← Κύπρος

Chrysses Demetriades & Co. LLC ν. Άντρη Αντωνιάδου, Αγωγή αρ. 1104/2015, 27/4/2018

Chrysses Demetriades & Co. LLC ν. Άντρη Αντωνιάδου, Αγωγή αρ. 1104/2015, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A281 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1104/2015 Μεταξύ: Chrysses Demetriades & Co. LLC Ενάγοντες και Άντρη Αντωνιάδου Εναγoμένη 27 Απριλίου, 2018 Για τους ενάγοντες-αιτητές, εμφανίζεται η κα Κ.Κακουλλή Για την εναγομένη-καθ΄ης η αίτηση, εμφανίζονται η κα Μ.Τζιούτ με την κα Δ.Ιωαννίδου για τους κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 01.09.2017 (αίτημα για την παρουσίαση και/ή επιθεώρηση και/ή λήψη αντιγράφου αποκαλυφθέντος εγγράφου). ------ Προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας τα εξής:

(1)Δια κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισαν στις 11.03.2015, οι ενάγοντες-αιτητές («οι αιτητές») εγκαλούν την εναγομένη - καθ΄ης η αίτηση («η καθ΄ης η αίτηση») για τα αστικά αδικήματα της γραπτής δυσφήμισης (defamation) και της επιζήμιας ψευδολογίας (injurious falsehood) (άρθρα 17 και 25, αντιστοίχως, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επικαλούνται «ενυπόγραφη() ανακοίνωση()/επιστολή() ημερομηνίας 02.03.2014 της εναγομένης προς την Αρχή Εξυγίανσης που δημοσιεύτηκε στην Κύπρο σε όλο τον έντυπο τύπο και σε όλους τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ δημοσιεύτηκε στην Κύπρο και στο εξωτερικό, στις ηλεκτρονικές εκδόσεις όλων των Κυπριακών Εφημερίδων και στο διαδίκτυο...». Οι αιτητές διεκδικούν αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα, καθώς και την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος
(2). Στην παρα.2 της έκθεσης απαίτησης, η οποία κατεχωρίστηκε στις 05.05.2015, αναφέρεται πως η καθ΄ης η αίτηση υπήρξε, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, Ειδική Διαχειρίστρια της οντότητας «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», η οποία τέθηκε υπό εξυγίανση. Η απόφαση για τον διορισμό της καθ΄ης η αίτηση στη θέση αυτή ελήφθηκε στις 25.03.2013 από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013). Στην παρα.8 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται το επίδικο κείμενο.
(3)Στις 11.01.2016 κατεχωρίστηκε υπεράσπιση δια της οποίας η καθ΄ης η αίτηση προβάλλει και τα εξής: «10. Η Εναγομένη αρνείται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης και, ειδικότερα, αρνείται ότι το μέρος της επιστολής της Εναγομένης όπως δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά στον Τύπο είναι αυτό που αναφέρεται στην ρηθείσα παράγραφο και/ή αρνείται ότι περιλάμβανε δυσφημιστικές δηλώσεις και/ή σχόλια συνιστώντα επιζήμια ψευδολογία κατά των εναγόντων».
(4)Στις 30.11.2016 κατεχωρίστηκε, εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση, ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Η καθ΄ης η αίτηση δηλώνει, κατ΄αρχάς, πως έχει στην κατοχή και τον έλεγχό της, μεταξύ άλλων εγγράφων, και την «Επιστολή παραίτησης της ..προς την Αρχή Εξυγίανσης ημερ. 02.03.2015» («η επιστολή παραίτησης»). Περαιτέρω δηλώνει πως ενίσταται στην παρουσίαση της επιστολής παραίτησης γιατί «καλύπτεται από το επαγγελματικό απόρρητο».
(5)Στις 22.02.2017, και επικαλούμενοι τη Δ.28 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι αιτητές κατεχώρισαν αίτηση επιδιώκοντας να διαταχθεί η καθ΄ης η αίτηση να παρουσιάσει και/ή να επιτρέψει την επιθεώρηση και/ή να δώσει αντίγραφο της επιστολής παραίτησης. Η αίτηση ημερ. 22.02.2017 αντιμετώπισε τη γραπτή ένσταση της καθ΄ης η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 12.04.2017. Κατά την δικάσιμο ημερ. 10.11.2017 η αίτηση ημερ. 22.02.2017 απεσύρθηκε άνευ βλάβης και απερρίφθηκε.
(6)Παρεμβλήθηκε η καταχώριση, την 01.09.2017, της υπό εξέτασιν αίτησης («η αίτηση») η οποία είναι όμοια με την αίτηση ημερ. 22.02.
  1. Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, τη Δ.28 θ.θ.1 έως και 15, τη Δ.48 θ.θ. 1 έως και 9 καθώς και την εγγενή και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Δημήτρη Αραούζου, δικηγόρου και διευθυντή των αιτητών, ο οποίος αναφέρει και τα εξής: «
  2. Η Εναγόμενη ενίσταται στην προσκόμιση επιστολής επικαλούμενη δήθεν επαγγελματικό απόρρητο. Αρνούμαι ότι υφίσταται τέτοιου είδους προνόμιο ή ότι η επιστολή καλύπτεται από οποιοδήποτε προνόμιο. Είναι φανερό ότι η Εναγόμενη προσπαθεί να συσκοτίσει την υπόθεση και να παρεμποδίσει την απονομή της δικαιοσύνης, ισχυριζόμενη ότι το περιεχόμενο της επιστολής δεν είναι αυτό που δημοσίευσε ο Τύπος και η ένσταση της προβάλλεται γι΄αυτό το σκοπό». Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση της καθ΄ης η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 15.12.2017 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(2)Η αίτηση είναι κακόπιστη.
(3)Η επιστολή παραίτησης είναι απόρρητη.
(4)Τυχόν επιτυχία της αίτησης θα είναι επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον.
(5)Η αίτηση είναι ενοχλητική και καταχρηστική, θα προκαλέσει δε σπατάλη εξόδων και δικαστικού χρόνου.
(6)Τυχόν έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος θα επιφέρει αδικία στην καθ΄ης η αίτηση και θα πλήξει τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά της. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση ημερ. 15.12.2017 όπου επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Επιπλέον, η καθ΄ης η αίτηση δηλώνει και τα εξής: «
  1. .....δυνάμει του άρθρου 20 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), ο οποίος ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο διορισμού και υπηρεσίας μου ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, καθώς και δυνάμει του άρθρου 85 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου του 2016 (Ν. 22(Ι)/2016), ο οποίος είναι σήμερα σε ισχύ, θεσμοθετείται νομοθετικό καθήκον εμπιστευτικότητας των πληροφοριών το οποίο επιβάλλεται στους εκάστοτε ειδικούς διαχειριστές που διορίζονται με βάση την εν λόγω νομοθεσία. Συνεπώς, για όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκα στα πλαίσια των καθηκόντων μου το χρόνο κατά τον οποίον ενεργούσα ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, δεσμεύομαι από το καθήκον εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας ..
  2. Το νομοθετικό καθήκον εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας στο οποίο οφείλω να υπακούω, αναφέρεται και στην πράξη διορισμού μου ως διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ημερομηνίας 25.03.
  3. Στην εν λόγω πράξη διορισμού προβλέπεται ρητά ότι "ο ειδικός διαχειριστής υπόκειται σε κανόνες περί απορρήτου και εχεμύθειας σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου .."». Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα θέματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: (Α) Εν πρώτοις, διαπιστώνεται πως η αίτηση συμμορφώνεται με τις σχετικές διαδικαστικές πρόνοιες και, ιδίως, με τα όσα η Δ.48 ορίζει. Περαιτέρω, διαπιστώνεται πως η προηγούμενη καταχώριση της όμοιας αίτησης ημερ. 22.02.2017, η οποία, κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.11.2017, απεσύρθηκε άνευ βλάβης και απερρίφθηκε, δεν προσδίδει στην αίτηση καταχρηστικό χαρακτήρα. Κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν προωθούνται και εκκρεμούν, παραλλήλως και ταυτοχρόνως, περισσότερα του ενός ένδικα διαβήματα τα οποία επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Σε τέτοια περίπτωση, κρίσιμος χρόνος για να εξετασθεί ο ισχυρισμός περί κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών είναι ο χρόνος ακρόασης του ένδικου διαβήματος στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός (Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, Evand Promotions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1175). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο ημερ. 23.02.2018, οπότε έλαβε χώραν η ακρόαση της αίτησης, το μόνο ένδικο διάβημα το οποίο εκκρεμούσε και το οποίο επεδίωκε την παρουσίαση και/ή την επιθεώρηση και/ή τη λήψη αντιγράφου της αποκαλυφθείσας επιστολής παραίτησης ήταν αυτή. Η αίτηση ημερ. 22.02.2017 είχε ήδη αποσυρθεί και απορριφθεί μήνες προηγουμένως και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.11.
  1. Άρα, στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών συντρέχει. Οι σχετικοί, προκριματικής φύσης, λόγοι ένστασης κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται. Θα ακολουθήσει η εξέταση της αίτησης επί της ουσίας: (Β) Κατ΄αρχήν, κάθε διάδικος οφείλει να αποκαλύψει στον αντίδικό του και να του επιτρέψει να επιθεωρήσει κάθε έγγραφο το οποίο έχει στην κατοχή ή τον έλεγχό του και επί του οποίου σκοπεύει να βασιστεί ή το οποίο επηρεάζει δυσμενώς τη δική του υπόθεση. Ο κύριος σκοπός της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων είναι η παροχή στους διαδίκους της δυνατότητας να αξιολογήσουν καλύτερα τη δύναμη της υπόθεσής τους, έτσι ώστε, εάν αυτό δικαιολογείται, να επιδιώξουν συμβιβασμό της διαφοράς και να εξοικονομήσουν έξοδα. Η επιθεώρηση ενός εγγράφου σημαίνει την εξέταση του περιεχομένου του και όχι απλώς το οπτικό έλεγχό του («O'Hare & Browne, Civil Litigation», 11th edition, Sweet & Maxwell, 2003, σελ. 522-3, 535). (Γ) Στην περίπτωση κατά την οποίαν διάδικος αποκαλύπτει μεν ορισμένο έγγραφο, αρνείται, όμως, να επιτρέψει την επιθεώρησή του, ο αντίδικος δύναται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την έκδοση σχετικού διατάγματος. Η διαδικασία προβλέπεται και ρυθμίζεται από τη Δ.
  2. Στην απόφαση Thermphase Limited v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3951, 3954 αναφέρονται τα εξής: «Η επιθεώρηση εγγράφων σε αστικές διαδικασίες διέπεται από τη Δ.28 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Οι θεσμοί 5 και 9 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διαταγή για επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων τους εκτός στις περιπτώσεις που κατά την κρίση του δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση των επίδικων θεμάτων ή για τον περιορισμό των εξόδων της διαδικασίας. Σύμφωνα δε με το θεσμό 10, σε περιπτώσεις που ο διάδικος επικαλείται το απόρρητο του εγγράφου στην ένσταση του για επιθεώρηση, παρέχεται δικαίωμα στο Δικαστήριο να επιθεωρήσει το έγγραφο για να δυνηθεί να αποφασίσει αν είναι πράγματι απόρρητο ή όχι». Οι νομοθετικές διατάξεις διαλαμβάνουν τα εξής: «Order 28: Discovery and Ispection ............................
  1. An application for an order to inspect documents except such as are disclosed in the pleadings, particulars of affidavits of the party against whom the application is made, shall be founded upon an affidavit showing of what documents inspection is sought, that the party applying is entitled to inspect them, and that they are in the possession or power of the other party. The Court or Judge shall not make such order for inspection of such documents when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs.
  2. Where any party to a cause or matter has in his pleadings, particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Αny party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Cοurt that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not coplying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just. ..........................
  3. If a party served with notice under rule 6 of this Order omits to give such notice of a time for inspection or objects to give inspection, or offers inspection elsewhere than at the office of his advocate, the Court or a Judge may, on the application of the party desiring it, make an order for inspection in such place and in such manner as the Court or Judge may think fit: provided that the order shall not be made when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matte or for saving costs.
  4. Where on an application for an order for inspection privilege is claimed for any document, it shall be lawful for the Court or a Judge to inspect the document for the purpose for deciding as to the validity of the claim of privilege. ............................» Οι περιπτώσεις εγγράφων, εν σχέσει με την παρουσίαση και επιθεώρηση των οποίων δυνατόν να προβληθεί ένσταση, δεν προσδιορίζονται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Για το λόγο αυτό τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές και η πρακτική που διήπαν την εφαρμογή της σχετικής Ο.31 r.r.12 και 13 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ως αυτοί ίσχυαν κατά το έτος 1960 (Asimenos v. Paraskeva
(1982)1 C.L.R. 145, Pitria Shipping v. Georghiou
(1982)1 C.L.R. 358, Fayza Shipping Co. Ltd v. Πλοίου Μ/V "Hajanies" ex "Anne"
(1996)1 (A) A.A.Δ. 28, 31). Αυτές οι αρχές και η πρακτική παρατίθενται στο εγχειρίδιο «The Annual Practice 1958, 1», στις σελ. 684 επ. Επιλαμβανόμενο αίτησης για την επιθεώρηση ορισμένου εγγράφου, το Δικαστήριο, κατ΄αρχάς, εξετάζει κατά πόσον η επιθεώρησή του είναι απαραίτητη είτε για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης είτε για την εξοικονόμηση εξόδων («...necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs...»). Εάν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον το συγκεκριμένο έγγραφο ανήκει σε κάποιαν από τις κατηγορίες των προνομιούχων εγγράφων, δηλαδή των εγγράφων τα οποία εξαιρούνται από τη δυνατότητα επιθεώρησης. Ο διάδικος δικαιούται να ενστεί στο αίτημα για την επιθεώρηση εγγράφου εάν (α) αυτό τείνει να τον ενοχοποιήσει ή να τον εκθέσει σε ποινικό κολασμό (criminatory or penal), (β) αυτό καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο (legal professional privilege), (γ) αυτό αποκαλύπτει τη μαρτυρία του (as disclosing the party's evidence) και (δ) η αποκάλυψή του θα είναι επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον (injurious to the public interest). Εάν σε αίτηση για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης συγκεκριμένου εγγράφου προβληθεί η ένσταση περί προνομιούχου εγγράφου, τότε το Δικαστήριο δύναται, προτού αποφασίσει επί της αίτησης, να εξετάσει το έγγραφο για να διαπιστώσει κατά πόσον η ένσταση είναι βάσιμη (Δ.28 θ.10). Η ενέργεια αυτή του Δικαστηρίου ανάγεται στη διακριτική του εξουσία. Ούτε η Δ.28 ούτε οι σχετικές αυθεντίες αναφέρονται σε υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει το παρουσιαζόμενο ως προνομιούχο έγγραφο πριν αποφασίσει επί της αίτησης για την επιθεώρησή του. Πρόκειται μάλλον για διακριτική εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο εγχειρίδιο «The Annual Practice 1958, 1», στις σελ. 684 και 697 αναφέρονται τα εξής: «GROUNDS ON WHICH DISCOVERY CAN BE RESISTED Τhe rules now provide that discovery is not to be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs...But in addition to this protection there are four grounds upon which it can be resisted as of right - 9(a) as being criminatory or penal, (b) as being within the doctrine of legal professional privilege, (c) as disclosing the party's evidence, (d) as being injurious to public interest..(σελ. 684). .................................. ( e ) INJURIOUS TO PUBLIC INTEREST .................................. Where a Minister of State refuses to produce documents on the ground that their production would be prejudicial to the public interest, although theoretically, the Court may have the right to look at the documents in order to form its own opinion as to the validity of the claim of privilege made, that power by the practice of the Court, will only be exercised in exceptional circumstances, and the Court will accept the Statement of the Minister, even though it may doubt whether any harm to the public interest would be done by producing the documents...» (σελ.697). (Δ)
(1)Συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων της γραπτής δυσφήμισης (defamation) και της επιζήμιας ψευδολογίας (injurious falsehood) (άρθρα 17 και 25, αντιστοίχως, του Κεφ. 148) είναι η δημοσίευση, δηλαδή η κοινοποίηση σε τρίτους, ορισμένου κειμένου ή ορισμένης δήλωσης, αναλόγως. Σε αγωγές ως η προκειμένη, επίκεντρο της δικαστικής διαμάχης αποτελεί το εγκαλούμενο κείμενο ή η εγκαλούμενη δήλωση, αναλόγως, εφ΄όσον, για να διαπιστωθεί κατά πόσον συντρέχει προσβολή της φήμης και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, ως ατόμου και ή ως επαγγελματία, θα εξετασθούν οι λέξεις και οι φράσεις αυτών. Κατά συνέπειαν, στην προκείμενη αγωγή επίκεντρο της ακρόασης που θα ακολουθήσει θα αποτελεί το κείμενο το οποίο παρατίθεται στην παρα.8 της έκθεσης απαίτησης και το οποίο παρουσιάζεται, από τους αιτητές, να έχει δημοσιευθεί και να περιλαμβάνει δυσφημιστικές δηλώσεις και/ή δυσφημιστικά σχόλια και επιζήμιες ψευδολογίες. Οιονδήποτε άλλο κείμενο ή οιαδήποτε άλλη δήλωση, τα οποία δεν παρουσιάζονται στο δικόγραφο των αιτητών ως δημοσιευθέντα και ως δυσφημιστικά, δεν θα εξετασθούν για σκοπούς τεκμηρίωσης της υπόθεσης των αιτητών. Συνεπώς, η επιθεώρηση τέτοια άλλου κειμένου ή τέτοιας άλλης δήλωσης δεν είναι απαραίτητη είτε για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης των αιτητών είτε για την εξοικονόμηση εξόδων. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί την υπό εξέτασιν αίτηση σε αποτυχία. Εν πάση περιπτώσει, η πλευρά των αιτητών φαίνεται να παρερμηνεύει τη θέση της καθ΄ης η αίτηση, ως αυτή διατυπώνεται στην παρα.10 της υπεράσπισης: Αυτό το οποίο η καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται, δια της παρα.10 της υπεράσπισης, είναι ότι το επίδικο κείμενο, ως αυτό παρατίθεται στην παρα.8 της έκθεσης απαίτησης, δεν είναι αυτό που δημοσιεύθηκε στην Ελληνική γλώσσα στον τύπο. Η καθ΄ης η αίτηση δεν ισχυρίζεται πως «το περιεχόμενο της επιστολής (παραίτησης) δεν είναι αυτό που δημοσίευσε ο Τύπος», ως ο μάρτυς των αιτητών εσφαλμένως αναφέρει (δείτε στην παρα.5 της ένορκης δήλωσης του Δημήτρη Αραούζου, ημερ. 01.09.2017). (Δ)
(2)Η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη και για έναν πρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο: Η επιθεώρηση της επιστολής παραίτησης θα είναι επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον εφ΄όσον θα συνιστά παραβίαση καθήκοντος εχεμύθειας και/ή επαγγελματικού απορρήτου το οποίο καθιέρωσαν νόμοι εν σχέσει με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της καθ΄ης η αίτηση ως Ειδικής Διαχειρίστριας της «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». Η καθιέρωση καθήκοντος εχεμύθειας και/ή επαγγελματικού απορρήτου εν σχέσει με τις αρμοδιότητες που ασκούν και τις εργασίες που επιτελούν συγκεκριμένοι δημόσιοι λειτουργοί ή συγκεκριμένοι δημόσιοι αξιωματούχοι, διορισμένοι δυνάμει νόμου, εξ ορισμού εξυπηρετεί και προστατεύει το δημόσιο συμφέρον. Είναι δε αυτονόητο πως παραβίαση τέτοιου καθήκοντος απολήγει σε ζημία του δημοσίου συμφέροντος. Στην προκείμενη περίπτωση, τόσον το άρθρο 20 του Ν.17 (Ι)/2013, δυνάμει του οποίου διορίστηκε η καθ΄ης η αίτηση ως Ειδική Διαχειρίστρια της «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», όσον και το άρθρο 85 του τώρα ισχύοντος περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου του 2016 (Ν.22(Ι)/2016), επιβάλλουν στους ειδικούς διαχειριστές καθήκον εχεμύθειας και/ή τήρησης επαγγελματικού απορρήτου, τα οποία συνεχίζουν και μετά την αποχώρησή τους από τη θέση. Όσον αφορά στο Ν.22(Ι)/2016παρατηρείται πως η εφαρμογή του, στην προκείμενη περίπτωση, βασίζεται στην αρχή πως «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (Δημητρίου άλλως Στυλιανού v. Δημητρίου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 834, 842). Συναφώς αναφέρεται πως η αποκάλυψη και η επιθεώρηση εγγράφου στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας περιέχει κινδύνους δημοσιοποίησης του περιεχομένου του (Thermphase Limited v. Δημοκρατία (ανωτέρω)]. Κατά συνέπειαν, το καθήκον εχεμύθειας και/ή επαγγελματικού απορρήτου το οποίο επεβλήθηκε στην καθ΄ης η αίτηση, εν σχέσει με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd» ενός τραπεζικού οργανισμού, αφορά, στις κατάλληλες περιπτώσεις και στις δικαστικές διαδικασίες. Για τη διαπίστωση πως η επιθεώρηση της επιστολής παραίτησης της καθ΄ης η αίτησης, ως Ειδικής Διαχειρίστριας ενός τραπεζικού οργανισμού, διορισμένης δυνάμει νόμου, θα είναι επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον, δεν χρειάζεται η εξέταση του κειμένου της από το Δικαστήριο: Είναι αρκετό το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η συντάκτρια της επιστολής, της οποίας επιδιώκεται η επιθεώρηση, την συνέταξε υπό τη συγκεκριμένη δημόσια ιδιότητά της και στο πλαίσιο άσκησης των δημοσίων αρμοδιοτήτων της εν σχέσει με έναν τραπεζικό οργανισμό. Είναι, επίσης, αρκετή η δεδηλωμένη πεποίθηση της συντάκτριας της επιστολής πως το περιεχόμενό της υπόκειται στο σχετικό νομοθετημένο καθήκον της για εχεμύθεια και/ή για τήρηση επαγγελματικού απορρήτου («Τhe Annual Practice 1958, 1», σελ. 697). Η επιτυχία των συγκεκριμένων λόγων ένστασης καθιστά αχρείαστη την συζήτηση των υπολοίπων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 01.09.2017 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 01.09.2017, ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.