Alpha Bank Cyprus Limited ν. A. IOANNOU & A. SAVIDES ENTERPRISES LIMITED (H.E. 154403) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4099/15, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A295 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4099/15 Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσα -και- 1. A. IOANNOU & A. SAVIDES ENTERPRISES LIMITED (H.E. 154403) 2. MIRSO LTD (H.E. 146474) 3. XELOR ENTERTAINMENT LTD (H.E. 157517) 4. A. IOANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LTD (H.E. 141400) 5. ΑΝΘΟΥΛΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ (Α.Δ.Τ. 603468) 6. ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (Α.Δ.Τ. 625242) 7. ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ (Α.Δ.Τ. 668595) Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2018. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Σιόπαχα. Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αντωνίου. Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, η Ενάγουσα (τράπεζα) επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον όλων των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €16.020,25, ως υπόλοιπο δανείου, καθώς επίσης και την έκδοση αριθμού διαταγμάτων, μέσω των οποίων να επιτυγχάνεται η εκποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 4 και της Εναγόμενης 7, η οποία, σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, υποθηκεύτηκε υπό μορφή εξασφάλισης της οφειλής της Εναγόμενης 1 (πρωτοφειλέτιδας). Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7, ενάγονται υπό την ισχυριζόμενη, από πλευράς της Ενάγουσας, ιδιότητάς τους ως ενυπόθηκοι ή άλλως πως εγγυητές, της οφειλής της Εναγόμενης 1. Η Υπεράσπιση Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 (στο εξής οι Εναγόμενοι), στις 17.12.15 καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους, στα πλαίσια της οποίας, και εις απάντηση διαφόρων ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, προβάλλουν αριθμό θέσεων. Η Απάντηση Η Ενάγουσα, στις 7.7.16, καταχώρησε το δικόγραφο της Απάντησής της, μέσω του οποίου απαντά στις διάφορες αιτιάσεις των Εναγόμενων, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της να ζητήσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων. Η κλήση για οδηγίες Στα πλαίσια της Κλήσης για Οδηγίες δυνάμει της Διαταγής 30, η Ενάγουσα προώθησε, μεταξύ άλλων, και αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, κλήση η οποία ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για πρώτη φορά, στις 24.10.2016. Στις εμφανίσεις που ακολούθησαν, διεφάνη ότι, διαφωνία ως προς τις οδηγίες που θα έπρεπε να δοθούν από το Δικαστήριο, προέκυπτε μόνο αναφορικά με τις επιζητούμενες καλύτερες λεπτομέρειες. Συνεπεία τούτου, εκ συμφώνου εκδόθηκαν οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, και η Ενάγουσα, επιφύλαξε το δικαίωμα της να προωθήσει ανεξάρτητο αίτημα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με συγκεκριμένους ισχυρισμούς των Εναγόμενων. Η υπό εξέταση αίτηση Στις 14.11.2017, και δη προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτυγχάνεται η παράδοση από πλευράς των Εναγόμενων περισσοτέρων και καλύτερων λεπτομερειών, σε σχέση με συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους, ως τούτοι προωθούνται μέσω της Υπεράσπισης τους. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 6 και 7 (στο εξής θα αναφέρονται συλλογικά ως οι «οι Εναγόμενοι») όπως δώσουν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της Υπεράσπισης τους όπως φαίνεται πιο κάτω, εντός 7 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και/ή εντός χρόνου που ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίσει. 1) Ως προς τις παραγράφους 4,8,24,27 και 33 της Υπεράσπισης των Εναγομένων Ζητούμενες διευκρινίσεις: Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 1 έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες περί το 2013, παρακαλούμε όπως μας διευκρινίσετε σε ποια ημερομηνία έγινε η ισχυριζόμενη εξόφληση. 2) Ως προς τις παραγράφους 13,14, 15 και 20 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων Ζητούμενες διευκρινίσεις:
- i)Που στηρίζεται ο ισχυρισμός περί ακυρότητας των συμβάσεων υποθήκης ημερομηνίας 27/04/2010 και 26/01/2007 καθώς και ο ισχυρισμός περί μη τήρησης των διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965( Ν.9/1965); Ποια είναι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί; ii)Που στηρίζεται ο ισχυρισμός περί μη τήρησης και/ή παράβασης των διατάξεων του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003); Ποια είναι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί; 3) Ως προς την παράγραφο 25 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων Ζητούμενες διευκρινίσεις: Που στηρίζεται ο ισχυρισμός περί ακυρότητας των συμφωνιών εγγύησης και ποιες ήταν οι ενέργειες των Εναγόντων που κατ' ισχυρισμό παραβίασαν τα δικαιώματα των Εναγόμενων εγγυητών σε ποιο χρονικό σημείο ισχυρίζεστε ότι έλαβαν χώρα και από ποιο ή ποια συγκεκριμένα πρόσωπα έγινε; 4) Ως προς τις παραγράφους 6,21,28,29,30,31,32 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων Ζητούμενες διευκρινίσεις:
- i)Ποιες ήταν οι κατ' ισχυρισμό αντικανονικές και παράνομες/αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή χρεώσεις τόκων τις οποίες αμφισβητούν οι Εναγόμενοι; Παρακαλούμε όπως μας δώσετε πλήρεις λεπτομέρειες όλων των ποσών που αμφισβητείτε καθώς και σε ποιο συνολικό ποσό συμποσούνται οι χρεώσεις αυτές. ii)Ποιες ήταν οι ενέργειες των Εναγόντων που κατ' ισχυρισμό ήταν αυθαίρετες και χωρίς τον απαιτούμενο βαθμό διαφάνειας, σε ποιο χρονικό σημείο ισχυρίζεστε ότι έλαβαν χώρα και από ποιο ή ποια συγκεκριμένα πρόσωπα έγινε; Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αυτόματη διαγραφή (STRIKE OUT) της Υπεράσπισης των Εναγομένων στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή του μέρους αυτής που σχετίζεται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν οι Εναγόμενοι δεν συμμορφωθούν με το αιτούμενο πιο πάνω στο Αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης Διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο για συμμόρφωση. Γ. Διαζευκτικά προς το Διάταγμα που ζητείται με το πιο πάνω αιτητικό Β της παρούσας αίτησης, Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι θα εμποδίζονται και/ή δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν μαρτυρία και/ή να προωθήσουν και/ή να επικαλεστούν κατά την ακροαματική διαδικασία οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό γεγονότα και/ή οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Υπεράσπισή τους που σχετίζονται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν οι Εναγόμενοι δεν συμμορφωθούν με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό (Α) της παρούσας Αίτησης Διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο για συμμόρφωση. Δ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία και/ή οδηγία ήθελε κρίνει εύλογο και/ή σκόπιμο και/ή δίκαιο να δώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α.: 10267874F).» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19, θ. θ 4, 5, 6, 7, 9, 13, 16 και 26, στη Δ.27, θ.3, στη Δ.39, θ.2, στη Δ.48, θ.1‑ 4, 8 και 9 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Βασίζεται επίσης και επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη διακριτική ευχέρεια, τη γενική πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τούτην (την επίδικη αίτηση), συνοδεύει ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη, ο οποίος δηλώνει υπάλληλος της Ενάγουσας και γνώστης των γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Δηλώνει επίσης εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα για να προβεί στην ένορκή του δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση ισχυρίζεται ότι, οι Εναγόμενοι, στην υπεράσπισή τους, προωθούν γενικούς, ασαφείς και αορίστους ισχυρισμούς, γεγονός που ανάγκασε τους συνηγόρους της Ενάγουσας να αποστείλουν επιστολή προς τους συνηγόρους των Εναγόμενων (την οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο 1), με την οποία επιζητούσαν από τους τελευταίους όπως δοθούν λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, και για όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς που προσδιορίζονται στο αιτητικό της επίδικης αίτησης. Αν και η ρηθείσα επιστολή επιδόθηκε στους συνηγόρους των Εναγόμενων, εν τούτοις, οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση. Κατά τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, όλες ανεξαιρέτως οι επιζητούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες ώστε να μπορεί η Ενάγουσα να σχηματίσει ολοκληρωμένη, σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση, και με αυτόν τον τρόπο να μπορέσει, ευχερώς, να ετοιμάσει την υπόθεση της και να μην καταληφθεί εξαπίνης κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε οι επίδικοι ισχυρισμοί των Εναγόμενων, θα παραμείνουν γενικοί ασαφείς και αόριστοι και η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει «τι μαρτυρία χρειάζεται να προσκομίσ(ει) για σκοπούς απόδειξης των αμφισβητούμενων ισχυρισμών τ( ης)». Τέλος, με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, μιας και, στην περίπτωση που τούτα δεν εκδοθούν, η Ενάγουσα θα επηρεασθεί δυσμενώς και ανεπανόρθωτα. Η ένσταση Στις 18.1.18, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την ένσταση τους, επί του κυρίως σώματος της οποίας, ως λόγοι ένστασης, προβάλλουν οι ακόλουθοι: «1. Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν εμπίπτουν εντός της έννοιας των περισσοτέρων και καλύτερων λεπτομερειών. 2. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν το αιτούμενο διάταγμα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες και η αίτηση είναι καταχρηστική. 3. Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Αιτητές αφορούν μαρτυρία που οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση δεν υποχρεούνται να δώσουν στο παρόν στάδιο. 4. Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Αιτητές δεν είναι αναγκαίες και/ή απαραίτητες ως απαιτείται και/ή ως προνοείται από τη νομοθεσία και/ή τη σχετική νομολογία και/ή τους σχετικούς κανονισμούς. 5. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρησή της. 6. Η Αίτηση έγινε καταχρηστικά και/ή κακόπιστα. 7. Δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου από τους Ενάγοντες - Αιτητές διατάγματος. 8. Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Αιτητές αποτελούν μαρτυρία και/ή αποδεικτικό υλικό που δεν μπορεί να αποτελεί μέρος των δικογράφων και/ή μόνο σκοπό έχουν την απόσπαση και/ή ψάρεμα μαρτυρίας που θα προσφέρουν και/ή θα προσκομίσουν οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία. 9. Οι Αιτητές ζητούν από τους Καθ' ων η αίτηση στοιχεία για γεγονότα και λεπτομέρειες για τα οποία η Αιτήτρια έχει καλύτερη γνώση και/ή φέρει το βάρος απόδειξης. 10. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο και δεν πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια η οποία πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση.» Την ένσταση, συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 6, ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, καθώς επίσης και εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς Εναγόμενους (πλην του Εναγόμενου 5, στον οποίο ουδέποτε επιδόθηκε η αγωγή), για να προβεί στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Σε αυτήν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο Εναγόμενος 6, επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης, και σημειώνει ότι οι λεπτομέρειες που επιζητούνται από πλευράς της Ενάγουσας αφορούν σε μαρτυρία και ή αποδεικτικό υλικό και/ή επιζητούνται στα πλαίσια προσπάθειας της τελευταίας για «ψάρεμα της μαρτυρίας» που σκοπεύουν οι Εναγόμενοι να παρουσιάσουν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο εναγόμενος 6, πέραν των ανωτέρω, ισχυρίζεται ακόμα ότι η Ενάγουσα, ως εκ της ιδιότητας της, φέρει το βάρος απόδειξης αναφορικά με το νομότυπο των χρεώσεων στις οποίες προέβη και ότι, στα πλαίσια της υποχρέωσης της αυτής, αναμένεται να παρουσιάσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι ορθό. Τέλος, στη βάση σχετικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του, ο Εναγόμενος 6, μέσω της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίζεται ότι, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα επηρεάσει δυσμενώς τους Εναγόμενους και γενικά την υπεράσπιση τους και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ακροαματική διαδικασία Στις 27.3.18, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων και υιοθέτησαν χωρίς να προσθέσουν οτιδήποτε περαιτέρω. Κανένας δε, εκ των ομνύοντων των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι σχετικές με το ζητούμενο νομοθετικές πρόνοιες, απαντούνται στους θεσμούς 6 και 7 της Διαταγής 19 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι οι ακόλουθες: «6. Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο. 7. Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει με επιστολή. Τα έξοδα της επιστολής και οποιωνδήποτε λεπτομερειών που θα παραδοθούν σύμφωνα με την επιστολή θα επιτρέπονται κατά τη ψήφιση. Όταν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ασχολείται με τα έξοδα οποιασδήποτε αίτησης για διάταγμα για λεπτομέρειες οι πρόνοιες αυτού του κανονισμού θα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο ή Δικαστή.» Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Και τούτο γιατί, τα δικόγραφα προκαθορίζουν την πορεία μιας δίκης, προσδιορίζοντας, στην ουσία, τις παραμέτρους εντός των οποίων η κάθε πλευρά δικαιούται να κινηθεί δια προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας. Ως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι έγγραφες προτάσεις αποτελούν τις σιδηροδρομικές ράγες επί των οποίων θα κινηθεί το τρένο της δικαιοσύνης. Η ετοιμασία και η σύνταξη ενός δικογράφου διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, προβλέπονται στις πρόνοιες της Δ.19 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ιδιαίτερα στη συνδυασμένη εφαρμογή των θεσμών 4 και 6 τούτης. Μεταξύ άλλων, προνοείται ρητώς, πως κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στα οποία ο διάδικος στηρίζει, είτε την απαίτηση του, είτε την υπεράσπιση του ή ακόμα και την όποια ανταπαίτηση του και όχι τη μαρτυρία με την οποία σκοπεί να αποδείξει τα ισχυριζόμενα γεγονότα. Όσο δε αφορά στον όρο "ουσιώδη", σύμφωνα πάντα με τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαίνει τα γεγονότα που κρίνονται αναγκαία ώστε να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής. Η διατύπωση σε ένα δικόγραφο των ουσιωδών γεγονότων, δεν αποτελεί απλά προαπαιτούμενο, αλλά και υποχρέωση του κάθε διάδικου, ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει. Ως προέκταση της μόλις αναφερθείσας υποχρέωσης, είναι και η προβλεπόμενη παράθεση λεπτομερειών σε σχέση με δικογραφημένο ισχυρισμό όταν και εφόσον τέτοιες λεπτομέρειες ζητηθούν από την άλλη πλευρά. Ως κατάλληλος χρόνος για την έγερση ενός τέτοιου αιτήματος, συνήθως είναι ο χρόνος πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ώστε να διευκρινίζονται επαρκώς τα επίδικα θέματα, τόσο για τους ιδίους τους διάδικους, όσο και για το Δικαστήριο. Εκείνο δε που προκύπτει από τη σχετική με το υπό συζήτηση ζήτημα νομολογία, είναι ότι, εκεί που οι πιο πάνω αναφερόμενοι θεμελιώδεις κανόνες δικογράφησης παραβιάζονται από έναν διάδικο, ο αντίδικος του δύναται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο πρώτος να εφοδιάσει τον τελευταίο με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Η έκδοση ή μη ενός τέτοιου διατάγματος, επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει πάντοτε να ασκείται δικαστικά. Θα ασκηθεί δε τούτη προς έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος στις περιπτώσεις που θα κριθεί ότι από το δικόγραφο απουσιάζουν τέτοιες λεπτομέρειες που κρίνονται αναγκαίες και/ή που εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να εμπεριέχονται σε αυτό ώστε, μέσω τους, να καθορίζονται με περισσότερη σαφήνεια τα επίδικα θέματα και να προσδιορίζεται ευχερέστερα η πορεία που θα ακολουθήσει η αγωγή και το εύρος της μαρτυρίας που είναι επιτρεπτό να προσκομιστεί προς απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων. Σημαντικός παράγοντας είναι και το κατά πόσο, ως έχει το δικόγραφο (χωρίς να εμπεριέχονται οι απαιτούμενες λεπτομέρειες), είναι σε θέση ο αιτητής (α) να έχει σαφή και πλήρη εικόνα της φύσης και έκτασης της εναντίον του υπόθεσης, και (β) να ετοιμάσει και να παρουσιάσει τη δική του υπόθεση. Για την απάντηση των μόλις πιο πάνω ερωτημάτων, ουσίας υπέχει και το κατά πόσο είναι δυνατό ο αιτητής να καταληφθεί εξαπίνης και/ή προ του φάσματος τετελεσμένων γεγονότων. Νομολογιακά, αναγνωρίστηκε ότι εκεί που ένας διάδικος επικαλείται παρανομία, είτε σύμβασης, είτε στον τρόπο δράσης του αντιδίκου του, θα πρέπει, στο δικόγραφό του, να αναφέρει τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται ο ισχυρισμός του περί παρανομίας. Το τι αποτελεί αναγκαία λεπτομέρεια, είναι κάτι που πάντοτε αποφασίζεται στη βάση των περιστατικών και δεδομένων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Το βάρος απόδειξης το φέρει πάντοτε ο αιτητής. Αφετηρία δε για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, αποτελεί το κατά πόσο αυτό που επιζητείται αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Και αυτό γιατί, μόνο λεπτομέρειες που αφορούν σε ουσιώδη γεγονότα θα διαταχθούν να δοθούν από έναν διάδικο. Σε αντιδιαστολή, εκεί που οι λεπτομέρειες που επιζητούνται, σκοπεύουν στο να τύχει πληροφόρησης ο αιτητής αναφορικά με τη μαρτυρία που σκοπεύει ο αντίδικος του να προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών του, τότε, τέτοιες λεπτομέρειες, δεν είναι δυνατό να διαταχθεί να δοθούν στα πλαίσια μιας αίτησης ως η υπό εξέταση. Πρέπει οι επιζητούμενες λεπτομέρειες να σκοπεύουν στο να διευκρινιστούν και/ή να εξειδικευτούν και/ή να προσδιοριστούν ειδικότερα τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν ένα δικόγραφο. Είναι γι΄ αυτό το λόγο, που ως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «θα συνιστούσε εκτροπή, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν Credit Libanais S.A.L.
(1991)1A.A.Δ. 649, Κουρσουμά ν Κοσμά
(1991)1Α.Α.Δ. 973, Erimoudis Estates v Χριστοδουλίδη
(1995)1Α.Α.Δ. 926, Θεμιστοκλέους ν Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, Πολυκάρπου ν Ederma Trading
(2000)1 A.A.Δ. 699, Athina Leathergoods Ltd v Χαραλαμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, Λεριός ν Αλεξίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1195, Kertas v Interorient Navigation Co
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, Τσαγγάρη ν Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 A.A.Δ. 472, A.H.K. κ.α. ν Rawnsello
(2003)1 Α.Α.Δ. 1570, Loucaides v C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, (G.I.P. Constructions Ltd v Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R., 680), Ευδόκιος Σάββα ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, Χριστοδούλου ν Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, (Temperton v Russel
(1893)9 T.L.R. 318), (Re Wells (Deceased)
(1962)1 All.E.R. 812, Μέμνια Τζιακούρα ν Ευστρατίου
(1997)1Β ΑΑΔ 669, Bullen & Leake, Precedents of Pleadings 12th edition page 1106 και Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1961 (Τhe Annual Practice 1961), σελίδα 460. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση Αίτηση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Εξ' αρχής σημειώνω ότι η Ενάγουσα φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την υπό στοιχείο A.2) αιτούμενη, με την υπό εξέταση αίτηση, θεραπεία. Τούτο προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου της και ειδικότερα τη δομή της. Πιο συγκεκριμένα, στις σελίδες 12 και 13 της αγόρευσης, η συνήγορος της Ενάγουσας προβαίνει σε ειδική κατηγοριοποίηση (διά της αρίθμησης με λατινικούς χαρακτήρες από I μέχρι IV) των ισχυρισμών της Υπεράσπισης για τους οποίους, πάντα κατά την Ενάγουσα, δικαιολογείται η παροχή των "αιτούμενων λεπτομερειών". Με βάση αυτήν την κατηγοριοποίηση, η οποία αποτελεί και τον οδηγό για την περαιτέρω ανάπτυξη των διάφορων επιχειρημάτων στην αγόρευση της συνηγόρου της Ενάγουσας, οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης, για τους οποίους επιζητείται η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, περιορίζονται στους ισχυρισμούς που καλύπτονται από τις υπό στοιχεία A.1), 3) και 4) αιτούμενες θεραπείες, χωρίς να γίνεται καμία απολύτως αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 13, 14, 15 και 20 της Υπεράσπισης, οι οποίοι (ισχυρισμοί) αφορούν την υπό στοιχείο A.2), αιτούμενη θεραπεία. Κατά συνέπεια, ως σημειώθηκε και προηγουμένως, η υπό στοιχείο A.2) αιτούμενη, με την υπό εξέταση αίτηση, θεραπεία, κρίνεται ως εγκαταλειφθείσα και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Στρεφόμενος τώρα στην ουσία της αίτησης, με όλον τον σεβασμό προς τις διάφορες εισηγήσεις του συνηγόρου των Εναγομένων, είμαι της γνώμης ότι, την υπό εξέταση Αίτηση περιβάλλουν τέτοια γεγονότα που δικαιολογούν την έγκριση της. Είναι γεγονός ότι για κάποιες από τις αιτούμενες λεπτομέρειες, δεν κρίνεται ορθό να εκδοθεί διαταγή παροχής τους, όχι γιατί αποτελούν μαρτυρία ή προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, ως οι Εναγόμενοι εισηγούνται, αλλά γιατί το δικόγραφο της Υπεράσπισης παρέχει όλες τις απαιτούμενες, αναγκαίες πληροφορίες για τα ζητήματα στα οποία αφορούν. Κατά τα λοιπά, όμως, είμαι της γνώμης, για τους λόγους που θα εξηγήσω, ειδικότερα, κατωτέρω, ότι το αιτούμενο υπό στοιχείο A διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί. Για σκοπούς αιτιολόγησης της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου, θεωρώ ορθότερο να παραθέσω τη σχετική επιχειρηματολογία μου στη βάση της κατηγοριοποίησης που προέβη η συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση της, μιας και επί τούτης της κατηγοριοποίησης, ως σημειώθηκε ανωτέρω, προσδιορίστηκαν και τα επίδικα ζητήματα της υπό εξέταση Αίτησης. I Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων στις παραγράφους 4, 8, 24, 27 και 33 της Υπεράσπισης τους, εκείνο που στην ουσία ζητά η Ενάγουσα να παρασχεθεί υπό μορφή λεπτομερειών είναι (α) η ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων εξοφλήθηκε η όποια οφειλή της Εναγόμενης 1, καθώς επίσης και (β) το ύψος της ισχυριζόμενης πληρωμής. Είμαι της γνώμης ότι οι επιζητούμενες (α) ανωτέρω λεπτομέρειες αφορούν σε ουσιώδες γεγονός, το οποίο προωθείται με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο μέσω της Υπεράσπισης των Εναγομένων με μόνη προσδιοριστική του χρόνου εξόφλησης, την αναφορά στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης περί του ότι τούτη έλαβε χώρα "κατά ή περί το 2013". Με δεδομένο τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι κατά το 2013 και πιο συγκεκριμένα στις 22/01/13, 14/10/13 και 11/12/13 (σχετικές είναι οι παράγραφοι 17, 18 και 19 της Έκθεσης Απαίτησης), απέστειλε γραπτές ειδοποιήσεις (22/01/13 και 14/10/13), και γραπτή ειδοποίηση τερματισμού (11/12/13), κρίνεται δικαιολογημένο το Αίτημα της Ενάγουσας να αναζητεί ειδικό χρονικό προσδιορισμό της ισχυριζόμενης εξόφλησης και τούτο ώστε, αφενός να αναζητήσει να ανεύρει την όποιαν ενδεχόμενη πληρωμή ή να είναι σε θέση να γνωρίζει τη μαρτυρία που θα πρέπει η ίδια να προσκομίσει προς αντίκρουση του σχετικού ισχυρισμού των Εναγομένων. Ως προς το (β) ανωτέρω προσδιορισθέν αίτημα της Ενάγουσας, σε σχέση πάντα με τις παραγράφους 4, 8, 24 27 και 33 της Υπεράσπισης και δη τον προσδιορισμό του ποσού που κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων εξοφλήθηκε, τούτο δεν κρίνεται δικαιολογημένο, μιας και στη σχετική αναφορά της παραγράφου 8 της Υπεράσπισης απαντάται το επίδικο ερώτημα, αφού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν το ποσό των €92.500. Επομένως, σε σχέση με την υπό στοιχείο A.1) αιτούμενη θεραπεία, τούτη κρίνεται δικαιολογημένη μόνο αναφορικά με την ανάγκη να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες μέσω των οποίων να προσδιορίζεται επ' ακριβώς χρονικά η ισχυριζόμενη εξόφληση του ποσού των €92.500 από πλευράς των Εναγομένων. II Ανάγκη για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών προκύπτει και σε σχέση με τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό της παραγράφου 25 της Υπεράσπισης, περί του ότι οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες στη βάση του ότι η Ενάγουσα παραβίασε τα δικαιώματα των Εναγομένων εγγυητών. Ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω (κατά την παράθεση του νομικού πλαισίου που περιβάλλει τα επίδικα ζητήματα της υπό εξέταση αίτησης), εκεί που προβάλλεται ισχυρισμός περί παρανομίας και προφανώς και περί ακυρότητας, συνεπεία παράνομων ενεργειών τρίτων, θα πρέπει ο διάδικος που προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό να παρέχει στον αντίδικο του όλες ανεξαιρέτως τις απαραίτητες λεπτομέρειες, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα επί των οποίων ο αντίδικος του βασίζει τον ισχυρισμό του περί παράνομων ενεργειών και/ή ακυρότητας της όποιας συμφωνίας. Μ' αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να γνωρίζει και ποια είναι η μαρτυρία που θα προσκομίσει προς αντίκρουση του ισχυρισμού που προβάλλεται από την άλλη πλευρά και να μην βρεθεί προς εκπλήξεως κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας των εναγομένων. Θεωρώ δε ότι λεπτομέρειες πρέπει να παρασχεθούν, τόσο αναφορικά με τα γεγονότα που κατά τους Εναγόμενους στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό τους περί ακυρότητας των συμφωνιών εγγύησης, όσο και σε σχέση με τα γεγονότα που κατά τους Εναγόμενους δικαιολογούν τη θέση τους περί του ότι η Ενάγουσα παραβίασε τα δικαιώματα των Εναγομένων εγγυητών. III Με την ίδια λογική και σκεπτικό δικαιολογείται και η έκδοση διατάγματος για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τον εντελώς γενικό και αόριστο ισχυρισμό των Εναγομένων, στην παράγραφο 32 της Υπεράσπισης τους, περί του ότι η Ενάγουσα λειτουργούσε "αυθαίρετα και χωρίς τον απαιτούμενο βαθμό διαφάνειας κατά παράβαση του κώδικα και/ή της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία Πιστωτικών ιδρυμάτων". Είμαι της γνώμης ότι, δικαιολογημένα η Ενάγουσα επιζητεί την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, ώστε ακριβώς να γνωρίζει ποιες ενέργειες της θεωρούν οι Εναγόμενοι ότι είναι αυθαίρετες και/ή αδιαφανείς, ακριβώς για να μην εκληφθεί εξαπίνης όταν οι Εναγόμενοι θα παρουσιάζουν μαρτυρία προς υποστήριξη του σχετικού αυτού ισχυρισμού τους, αλλά και για να μπορεί, κατά την παρουσίαση της δικής της εκδοχής, να προσφέρει ειδική σχετική μαρτυρία. Τόσο αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 25 της Υπεράσπισης (βλέπε II ανωτέρω), όσο και αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 32 (που εδώ αφορούν), είναι ξεκάθαρη η ανάγκη παροχής των απαιτούμενων λεπτομερειών, καθότι, αν οι Εναγόμενοι αφεθούν να προωθούν την Υπεράσπιση τους στη βάση των υφιστάμενων, εντελώς γενικών και αορίστων, ισχυρισμών τους, κατά το στάδιο της παράθεσής της, από πλευράς τους, μαρτυρίας, θα δικαιούνται να παρουσιάσουν κάθε λογής μη προβλεπτό ισχυρισμό προς υποστήριξη τους, που, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, θα είναι αδύνατο να αναχαιτιστεί από πλευράς της Ενάγουσας, η οποία και θα εκληφθεί, προφανώς, εξαπίνης. Είναι για αυτούς τους λόγους που θεωρώ ότι και οι υπό στοιχείο A.3) και A.4)
- ii)(αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 32 της Υπεράσπισης), αιτούμενες θεραπείες κρίνεται δικαιολογημένο να αποδοθούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. IV Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης στις παραγράφους 6, 28, 29, 30 και 31 τούτης (λοιπές σχετικές με την υπό στοιχείο Α.4
- i)αιτούμενη θεραπεία) και ειδικότερα τις εκεί αναφορές των Εναγομένων περί παράνομες ή υπερβολικές χρεώσεις και/ή χρεώσεις εξόδων και προμηθειών και/ή ανατοκισμούς, επίσης κρίνεται αναγκαίο να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες ειδικότερα συνεπεία του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί παρανομίας στις χρεώσεις της Ενάγουσας. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης προσδιορίζεται ειδικά συγκεκριμένη ισχυριζόμενη παρανομία που περιβάλλει τη χρέωση τόκου υπερημερίας 5%, καθώς επίσης και ειδική αναφορά σε σχετικό νομοθέτημα, οι πρόνοιες του οποίου, κατά τους Εναγόμενους, καθιστούν τη ρηθείσα χρέωση τόκου υπερημερίας παράνομη. Ούτε ότι, στην ίδια παράγραφο, γίνεται και πάλι ειδική αναφορά περί μη ενημέρωσης των Εναγομένων αναφορικά με τη μεταβολή και/ή αλλαγή του επιτοκίου και/ή περί αύξησης του και/ή περί προσθήκης πληρωμής τόκου υπερημερίας και/ή για αυθαίρετες επιβαρύνσεις λογαριασμών και ούτω καθ' εξής. Τούτοι, ως ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως επαρκείς λεπτομέρειες για τις διάφορες προβαλλόμενες θέσεις των Εναγομένων περί παρανομίας των χρεώσεων και γενικά του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου από πλευράς της Ενάγουσας, αν και εφόσον οι Εναγόμενοι, με σαφή τρόπο, σε κάθε περίπτωση που προέβαλλαν, στο δικόγραφο της Υπεράσπισής τους, τον ισχυρισμό περί παρανομίας στις χρεώσεις και/ή στον υπολογισμό του επιτοκίου, παρέπεμπαν στις σχετικές λεπτομέρειες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης τους. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Ως αποτέλεσμα, οι γενικές αναφορές περί παράνομων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών και/ή προμηθειών και/ή χρεώσεων εξόδων που παρατηρούνται στις παραγράφους 28, 29, 30 και 31 παραμένουν εντελώς γενικές και αόριστες, μιας και δεν προωθούνται σε συνάρτηση και/ή επί τη βάσει των διαφόρων λεπτομερειών που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης, και για αυτόν τον λόγο κρίνεται δικαιολογημένη η έκδοση διατάγματος για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με αυτές, ως ειδικότερα εξειδικεύονται στην υπό στοιχείο A.4), I), πλην όμως μόνο αναφορικά με τον σαφή προσδιορισμό των αντικανονικών και/ή παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή αυθαίρετων χρεώσεων, τόσο σε σχέση με τους τόκους, όσο και σε σχέση με τα έξοδα. Από την άλλη, είμαι της γνώμης ότι η παροχή λεπτομερειών, με τις οποίες να προσδιορίζεται επ' ακριβώς το ποσό που τελεί υπό αμφισβήτηση από πλευράς των Εναγομένων, δεν δικαιολογείται. Και τούτο γιατί, με την παροχή των λεπτομερειών από πλευράς των Εναγομένων προσδιοριστικών του είδους των χρεώσεων, που κατά τους ίδιους αποτελούν αυθαίρετες και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις, θα είναι πρόσφορος και ευχερής ο προσδιορισμός του ύψους του ποσού στο οποίο τούτες αφορούν και θα μπορεί, κατά συνέπεια, η Ενάγουσα να γνωρίζει τη μαρτυρία που θα πρέπει να παρουσιάσει προς αντίκρουση του σχετικού ισχυρισμού των Εναγομένων. Επίσης, αφ' ης στιγμής θα δοθούν προς την Ενάγουσα οι λεπτομέρειες που αφορούν στο είδος και τύπο των χρεώσεων, εξόδων και τόκου, που κατά τους Εναγόμενους αποτελούν αυθαίρετες και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις, τα λοιπά στοιχεία που χρειάζονται για να μπορεί η Ενάγουσα να αντιμετωπίσει με σχετική μαρτυρία τον ισχυρισμό αυτό των Εναγομένων, βρίσκεται στη δική της γνώση, ούσα η διάδικος που προέβη στις διάφορες χρεώσεις και κατά συνέπεια θα μπορεί ευκόλως να τις αντιμετωπίσει. Επομένως, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στη βάση πάντα του νομικού πλαισίου που περιβάλλει την υπό εξέταση Αίτηση, εκδίδονται διατάγματα ως τα υπό στοιχείο A.1), 3) και 4)
- i)και
- ii)ως τούτα προσδιορίστηκαν και περιορίστηκαν με τις διάφορες σχετικές παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ανωτέρω. Οι λεπτομέρειες να δοθούν από τους Εναγόμενους, διά επίδοσής τους στους συνηγόρους της Ενάγουσας εντός 15 ημερών από σήμερα. Ως προς τα υπό στοιχεία Β και Γ αιτούμενα διατάγματα παρατηρώ τα ακόλουθα. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας που του παρέχουν οι πρόνοιες της Διαταγής 19 Θεσμός 6 και ειδικότερα η φράση "upon such terms, as to costs and otherwise, as maybe just" (βλέπε σχετικά και παρατήρηση κάτω από τον τίτλο "practise" στη σελίδα 460 του Αnnual Practise 1958), κέκτηται δικαιώματος, ως όρο για σκοπούς διασφάλισης της συμμόρφωσης του διάδικου που διατάσσεται να παρέχει καλύτερες λεπτομέρειες, να διατάξει, μεταξύ άλλων, και την απόρριψη της Απαίτησης έως ότου ο Εναγόμενος συμμορφωθεί με το διάταγμα. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, ως τούτο εξάγεται από τις σχετικές αναφορές του Αnnual Practise του 1958, είναι ότι αυτό το δικαίωμα του Δικαστηρίου μπορεί να εξασκηθεί στα πλαίσια πάντα της διακριτικής του εξουσίας. Με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Ενάγουσας, είμαι της γνώμης ότι, την υπό εξέταση Αίτηση και γενικότερα την παρούσα αγωγή δεν περιβάλλουν τέτοια γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την έκδοση οποιουδήποτε εκ των υπό στοιχεία Β και Γ αιτούμενων διαταγμάτων. Πρώτον, το δικαίωμα της Ενάγουσας στο μέλλον να αναζητήσει θεραπεία ή γενικότερα τη συνδρομή του Δικαστηρίου, ώστε οι Εναγόμενοι να αποστερηθούν του δικαιώματος να προσκομίσουν μαρτυρία σε σχέση με τους ισχυρισμούς για τους οποίους διατάχθηκαν να παρέχουν λεπτομέρειες, στην περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με το εκδοθέν διάταγμα, παραμένει αναλλοίωτο. Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο το Δικαστήριο, καθηκόντως, θα πρέπει να απαγορεύσει κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας την προσκόμιση μαρτυρίας που θα αφορά στην απόδειξη των γενικών και αορίστων ισχυρισμών των Εναγομένων, για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η παροχή λεπτομερειών, αν και εφόσον οι τελευταίοι δεν συμμορφωθούν με το εκδοθέν διάταγμα. Επίσης, η όλη στάση των Εναγομένων μέχρι σήμερα, δεν δικαιολογεί κρίση ή θέση ότι επιδεικνύουν τάση μη συμμόρφωσης προς τις κατά καιρούς διαταγές, εντολές ή οδηγίες του Δικαστηρίου. Με τούτα ως δεδομένα, κρίνω ότι τα υπό στοιχείο Β και Γ αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογείται να εκδοθούν. Τέλος, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα των εξόδων, με δεδομένη την αποστολή, από πλευράς της Ενάγουσας, επιστολής προς τους συνηγόρους των Εναγόμενων με την οποίαν επιζητούσε την παροχή των λεπτομερειών (βλέπε, Ετήσια Πρακτική 1956 υπό τον τίτλο Costs σελ. 349) και με δεδομένο ότι η Αίτηση για παροχή λεπτομερειών έχει εγκριθεί στο μεγαλύτερο μέρος της (με εξαίρεση τις ρητές διαφοροποιήσεις του Δικαστηρίου, για τους λόγους που εξήγησε ανωτέρω), κρίνω ορθό όπως τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων, θα είναι όμως καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............................................ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο