HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Γιώργου Βελετινά, Αρ. Αγωγής: 7232/09, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A296 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7232/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και Γιώργου Βελετινά Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κωνσταντίνου για Α. Μαρκίδης, Κ. Βελάρης και Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Για Εναγόμενο: κ. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες διεκδίκησαν απόφαση για €224.410,16 συν τόκο προς 13% ετησίως, διάταγμα πώλησης μετοχών και διάταγμα όπως τρίτο πρόσωπο υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για σκοπούς πώλησης των εν λόγω αξιών. Οι εν λόγω αξιώσεις έχουν ως υπόβαθρο την κατ΄ ισχυρισμόν συμμετοχή του Εναγομένου σε Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού (εφεξής «το Σχέδιο») δυνάμει συμφωνίας ημερ. 12.5.99 και το συνακόλουθο άνοιγμα τρεχούμενου χρεωστικού λογαριασμού (εφεξής «ο επενδυτικός λογαριασμός»), καθώς και σχετικό έγγραφο ενεχυρίασης αξιών προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων τις οποίες παρείχαν οι Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων πως λόγω της μη τήρησης του απαιτούμενου ποσοστού εξασφάλισης του λογαριασμού, οι ίδιοι τερμάτισαν τη λειτουργία του στις 27.1.03 με αποτέλεσμα να καταστεί οφειλόμενο το πιο πάνω ποσό το οποίο ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο του. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του παραδέχεται την συνομολόγηση συμφωνίας και αναφέρεται σε κάποιους από τους όρους αυτής προβάλλοντας τις θέσεις του. Βασική του θέση είναι ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, πλην όμως όχι χωρίς σχετική ειδοποίηση προς τον ίδιο. Με την Ανταπαίτηση του προβάλλει ότι οποιεσδήποτε ενεχυριάσεις μετοχών έγιναν από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (εφεξής «η ΕΤΕ») προς όφελος των Εναγόντων έγιναν παράνομα και περαιτέρω ότι το παρουσιαζόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι αποτέλεσμα του ότι οι Ενάγοντες επέτρεπαν στην ως άνω θυγατρική εταιρεία να ενεργεί κατά παράβαση της συμφωνίας και του πληρεξουσίου με αποτέλεσμα το αξιούμενο ποσό να αποτελεί τη ζημιά την οποία υπέστη ο Εναγόμενος, συνεπεία αυτής της συμπεριφοράς. Στη βάση αυτή ανταπαιτεί €224.410,16 (ισόποσο της αξίωσης Εναγόντων) και Δήλωση ότι οι αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησης μετοχές ανήκουν στον ίδιο, ελεύθερες παντός ενεχύρου ή άλλης επιβάρυνσης. Μαρτυρία Οι Ενάγοντες κάλεσαν συνολικά επτά μάρτυρες ενώ ο Εναγόμενος δεν προσέφερε μαρτυρία στην υπόθεση. Η Μ.Ε.1 Ζωή Γεωργιάδη, υπάλληλος των Εναγόντων υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Α, στην οποίαν μεταξύ άλλων επιβεβαιώνει πως το υπόλοιπο του λογαριασμού με βάση αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι €229.771,21 συν τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €99.629,63 από 17.9.16 μέχρι εξοφλήσεως. Παρουσίασε και επεξήγησε παλαιότερη κατάσταση ημερ. 7.9.16 ως Τεκμήριο 1 και την αναδομημένη κατάσταση ως Τεκμήριο 2, ενώ περαιτέρω παρουσίασε και εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τα επιτόκια, ως Τεκμήριο 3. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αρχικά εργαζόταν στην ΕΤΕ και από το 2014 στους Ενάγοντες. Δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο και ότι δεν είχε εμπλοκή στη λειτουργία του λογαριασμού. Εξήγησε το ηλεκτρονικό πρόγραμμα εκτύπωσης αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού και διευκρίνισε ότι η ίδια απλώς αφαίρεσε κάποιες χρεώσεις, επιμένοντας ότι πλέον φαίνεται το ορθό υπόλοιπο χωρίς κεφαλαιοποίηση τόκων. Ο Μ.Ε.2 Γιώργος Γρουτίδης, εργάζεται στην ΕΤΕ και στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, εξηγεί κατ΄ αρχάς το ιστορικό και τη διαδικασία ανοίγματος, καθώς και τη λειτουργία του λογαριασμού. Περαιτέρω εξήγησε πως ο ρόλος των Εναγόντων περιοριζόταν στη χρέωση και ή πίστωση του λογαριασμού ανάλογα με τις αγοραπωλησίες αξιών για τις οποίες ο Εναγόμενος έδιδε εντολές. Κατά την προφορική του μαρτυρία παρουσίασε διάφορα έγγραφα σχετιζόμενα με τον λογαριασμό όπως πιστοποιητικά, πινακίδια συναλλαγών, επιστολές του Εναγομένου, ανακοίνωση των Εναγόντων, κατάσταση κερδοζημιών, επιστολές Εναγόντων, έγγραφο ενεχυρίασης, εντολές του Εναγομένου και αιτήσεις για μετοχές ως Τεκμήρια 7.1 έως 25. Κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι οι οδηγίες δίδοντο από τον πελάτη στο Τμήμα Χρηματιστηριακών Συναλλαγών και στη συνέχεια το Τμήμα Εργασιών φρόντιζε για την εκκαθάριση και διεκπεραίωση τους. Δέχθηκε ότι τα πινακίδια συναλλαγών εκτυπώθηκαν εκ νέου από τα ηλεκτρονικά συστήματα της ΕΤΕ και υποστήριξε ότι αποτυπώνουν τις συναλλαγές του Εναγομένου, καθώς και ότι συνάδουν με τις καταχωρίσεις στον τραπεζικό λογαριασμό. Ως προς το ζήτημα του τερματισμού είπε πως ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσον οι Ενάγοντες είχαν τερματίσει τον λογαριασμό. Ο Μ.Ε.3 Δημήτρης Κωσταράς, υπάλληλος επίσης των Εναγόντων, είπε ότι εργάζεται στο Τμήμα Αλληλογραφίας. Εξήγησε τη διαδικασία ταχυδρόμησης και παραλαβής επιστολών μέσω ταχυδρομείου, καθώς και από και προς την ΕΤΕ. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις επιστολές Τεκμήρια 15-20 και υπέδειξε ποιες από αυτές εντοπίζονται στο Ειδικό Βιβλίο Καταγραφής συστημένης και διπλοσυστημένης αλληλογραφίας, αντίγραφα του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήρια 26 και 27. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε ότι κατά την αποστολή συστημένου λάμβαναν απόδειξη και επέμεινε ότι ταχυδρόμησαν τις επίδικες επιστολές. Ο Μ.Ε.4 Σταύρος Νικολάου εργάζεται στην ΕΤΕ από το 2006 και μεταξύ άλλων και στο Αρχείο της. Εξήγησε ότι κατόπιν οδηγιών του Προϊσταμένου του αναζήτησε και εντόπισε σχετικές με την υπόθεση ηχογραφημένες εντολές αγοραπωλησιών προς την ΕΤΕ. Τις εντολές αυτές κατέθεσε σε ηλεκτρονική μορφή (δισκάκι) με σχετικό πιστοποιητικό ως Τεκμήρια 28Α και 28Β και σε έντυπη μορφή (απομαγνητοφώνηση) ως Τεκμήρια 29 και 30. Έδωσε στοιχεία για κάποια αναφερόμενα ονόματα, καθώς και για τη λειτουργία του ηχογραφικού συστήματος της εποχής εκείνης. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι δεν γνώρισε ποτέ τον Εναγόμενο εξηγώντας ότι ο ίδιος προσελήφθη το 2006, αλλά επέμεινε ότι στο ηχητικό ακούεται ο Εναγόμενος, όπως διαπίστωσε από τον αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό λογαριασμού, τους οποίους έδωσε ο ομιλητής. Ο Μ.Ε.5, Γρηγόρης Μιχαηλίδης, μέχρι το 2002 υπηρετούσε στην ΕΤΕ και από τότε στους Ενάγοντες. Στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, εξηγεί μεταξύ άλλων ότι ήταν αδειούχος χρηματιστής και στα πλαίσια των καθηκόντων του διεβίβαζε εντολές πελατών της ΕΤΕ προς το ΧΑΚ. Προσέθεσε πως έχοντας φρεσκάρει τη μνήμη του από ηχητικές καταγραφές διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος ήταν από τους πελάτες οι οποίοι έτυχε να επικοινωνήσουν και μαζί του με σκοπό τη διενέργεια συναλλαγών. Εξήγησε τη σχετική διαδικασία. Κατά την προφορική του μαρτυρία αναγνώρισε την υπογραφή του στις επιστολές Τεκμήρια 15 και 16 και προσέθεσε ότι στο ηχητικό αναγνώρισε τον εαυτό του ως τον έναν ομιλητή αλλά όχι τον πελάτη. Αντεξεταζόμενος είπε πως πρέπει να είχε γνωρίσει και τον Εναγόμενο τότε, χωρίς να το θυμάται τώρα. Δέχθηκε ότι δεν μπορούσε να υποδείξει ποιες συγκεκριμένες συναλλαγές είχε διενεργήσει ο ίδιος ως χρηματιστής. Η δική του εργασία ήταν η διαβίβαση των εντολών στο «πάτωμα» του ΧΑΚ και δεν είχε σχέση με χρήματα ή τον λογαριασμό του πελάτη. Ο Μ.Ε.6 Γιώργος Χατζησπύρου εργάζεται στο Χ.Α.Κ. Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 31 πληρεξούσιο έγγραφο του Εναγομένου προς την ΕΤΕ. Εξήγησε πως ο λογαριασμός του Εναγομένου εμφαίνεται στα αρχεία του Χ.Α.Κ. ως λογαριασμός εμπιστευματοδόχου πλην όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει την εξουσιοδότηση διορισμού εμπιστευματοδόχου. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι είχαν διενεργηθεί πράξεις οι οποίες δεν καλύπτονται από το Τεκμήριο 31 ή ότι έλαβαν οδηγίες από πρόσωπα τα οποία δεν ήταν εξουσιοδοτημένα. Ο Μ.Ε.7 Τάσος Παρπέρης εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εντόπισε στον ηλεκτρονικό φάκελο τους αντίγραφο της Εξουσιοδότησης Διορισμού Εμπιστευματοδόχου, την οποίαν και παρουσίασε ως Τεκμήριο 32. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι δεν γνώριζε ποιος είχε καταχωρίσει το εν λόγω Τεκμήριο 32 στον φάκελο τους, διευκρινίζοντας ότι εργάζεται στου Ενάγοντες από το 2016. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Πριν από οτιδήποτε άλλο και επειδή σχετίζεται άμεσα με το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων θα πρέπει να σημειωθεί πως παρά την πληθώρα θέσεων που έχουν προβληθεί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, εντούτοις κατά την τελική αγόρευση του Εναγομένου δεν προωθήθηκαν θέσεις περί αναξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα. Σε συνάφεια με την υπερασπιστική γραμμή κατά την ακροαματική διαδικασία, έτσι και η προσεκτική μελέτη της αγόρευσης καταδεικνύει ότι προωθήθηκαν εισηγήσεις οι οποίες αφορούν τη δυναμική της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και νομικά ζητήματα, με κύρια στόχευση το ότι δεν αποδείχθηκαν (
- i)οι όροι της συμφωνίας και ποιος από αυτούς παραβιάστηκε (
- ii)η εξουσιοδότηση διορισμού εμπιστευματοδόχου (iii) ότι οι συναλλαγές έγιναν με οδηγίες του Εναγομένου (
- iv)ότι τερματίστηκε δεόντως η συμφωνία και ο λογαριασμός σύμφωνα με την ειδική δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, με αποτέλεσμα (κατά τον Εναγόμενο) να μην έχει καθοριστεί ή προσδιοριστεί η οφειλή, (όπως θα γίνετο με τον τερματισμό, ο οποίος θα καθιστούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού απαιτητό). Η αξιολόγηση λοιπόν θα γίνει με βασικό επίκεντρο τα γεγονότα τα οποία πραγματικά και εν τέλει αμφισβητούνται. Έχω παρακολουθήσει με τη δέουσα και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες και έχω εξετάσει τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία, στη βάση των καλώς καθιερωμένων νομολογιακών αρχών, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών και των επίδικων θεμάτων. Θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής πως, με εξαίρεση κάποια επουσιώδη σημεία, όλοι οι καταθέσαντες μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Έχω σχηματίσει για όλους γενικά καλή εικόνα και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολή στις τοποθετήσεις τους. Ήταν ευδιάκριτο για όλους πως δεν δίσταζαν να αναφέρουν την ακριβή γνώση ή εμπλοκή τους στα γεγονότα και να αποκαλύψουν οποιοδήποτε σημείο για το οποίο δεν είχαν προσωπική γνώση. Ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία τους δεν υπήρξαν ενώ υπενθυμίζεται πως στην πραγματικότητα η μαρτυρία τους έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις ή ασάφειες στη μαρτυρία τους κρίνονται ως επουσιώδεις και ασήμαντες για τη συνολική καλή εικόνα και αξιοπιστία τους, οι οποίες ενισχύουν την πεποίθηση μου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια προσυνεννόησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Εκτός από τα προαναφερθέντα επουσιώδη σημεία στα οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους κατά τον τρόπο και στην έκταση που επίσης παρατίθεται στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος παραδέχεται στην Υπεράσπιση του (§2) ότι κατά τον Απρίλιο του 1999 υπέβαλε αίτηση προς τους Ενάγοντες, μέσω της ΕΤΕ, για συμμετοχή του στο Σχέδιο ("investor account"), η οποία έγινε αποδεκτή, οπότε κατέληξαν και σε συμφωνία περί τις 12.5.99 και ότι προς τον σκοπό αυτό οι Ενάγοντες άνοιξαν τρεχούμενο χρεωστικό τραπεζικό λογαριασμό επ΄ ονόματι του υπ΄ αρ. 175-01-500609-75 με πιστωτικό όριο μέχρι €34.172,02 (Λ.Κ.20.000). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η αίτηση την οποίαν παραδέχεται ο Εναγόμενος είναι το Τεκμήριο 4, το οποίο τιτλοφορείται «ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ INVESTOR ACCOUNT ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ». Είναι επίσης παραδεκτό (§1 της Υπεράσπισης) πως αυτή ήταν η παλαιά επωνυμία των Εναγόντων ("Hellenic Bank Ltd"). Η εν λόγω αίτηση υπεγράφη από τον Εναγόμενο στις 29.4.99 και έχει εγκριθεί από τους Ενάγοντες στις 12.5.99 για όριο Λ.Κ.20.000 (€34.172). Η αίτηση περιλαμβάνει 1. Στοιχεία Αιτητή, 2. Οικονομικά Στοιχεία, 3. Τράπεζα Αιτητή, 4. Συστάσεις για τον Αιτητή και 5. Υπεύθυνη Δήλωση (Αιτητή). Με την Υπεύθυνη Δήλωση του ο Αιτητής δηλώνει ότι οι πληροφορίες είναι ορθές και ότι αναλαμβάνει να συμμορφωθεί με τους όρους συμμετοχής στο Σχέδιο, οι οποίοι είναι «ενσωματωμένοι» στο έντυπο της αίτησης. Στο πίσω μέρος της αίτησης όντως παρατίθενται 12 τέτοιοι όροι, όπως ορθώς υπέδειξε και ο Μ.Ε.2. Σύμφωνα με τον ερμηνευτικό όρο 1 "investor account" σημαίνει τον λογαριασμό που διατηρείται στην Τράπεζα (Ενάγοντες) στο όνομα του επενδυτή ("investor") σε σχέση με συναλλαγές που θα εγίνοντο από τη συμμετοχή στο Σχέδιο ενώ «Συναλλαγές Σχεδίου» σημαίνει τις αγοραπωλησίες μετοχών, χρεογράφων και γενικά τίτλων ή αξιών, για λογαριασμό του επενδυτή (Εναγομένου) μέσω του Σχεδίου αποκλειστικά από τις «Επενδύσεις» (όρος ο οποίος προφανώς παραπέμπει στην ΕΤΕ). Προκύπτει πως πριν την υπογραφή της προαναφερθείσας Συμφωνίας ημερ. 12.5.99 (Τεκμήριο 6) ο Εναγόμενος υπέγραψε Πληρεξούσιο Έγγραφο επίσης ημερ. 12.5.99, ήτοι το Τεκμήριο 5, στην παρουσία και με πιστοποίηση Πιστοποιούντος Υπαλλήλου. Με το εν λόγω πληρεξούσιο διόρισε την ΕΤΕ ως αντιπρόσωπο του όπως εξ ονόματος και για λογαριασμό του διενεργεί αγοραπωλησίες μετοχών ή άλλων αξιών και μεταξύ άλλων υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο για ενεχυρίαση τους προς όφελος των Εναγόντων, καθώς και να ανοίγει λογαριασμό επ΄ ονόματι του στους Ενάγοντες, τον οποίον να χειρίζεται ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος (ΕΤΕ) εντός των πλαισίων των όρων του Σχεδίου και να δίδει οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του λογαριασμού. Προκύπτει περαιτέρω ότι το Τεκμήριο 6 συνιστά τη Συμφωνία ημερ. 12.5.99 μεταξύ της ΕΤΕ αφενός και του Εναγομένου αφετέρου. Η συμφωνία αυτή αναφέρεται στην υποβληθείσα αίτηση για συμμετοχή στο Σχέδιο, στο προηγουμένως υπογραφέν πληρεξούσιο και βασικά ρυθμίζει την καταβολή από τον Εναγόμενο προς την ΕΤΕ ενός δικαιώματος συμμετοχής (Λ.Κ.20), κάποιων δικαιωμάτων χαρτοσήμανσης (Λ.Κ.30), τα ετήσια δικαιώματα διαχείρισης του λογαριασμού τα οποία είναι κλιμακωτά εξαρτώμενα από την κίνηση ή το όριο του (λογαριασμού), καθώς και την προμήθεια επί του ποσού κάθε πράξης (0,75%). Στα Τεκμήρια 4 και 5 είναι αναγραμμένος χειρογράφως ο αριθμός του ως άνω λογαριασμού
(500609). Να σημειωθεί όμως πως την ίδια μέρα, δηλαδή στις 12.5.99 ο Εναγόμενος υπέγραψε και το Τεκμήριο 23, ήτοι το τιτλοφορούμενο ως «Έγγραφον Ενεχυρίασης Μετοχών/Δικαιωμάτων (Rights)/Share Warrants/Χρεογράφων». Η εν λόγω ενεχυρίαση θα γινόταν προς εξασφάλιση των Εναγόντων για τις εγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι στη βάση του όρου 4 του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 5) η ΕΤΕ μερίμνησε αργότερα για το άνοιγμα του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού στους Ενάγοντες επ΄ ονόματι του Εναγομένου, με το πιο πάνω χρεωστικό όριο, ούτε και ότι αυτός τέθηκε τις επόμενες μέρες σε λειτουργία. Δέχομαι την αναφορά του Μ.Ε.2 ότι κατά τον χρόνο έναρξης λειτουργίας του Σχεδίου το προβλεπόμενο ποσοστό εξασφάλισης (κάλυψης) ήταν 25% και ότι στη συνέχεια αυξήθηκε διαδοχικά στο 40%, ύστερα στο 60% και από τον Φεβρουάριο του 2001 μειώθηκε ξανά στο 40% μέχρι το τέλος της λειτουργίας του λογαριασμού. Σχετική με την αύξηση της εξασφάλισης από το 40% στο 60% είναι η ανακοίνωση της ΕΤΕ προς όλους τους κατόχους επενδυτικών λογαριασμών ημερ. 22.10.99, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 13. Περαιτέρω δεν έχει αμφισβητηθεί πως το Τεκμήριο 7.2 αποτελεί δέσμη Πινακιδίων Συναλλαγών (Contract Notes) για την περίοδο 18.5.99 έως 15.1.08. Για τα εν λόγω έγγραφα έχει προσαχθεί ως Τεκμήριο 7.1 δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον αρμόδιο λειτουργό της ΕΤΕ (κ. Κ. Φυλακτού), ο οποίος υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Διευθυντής της, βεβαιώνει ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν μέρος του αρχείου της ΕΤΕ. Δεν έχει προταθεί οτιδήποτε προς ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου ότι το πιο πάνω πιστοποιητικό έχει υπογραφεί δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό και κατά συνέπειαν τα έγγραφα αυτά αξιολογούνται ως μέρος του αρχείου της ΕΤΕ. Το προαναφερθέν Τεκμήριο 7.2 αποτελείται από 39 πινακίδια συναλλαγών εκ των οποίων τα 36 αφορούν 80 αγοραπωλησίες αξιών οι οποίες διενεργήθηκαν κατά την πρώτη και ουσιαστική περίοδο λειτουργίας του Σχεδίου 18.5.09 έως 20.9.01 και τα υπόλοιπα τρία αφορούν οκτώ πωλήσεις οι οποίες έγιναν πολύ αργότερα, ήτοι στις 15.1.
- Δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 πως οι υπογραφές στο κάτω μέρος των πινακιδίων ανήκουν στον ίδιο (τον Μ.Ε.2) και στον κ. Βοσκαρίδη. Παρεμβάλλεται εδώ πως, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο Εναγόμενος στις 18.9.01 υπέγραψε και νέο Πληρεξούσιο Έγγραφο διορίζοντας την ΕΤΕ ως αντιπρόσωπο του, πράγμα το οποίο παραδέχεται και ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του (§9). Όπως πειστικά εξήγησε ο Μ.Ε.2, κάτι τέτοιο κατέστη αναγκαίο κατόπιν απαίτησης του Χ.Α.Κ. ενόψει της εφαρμογής της διαδικασίας αποϋλοποίησης των αξιών του Χ.Α.Κ. Μάλιστα λόγω της αποϋλοποίησης οι μετοχές καταχωρούντο πλέον σε λογαριασμό εμπιστευματοδόχου πράγμα το οποίο στόχευε στην εφαρμογή της Συμφωνίας Ενεχυρίασης (Τεκμήριο 23), οπότε είναι λογική και η θέση του Μ.Ε.2 πως την ίδια περίοδο κατέστη αναγκαία και η υπογραφή της Εξουσιοδότησης Διορισμού Εμπιστευματοδόχου. Όπως και ο Μ.Ε.6 αργότερα επιβεβαίωσε, ο λογαριασμός του Εναγομένου στο Χ.Α.Κ. είχε καταχωριστεί ως λογαριασμός εμπιστευματοδόχου και η υπογραφή μιας τέτοιας εξουσιοδότησης ήταν αναγκαίο μέρος της διαδικασίας. Τα πιο πάνω, Πληρεξούσιο και Εξουσιοδότηση, αποτελούν δύο έγγραφα τα οποία παρουσίασαν οι Μ.Ε.6 και Μ.Ε.7 ως Τεκμήρια 31 και 32 αντίστοιχα. Τόσον ο πρώτος όσον και ο δεύτερος, εκ της θέσεως τους, είχαν στην κατοχή τους το έγγραφο που ο καθένας κατέθεσε. Είναι γεγονός πως το Τεκμήριο 32 δεν φέρει ημερομηνία, πλην όμως το Τεκμήριο 31 φέρει όντως ημερομηνία 18.9.01, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει τον Μ.Ε.2 για το πότε υπεγράφησαν τόσο το συγκεκριμένο όσο και το άμεσα σχετιζόμενο Τεκμήριο 32 και γίνεται δεκτό ότι και αυτό υπεγράφη στις 18.9.
- Το Τεκμήριο 8.1 συνιστά επίσης πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 του ίδιου λειτουργού της ΕΤΕ (κ. Φυλακτού) και ισχύουν και για αυτό κατ΄ αναλογίαν όσα έχουν προαναφερθεί για το Τεκμήριο 7.
- Κατά συνέπειαν και το Τεκμήριο 8.2 συνιστά μέρος του αρχείου της ΕΤΕ και αξιολογείται ως τέτοιο. Δέχομαι για το Τεκμήριο 8.2 πως αποτελείται από δέσμη τριμηνιαίων Καταστάσεων Αλλαγών ("Adjustments List for Client 500609."), Καταστάσεις Πινακιδίων Συναλλαγών ("Contract Notes List.") και Έκθεση Κερδοζημιών με επισυνημμένες Συνοπτικές Καταστάσεις ("Client Summary Statement") για το χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου. Εξίσου πειστικά ο Μ.Ε.2 εξήγησε πως οι Καταστάσεις Αλλαγών του Τεκμηρίου 8.2 περιέχουν και καταδεικνύουν την εισαγωγή ή εξαγωγή μετοχών στο χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου οι οποίες δεν αγοράστηκαν κατόπιν διενέργειας πράξεων από πλευράς της ΕΤΕ στο πάτωμα του Χ.Α.Κ. αλλά εξασφαλίστηκαν από άλλες αιτίες (π.χ. αρχική ή πρόσθετη συνεισφορά, υποδιαίρεση αξιών, άσκηση δικαιωμάτων κ.λ.π.). Αντιθέτως, όμως, οι Καταστάσεις Πινακιδίων (Contract Notes List) αφορούν πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν στο πάτωμα από την ΕΤΕ για λογαριασμό του Εναγομένου, όπως ανέφερε ρητώς ο Μ.Ε.
- Το Τεκμήριο 8.2 καλύπτει την περίοδο από 18.5.99 έως 31.12.
- Τα αναφερόμενα (στις Καταστάσεις Πινακιδίων του Τεκμηρίου 8.2) πινακίδια αφορούν επίσης τις 80 αγοραπωλησίες οι οποίες έγιναν κατά την αρχική περίοδο λειτουργίας του Σχεδίου, δηλαδή από 18.5.99 έως 20.9.01 και αντιστοιχούν επακριβώς με τις 80 πράξεις που καταγράφονται στα 36 Πινακίδια Συναλλαγών του Τεκμηρίου 7.
- Ο Μ.Ε.2 εξήγησε πως το αρχικό όριο του επενδυτικού λογαριασμού ήταν Λ.Κ.20.000 το οποίο αυξήθηκε διαδοχικά, κατ΄ αρχάς στις Λ.Κ.35.000 και αργότερα στις Λ.Κ.60.000, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται όντως από τα καταγραφόμενα στις Συνοπτικές Καταστάσεις τριών περιόδων, ήτοι των Καταστάσεων μέχρι 30.6.99, μέχρι 31.12.99 και μέχρι 31.3.00 αντίστοιχα (Τεκμήριο 8.2). Μάλιστα για την πρώτη αύξηση έχει παρουσιαστεί, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, γραπτό αίτημα του Εναγομένου ημερ. 2.11.99, ως Τεκμήριο 9, επί του οποίου τεκμηρίου αυτού φαίνονται και οι εγκρίσεις για την αύξηση από Λ.Κ.20.000 σε Λ.Κ.35.
- Όσον αφορά την ειδικότερη λειτουργία του Σχεδίου και συγκεκριμένα τη διαδικασία αγοραπωλησιών αξιών, καθώς και άλλες λεπτομέρειες, θεωρώ πως και πάλι ο Μ.Ε.2 ήταν στην καλύτερη θέση, ως Προϊστάμενος σήμερα του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών της ΕΤΕ να την εξηγήσει και αναφερθεί στα σχετικά στοιχεία, πράγμα το οποίο έπραξε επαρκώς και με πειστικό τρόπο. Βέβαια υπενθυμίζεται ότι ο Μ.Ε.2 κατά την περίοδο 1999-2004 ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ και υπ΄ αυτή την ιδιότητα είχε τότε την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές, όπως ο Εναγόμενος. Ο εν λόγω λογαριασμός ως τραπεζικός διατηρείτο σε κατάστημα των Εναγόντων και ενημερωνόταν για τυχόν πιστώσεις ή χρεώσεις αλλά παράλληλα η ΕΤΕ διατηρούσε λογαριασμό για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών αναφορικά με αγοραπωλησίες αξιών βάσει των εντολών. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Εναγόμενος είχε όντως δώσει εντολές για αγοραπωλησίες διαφόρων αξιών, στο αρμόδιο Τμήμα Χρηματιστηριακών Συναλλαγών της ΕΤΕ και ότι αναλόγως της εκτέλεσης των εντολών χρεοπιστώνετο και ο επενδυτικός λογαριασμός τον οποίον τηρούσαν οι Ενάγοντες οι οποίοι ενεργούσαν στη βάση στοιχείων τα οποία απέστελλε προς αυτούς η ΕΤΕ. Σχετικά με το θέμα των εντολών ο Μ.Ε.4 εντόπισε και παρουσίασε ηχογραφημένες εντολές για τον επίδικο λογαριασμό. Το Τεκμήριο 28Β αποτελεί επίσης πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 και κατ΄ αναλογίαν προς όσα έχουν προαναφερθεί δεν έχει ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 28Α συνιστά μέρος του αρχείου της ΕΤΕ και ως τέτοιο θα αξιολογηθεί. Δέχομαι την αναφορά του Μ.Ε.4 ότι η ΕΤΕ διατηρούσε ηχογραφικό σύστημα από το 1999 για την καταγραφή των εντολών οι οποίες δίδοντο από τους επενδυτές. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως ο ίδιος εργάζεται στο Αρχείο της ΕΤΕ και ότι ήταν βάσει οδηγιών του Προϊσταμένου του που εντόπισε τις πιο πάνω ηχογραφημένες εντολές. Οι εντολές καταγράφονταν ανά ημέρα και αυτό το οποίο στην ουσία έπραξε ο Μ.Ε.4 ήταν να ελέγξει τις καταγραφές συγκεκριμένων ημερομηνιών στις οποίες με βάση τα υπόλοιπα στοιχεία είχαν γίνει συναλλαγές για τον επίδικο λογαριασμό. Βασικά ελέγχοντας τον αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό λογαριασμού τους οποίους έδιδε στην αρχή της ηχογραφημένης συνομιλίας κάθε επενδυτής προς τον χρηματιστή της ΕΤΕ, κατάφερε να εντοπίσει τέτοιες εντολές για τις 29.1.01 και τις 20.9.
- Ακολούθως ο Μ.Ε.4 απομόνωσε το μέρος αυτό της ηχογράφησης και το αντέγραψε στο δισκάκι Τεκμήριο 28Α ενώ παράλληλα προχώρησε και στην απομαγνητοφώνηση τους, ετοιμάζοντας σχετικά δακτυλογραφημένα κείμενα, τα οποία παρουσίασε ως Τεκμήρια 29 και
- Αν και η δεκτότητα της εν λόγω μαρτυρίας έχει ήδη εξεταστεί κατά την προσκόμιση της, θα πρέπει να επαναλάβω πως δεν συμφωνώ ότι τίθεται θέμα οποιασδήποτε παράνομης ηχογράφησης αφού τουλάχιστον οι δύο πιο πάνω καταγραφές έγιναν σε χρονική περίοδο κατά την οποία ευρίσκοντο σε ισχύ οι περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2000 (Κ.Δ.Π.268/00) οι οποίοι επέβαλλαν την ηχογράφηση των εντολών, πράγμα το οποίο τόσο βάσει του τεκμηρίου γνώσης της νομοθεσίας όσο και βάσει της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, λογικά γνώριζε κάθε επενδυτής. Ανεξαρτήτως λοιπόν οποιασδήποτε συνταγματικής επιταγής, η τεκμαιρόμενη γνώση του Νόμου και των Κανονισμών γι΄ αυτό το θέμα εξυπακούει και τη συναίνεση του κάθε επενδυτή για τις καταγραφές των εντολών του. Παρά ταύτα όμως, διευκρινίζεται πως στην παρούσα σε καμιά περίπτωση ο Μ.Ε.4 δεν ισχυρίστηκε ότι γνώριζε προσωπικώς οποτεδήποτε ή ότι αναγνώρισε τον Εναγόμενο στις συνομιλίες και βέβαια δεν είναι δυνατό να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα ταυτοποίησης στη βάση της δικής του μαρτυρίας, η οποία ούτως ή άλλως περιορίζετο στην παρουσίαση των πιο πάνω Τεκμηρίων ως μέρος του Αρχείου το οποίο κατείχε. Δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι εντολές είτε προς αγορά είτε προς πώληση, στις οποίες γίνεται αναφορά στις συνομιλίες αφορούν τον επίδικο λογαριασμό. Συγκεκριμένα στην πρώτη συνομιλία ημερομηνίας 29.1.01 διαπιστώνεται ότι ο επενδυτής δίδει αριθμό ταυτότητας
(721825)και αριθμό λογαριασμού
(500609)οι οποίοι συνάδουν με τα προσωπικά στοιχεία του Εναγομένου και αμέσως μετά δίδει εντολές πώλησης και αγοράς αξιών οι οποίες συνάδουν με τα Πινακίδια Συναλλαγής της αντίστοιχης ημέρας ως ακολούθως: Πωλήσεις: i. 452 μετοχές της Chris Cash & Carry Public Ltd (Τεκμήριο 7.1 - C.N. S/122374/10) ii. 3938 μετοχές της Libra Holidays Group Public Ltd (Τεκμήριο 7.1 - C.N. S/122547/10) iii. 2469 δικαιώματα της Libra Holidays Group Public Ltd (Τεκμήριο 7.1 - C.N. S/122572/10) iv. 474 δικαιώματα της Options Cassoulides Ltd (Τεκμήριο 7.1 - C.N. S/122615/10) Αγορά: 140.000 δικαιώματα της Drake Investments Ltd (Τεκμήριο 7.1 - B/122426/10) Τα ίδια ισχύουν και για τη συνομιλία ημερομηνίας 20.9.01 η οποία σχετίζεται άμεσα και συνάδει με το Πινακίδιο Συναλλαγής της αντίστοιχης ημέρας αφού αφορά πώληση: 7.000 μετοχών της Libra Holidays Group Public Ltd (Τεκμήριο 7.2 - C.N. S/212453/10) Είναι δε χαρακτηριστικό πως οι εντολές στις 20.9.01 δόθηκαν στις 1:02μ.μ. μετά από συζήτηση για το ωράριο (του ΧΑΚ) και ότι ζητήθηκε τιμή £0,94, επίσης μετά από συζήτηση μεταξύ επενδυτή-χρηματιστή για το αν θα ζητείτο τιμή £0,93 ή £0,95, στοιχεία δηλαδή τα οποία συνάδουν με τις λεπτομέρειες του αντίστοιχου Πινακιδίου Συναλλαγής. Όσον αφορά τον Μ.Ε.5 δεν έχει αμφισβητηθεί και δέχομαι ότι υπηρετούσε ως Χρηματιστής στην ΕΤΕ μεταξύ 15.6.00 έως 16.9.
- Θεωρώ καθόλα λογικό και αναμενόμενο το ότι δεν θυμάται συγκεκριμένα τον Εναγόμενο λαμβανομένου υπόψιν του αριθμού πελατών που εξυπηρετούσε, καθώς και του μακρού χρόνου που έχει παρέλθει από τις επίδικες συναλλαγές. Ο Μ.Ε.5 είχε την ευκαιρία να φρεσκάρει τη μνήμη του εκτός δικαστηρίου από καταγραφές συνομιλιών. Προέκυψε από την αντεξέταση του πως οι καταγραφές αυτές είναι οι ηχογραφήσεις που είχαν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια 28Α, 29 και
- Αναμφίβολα ο Μ.Ε.5 ήταν σε θέση και πράγματι αναγνώρισε τον εαυτό του στις συνομιλίες αυτές, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει πως πρόκειται για υπαρκτές και γνήσιες συνομιλίες. Από την άλλη πλευρά όμως ο Μ.Ε.5 δεν ήταν σε θέση σήμερα να πει ότι ο συνομιλητής του ήταν ο Εναγόμενος και εντίμως δεν επιχείρησε κάτι τέτοιο, παρότι τότε, δηλαδή κατά τον επίδικο χρόνο, θα μπορούσε. Κατά συνέπειαν δεν μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα στη βάση μόνο της δικής του μαρτυρίας. Ας σημειωθεί δε, πως όλες οι πιο πάνω ηχογραφημένες εντολές έχουν εκτελεστεί δεόντως. Συμπεραίνεται λοιπόν επί του παρόντος πως οι συνομιλίες αυτές αφορούν τον επίδικο λογαριασμό (του Εναγόμενου) και ότι έχουν γίνει οι ανάλογες χρεοπιστώσεις, όπως ήταν η διαδικασία. Όσον αφορά γενικότερα τη διαδικασία λήψης εντολών, αγοραπωλησιών και ενημέρωσης του λογαριασμού δέχομαι τα όσα λεπτομερώς εξηγεί στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, ο Μ.Ε.
- Η ουσία των όσων αναφέρει είναι πως οι Ενάγοντες προέβαιναν σε εγγραφές στον επίδικο λογαριασμό σύμφωνα με τις πράξεις που εκτελούντο. Ο Μ.Ε.5 εξήγησε πειστικά πως, ως θέμα γενικής πρακτικής, οι επενδυτές οι οποίοι είχαν παρόμοιους λογαριασμούς ενημερώνονταν για την εκτέλεση των εντολών τους, είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω τηλεομοιοτύπου είτε (σε κάποιες περιπτώσεις) και κατά την ίδια τη συνομιλία στην οποία έδιδαν τις τηλεφωνικές εντολές τους (όπως πράγματι επιβεβαιώνεται και από τις παρουσιασθείσες στην παρούσα συνομιλίες). Περαιτέρω ο Μ.Ε.5 εξήγησε κατά τον ίδιο τρόπο πως οι επενδυτές λάμβαναν λεπτομερή ενημέρωση μέσω των Καταστάσεων Πινακιδίων Συναλλαγής ή των Τριμηνιαίων Καταστάσεων τις οποίες απέστελλε η ΕΤΕ, καθώς και μέσω καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού τις οποίες απέστελλαν οι Ενάγοντες. Ειδικά όμως όσον αφορά την παρούσα περίπτωση και για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Εναγόμενος αφενός είχε την απαραίτητη επικοινωνία με τους χρηματιστές της ΕΤΕ δίδοντας τις εντολές που επιθυμούσε και αφετέρου πως είχε πλήρη γνώση για την τυχόν εκτέλεση τους, την εκάστοτε αξία του χαρτοφυλακίου του και γενικά τη διακίνηση του λογαριασμού του. Κατ΄ αρχάς υπάρχουν οι γραπτές εντολές του. Ενδεικτικό δείγμα γραπτών εντολών του αποτελεί το Τεκμήριο 24 από το οποίο συνάγεται ότι έδωσε εντολές στις 4.11.99, 10.11.99, 15.11.99, 16.11.99, 22.11.99, 24.1.00, 26.1.00 και 28.1.00 μέσω τηλεομοιοτύπων τα οποία απέστελλε από σχετική συσκευή της οποίας ο αριθμός καταγράφεται σε επιστολόχαρτο δικό του, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 9 και 24 ("Fax: 02-340311"). Σημειώνεται δε πως, με την επιφύλαξη κάποιων διευκρινίσεων ή επεξηγήσεων οι οποίες καταγράφονται στις εντολές (προφανώς από τους εντολοδόχους χρηματιστές), και οι εντολές του αυτές είχαν εκτελεστεί, εκδόθηκαν τα αντίστοιχα Πινακίδια Συναλλαγής και ενημερώθηκε αναλόγως ο τραπεζικός λογαριασμός του. Κατά δεύτερο, συνάγεται πως γνώριζε το χαρτοφυλάκιο του. Η πλήρης γνώση του για τη διακύμανση της αξίας του χαρτοφυλακίου του επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 9 με το οποίο αιτείται την πρώτη αύξηση του ορίου του (από Λ.Κ.20.000 σε Λ.Κ.35.000), επικαλούμενος ακριβώς ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του αυξήθηκε σε Λ.Κ.261.
- Για να έχει τέτοια γνώση προφανέστατα γνώριζε όλες τις πράξεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την αξία των μετοχών ή δικαιωμάτων που απέκτησε. Αναμφίβολα βέβαια έχει τη σημασία του, όπως καταγράφεται και στην αίτηση του, Τεκμήριο 4, πως ο ίδιος ήταν Οικονομικός Αναλυτής (αποσπασμένος στη Libra), πράγμα που, αν μη τι άλλο, οδηγεί στην εύλογη εκτίμηση πως δεν άφησε τον λογαριασμό του στην τύχη, αλλά φρόντιζε να ενημερώνεται επαρκώς. Ακλόνητη τρίτη επιβεβαίωση της πλήρους και συνεχούς ενημέρωσης την οποία είχε συνιστά το αναντίλεκτο γεγονός ότι σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις απέσυρε ή μετέφερε διάφορα ποσά από τον λογαριασμό του και τούτο προφανώς ενόσω το επέτρεπε η αξία χαρτοφυλακίου, πράγμα το οποίο λογικά επίσης προϋποθέτει γνώση των αγοραπωλησιών και της εκάστοτε κατάστασης χαρτοφυλακίου. Συγκεκριμένα στις 30.7.99, 31.1.00, 9.5.00, 11.8.00 και 24.8.00 απέσυρε ή μετέφερε ποσά συμποσούμενα στις Λ.Κ.132.
- Θα πρέπει και εδώ να σημειωθεί πως για τις τρεις από τις πιο πάνω αναλήψεις ή μεταφορές έχουν παρουσιαστεί δικές του γραπτές οδηγίες, επίσης σε προσωπικά του επιστολόχαρτα, ήτοι τα Τεκμήρια 10, 11 και 12, των οποίων η σύνταξη και αποστολή δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπως εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί γενικά οποιαδήποτε από τις πιο πάνω αναλήψεις ή μεταφορές. Αλλά ακόμα και όσον αφορά τις ηχογραφημένες εντολές στη βάση των ως άνω στοιχείων, αυτό το οποίο πρέπει να λεχθεί είναι πως θα ήταν εντελώς παράλογο να υποτεθεί ότι κάποιος άγνωστος και άσχετος με τον λογαριασμό τηλεφώνησε εκείνες τις μέρες, έδωσε τον αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό λογαριασμού του Εναγομένου και παράλληλα έδωσε οδηγίες για πώληση αξιών ιδιοκτησίας του Εναγόμενου ή αγορά δικαιωμάτων (warrants) τα οποία θα εγγράφοντο επ΄ ονόματι του Εναγομένου. Όσον αφορά τις επιστολές, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν των Εναγόντων αποστάληκαν στον Εναγόμενο δια ταχυδρομείου, παρουσιάστηκαν τα Τεκμήρια 15-20 από τον Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας αυτός εργαζόταν όντως στο Τμήμα Αλληλογραφίας και δέχομαι ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η συγκέντρωση από διάφορα άλλα Τμήματα των επιστολών και η ταχυδρόμηση τους. Αναφέρθηκε επαρκώς στη διάκριση αυτών σε «απλές», «συστημένες» και «διπλοσυστημένες», εξηγώντας εξίσου πειστικά τη διαδικασία και τονίζοντας ότι υπήρχαν 1.000-1.500 επιστολές ημερησίως και ότι δεν τηρούσε «Βιβλίο» (μητρώο) για απλή αλληλογραφία, όπως έπραττε για τις άλλες επιστολές. Δέχομαι τη θέση του ότι για τις συστημένες ή τις διπλοσυστημένες επιστολές διατηρούσαν ειδικό Βιβλίο, στο οποίο τις σημείωναν και στο οποίο κατά την ταχυδρόμηση τους το Ταχυδρομείο έθετε τη σφραγίδα του επιβεβαιώνοντας έτσι την ταχυδρόμηση με αυτό τον τρόπο. Είναι ενδεικτικό πως ο Μ.Ε.3 είχε στην κατοχή του το Βιβλίο της επίδικης χρονικής περιόδου από το οποίο και παρουσίασε αντίγραφα δύο διαφορετικών σελίδων ήτοι τις υπ΄ αρ. 31762 ημερ. 14.8.03 και υπ΄ αρ. 36893 ημερ. 2.11.09 ως Τεκμήρια 26 και 27 αντίστοιχα. Στα εν λόγω τεκμήρια διακρίνονται οι σφραγίδες του Ταχυδρομείου (Post Office Stamp) με τις πιο πάνω ημερομηνίες και υπογραφές (προφανώς) λειτουργών του Ταχυδρομείου, στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνει τον Μ.Ε.
- Το ουσιώδες βέβαια είναι πως στα Τεκμήρια 26 και 27 μεταξύ πολλών άλλων ονομάτων και διευθύνσεων, συμπεριλαμβάνεται το όνομα και η διεύθυνση του Εναγομένου σε δύο περιπτώσεις, ήτοι με αριθμούς συστημένων ("Register no.") 93771 για τις 14.8.03 και 422052 για τις 2.11.09 κατά τρόπον που δεν παραμένει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατά τις δυο αυτές ημερομηνίες ταχυδρομήθηκαν κάποιες συστημένες ή διπλοσυστημένες επιστολές προς αυτόν. Ο ίδιος δε ο Μ.Ε.3 αναγνώρισε και υπέδειξε ως τέτοιες επιστολές τα Τεκμήρια 19 και 20 που φέρουν ημερομηνίες 12.8.03 και 29.10.09 ενώ παράλληλα καταγράφεται σε αυτές ότι είναι συστημένες επιστολές. Σημειώνεται δε πως και στις δυο περιπτώσεις καταγράφεται ως διεύθυνση αυτή την οποία είχε δηλώσει ο ίδιος ο Εναγόμενος τόσο στην αρχική αίτηση του για συμμετοχή στο Σχέδιο, όσο και σε άλλα σχετικά έγγραφα. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν παραμένει επίσης οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι εν λόγω δύο επιστολές Τεκμήρια 19 και 20 ταχυδρομήθηκαν ως συστημένες προς τον Εναγόμενο κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες και πως γι΄ αυτές λειτουργεί, χωρίς να έχει κλονιστεί, το τεκμήριο λήψης τους στη βάση των γνωστών αρχών δεδομένου ότι δεν έχει τεθεί καν θέμα πιθανής επιστροφής τους (βλ. υπόθ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895). Είναι αυτονόητο πως δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τις υπόλοιπες επιστολές, Τεκμήρια 15-18 ούτε στη βάση τεκμηρίου λήψης αλλά ούτε και στη βάση μαρτυρίας του Μ.Ε.3 για αποστολή τους, δεδομένου ότι ο ίδιος εντίμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι συγκεκριμένο γι΄ αυτές. Αντιθέτως περιορίστηκε αόριστα στη γενική πρακτική η οποία όμως δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, αφού δεν επικαλέστηκε κάποια προσωπική του γνώση για τις συγκεκριμένες επιστολές. Κατά συνέπειαν δέχομαι ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε τα Τεκμήρια 19 και 20 σε αντίθεση με τις υπόλοιπες επιστολές, Τεκμήρια 15-18, για τις οποίες αν και δέχομαι ότι έχουν συνταχθεί κατά τον επίδικο χρόνο από λειτουργούς των Εναγόντων και ότι συνάδουν με τα γεγονότα της υπόθεσης εντούτοις σημειώνω πως δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αποστολής ή ταχυδρόμησης τους και δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα. Διευκρινίζεται ότι με τις δύο σταλείσες επιστολές είχαν αποσταλεί ως συνημμένα και σχετικές καταστάσεις κερδοζημιών ημερομηνίας 12.8.03 και 29.10.09 αντίστοιχα (Τεκμήρια 14.2(ε) και 21.2). Να σημειωθεί ότι με την επιστολή ημερ. 12.8.03, Τεκμήριο 19, οι Ενάγοντες αναφέροντο: (
- i)στην άρνηση του Εναγομένου να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο των Λ.Κ.75.463,90, (
- ii)στο ότι είχαν τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και (iii) στο ότι θα προχωρούσαν σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και (
- iv)καλούσαν τον Εναγόμενο να εξοφλήσει κάθε υπόλοιπο εντός επτά ημερών. Με τη μεταγενέστερη επιστολή ημερ. 29.10.09, Τεκμήριο 20, οι Ενάγοντες αναφέροντο (
- i)στην άρνηση του Εναγομένου να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο των Λ.Κ.128.388,50 (€219.364,77), (
- ii)στο ότι είχαν τερματίσει τον λογαριασμό και (
- iv)καλούσαν τον Εναγόμενο να εξοφλήσει κάθε υπόλοιπο εντός επτά ημερών. Όσον αφορά την ειδικότερη πορεία και κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού λεπτομερέστερη και σχετικότερη ήταν αναμφίβολα η μαρτυρία της Μ.Ε.1 κας Ζωής Γεωργιάδη. Αυτή εργάζεται στο Λογιστήριο του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων και σαφέστατα αναμίχθηκε στην υπόθεση μετά την έγερση της αγωγής όταν έλαβε οδηγίες από την Υπηρεσία της να ελέγξει όλες τις καταστάσεις από τον Μάιο του 1999 μέχρι τις 30.6.16, δηλαδή ουσιαστικά να ελέγξει το Τεκμήριο 1. Δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται δεκτό ότι αυτές οι καταστάσεις συνιστούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα ηλεκτρονικώς τηρούμενα τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων στη βάση των όσων εξήγησε τόσον η ίδια, καθώς και άλλοι μάρτυρες, όπως ο Μ.Ε.2 και ο Μ.Ε.5. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1 αφορά τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό του Εναγομένου και περιέχει καταχωρήσεις από τις 13.5.99 έως τις 30.6.16. Ειδικότερα περιλαμβάνει καταχωρήσεις για τις πράξεις αγοραπωλησιών αξιών, τις αποσύρσεις καθώς και για άλλες χρεώσεις όπως για έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες, τόκους, χαρτόσημα κ.λ.π. τις οποίες οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μην διεκδικήσουν. Το Τεκμήριο 1 καταλήγει σε συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο €398.041,75 συν τόκους. Η απόφαση να μην διεκδικηθούν οι άλλες χρεώσεις αναμφίβολα ήταν ο λόγος που η Μ.Ε.1 έλαβε οδηγίες όπως ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και αυτό έπραξε ετοιμάζοντας τη νέα κατάσταση, Τεκμήριο 2. Βασικά χρησιμοποιώντας το ειδικό (ηλεκτρονικό) σύστημα των Εναγόντων ήτοι το "ARS" (Account Reconstructure System), αναπαρήγαγε τις διάφορες χρεοπιστώσεις χωρίς τόκους και χωρίς οποιεσδήποτε χρεώσεις προμηθειών και άλλων εξόδων που είχαν παλαιότερα χρεωθεί. Στη συνέχεια εισήγαγε το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο για συγκεκριμένες περιόδους (είτε 8% είτε 9%) οπότε ο τόκος υπολογίστηκε σε ξεχωριστές στήλες, δηλαδή χωρίς ανατοκισμό. Η νέα αυτή κατάσταση καταλήγει με οφειλόμενο στις 16.9.16 συνολικά €229.771,21 συν τόκους 9% ετησίως επί ποσού €99.629,63 από 17.9.16. Σημειώνεται πως οι Ενάγοντες τόσο με σχετική δήλωση της Μ.Ε.1 όσο και κατά την αγόρευση τους περιόρισαν την αξίωση τους στα ποσά της αναδομημένης κατάστασης, δηλαδή του Τεκμηρίου 2 ή και σε χαμηλότερο ποσό σε περίπτωση που ο τερματισμός συσχετιστεί με τις 12.8.03. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί πως ο Μ.Ε.2 εξήγησε επαρκώς και με πειστικότητα και τις υπόλοιπες καταχωρήσεις στον επενδυτικό λογαριασμό, δηλαδή όσες δεν αφορούν αγοραπωλησίες αξιών. Τέτοιες καταχωρήσεις αφορούν μερίσματα από μετοχές, χρεώσεις για αιτήσεις απόκτησης μετοχών (IPO) ή επιστροφές από υπερκάλυψη αιτήσεων, αυξήσεις κεφαλαίου κ.λ.π. χωρίς να έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε από αυτές τις καταχωρήσεις, υπό την έννοια ότι πράγματι ανταποκρίνονται σε συναλλαγές ή πράξεις που είχαν διενεργηθεί (για λογαριασμό του Εναγομένου). Είναι δε γεγονός πως όλα αυτά τα ποσά περιλαμβάνονται και ορθώς στην αναδομημένη κατάσταση την οποίαν ετοίμασε η Μ.Ε.2, δηλαδή στο Τεκμήριο 2. Θα πρέπει όμως να παρατηρηθεί πως αποτέλεσε βασική θέση του Μ.Ε.2 ότι τα Πινακίδια Συναλλαγής (δηλαδή το Τεκμήριο 7.2), συνιστούν όλες τις συναλλαγές του Εναγομένου και αφορούν τα ποσά που αυτός χρεώθηκε ή πιστώθηκε για κάθε συναλλαγή. Αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εκτός από μια καταχωρηθείσα αγορά υπ΄ αρ. Β/88376 ημερ. 4.6.99 ύψους Λ.Κ.10.038,06 για την οποίαν δεν έχει παρουσιαστεί Πινακίδιο Συναλλαγής και θα πρέπει να αφαιρεθεί με δεδομένη τη θέση του Μ.Ε.2 ότι οι συναλλαγές του Εναγομένου είναι αυτές που αναφέρονται στα Πινακίδια. Οι αξίες χαρτοφυλακίου του Εναγομένου σε διάφορες ημερομηνίες είναι ως εμφαίνονται στη γραπτή δήλωση του (§25). Δέχομαι τις αναφορές του Μ.Ε.2 για όλες τις ημερομηνίες και σημειώνω ειδικά ότι στις 27.1.03 η αξία χαρτοφυλακίου του Εναγομένου ήταν €14.331,91 και στις 12.8.03 ήταν €11.452,59. Όπως δε διαπιστώνεται από τα σχετικά Τεκμήρια 14.2(δ) και (ε) οι ζημιές στην πρώτη περίπτωση ήταν €39.125,83 και στη δεύτερη €32.205,15. Η εν λόγω κατάσταση έθετε θέμα κάλυψης ή εξασφάλισης του λογαριασμού κατά το απαιτούμενο ποσοστό αφού έπρεπε η αξία χαρτοφυλακίου να υπερβαίνει ή να ισούται με το ποσό του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, συν το ποσοστό εξασφάλισης επί του εκάστοτε ορίου. Αυτός ήταν και ο λόγος που οδήγησε τους Ενάγοντες στην απόφαση για τερματισμό του λογαριασμού, δεδομένου ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη κάλυψη. Οι τρεις τελευταίες πωλήσεις μετοχών στις 15.1.08 οφείλοντο σε άσκηση από τους Ενάγοντες του δικαιώματος πώλησης δυνάμει του ενεχύρου επ΄ αυτών και τα εξασφαλισθέντα έσοδα πιστώθηκαν στον λογαριασμό μειώνοντας το υπόλοιπο, όπως ακριβώς καταγράφεται στα Τεκμήρια 1 και 2. Διάφορες άλλες πράξεις με μικροποσά από εξαγορά (€6.08) ή η πορεία των μετοχών του Εναγομένου επεξηγούνται επαρκώς στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε.2 (§28). Η ουσία είναι πως σήμερα παραμένουν στο χαρτοφυλάκιο του Εναγομένου 2.800 δικαιώματα της Libra Holidays Group Ltd και 14.000 μετοχές της Libra Holidays Group Public Ltd. Πρόκειται για τις αξίες για τις οποίες είχε ζητηθεί το διάταγμα πώλησης. Νομική Πτυχή Όπως ορθώς εισηγείται ο Εναγόμενος σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους σύμφωνα με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην παρούσα περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί εισαγωγικά, ο Εναγόμενος παραδέχεται τη συνομολόγηση σύμβασης, πράγμα το οποίο άλλωστε αποτέλεσε και εύρημα του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά με την υποβολή της αίτησης του και τη συνακόλουθη αποδοχή της συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως οι Ενάγοντες παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού, όπως και ο ίδιος αναγνώρισε στο Έγγραφο Ενεχυρίασης (Τεκμήριο 23). Οι βασικοί όροι της σύμβασης καταγράφονται στο πίσω μέρος της αίτησης (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης: «
- Ουσιώδης όρος του Σχεδίου είναι ότι ο Investor υποχρεούται να συνεισφέρει εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του Κυπριακού Χρηματιστηρίου σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του Investor Account". Η αξία χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου από €52.470 στις 16.2.01 μειώθηκε στις €16.935 στις 8.1.02 και ακολούθησε πτωτική πορεία μέχρι τις 27.1.03 που έφθασε στις €14.331 και στις 12.8.03 ήταν €11.
- Αυτά σε συνδυασμό με το αυξηθέν όριο του λογαριασμού και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες καταδεικνύει πως δεν υφίστατο ούτε η αρχικώς συμφωνηθείσα κάλυψη του 25% ούτε και η μεταγενέστερα καθορισθείσα κάλυψη του 40%, αφού για κάτι τέτοιο θα έπρεπε να υπάρχει αξία χαρτοφυλακίου τέτοια που να υπερέβαινε το άθροισμα του χρεωστικού υπολοίπου με το 25% (ή το 40%) επί του ορίου. Έπεται πως υπήρξε παραβίαση όρου και μάλιστα συμφωνηθέντος ως ουσιώδους όρου, η οποία αναμφίβολα παρείχε στους Ενάγοντες το δικαίωμα τερματισμού. Ο Εναγόμενος με την αγόρευση του προβάλλει ως πρώτο και βασικότερο λόγο απόρριψης της υπόθεσης την αποτυχία των Εναγόντων να τερματίσουν τη συμφωνία και τον λογαριασμό δεόντως ή επαρκώς, ως ήταν η υποχρέωση τους με βάση τη νομολογία. Όπως ήδη έχει καταγραφεί στα ευρήματα, στα πλαίσια συνήθους λειτουργίας του Σχεδίου η τελευταία εντολή πώλησης είχε δοθεί και εκτελεστεί στις 20.9.01 ενώ τουλάχιστον από τις 16.2.01 δεν υφίστατο η απαιτούμενη εξασφάλιση στον λογαριασμό, όπως και οι Ενάγοντες κατέγραφαν σε επιστολές τις οποίες είχαν συντάξει με ημερ. 16.2.01, 8.1.02 και 14.1.03 (έστω και αν δεν υπήρξε εύρημα ότι απεστάλησαν). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι Ενάγοντες επιθυμούσαν πλέον τον τερματισμό του επενδυτικού λογαριασμού και ότι προς αυτή την κατεύθυνση ελήφθη σχετική απόφαση τους. Η απόφαση αυτή κατεγράφη και αποδεικνύεται από τα καταγραφόμενα στην επιστολή ημερ. 27.1.03, Τεκμήριο 18, την οποίαν υπέγραψαν δύο υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι τους, ήτοι ο Σύμβουλος Επενδύσεων κ. Α. Μίτας και ο Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων κ. Γ. Καραγιώργης και η οποία επιστολή αναμφίβολα ευρίσκεται στο αρχείο των Εναγόντων. Όπως και στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 (η οποία επίσης αφορούσε τη λειτουργία επενδυτικού λογαριασμού) έτσι και στην παρούσα περίπτωση είναι σαφές ότι με βάση τη μεταξύ των μερών συμφωνία δεν υπήρχε πρόνοια ότι αυτή θα έπρεπε να τερματιστεί γραπτώς. Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί πως οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν οποτεδήποτε τον λογαριασμό χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο. Όπως αναφέρεται στον σχετικό όρο 4 της Σύμβασης: «4. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον investor να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό/ά οποιοδήποτε δάνειο και ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον investor την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών». Πανομοιότυπος όρος με τον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας υπήρχε και στη Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, στην οποία, βάσει των περιστατικών της υπόθεσης είχε κριθεί από το Εφετείο πως η απουσία μαρτυρίας για τερματισμό είχε καταλυτικές συνέπειες για την αξίωση της τράπεζας η οποία πρωτοδίκως απέτυχε. Επικυρώνοντας την απόφαση το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα: «Θεώρηση του κειμένου του όρου 3 της «συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό. Μπορεί να προβληθεί η θέση ότι η αξίωση αποπληρωμής του χρέους εξυπακούει και τον τερματισμό του λογαριασμού και όπως στην περίπτωση δανείου για προκαθορισμένο ποσό πληρωτέου "on demand" - "σε πρώτη ζήτηση" μπορεί να ανακτηθεί άνευ ετέρου με αγωγή στο Δικαστήριο. Το θέμα δεν συζητήθηκε ούτε έγιναν εισηγήσεις επί του προκειμένου. Εν τούτοις μας φαίνεται ότι οι δύο μορφές απαιτήσεων διακρίνονται. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η απουσία μαρτυρίας επί του προκειμένου έχει καταλυτικές συνέπειες για την αξίωση των εφεσειόντων». Κρίνεται πως η υπό κρίση περίπτωση διακρίνεται από τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης επί τω ότι εδώ αναμφίβολα υπήρξε μαρτυρία και αντίστοιχο εύρημα περί τερματισμού. Στην παρούσα περίπτωση και στη βάση των προηγηθέντων ευρημάτων αυτό που διαπιστώνεται είναι πως παρά την απόφαση για τερματισμό του λογαριασμού στις 27.1.03 το γεγονός αυτό κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο αργότερα και συγκεκριμένα στις 12.8.03, με το Τεκμήριο
- Αυτό ακριβώς ήταν το νόημα της φράσης «. σε συνέχεια της επιστολής μας ημερομηνίας 27/1/03, με την παρούσα επιστολή σας πληροφορούμε ότι η Τράπεζα έχει τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού σας.». Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες δεν τερμάτισαν τον λογαριασμό. Μάλιστα, παρά την απουσία συμβατικής υποχρέωσης για αποστολή γραπτής ειδοποίησης προς τούτο, οι Ενάγοντες το έπραξαν, έστω και με κάποια καθυστέρηση. Θεωρώ λοιπόν ότι στοιχειοθετήθηκε η υποχρέωση αποπληρωμής υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί στη Lombard ν. Λαζαρίδη (ανωτέρω). Ας σημειωθεί δε, πως ενώ στο Τεκμήριο 19, το οποίο κατά τεκμήριο είχε παραλάβει δεόντως ο Εναγόμενος, γινόταν σαφής αναφορά σε παλαιότερη επιστολή ημερομηνίας 27.1.03, στοιχείο το οποίο, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να οδηγήσει τον Εναγόμενο σε κάποια περαιτέρω διερεύνηση, εντούτοις ο Εναγόμενος δεν φαίνεται να διερεύνησε κάτι ή να προέβη σε κάποια σχετική απαντητική ενέργεια. Στη βάση ακριβώς του πιο πάνω σκεπτικού δεν συμφωνώ ούτε στο ότι δημιουργείται οποιοδήποτε ουσιώδες δικογραφικό πρόβλημα από τη συμπερίληψη στην έκθεση απαίτησης της ημερομηνίας 27.1.
- Αν και θα ήταν πιο ολοκληρωμένη η εικόνα εάν υπήρχε αναφορά και στην ημερομηνία 12.8.03, εντούτοις θεωρώ ότι η ουσία του δικογραφικού ισχυρισμού ήταν ότι υπήρξε τερματισμός και κρίνω ότι τέθηκε κατά τρόπον που έδιδε επαρκή ενημέρωση για τη θέση των Εναγόντων. Ο δε Εναγόμενος είχε κάθε ευκαιρία να αντεξετάσει επί των Τεκμηρίων 15-20 αλλά και να παρουσιάσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία επιθυμούσε. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι, με εξαίρεση τη μια αγορά για την οποία δεν έχει παρουσιαστεί πινακίδιο συναλλαγής (βλ. Τεκμήριο 1, ημερ. 4.6.99, υπ΄ αρ. Β/88376, ύψους Λ.Κ.10.038,06) οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους. Λαμβάνοντας υπόψιν την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην κοινοποίηση του τερματισμού προς τον Εναγόμενο θεωρώ ορθότερο να ληφθεί ως βάση για τον ακριβή υπολογισμό του ποσού ο περαιτέρω περιορισμός της απαίτησης κατά την αγόρευση, ήτοι το ποσό των €228.855,12 συν τόκος προς 9% ετησίως από 17.9.16 επί ποσού €99.629,63 αλλά μειωμένο κατά το ισάξιο της μη αποδειχθείσας αγοράς σε ευρώ (ήτοι Λ.Κ.10.038,06 = €17.134,38) και τον αναλογούντα τόκο στο ποσό της πράξης αυτής. Κατά συνέπειαν κρίνεται πως δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €211.720,74 συν τόκους προς 9% ετησίως από 17.9.16 επί ποσού €82.495,25, όπως επίσης και τα αξιούμενα διατάγματα πώλησης. Περαιτέρω παρέλκει να σημειώσω ότι και όσον αφορά την Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος αφενός δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της και αφετέρου επίσης δεν την έχει προωθήσει με την αγόρευση του, οπότε αναπόφευκτα υπόκειται σε απόρριψη. Σημειώνεται όμως πως το γεγονός ότι με την §26Β της Ανταπαίτησης του αξιώνει Δήλωση ότι οι παραμένουσες επ΄ ονόματι του μετοχές ανήκουν στον ίδιο αποτελεί επιπρόσθετη επιβεβαίωση ότι λειτουργούσε δεόντως το Σχέδιο και ο ίδιος έδιδε τις σχετικές οδηγίες. Με βάση όλα τα ανωτέρω εκδίδονται: (Α) Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €211.720,74 συν τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €82.495,25 από 17.9.16 μέχρι εξοφλήσεως. (Β) Διατάγματα ως οι §22Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης. Νοείται ότι οποιαδήποτε ποσά εισπραχθούν και αφαιρουμένων τυχόν εξόδων, θα συνυπολογιστούν έναντι του ως άνω εξ αποφάσεως χρέους. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος του Εναγομένου (ένα σετ) ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο