Περί του ισχυρισμού ότι με την αγωγή δεν μπορούν να παραμεριστούν και οι τρεις αγωγές με την ίδια αίτηση. 10) Περί του επείγοντος της έκδοσης αναστολής των επίδικων αποφάσεων και των σχετικών υποθηκών. 12) Περί της ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημιάς της καθ΄ ης η αίτηση και της Αιτήτριας. 13) Περί «δόλου και απάτης» της καθ΄ ης η αίτηση η οποία όφειλε να γνωρίζει ότι η Ενάγουσα δεν οφείλει τα ποσά που επιδικάστηκαν. 14) Περί της καθυστέρησης της Τράπεζας να εγείρει την αγωγή και άλλα συναφή με αυτή θέματα. 15) Περί της σοβαρότητας των ζητημάτων που εγείρει η αγωγή.» Περαιτέρω, η Αιτήτρια ζητά διαταγή του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του κ. Μάριου Κουντούρη για αντεξέτασή του κατά την ημερομηνία ακρόασης της Αίτησης. Το νομικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελεί, μεταξύ άλλων, η Δ.39, ΘΘ1-7, 12, 15 και 16, και η Δ.48 ΘΘ 1-
  4. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 26.1.
  5. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα: «
  6. Είμαι η Ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή και ζητώ την άδεια του δικαστηρίου να καταθέσω συμπληρωματική ένορκη δήλωση εις απάντηση της ενόρκου δηλώσεως της καθ΄ ης η αίτηση η οποία περιέχει στοιχεία και ισχυρισμούς που δεν είχα την ευκαιρία να δώσω απάντηση σε αυτούς στην αρχική μου ένορκη δήλωση.
  7. Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου μου τα νομικά θέματα τα οποία εγείρει στην ένορκη του δήλωση ο κος Μάριος Κουντούρης της Τράπεζας Κύπρου, απαντώνται με τις απλές θέσεις οι οποίες θα αναφερθούν στην ένορκη μου δήλωση.
  8. Υπάρχει μια ομάδα ισχυρισμών που είναι ανυπόστατη. Τα νεότερα στοιχεία τα οποία χρίζουν απάντηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκύπτουν από την ένορκη της καθ΄ ης η αίτηση.
  9. Πιστεύω ότι είναι δίκαιο να τεθούν όλα τα πιο πάνω καινούργια στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να σχηματίσει ολοκληρωτική εικόνα της υπόθεσης και να αποδοθεί αποτελεσματική δικαιοσύνη.» Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται και σ΄ αυτή την Αίτηση της Αιτήτριας, βασιζόμενοι στους 21 λόγους που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης και τους οποίους οι Καθ΄ ων η Αίτηση υποστηρίζουν με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.3.
  10. Ουσιαστικά, και μεταξύ άλλων, είναι η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η μη ύπαρξη της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η ασάφεια και γενικότητα του αιτήματος αφενός, και η μη συγκεκριμενοποίηση των σημείων που επιθυμεί να αντεξετάσει, αφετέρου, καθιστά άγνωστο τόσο το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και μια τέτοιας αντεξέτασης. Συναφώς, δεν προκύπτει επαρκής και καλός λόγος ή εύλογη αιτία ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της δικής τους πλευράς. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη των θέσεων των δύο συνηγόρων. Αρκεί να λεχθεί ότι έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει τόσο το περιεχόμενο των όσων αφορούν την παρούσα Αίτηση, όσο και το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, στη Δ.48, Θ.4

(2), προνοούν ότι το Δικαστήριο μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματκών ενόρκων δηλώσεων. Η δε ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην Αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της ως άνω Δ.48, Θ.4
(2), καθώς επίσης τη νομολογία, το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να προκύπτει καλός λόγος ώστε να είναι επιθυμητό να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. σχετικά A. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέα Α. Λεωνίδα
(2010)1Α ΑΑΔ 195). Όσον αφορά τη διαταγή προς ενόρκως δηλούντα να προσέλθει στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του, δυνάμει της Δ.39, Θ.1, αυτό αφορά θέμα που επίσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό άλλωστε προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης. Στην υπόθεση Μήλου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 280, αναγνωρίστηκε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει ή απορρίψει τέτοιο αίτημα, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης (βλέπετε, επίσης, Annual Practice 1958, σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878, Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (αρ. 1) 2004 1 ΑΑΔ 1660). Στις περιπτώσεις ένορκης δήλωσης σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγρ. 311: «Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injunctions.» Κάτι τέτοιο άλλωστε, δεν είναι άσχετο με την αρχή ότι η διαδικασία που αφορά έκδοση προσωρινού διατάγματος περιορίζει την εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων στο άκρως απαραίτητο προς διαπίστωση της ικανοποίησης του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Bacardi v. Vinco
(1996)1 ΑΑΔ 788). Κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα είναι η στοιχειοθέτηση εξαιρετικών περιστάσεων της υπόθεσης. Μια τέτοια διαπίστωση, όπως και η διαπίστωση ύπαρξης καλού λόγου ώστε να είναι επιθυμητό να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα πραγματικού υπόβαθρου στα στοιχεία της εκάστοτε διαδικασίας που να υποστηρίζει και να δίνει υπόσταση στο αίτημα. Δεν αρκεί η γενική, ασαφής και αόριστη αναφορά σε ύπαρξη στοιχείων που θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε ύπαρξη αναγκαιότητας αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα. Δεν θεωρώ ότι η μη παράθεση του κειμένου μιας προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποβαίνει μοιραία για ένα τέτοιο αίτημα, αφού θα μπορούσε, στην αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, να υπάρχουν τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες που να καθιστούν φανερό στο Δικαστήριο το τι επιζητείται να συμπληρωθεί και με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει και αποφασίσει επί του αιτήματος. Κατά ανάλογο τρόπο, θα πρέπει να τίθενται τα σημεία επί των οποίων αναζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα και τα στοιχεία εκείνα που να καθιστούν αυτό απαραίτητο. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει αβίαστα ότι πουθενά δεν τίθεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο η παρούσα περίπτωση να εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων με βάση τις οποίες θα πρέπει να ασκηθεί με τέτοιο τρόπο η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ώστε να επιτραπεί η αντεξέταση του εν λόγω ενόρκως δηλούντα. Όσον αφορά αυτό το αίτημα, πέραν της υποβολής του, ουδεμία αναφορά γίνεται που να το υποστηρίζει. Χωρίς οποιαδήποτε τέτοια εξειδίκευση των λόγων αναγκαιότητας αντεξέτασης, το Δικαστήριο αφήνεται χωρίς υπόβαθρο στην άσκηση της εξουσίας του. Ελλείπει το υπόβαθρο για υποστήριξη της Αίτησης. Αναφορικά με το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και πάλι αυτό αφήνεται μετέωρο. Πέραν της γενικής και αόριστης αναφοράς των σημείων που επιθυμεί να αφορά μια τέτοια συμπληρωματική ένορκή της δήλωση, η Αιτήτρια πουθενά δεν αναλύει το τι επιζητείται να απαντηθεί και τι να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αυτό να δύναται να εξετάσει το αίτημα στη βάση των νομολογιακών αρχών που έχω παραθέσει ανωτέρω. Και πάλι, ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο που να υποστηρίζει το αίτημα, αφήνοντάς το γενικό, ασαφές και αόριστο και κατά συνέπεια μετέωρο. Υπό τας περιστάσεις, στην απουσία αυτού του υπόβαθρου, το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας περαιτέρω εξέτασης της ουσίας των αιτημάτων. Διαπιστώνεται, εκ των πραγμάτων, ότι δεν προκύπτει να υφίσταται αναγκαιότητα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, ενώ παράλληλα δεν προκύπτει να υφίσταται καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από μέρους της Αιτήτριας. Ενόψει των ως άνω, και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση δεν θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας-Αιτήτριας και υπέρ των εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.