← Κύπρος

ΤΕΡΨΗΣ ΝΑΤΑΡ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΤΣΩΝΗ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 4069/2017, 4/4/2018

ΤΕΡΨΗΣ ΝΑΤΑΡ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΤΣΩΝΗ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 4069/2017, 4/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 4069/2017 Μεταξύ :

  1. ΤΕΡΨΗΣ ΝΑΤΑΡ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. ΣΩΤΗΡΗ ΝΑΤΑΡ
  3. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΝΑΤΑΡ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ ΝΑΤΑΡ ΩΣ ΝΟΜΙΜΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΑΤΑΡ Ενάγοντες-Αιτητές και
  4. ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΤΣΩΝΗ
  5. L&F ENTERPRISES LTD
  6. ΖΕΝΟΣ ΛΕΜΗ
  7. ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 08.11.2017 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία : 04.04.2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντες - Αιτητές : κα Βαρωσιότου με κα Ιωάννου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση : κα Καντονίδου για Θ. Μ. Ιωαννίδης & Σια ΔΕΠΕ. Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Οι Ενάγοντες - Αιτητές με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας , παράβαση του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Kεφ 224, και/ή απάτη και/ή συνωμοσία, για την παρεμπόδιση από την χρησιμοποίηση και/ή απόλαυση των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας THEA COURT 2, για απάτη και/ή συμπαιγνία και/ή συνωμοσία και/ή δόλιες ενέργειες και για αθέμιτο πλουτισμό. Περαιτέρω οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν Διάταγμα του Δικαστηρίου δία του οποίου να δηλώνεται πως η ως ούτω καλούμενη «διαχειριστική επιτροπή» έχει παράνομα συσταθεί και δια του οποίου να διατάττεται η σύγκληση γενικής συνέλευσης για ψήφιση διαχειριστικής επιτροπής δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας. Οι Ενάγοντες με την αίτησή τους ημερομηνίας 08.11.2017 ζήτησαν την έκδοση μονομερώς των ακόλουθων διαταγμάτων : (Α) Οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή οι αντιπρόσωποι τους και/ή οι ενδολοδόχοι τους όπως θέσουν αμέσως σε επαναλειτουργία τον ανελκυστήρα στους ορόφους 3 και 4 της πολυκατοικίας THEA COURT 2, η οποία βρίσκεται στην Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, 26, στη Λευκωσία και όπως δώσουν τις απαιτούμενες οδηγίες στην Εταιρεία OTIS ELEVATOR (Cyprus) LIMITED και/εις τους αντιπροσώπους της και/εις τους διευθυντές της και/εις τους τεχνικούς της και/εις σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτήν όπως το πράξουν τούτο ώστε να γίνεται εφικτή η χρήση και/ή η ανάβαση και κατάβαση, από τους ορόφους 3 και/ή 4, των ιδιοκτητών και/ή κατόχων και/ή ενοίκων και/ή επισκεπτών και/ή προσκεκλημένων των διαμερισμάτων και/ή γραφείων και/ή υποστατικών της πολυκατοικίας μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι να καταστεί απόλυτο το διάταγμα αυτό. (Β) Απαγορεύεται και/ή εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή αντιπρόσωποι τους και/ή οι υπάλληλοι τους και/ή οποιοσδήποτε εντεταλμένος τους και/ή εντολοδόχος τους και/ή τρίτο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους τους και/ή για λογαριασμό τους και/ή είναι εξουσιοδοτημένο από αυτούς από το να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα για τη διακοπή της λειτουργίας του ανελκυστήρα και/ή την παρεμπόδιση της ομαλής λειτουργίας του ανελκυστήρα στους ορόφους 3 και 4 της πολυκατοικίας THEA COURT 2, η οποία βρίσκεται στην Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, 26, στη Λευκωσία, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι να καταστεί τελεσίδικο το διάταγμα τούτο. Η αίτηση των Εναγόντων συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, η οποία με την ένορκη δήλωσή της προβάλλει σειρά ισχυρισμών και καταχώρησε έξι τεκμήρια. Η Ενάγουσα- Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είναι ιδιοκτήτρια του 4ου ορόφου της κοινόκτητης οικοδομής Thea Court 2 , η οποία βρίσκεται στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στη Λευκωσία. Οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι ιδιοκτήτες του 3ου ορόφου, στον οποίο διαμένει και η υπερήλικη μητέρα των Εναγόντων. Η βασική θέση της Ενάγουσας 1 ήταν ότι οι Εναγόμενοι αυθαίρετα και παράνομα απέκοψαν τη λειτουργιά του ανελκυστήρα στους ορόφους 3 και 4 της αναφερόμενης οικοδομής. Σύμφωνα με την Ενάγουσα 1 ο Εναγόμενος 1 διόρισε τους Εναγομένους 2 και 3 ως μέλη της παρανόμως καταρτισθείσας διαχειριστικής επιτροπής. Την 10.11.2017 εκδόθηκαν μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα, τα οποία ορίστηκαν επιστρεπτέα την 17.11.
  8. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση την 14.2.2018 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω: (α) Οι Ενάγοντες αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψαν ότι έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για κάθε διαμέρισμα η γραφείο που ευρίσκεται στην πολυκατοικία. (β) Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν τα ορθά γεγονότα σε σχέση με τις διαδικασίες που προηγήθησαν για την εκλογή διαχειριστικής επιτροπής η οποία ρυθμίζει την διαχείριση της πολυκατοικίας. (γ) Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ότι δεν έχουν εξοφλήσει μέχρι σήμερα τα οφειλόμενα προς την διαχειριστική επιτροπή κοινόχρηστα. (δ) Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν την ύπαρξη διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας. (ε) Οι Ενάγοντες αρνούνται να καταβάλουν τα κοινόχρηστα που τους αναλογούν. (στ) Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και η νομολογία διά έκδοση του διατάγματος. Η ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 . Η βασική θέση του Εναγομένου 3 ήταν ότι παρότι την 14.10.2010 συγκροτήθηκε διαχειριστική επιτροπή για την αναφερόμενη πολυκατοικία, η Ενάγουσα 1 ουδέποτε την αναγνώρισε και αρνείται να καταβάλει τα κοινόχρηστα που αναλογούν στην ιδιοκτησία της. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ομνύοντα, η Ενάγουσα 1 παρεμποδίζει και τους υπόλοιπους διαμένοντες στους ορόφους 3 και 4 να καταβάλλουν τα κοινόχρηστά τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ομνύοντα, στην επίδικη πολυκατοικία λειτουργεί νομίμως διαχειριστική επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε κατόπιν σύγκλησης γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας στην οποία παρευρέθηκε πέραν του 69.32% των ιδιοκτητών. Μετά την καταχώρηση ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση το Δικαστήριο έχει τις θέσεις των δύο πλευρών ενώπιόν του, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου χρειάζεται. Ασφαλώς, η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση στους ώμους των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση να αποδείξουν ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί, αλλά το βάρος παραμένει καθ' όλη τη διαδικασία στους ώμους των Αιτητών. Σχετική είναι η απόφαση Dolego Estates Ltd v. Θεόδωρου Φιλίππου Πολιτική Έφεση Αρ. 10068 ημερ. 26/7/
  9. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, αφού καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12th Ed, παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction) «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).» Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα, ανάλογα με τη φύση τους, διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Ως προς την έννοια του προστακτικού διατάγματος διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions, όπου στην σελ 10 καταγράφεται ότι : «Προστακτικό είναι κάθε διάταγμα το οποίο με σαφή τρόπο προστάσσει τον εναγόμενο να τελέσει κάποια συγκεκριμένη πράξη.» Παράλληλα, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος, αλλά τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27th , edition σελ 641 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπιπτόντων προστακτικών διαταγμάτων : «Mandatory Injunctions: The Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application but it will very seldom do so, the Court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32 ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη υψηλής πιθανότητας κατά την ακρόαση να διαφανεί ότι το διάταγμα ορθώς δόθηκε. Η προσφυγή στο Δικαστήριο για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem» επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την υποχρέωση ειλικρινούς αποκάλυψης «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκο να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου.» Στη βάση των πιο πάνω, εφόσον εγείρεται ρητά στην ένσταση, θα εξετάσω πρώτα το κατά πόσο υφίσταται απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα και ακολούθως το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν 14/1960. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Προβάλλει η πλευρά των Εναγομένων -Καθ' ων η αίτηση ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα, πρέπει να ακυρωθούν, καθότι οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος, έχει υποχρέωση να θέτει ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, όπου συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597).» Ως προς τις συνέπειες της παράλειψης αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων θεμελιακή είναι η απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) όπου, λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Όπως έχει κριθεί, με αναφορά στις σχετικές Αγγλικές αυθεντίες επί του θέματος στη Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω στην πρόσφατη απόφαση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.ά. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. THE TIMΒERLAND CO
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος.» Περαιτέρω στην απόφαση Favero General Trading Ltd και άλλοι ν. Medousa Constructrions Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476, έχει εξηγηθεί ότι η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης συνδέεται και με την ορθή και δίκαιη παρουσίαση από τον Αιτητή των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Παραπλήσια αρχή αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27th , edition σελ 632 όπου καταγράφεται ότι διάταγμα μπορεί να μην δοθεί εάν ο Ενάγοντας παραπλάνησε το Δικαστήριο. Ως προς το εύρος της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με αυτή, διαφωτιστική είναι η Αγγλική απόφαση στην Siporex Trade SA v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep. 428. « He must disclose all facts which reasonably could or would be taken into account by the judge in deciding whether to grant the application. It is no excuse for an applicant to say that he was not aware of the importance of matters he has omitted to state. If the duty of full and fair disclosure is not observed the court may discharge the injunction even if after full inquiry the view is taken that the order made was just and convenient and would probably have been made even if there had been full disclosure.» ( υπογράμμιση δική μου) Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί, εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ακόμα και στην περίπτωση που φαίνεται ότι το Διάταγμα εκδόθηκε ορθά και δίκαια και το ίδιο Διάταγμα θα διδόταν, εάν γινόταν η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Στην υπό κρίση υπόθεση έχει τεθεί ρητά στην ένσταση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων προκύπτει ότι επικεντρώνουν τον ισχυρισμό περί απόκρυψης στην απόκρυψη του γεγονότος της διαδικασίας διορισμού διαχειριστικής επιτροπής της Πολυκατοικίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ομνύοντα για τους Εναγομένους, αυτοί δεν έπρεπε να εναχθούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά θα έπρεπε να εναχθεί η διαχειριστική επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε νομότυπα από τη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας. Ο ομνύοντας επισύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 1 την πρόσκληση για Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και ως Τεκμήριο 2 πρακτικά της πρώτης γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας όπου παραβρέθηκε το 69.32% των ιδιοκτητών. Επίσης από τα πρακτικά της πρώτης γενικής συνέλευσης Τεκμήριο 2, δεν φαίνεται οποιαδήποτε εμπλοκή του Εναγομένου 1 στον διορισμό της διαχειριστικής Επιτροπής. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος 3 δεν αντεξετάστηκε και τα όσα ανέφερε δεν αμφισβητηθήκαν . Παράλληλα από το Τεκμήριο 3, της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντα για τους Εναγόμενους, φαίνεται να υπήρχε αλληλογραφία μεταξύ Ενάγουσας 1 και διαχειριστικής επιτροπής. Αντίθετα με την πιο πάνω εικόνα, η Ενάγουσα 1, στην ένορκη δήλωσή της, αναφέρεται στους Εναγόμενους 2 και 3 ως μέλη που διορίστηκαν από τον Εναγόμενο 1 μιας παρανόμως συσταθείσας διαχειριστικής επιτροπής. Ασφαλώς η πιο πάνω περιγραφή δεν παραπέμπει σε σύννομη δραστηριότητα ή σε διορισμό από Γενική Συνέλευση δίδοντας την εικόνα μια αυθαίρετης διαχειριστικής επιτροπής. Περαιτέρω η Ενάγουσα 1 στην ένορκη δήλωσή της παρουσιάζει του Εναγομένους να ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι ως μέλη έστω παρανόμως συσταθείσας διαχειριστικής επιτροπής, αποδίδοντας την ενέργεια της παύσης της λειτουργίας του ανελκυστήρα σε ενέργειες που έπραξαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα οι Εναγόμενοι. Προκύπτει συνεπώς ότι η Ενάγουσα 1 επέλεξε να παρουσιάσει και να προωθήσει, μέσω της ενόρκου δηλώσεώς της, την εκδοχή και θέση ότι οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν παντελώς αυθαίρετα έξω από τα πλαίσια του Νόμου συγκροτώντας μια διαχειριστική επιτροπή με μέλη διοριζόμενα αυθαίρετα από τον Εναγόμενο 1 που ενεργούν όχι ως μέλη αυτής και υπό την ιδιότητα διαχειριστικής επιτροπής που έστω αμφισβητείται η νομιμότητά της, αλλά υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Σχετική είναι η απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων,
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Το Δικαστήριο όμως, υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης στο βαθμό που είναι αναγκαίο, για να αποφασίσει το εκάστοτε εγειρόμενο ζήτημα. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα επέλεξε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης να μην προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά ως προς τη διαδικασία συγκρότησης της διαχειριστικής επιτροπής που φαίνεται να έγινε κατόπιν γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών, η οποία συγκλήθηκε όπως φαίνεται από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Εναγομένου 3 στις 14.4.2010, και οι αποφάσεις αυτής κοινοποιήθηκαν σε όλους τους ιδιοκτήτες μέσω επιστολής του Διαχειριστή ημερομηνίας 14.4.
  2. Ταυτόχρονα σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης διαχειριστικής επιτροπής της Πολυκατοικίας δεν ήταν άγνωστος στην Ενάγουσα, ούτε ήταν αδύνατο να εντοπισθεί με δέουσα επιμέλεια ο τρόπος και διαδικασία που οδήγησε στον διορισμό της. Επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που επισύναψε η ίδια, στην επισυναπτόμενη έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτή, ότι γίνεται αναφορά σε διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας Thea Court και σε εξέταση των βιβλίων αυτής, θέση που παραπέμπει σε λειτουργούσα διαχειριστική επιτροπή που τηρεί μάλιστα και σχετικά αρχεία. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός περί διορισμού κάποιων προσώπων από τρίτο, ως μέλη μια παράνομης διαχειριστικής επιτροπής, πόρρω απέχει από τον ισχυρισμό περί διορισμού διαχειριστικής επιτροπής από Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών πολυκατοικίας , έστω και αμφισβητούμενης νομιμότητας. Στην πρώτη περίπτωση δίδεται η εικόνα πλήρους αυθαιρεσίας και φερόμενου διορισμού με τρόπο εντελώς άγνωστο και ξένο ως προς τον τρόπο διορισμού που προνοεί ο νόμος. Έτσι παρουσιάζεται η εικόνα μιας πλήρως παράνομης και αντινομικής διαδικασίας που προσομοιάζει με «νόσφιση» εξουσίας. Αντίθετα η εικόνα διορισμού διαχειριστικής επιτροπής από την πρώτη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας με απαρτία 69.32% των ιδιοκτητών παραπέμπει σε σύννομη διαδικασία που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί ακίνητης ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ 224 και των σχετικών πρότυπων κανονισμών. Στην παρούσα η Ενάγουσα 1 όφειλε να παρουσίαζε ορθώς και δίκαια την κατάσταση και τις συνθήκες που οδήγησαν στον διορισμό της διαχειριστικής επιτροπής , έστω και εάν αμφισβητούσε τη νομιμότητα της. Από τα πιο πάνω, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και να προβαίνει σε ευρήματα επί γεγονότων , αναδύεται ως συμπέρασμα, ότι η Ενάγουσα 1 με την ένορκη δήλωση που καταχώρησε δεν εξέτελεσε το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ως όφειλε, αλλά αντίθετα παρουσίασε μια εικόνα που παρέπεμπε σε πλήρη αδιαφάνεια και παρανομία. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υφίσταται μη δίκαιη παρουσίαση, από την Ενάγουσα 1, γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση στο στάδιο που αποτάθηκε για την έκδοση μονομερώς των αιτούμενων διαταγμάτων. Το επόμενο που απομένει να κριθεί είναι το κατά πόσο το γεγονός που έχει αποκρυφτεί και δεν έχει παρουσιαστεί δίκαια και ειλικρινώς είναι ουσιώδες. Το πιο πάνω συνδέεται με τη νομική φύση της διαχειριστικής επιτροπής και το κατά πόσο μπορεί να ενάγει και ενάγεται , ώστε σε περίπτωση καταφατικής απάντησης να εγείρεται ζήτημα για το κατά πόσο ορθά εγέρθηκε η αγωγή εναντίον των φυσικών προσώπων. Το ζήτημα της νομικής υπόστασης της διαχειριστικής επιτροπής έχει διασαφηνιστεί στην υπόθεση Ταλίανου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex
(2002)1 Α.Α.Δ 102 , όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στις προβλεπόμενες από το νόμο Διαχειριστικές Επιτροπές νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα. Προκύπτει επίσης ότι οι Διαχειριστικές αυτές Επιτροπές έχουν δικαίωμα να εμφανίζονται στο Δικαστήριο ως διάδικοι, να ενάγουν και να ενάγονται..... Επομένως, τα πρόσωπα που αποτελούν μια τέτοια Διαχειριστική Επιτροπή δεν εμφανίζονται προς τα έξω υπό την προσωπική τους ιδιότητα ούτε ενάγουν ή ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Για τους σκοπούς του νόμου, τα πρόσωπα που αποτελούν τη Διαχειριστική Επιτροπή, αποτελούν ένα εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα το οποίο εύλογα μπορεί να ονομάζεται Διαχειριστική Επιτροπή με την προσθήκη κάποιου άλλου διακριτικού ονόματος ή χαρακτηριστικού για σκοπούς προσδιορισμού ή διάκρισης από άλλες παρόμοιες Διαχειριστικές Επιτροπές.» Εφόσον, λοιπόν, οι Διαχειριστικές Επιτροπές έχουν νομική υπόσταση, διακριτή από τα πρόσωπα που την απαρτίζουν, και ενάγουν και ενάγονται υπό την αυτή ιδιότητα , προκύπτει ότι το ζήτημα της ύπαρξης και της διαδικασίας συγκρότησης της διαχειριστικής επιτροπής ήταν ουσιώδες και μπορούσε να επενεργήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, αφού αυτό αφορά και συνδέεται με την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων , υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Το Δικαστήριο θα ακολουθήσει διαφορετική προσέγγιση σε περίπτωση που κληθεί να εκδώσει μονομερώς διάταγμα εναντίον πρόσωπων που φέρονται να ενεργούν υπό την προσωπική τους ιδιότητα και η όποια παραπομπή σε διαχειριστική επιτροπή γίνεται με αναφορά σε ένα πλήρως παράνομο, αυθαίρετο και κατά παράβαση του Νόμου τρόπο διορισμού και διαφορετική προσέγγιση θα ακολούθησει το Δικαστήριο, εάν αποκαλυφθεί ότι τα ίδια πρόσωπα είναι μέλη της διαχειριστικής επιτροπής που διορίστηκε από τη Γενική συνέλευση των ιδιοκτητών, της οποίας απλά αμφισβητείται η νομιμότητά της. Στη δεύτερη περίπτωση εύλογα το Δικαστήριο θα προβληματισθεί σχετικά με τη δυνατότητα έγερσης της αγωγής εναντίον φυσικών πρόσωπων υπό την προσωπική τους ιδιότητα ενώ στην πρώτη περίπτωση η όλη εικόνα παρανομίας και πλήρους αυθαιρεσίας θα παρασύρει το Δικαστήριο στην έκδοση των διαταγμάτων. Συνακόλουθα προκύπτει ότι η ορθή και δίκαιη αναφορά στις συνθήκες διορισμού της διαχειριστικής επιτροπής θα έπρεπε να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας, ως στοιχείο που συνδέεται με το βάσιμο της αίτησης και την πιθανότητα επιτυχίας αυτής. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν ορθή και δίκαιη εικόνα της όλης κατάστασης, επιτυγχάνοντας έτσι την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, μονομερώς. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 10.11.2017 ακυρώνονται. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου θα προχωρήσω να εξετάσω, για σκοπούς πληρότητας, και το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά :
  1. Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
  2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
  3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική έννοια του όρου αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης και έτσι το βάθρο για τη χορήγηση της ενδιάμεσης θεραπείας θα αναζητηθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε συνάρτηση με το αιτητικό του κλητηρίου που έχει καταχωρηθεί και τις εκεί επικαλούμενες αιτίες αγωγής. Προκύπτει από το καταχωρηθέν κλητήριο ότι η αξίωση των Εναγόντων ερείδεται επί ισχυριζόμενης επέμβασης επί των κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας. Η Ενάγουσα 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της παρουσιάζει ως βάση της ισχυριζόμενης επέμβασης το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αυθαίρετα και χωρίς νόμιμο δικαίωμα διέκοψαν τη χρήση του ανελκυστήρα στους ορόφους 3 και 4, που κατέχονται από τους Ενάγοντες. Προκύπτει συνεπώς ότι με την αγωγή και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εγείρεται ζήτημα σχετικά με την κατοχή και κάρπωση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας της πολυκατοικίας. Ο τρόπος χρήσης και κάρπωσης από τους κυρίους των μονάδων της κοινόκτητης οικοδομής, των κοινόχρηστων χώρων αυτής, ρυθμίζεται από το άρθρο 38 ΣΤ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ
  2. Το πιο πάνω άρθρο ορίζει ότι η κοινόκτητη ιδιοκτησία κοινόκτητης οικοδομής θα ανήκει, κατέχεται και τυγχάνει κάρπωσης από όλους τους κυρίους των μονάδων κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες, σύμφωνα με την αναλογία που καθορίζεται στο άρθρο 38Θ, και θα ανήκει στις μονάδες σύμφωνα με την αναλογία αυτή. Υπό το φως των ανωτέρω προκύπτει ότι από το κλητήριο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εφόσον, λοιπόν, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Το πιο πάνω κριτήριο συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T A Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions σελ 365. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ
  1. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης θα πρέπει να σταματά στο σημείο, όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, οι Ενάγοντες - Αιτητές βασίζουν το αγώγιμο δικαίωμά τους σε ισχυριζόμενη επέμβαση των Εναγομένων στη χρήση των κοινόχρηστων χώρων της κοινόκτητης οικοδομής. Στον αντίποδα, η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά ως μέλη της διαχειριστικής επιτροπής, Το ζητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών υπάρχει ορατή πιθανότητα οι Ενάγοντες να επιτύχουν στην απαίτησή τους. Ο ισχυρισμός ότι στην επίδικη πολυκατοικία λειτουργούσε διαχειριστική επιτροπή η οποία διορίστηκε από τη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών γεγονός που δεν παρουσιάστηκε δίκαια και ειλικρινώς προς το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της μονομερούς αιτήσεως, επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω, σύμφωνα με την απόφαση Belmar Complex (ανωτέρω), σε περίπτωση που λειτουργεί διαχειριστική επιτροπή, τα μέλη δεν ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά ενάγεται η διαχειριστική επιτροπή. Η θέση των Εναγομένων ότι δεν ενήργησαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά ως διαχειριστική επιτροπή ανάγεται στην ίδια τη δυνατότητα να εγερθεί η υπό κρίση αγωγή και ως εκ τούτου το όλο ζήτημα επηρεάζει τη διαπίστωση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Συνακόλουθα, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, κρίνει ότι στην παρούσα, ενόψει της διαπιστωθείσας μη ορθής παρουσίασης των γεγονότων από τους Εναγόντες, δεν αναδύονται οι απαιτούμενες ενδείξεις υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί στην απόφαση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)και ως εκ τούτου δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εφόσον διαπιστώνεται ότι με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, δεν είναι αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του. Η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος υπό Α της αίτησης. Στην υπό κρίση υπόθεση εκδόθηκε στη βάση του αιτητικού Α της αίτηση σχετικό προστακτικό διάταγμα. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα εκδίδεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch. 340 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «the court is far more reluctant to grant a mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted; and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για την έκδοση ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος το Δικαστήριο θα πρέπει μεταξύ άλλων να αισθάνεται υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι κατά τη δίκη θα διαφανεί ότι ορθώς εκδόθηκε το ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας η αμφισβήτηση ως προς τη νομιμοποίηση των Εναγομένων να εναχθούν, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, εγείρει τέτοια αμφιβολία που το Δικαστήριο δεν μπορεί να αισθάνεται υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι κατά τη δίκη θα διαφανεί ότι ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα. Συνακόλουθα υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το προστακτικό Διάταγμα που εκδόθηκε πρέπει να ακυρωθεί και για αυτό τον λόγο. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 10.11.2017 ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών , ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.