← Κύπρος

ΛΟΥΚΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Πάφο ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα ν. ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΟΥΜΝΑ κ.α.,

ΛΟΥΚΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Πάφο ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα ν. ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΟΥΜΝΑ κ.α., Αγωγή αρ. 2766/2011, 28/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A201 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2766/2011 Μεταξύ: ΛΟΥΚΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Πάφο ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα τέως από Πραστειό Μόρφου Ενάγοντος και

  1. ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΟΥΜΝΑ
  2. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  3. ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΑΣΤΕΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ
  4. ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΛΙΝΟΥΣ Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα δικαστηρίου ημερομηνίας 07.03.2012 ΛΟΥΚΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, από την Πάφο ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα τέως από Πραστειό Μόρφου Ενάγοντος και
  5. ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΟΥΜΝΑ
  6. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  7. ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΑΣΤΕΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ
  8. ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΛΙΝΟΥΣ Εναγομένων 28 Mαρτίου,
  9. Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Ι.Νικολάου για τους κ.κ.Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο αρ.2, εμφανίζεται η κα Φρ.Σωτηρίου Για τον εναγόμενο αρ.3, εμφανίζεται η κα Ρ.Ζαμπά Προδρόμου Για τον εναγόμενο αρ.4, εμφανίζεται ο κ.Α.Ντορζής Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισε στις 15.04.2011, ο ενάγων εγκαλεί τους εναγομένους αρ.1 έως και 4 για αμέλεια, δόλο, απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις), συνωμοσία και συνέργεια. Διεκδικεί την ακύρωση της μεταβίβασης τεσσάρων

(4)ακινήτων («τα ακίνητα»), τα οποία ανήκαν στην περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα του Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα («ο αποβιώσας»), επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1, την αναγνώριση του γεγονότος ότι τα ακίνητα αυτά πρέπει να τεθούν υπό το καθεστώς της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος καθώς και την αναγνώριση του γεγονότος πως, η επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1, μεταβίβαση των ακινήτων είναι άκυρη και στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος ως προϊόν των ως άνω αδικημάτων. Διαζευκτικώς, ο ενάγων διεκδικεί αποζημιώσεις. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Ο ενάγων είναι το μοναδικό βιολογικό τέκνο του αποβιώσαντος και της πρώτης συζύγου του. Ο αποβιώσας τέλεσε δεύτερο γάμο, δεν απέκτησε, όμως, άλλα τέκνα. Η εναγομένη αρ.1 τέθηκε υπό την προστασία και φύλαξη του αποβιώσαντος και της δεύτερης συζύγου του. Δυνάμει διατάγματος ημερ. 23.02.2011 ο ενάγων διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Κατά το χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος τα ακίνητα ήσαν εγγεγραμμένα επ΄ονόματί του. Οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 προέβηκαν σε ψευδείς και/ή αναληθείς πιστοποιήσεις, σύμφωνα με τις οποίες η εναγομένη αρ.1 παρουσιάσθηκε ως η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος. Ως αποτέλεσμα αυτών των πιστοποιήσεων, τα ακίνητα μετεβιβάστηκαν επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1 χωρίς να προηγηθεί η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ακόμη και εάν ήθελε κριθεί πως η εναγομένη αρ.1 υπήρξε νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος, αυτή παρανόμως οικειοποιήθηκε ολόκληρη την περιουσία του και/ή παρανόμως μεθόδευσε την επ΄ονόματί της εγγραφή των ακινήτων. Η εκ μέρους της εναγομένης αρ.1 επίδειξη δόλου και/ή απάτης (ή ψευδών παραστάσεων) προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ αυτή γνώριζε ότι έπρεπε να προηγηθεί η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος, εντούτοις, μεθόδευσε την επ΄ονόματί της εγγραφή των ακινήτων ως εάν να ήταν η μόνη κληρονόμος του αποβιώσαντος. Η εκ μέρους του εναγομένου αρ.2 επίδειξη αμέλειας συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός προχώρησε στην μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1 παραλείποντας να διερευνήσει, ως όφειλε, το γεγονός πως αυτή δεν ήταν η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος. Η εκ μέρους των εναγομένων αρ.3 και 4 επίδειξη αμέλειας και/ή δόλου και/ή απάτης (ή ψευδών παραστάσεων) προκύπτει από το γεγονός ότι αυτοί αμελώς και χωρίς να προβούν, ως όφειλαν, σε δέουσα έρευνα και/ή ενώ αυτοί γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν πως η εναγομένη αρ.1 δεν ήταν τέκνο του αποβιώσαντος και/ή δεν ήταν η μοναδική κληρονόμος αυτού, εξέδωσαν πιστοποιητικά με αντίθετο περιεχόμενο. Επίσης, οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4, με σκοπό να εξαπατήσουν τον ενάγοντα και/ή να τον αποκλείσουν από τα νόμιμα κληρονομικά του δικαιώματα επί της περιουσίας του αποβιώσαντος, συνήργησαν και/ή συνωμότησαν με την εναγομένη αρ.1 και εξέδωσαν τα προαναφερθέντα ψευδή πιστοποιητικά και προέβηκαν στην επίδικη παράνομη μεταβίβαση των ακινήτων. Σημειώνεται εξ αρχής πως η δικογράφηση διαζευκτικών αγώγιμων δικαιωμάτων (όπως, στην προκείμενη περίπτωση, ο δόλος και η απάτη αφ΄ενός και η αμέλεια αφ΄ετέρου) καθώς και η δικογράφηση και η επιδίωξη διαζευκτικών θεραπειών είναι δικονομικώς αποδεκτή εάν αυτά θεμελιώνονται επί του ίδιου πραγματικού υποβάθρου (Δρυάδης κ.α. v. Καλησπέρας
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 889). Όμως, η μαρτυρία η οποία πρόκειται να παρουσιασθεί προς το σκοπό τεκμηρίωσης των αγώγιμων δικαιωμάτων και των αξιώσεων οφείλει να είναι θετική ως προς τα γεγονότα. Διαζεύξεις ως προς το τι, πράγματι, συνέβηκε δεν συγχωρούνται. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 41, 54: «Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει». Δια της υπεράσπισής του, ο εναγόμενος αρ.2, μεταξύ άλλων, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος πως ο ενάγων κωλύεται, λόγω συμπεριφοράς, να εγείρει την προκείμενη αγωγή και/ή ότι αυτή είναι καταχρηστική δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τον θάνατο του Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα έως και την κίνηση της διαδικασίας για τη διαχείριση της περιουσίας του και/ή δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τη διενέργεια της μεταβίβασης των ακινήτων, και, άρα, από τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος, έως και την καταχώριση της αγωγής. Η συμπεριφορά του ενάγοντος συνιστά ολιγωρία (laches). Επί της ουσίας, ο εναγόμενος αρ.2 αρνείται και απορρίπτει όσα του αποδίδει ο ενάγων και αναφέρει πως, εν προκειμένω, ενήργησε νομίμως, επιμελώς και επειδή πιστοποιητικά, εκδοθέντα από τους εναγομένους αρ.3 και 4, επαρουσίαζαν την εναγομένη αρ.1 ως τη μοναδική νόμιμη κληρονόμο του αποβιώσαντος. Οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 κατεχώρισαν ξεχωριστές υπερασπίσεις, όμως, ευθυγραμμισμένες. Αυτοί προβάλλουν, επίσης, ζήτημα ολιγωρίας του ενάγοντος (laches), δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από τον θάνατο του Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα και/ή την ημερομηνία της εκ μέρους τους έκδοσης των εγκαλούμενων πιστοποιητικών και/ή της δημιουργίας οιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 αναφέρουν πως για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής ουδεμία αιτιολογία δίδεται από τον ενάγοντα και ισχυρίζονται πως αυτή επηρεάζει την υπεράσπισή τους και προσδίδει, στην αγωγή, καταχρηστικό χαρακτήρα. Επί της ουσίας, οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 αρνούνται και απορρίπτουν όσα μεμπτά τους αποδίδει ο ενάγων και αναφέρουν πως ουδέποτε ο αποβιώσας τους ανάφερε περί του πρώτου γάμου του και ουδέποτε τους ανέφερε περί της ύπαρξης άλλου τέκνου του. Αντιθέτως, ο αποβιώσας και η δεύτερη σύζυγός του, τους παρουσίασαν την εναγομένη αρ.1 ως το μόνο τους τέκνο. Αυτό τους επαρουσίασε και η ίδια η εναγομένη αρ.
  1. Δια των απαντήσεών του στις υπερασπίσεις των εναγομένων αρ.2,3 και 4 ο ενάγων επαναλαμβάνει το αρχικό του δικόγραφο. Προσθέτει ότι ουδεμία ολιγωρία και, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αδικαιολόγητη ολιγωρία επέδειξε στην καταχώριση της αγωγής. Ισχυρίζεται πως πληροφορήθηκε για τις επίδικες ενέργειες των εναγομένων αρ.2,3 και 4 κατά το έτος 2006 και κατεχώρισε σχετική αγωγή το έτος
  2. Πρόκειται για την αγωγή αρ. 6979/2008 (Ε.Δ.Λευκωσίας) την οποίαν, όμως, απέσυρε άνευ βλάβης «για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα. Αμέσως μετά ....κατεχώρησε την (προκείμενη) αγωγή..» (δείτε στις παρα.3 (ΙΙΙ) των απαντήσεων.). Εκκρεμούσης της αγωγής, η εναγομένη αρ.1 ικανοποίησε τις αξιώσεις του ενάγοντος. Κατά δε τη δικάσιμο ημερ. 14.07.2017 η αγωγή απεσύρθηκε και απερρίφθηκε σε όση έκταση αυτή αφορά στην εναγομένη αρ.1, ως πλήρως διευθετηθείσα. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 27.11.2017 σε όση έκταση αυτή αφορά στους εναγόμενους αρ.2,3 και
  3. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 27.11.2017 και πριν την έναρξη της ακρόασης, διευκρινίστηκε, από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος, πως μετά από την εξώδικη διευθέτηση της αγωγής μεταξύ του πελάτη της και της εναγομένης αρ.1, αυτός δεν διεκδικεί ο,τιδήποτε περαιτέρω από τους εναγομένους αρ.2,3 και
  4. Εξ ου και προέτεινε σε αυτούς την απόσυρση της αγωγής υπό τον όρον ότι κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα έξοδα της. Αυτοί αρνήθηκαν και απέρριψαν την πρόταση. Έτσι, η ακρόαση που ακολούθησε περιορίστηκε στο ζήτημα των εξόδων και είχε, ως αποκλειστικό σκοπό, να καταδειχθεί, πως ο ενάγων ευλόγως ήγειρε την αγωγή και εναντίον των εναγομένων αρ.2,3 και 4 και πως, μετά τη εξώδικη διευθέτηση της αγωγής όσον αφορά στην εναγόμενη αρ.1, αυτοί εσφαλμένα και αδικαιολόγητα διεκδικούν έξοδα. Καλώντας το Δικαστήριο να αποστεί από τη γενική αρχή σύμφωνα με την οποίαν τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος αναφέρει τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές ότι ο Ενάγοντας, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, δεν ήταν εύκολο να γνωρίζει επακριβώς και να μπορεί να αποφασίσει ποιος από τους τέσσερεις Εναγομένους ήταν ένοχος αμέλειας απέναντι του και συνακόλουθα υπεύθυνος για την ζημιά που υπέστη, ούτε και μπορούσε με λογική προσπάθεια να εξακριβώσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν τα λανθασμένα πιστοποιητικά και αποξενώθηκε η επίδικη περιουσία στην οποία είχε συμφέρον ο ίδιος. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και με βάση τις πιο πάνω αρχές, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας εκ των πραγμάτων ήταν υποχρεωμένος στο στάδιο εκείνο να προχωρήσει στην καταχώριση αγωγής εναντίον και των τεσσάρων Εναγομένων, οι οποίοι με τις πράξεις και παραλήψεις τους επηρέασαν τα δικαιώματα του και αποξένωσαν περιουσία στην οποία είχε συμφέρον ο Ενάγοντας.» (δείτε στις σελ.10 και 11 της τελικής γραπτής αγόρευσής της). Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν ενόρκως ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) και η Σπυρούλα Χριστοδούλου Γεωργίου (Μ.Υ.1). Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και έγγραφη. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν αντίγραφα των επίδικων πιστοποιητικών τα οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 (τεκμήρια 12 και 13 αντιστοίχως). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας θα παρατεθεί κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν με τις τελικές τους αγορεύσεις. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)H επιδίκαση εξόδων διέπεται από νομοθετημένους και νομολογημένους κανόνες ως εξής: (α) Κατ΄αρχήν, τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή και τα έξοδα τα οποία σχετίζονται με αυτήν, αποφασίζονται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει πλήρη εξουσία να αποφασίζει από ποιόν διάδικο και σε ποιά έκταση θα πληρωθούν τα έξοδα αυτά (άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια και Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). (β) Αυτή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Αποτελεί δε καθιερωμένη πρακτική το γεγονός πως συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και αυτό γιατί «η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη» (Χάσικος κ.α. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389). Αυτό ως κανόνας λογικής, ο οποίος, μάλιστα, είναι τόσον ισχυρός «που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης» (Ζαβρού v. Μιχαηλίδου)
(1996)1 Α.Δ.Δ. 477). (γ) Απόκλιση από αυτόν τον κανόνα πρακτικής δικαιολογείται μόνον εφ΄όσον συντρέχουν ικανοί λόγοι οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται και οι οποίοι ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της. Εν πάση περιπτώσει, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατ΄απόκλισιν από τον κανόνα πως τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα συνιστά το αποτέλεσμα της δίκης γίνεται «δικαστικά και κατά συνέπεια ...υπόκειται σε έλεγχο» [Φιλίππου v. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, δείτε και τις αποφάσεις Κυριάκου v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 416 και Ζαβρού v. Μιχαηλίδου (ανωτέρω)]. (δ) Για το ειδικότερο ζήτημα της αποτυχίας της αγωγής αναφέρονται τα εξής στην απόφαση Θρασυβούλου v. Αrto Estates Ltd
(1993)1 A.Α.Δ. 12, «Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων». (ε) Παράμετρο για τον τρόπον άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση εξόδων αποτελεί και η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την διαδικασία (Φιλίππου v. Φιλίππου (ανωτέρω)). Στη απόφαση Θρασυβούλου v. Αrto Estates Ltd (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με τον χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης, σ΄εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στην διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο». (στ). Σύμφωνα με τη διαταγή Bullock (Bullock order - Bullock v. London General Omnibus Co and Others (1904 - 1907) All. E.R. 44), εάν ο ενάγων βρισκόταν, πράγματι, σε αμφιβολία εν σχέσει με το ποιος από τους περισσότερους ενεχομένους σε ένα περιστατικό είναι ένοχος επίδειξης αμέλειας έναντί του και αδυνατούσε, παρά την επίδειξη λογικής προσπάθειας, να εντοπίσει τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την αμέλεια, τότε ο επιτυχών εναγόμενος δικαιούται μεν όπως επιδικαστούν έξοδα υπέρ του και εναντίον του ενάγοντος, πλην όμως, ο ενάγων δικαιούται να αποζημιωθεί, εν σχέσει με τα έξοδα αυτά, από τον αποτυχόντα εναγόμενο. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο εκδίδει επιπρόσθετη διαταγή δια της οποίας ο αποτυχών εναγόμενος διατάσσεται να καταβάλει, προς τον επιτυχόντα ενάγοντα τα έξοδα τα οποία αυτός διετάχθηκε να καταβάλει προς τον επιτυχόντα εναγόμενο (Μιχαήλ v. Ψαρά κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1159, 1172, Prolific Insurance Consultants Ltd v. Liberty Life Insurance Public Co Ltd κ.α.
(2010)1 (Β) 1069, 1077). (ζ) Εάν, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, οι επιλογές ορισμένου εναγομένου προεκάλεσαν μίαν αχρείαστα μακρά και επίπονη ακροαματική διαδικασία, δικαιολογείται η απόκλιση από το γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίον τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και, κατ΄εφαρμογήν των αποφασισθέντων στην Sanderson v. Blyth Theatre Company
(1903)2 K.B. 533 C.A., ενδέχεται να κριθεί, ως δικαιότερο, όπως τα έξοδα του επιτυχόντος εναγομένου καταβληθούν από τον αποτυχόντα εναγόμενο (Karaolis and another v. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310). (η) Eνάγων ο οποίος, εν τέλει, επιλέγει να αποσύρει την αγωγή εναντίον ορισμένου εναγομένου, αρνείται, όμως να καταβάλει τα έξοδά του δεν δύναται να βασίζει την άρνησή του αυτή στον ισχυρισμό πως, επί τη βάσει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, δικαιολογημένα και εύλογα ήγειρε την αγωγή και εναντίον του συγκεκριμένου εναγομένου. Σε τέτοια περίπτωση η πεποίθηση του ενάγοντος είναι αδιάφορη και δεν δύναται να ληφθεί υπ΄όψιν για να στερηθεί ο εναγόμενος τα έξοδα στα οποία υπεβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Παρατίθεται, σχετικώς, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 341/201 Μάριος Δημητρίου Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, ημερ. 15.10.2015: «Εσφαλμένη για το θέμα των εξόδων θεωρούμε και την αναφορά του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «..δικαιολογημένα οι ενάγοντες με τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους πίστευαν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος..» ότι ο εφεσείοντας «..ενήργησε με σκοπό να τους εξαπατήσει μόνος ή από κοινού με τους εναγομένους 2 και/ή 3,» αναφορά που θεωρούμε αδιάφορη για αποστασιοποίηση από το γενικό κανόνα που αφορά τα έξοδα καθότι το τι πίστευαν ή όχι οι εφεσίβλητοι ήταν θέμα που αφορούσε τους ιδίους και όχι τον εφεσείοντα, ώστε να συνεκτιμηθεί ως στοιχείο για να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσων του καταλόγιζαν οι εφεσίβλητοι.»
(2)Όσον αφορά στα επίδικα αδικήματα σημειώνονται τα εξής: Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) είναι α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, (β) η παράβαση του καθήκοντος αυτού και (γ) η πρόκληση ζημίας συνεπεία της παράβασης (Ιωάννου v. Κουννίδη
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1215, 1230). Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη (και όχι αφηρημένη) επιμέλεια την οποίαν, καθ΄υπόθεσιν, θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του, υπό συνθήκες ίδιες με αυτές υπό τις οποίες ενήργησε ο εναγόμενος. Με άλλα λόγια, μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος άνθρωπος» (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 4). Το καθήκον επιμέλειας προσδιορίζεται κατά τρόπον συγκεκριμένο (in concreto) και όχι αορίστως (in abstracto). Η εκάστοτε εγκαλούμενη, ως αμελής, ενέργεια ορισμένου προσώπου πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από την ενέργεια αυτή. Η απόδοση αμέλειας, κατά τρόπον γενικό και αόριστο («negligence in the air») δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Αναστασίου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 28). Η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος φροντίδας και επιμέλειας γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης: Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο εγκαλούμενος ως αμελής, το έχει εκπληρώσει (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την Σωκράτους v. Αστυνομίας (ανωτέρω)]. Εάν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η δημιουργία κινδύνου ήταν ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Αναμένεται από τον κάθε ένα να προγραμματίζει τις πράξεις του και να εκτελεί τις δραστηριότητές του επιδεικνύοντας ανθρωπιστική συμπεριφορά προς τον πλησίον του (Ανάγνου v. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 918). Ο όρος «δόλος» αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές οι οποίες είναι κακές, ανέντιμες και ηθικώς ανάρμοστες. Συνήθως, ο δόλος αφορά σε απόκτηση χρηματικού ή άλλου υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Εάν η αγωγή βασίζεται στο «δόλο» πρέπει να δίδονται ακριβείς λεπτομέρειες αυτού, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Είναι, όμως, αρκετό να αποδειχθούν μερικές από τις, κατ΄ισχυρισμόν, λεπτομέρειες του δόλου (Ιακώβου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992). Το αστικό αδίκημα της απάτης (ή ψευδών παραστάσεων - άρθρο 36 του Κεφ. 148) συντρέχει όταν ο ενάγων ζημιώθηκε γιατί ενήργησε επί τη βάσει μίας παράστασης την οποίαν ο εναγόμενος σκοπίμως του επαρουσίασε ως αληθή, ενώ αυτός γνώριζε πως ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση πως αυτή ήταν αληθής. Τέλος, η αποδιδομένη στους εναγομένους αρ.2, 3 και 4 συνέργεια και/ή συνωμοσία με την εναγομένη αρ.1 παρουσιάζεται να έλαβε τη μορφή σχεδίου για να αποκλειστεί ο ενάγων από τα κληρονομικά δικαιώματα που αντλούσε από τον αποβιώσαντα και για να μεταβιβαστούν τα ακίνητα επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1.
(3)Ο ενάγων επεχείρησε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει προσφέροντας μόνον τη δική του ένορκη μαρτυρία και παρουσιάζοντας, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Συναφώς και εξ αρχής υποδεικνύεται πως, σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων οφείλει, πρωτίστως, να τεκμηριώσει την συνδρομή των συστατικών στοιχείων του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο επικαλείται. Οφείλει, επίσης, να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα v. Κονναρή κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785, 1797). Η κυρίως εξέταση του ενάγοντος Λούκα Κυπριανού (Μ.Ε.1) διεξήχθηκε κυρίως, με τη κατάθεση και ανάγνωση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει (έγγραφο αρ.1). Η μαρτυρία του ενάγοντος Λούκα Κυπριανού (Μ.Ε.1), κατά την κυρίως εξέταση του, συνοψίζεται ως εξής: Γεννήθηκε στις 28.08.1940 στο χωριό Ασπρογιά της επαρχίας Πάφου και είναι το μόνο βιολογικό τέκνο του αποβιώσαντος. Ο γάμος των γονέων του λύθηκε και στις 11.10.1948 ο αποβιώσας τέλεσε δεύτερο γάμο. Ο αποβιώσας διέμενε με τη δεύτερη σύζυγό του στο χωριό Πραστειό Μόρφου, της επαρχίας Λευκωσίας. Ο αποβιώσας και η δεύτερη σύζυγός του δεν απέκτησαν βιολογικά τέκνα, όμως, στις 25.02.1967, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, υιοθέτησαν την εναγομένη αρ.
  1. Η εναγομένη αρ.1 είναι βιολογική θυγατέρα του αδελφού του αποβιώσαντος. Η εναγομένη αρ.1 γνώριζε την ύπαρξη του ενάγοντος αφού επεκοινώνησε μαζί του κατά τα έτη 1980 και
  2. Μετά την τουρκική εισβολή και την τουρκική κατοχή του Πραστειού Μόρφου, ο αποβιώσας, η δεύτερη σύζυγός του και η θετή τους θυγατέρα, εναγόμενη αρ.1, διέμεναν στο χωριό Λινού της επαρχίας Λευκωσίας. Ο θάνατος του αποβιώσαντος επήλθε στις 27.05.
  3. Οι φορές που ο ίδιος και ο αποβιώσας συναντήθηκαν είναι οι εξής: (α) Πριν από τα έτη 1952 έως και 1953, ο ίδιος φιλοξενήθηκε από τον αποβιώσαντα και τη δεύτερη σύζυγό του για επτά
(7)συνεχόμενες ημέρες στο Πραστειό Μόρφου. (β) Το έτος 1960 ο ίδιος επεσκέφθηκε τον αποβιώσαντα στο Πραστειό Μόρφου για να τον καλέσει στο γάμο του (γ) Περί τα τέλη του έτους 1969 ο ίδιος επεσκέφθηκε τον αποβιώσαντα για να τον αποχαιρετήσει αφού θα μετανάστευε στην Αμερική. (δ) Το έτος 1986 ο ίδιος και ο αποβιώσας συναντήθηκαν στη βάπτιση της εγγονής του (του ενάγοντος). Ο ίδιος έζησε στην Αμερική κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1970 έως και
  1. Στις 08.02.2006, μετά από έρευνα που διενήργησε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, διεπίστωσε πως στις 02.02.1997 και στις 04.04.1998 τα ακίνητα μετεβιβάστηκαν επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.
  2. Οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν χωρίς να προηγηθεί η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος και χωρίς να ληφθεί η δική του συγκατάθεση. Εν συνεχεία απεκαλύφθηκε πως οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 εξέδωσαν, στις 29.11.1996 και στις 10.04.1996, αντιστοίχως, πιστοποιητικά στα οποία αναφέρεται πως μοναδικό τέκνο και μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος είναι η εναγομένη αρ.1 (τεκμήρια 12 και 13, αντιστοίχως). Επί τη βάσει αυτών των πιστοποιητικών λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (τον οποίον αντιπροσωπεύει ο εναγόμενος αρ.2) προέβηκε στην μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.
  3. Ο εν λόγω λειτουργός ενήργησε αμελώς αφού δεν διερεύνησε την αλήθεια του περιεχομένου των πιστοποιητικών (τεκμήρια 12 και 13) και προέβηκε στην μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1 παρά το ότι δεν προηγήθηκε η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος. Εκδίδοντας τα πιστοποιητικά (τεκμήρια 12 και 13), οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 ενήργησαν αμελώς εφ΄όσον δεν διερεύνησαν την αλήθεια των πιστοποιήσεών τους. Περαιτέρω, εκδίδοντας τα πιστοποιητικά (τεκμήρια 12 και 13), οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 μετήλθαν δόλο και απάτη και συνήργησαν με την εναγομένη αρ.1 γιατί, ενώ εγνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν πως αυτή δεν ήταν το μοναδικό τέκνο του αποβιώσαντος ούτε η μοναδική του κληρονόμος, πιστοποίησαν τα αντίθετα. Η εναγομένη αρ.1 «Προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας και τους Εναγομένους 3 και 4, ότι είναι το μόνο τέκνο του αποβιώσαντα και η μοναδική κληρονόμος του...» (δείτε στην παρα.10 δ) του εγγράφου αρ.1). Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου αρ.2, ο μάρτυς έδωσε και τις εξής απαντήσεις: «Ε. Γιατί δεν θεωρείτε ότι έπρεπε να γίνουν αυτές οι μεταβιβάσεις; Α. Το μερίδιο το δικό μου πού πάει; Ε. Μπορούσε το Κτηματολόγιο να γνωρίζει; Α. Όφειλε να γνωρίζει, να κάνουν μίαν έρευνα... Ε. Δηλαδή αμφισβητείτε κυρίως το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που εξέδωσαν οι Κοινοτάρχες;.. Α. Ήταν μια σκευωρία. Αν δεν ήταν στημένα τα πράγματα, ήταν αμέλεια. Ε. Αμέλεια ή σκευωρία; Α. Μπορεί να τα θεωρήσω και τα δύο. Και σκευωρία γιατί ήξεραν ότι υπήρχα.. Ε. Εγώ σας λέω ότι το Κτηματολόγιο δεν ήταν υποχρεωμένο να ελέγξει το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων. Α . Δεν ξέρω τι είναι αληθές, αλλά νομίζω μια έρευνα έπρεπε να γίνει εκ μέρους του Κτηματολογίου και εκ μέρους των Κοινοταρχών. Γίνεται ένας γιος που είναι ο μοναδικός γιός του αποβιώσαντα να τον βγάλουν εκτός και να δώσουν την περιουσία σε άλλους; Ε . Άρα η άποψη σας είναι ότι το Κτηματολόγιο έπρεπε να γνωρίζει ότι ήσασταν ο κληρονόμος του πατέρα σας; Α . Όχι να γνωρίζει, αλλά τα έγγραφα που ήταν στο Κτηματολόγιο να ελεγχθούν και να υπάρξει μια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Ε . Άρα ως προς την έρευνα έγινε το λάθος από το Κτηματολόγιο; Α . Δεν ξέρω. .............» Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου αρ.4, ο μάρτυς έδωσε και τις εξής απαντήσεις: «Ε. Εσύ όμως κύριε μάρτυς γεννήθηκες στην Ασπρογιά; Α. Ναι. Ε.Συμφωνάς μαζί μου ότι για τη δική σου ύπαρξη, γέννηση ή οτιδήποτε άλλο ο Κοινοτάρχης Λινούς δεν είχε καμιά πληροφόρηση; Α.Δεν ξέρω αν είχε ή δεν είχε, πώς να ξέρω εγώ;... Ε. Σου υποβάλλω ότι ήταν ανθρωπίνως αδύνατο για τον Κοινοτάρχη της Λινούς να γνωρίζει τη δική σου ύπαρξη; Α. Αν είναι έτσι..Καλάν, να πουλήσουμε όλην την Κύπρο γιατί έχουμε αδυναμία να ελέγξουμε αν ανήκουμε ή δεν ανήκουμε σε κάποιον άνθρωπο. ............» Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου αρ.3, ο μάρτυς έδωσε και τις εξής απαντήσεις: «Ε. .......Γνωρίζετε αν ο πατέρας σας κοινοποίησε στον Κοινοτάρχη για να γραφτεί το όνομα σας στο μητρώο, την ύπαρξη σας; Α. Ποιου Κοινοτάρχη; Ε. Του Πραστειού. Α. Δεν το γνωρίζω αυτό. Ε. Σας υποβάλλω ότι δεν υπήρχε στο μητρώο του Κοινοτάρχη του Πραστειού πιστοποιητικό γεννήσεως καταχωρημένο με το όνομά σας. Α. Μπορεί, επειδή ήταν στο μητρώο του Κοινοτάρχη του χωριού όπου γεννήθηκα και ήταν δηλωμένο από τον πατέρα μου εκεί να μην θεώρησε αυτό να το δηλώσει δακάτω. Ε. Πώς θέλατε ο Κοινοτάρχης του Πραστειού να γνωρίζει την ύπαρξη σας; Α. Δεν είναι την ύπαρξη μου που ήθελα να γνωρίζει ο Κοινοτάρχης. Ήταν η πράξη που ήταν να κάνει, για το πιστοποιητικό που έπρεπε να εκδώσει, να ενεργήσει, ότι όλα τα στοιχεία ήταν γνωστά και σωστά. ............................... Ε. ..........Σας υποβάλλω ότι όπως όλοι οι χωριανοί Πραστειού Μόρφου, συμπεριλαμβανομένου και του Κοινοτάρχη δεν γνώριζαν τον πρώτο γάμο του κύριου Κυπρή όπως επίσης δεν γνώριζαν και τη δική σου ύπαρξη. Α . Δεν ξέρω, αν δεν το γνώριζαν το λέτε εσείς. Εγώ ξέρω πως ένας γάμος με ένα παιδί και ένας χωρισμός ακούεται. Δεν μπορείς να το κρύψεις κάτω από το τραπέζι. Ε. Νομίζετε ότι είχε λόγο ο Κοινοτάρχης όπως τον κατηγορείται να δώσει οποιοδήποτε ψεύτικο πιστοποιητικό, είχε κάποιο λόγο; Α. Σας είπα από την αρχή, υπήρχε μια σκευωρία ή είχε γίνει μια πολύ σοβαρή αμέλεια εκ μέρους τους..» Παρατηρείται πως, κατά την ένορκη κατάθεσή του, ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) ουδόλως ανεφέρθηκε ονομαστικώς στους εναγομένους αρ.2,3 και 4 και ούτε ισχυρίσθηκε πως συνάντησε ποτέ τα πρόσωπα, τα οποία ενήξε, μαζί με την εναγομένη αρ.1, αποδίδοντάς τους αμέλεια, δόλο, απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις), συνωμοσία και συνέργεια. Και ούτε ισχυρίσθηκε πως γνωρίζει ο,τιδήποτε για την εν γένει δράση και συμπεριφορά των προσώπων αυτών. Όσον αφορά στα πιστοποιητικά τα οποία εξέδωσαν, στις 29.11.1996 και στις 10.04.1996, οι εναγόμενοι αρ.3 και 4, αντιστοίχως (τεκμήρια 12 και 13, αντιστοίχως) παρατηρούνται τα εξής: (α) Μεταξύ άλλων, αυτά καταγράφουν την ρητή βεβαίωση του Προέδρου και των μελών των χωρητικών αρχών του Πραστειού Μόρφου και της Λινούς πως ο αποβιώσας άφησε, ως μόνους κληρονόμους την εναγομένη αρ.1 (ως θυγατέρα του) και τη δεύτερη σύζυγο του. (β) Αυτά είναι υπογεγραμμένα από τους Προέδρους και τα μέλη των συγκεκριμένων χωρητικών αρχών και είναι σφραγισμένα. (γ) Σε αυτά επισυνάπτονται έγγραφα με τίτλο «Διαμονή», δια των οποίων η δεύτερη σύζυγος του αποβιώσαντος δίδει τη συγκατάθεσή της για την μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ονόματί της εναγομένης αρ.
  4. Τα έγγραφα με τίτλο «Διαμονή» είναι, επίσης, υπογεγραμμένα από τον Πρόεδρο και τα μέλη των συγκεκριμένων χωρητικών αρχών και είναι, επίσης, σφραγισμένα. Περαιτέρω, οι υπογράφοντες τα έγγραφα με τίτλο «Διαμονή» δηλώνουν και τα εξής: «Πιστοποιούμεν ότι η Αιμιλία Κύπρου Κούμνα και η Μαρία Κύπρου Κούμνα είναι προσωπικώς γνωστές μας, υπέγραψαν ενώπιον μας, ενήλικες και απαλλαγμένες νομικών κωλυμάτων».
(4)Τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 καθώς και τα συνημμένα σε αυτά έγγραφα με τίτλο «Διαμονή», ως έγγραφα εκδοθέντα από χωρητικές αρχές, υπογεγραμμένα και σφραγισμένα, αποτελούσαν, κατά το χρόνο μεταβίβασης των ακινήτων επ΄ονόματι της εναγομένης αρ.1 και για τις κτηματολογικές υπηρεσίες, απόδειξη μεγάλης βαρύτητας για τα ζητήματα που αφορούσαν στα ακίνητα. (άρθρο 82
(1)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Και αυτό δεδομένης και της δήλωσης των Προέδρων και των μελών των συγκεκριμένων χωρητικών αρχών πως γνωρίζουν προσωπικώς την εναγομένη αρ.1 και την δεύτερη σύζυγο του αποβιώσαντος (Γιάλλουρου κ.α. v. Μιχαηλίδη κ.α.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 31, 46-7).
(5)Όσον αφορά στην μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από την πλευρά του ενάγοντος για να τεκμηριωθεί η αμέλεια των εναγομένων αρ.2, 3 και 4 και η οποία αφορά αφ΄ενός στις συνθήκες υπό τις οποίες οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 εξέδωσαν τα πιστοποιητικά ημερ. 29.11.1996 και 10.04.1996 (τεκμήρια 12 και 13, αντιστοίχως) και αφ΄ετέρου στις συνθήκες υπό τις οποίες ο εναγόμενος αρ.2 προέβηκε στην μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ονόματί της εναγομένης αρ.1 παρατηρούνται τα εξής: Εφ΄όσον ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) ρητώς δηλώνει πως η εναγομένη αρ.1 «Προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις προς..τους Εναγομένους αρ.3 και 4 ότι είναι το μόνο τέκνο του αποβιώσαντα και η μοναδική κληρονόμος του ..» (δείτε στην παρα.10.δ) του εγγράφου αρ.1) και εφ΄όσον απουσιάζει οιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη και θετική μαρτυρία βάσει της οποίας οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 θα μπορούσαν να διαμορφώσουν άλλη άποψη για τους κατιόντες και τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, ουδεμία αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων αρ.3 και 4 τεκμηριώθηκε. Η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος ουδόλως καταδεικνύει πως οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 είχαν, εξ αντικειμένου, τη δυνατότητα να αντιληφθούν τα ψεύδη της εναγομένης αρ.1 και να δράσουν διαφορετικά. Συναφώς σημειώνεται πως μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή συγκεκριμενοποιείται το καθήκον φροντίδας και επιμέλειας των εναγομένων αρ.3 και 4 έναντι του ενάγοντος. Συναφώς, σημειώνεται, επίσης, πως το μέτρο αξιολόγησης της συμπεριφοράς και των ενεργειών των εναγομένων αρ.3 και 4 είναι ο μέσος συνετός άνθρωπος και όχι ο φιλύποπτος και υπερβολικά σχολαστικός άνθρωπος. Το καθήκον των εναγομένων αρ.3 και 4 για την επιμελή άσκηση της αρμοδιότητάς τους να πιστοποιήσουν τους κατιόντες και τους κληρονόμους του αποβιώσαντος δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση του ενδεχομένου η εναγομένη αρ.1 να ψεύδεται όταν, μάλιστα, ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) δεν υπέδειξε οιονδήποτε συγκεκριμένο και θετικό στοιχείο το οποίο, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ήταν ικανό να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες στους εναγομένους αρ.3 και 4 για την αλήθεια των δηλώσεων της εναγομένης αρ.1. Παρά το ότι, καθ΄όλην τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) επέμεινε στη θέση πως, πριν προβούν στις επίδικες πιστοποιήσεις, οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 όφειλαν να διερευνήσουν περαιτέρω το ζήτημα των κατιόντων και κληρονόμων του αποβιώσαντος, εντούτοις, ο μάρτυς δεν υπέδειξε επί τη βάσει ποίων συγκεκριμένων στοιχείων, υφισταμένων κατά τους χρόνους έκδοσης των πιστοποιητικών (τεκμήρια 12 και 13), οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 θα έπρεπε να έχουν εύλογες υποψίες για τα ψεύδη της εναγομένης αρ.1. Η επιμελής συμπεριφορά δεν επεκτείνεται στη λήψη μέτρων προς αποφυγή κινδύνου μη ευλόγως προβλεπτού (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Ξυπτερά v. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1996, 1705). Ανάλογα ισχύουν και όσον αφορά στον εναγόμενο αρ.2: Εφ΄όσον ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) ρητώς δηλώνει πως η εναγομένη αρ.1 «Προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας ..ότι είναι το μόνο τέκνο του αποβιώσαντα και η μοναδική κληρονόμος του...» (δείτε στην παρα.10.δ) του εγγράφου αρ.1) και εφ΄όσον ο εναγόμενος αρ.2 είχε ενώπιόν του τα πιστοποιητικά (τεκμήρια 12 και 13) τα οποία εξέδωσαν οι κατ΄αρχήν αρμόδιες χωρητικές αρχές και τα οποία αποτελούσαν αποδεικτικά στοιχεία μεγάλης βαρύτητας [Γιάλλουρου κ.α. v. Μιχαηλίδη κ.α. (ανωτέρω)] ουδεμία αμέλεια εκ μέρους του τεκμηριώθηκε. Παρομοίως σημειώνεται πως η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος ουδόλως καταδεικνύει πως ο εναγόμενος αρ.2 είχε, εξ αντικειμένου, τη δυνατότητα να αντιληφθεί τα ψεύδη της εναγομένης αρ.1 ή είχε εξ αντικειμένου, τη δυνατότητα να αντιληφθεί την ανακρίβεια των πιστοποιητικών των κατ΄αρχήν αρμοδίων χωρητικών αρχών (τεκμήρια 12 και 13) και να δράσει διαφορετικά. Και στην περίπτωση του εναγομένου αρ.2, μέτρο για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και των ενεργειών του είναι ο μέσος συνετός δημόσιος υπάλληλος και όχι ο φιλύποπτος και υπερβολικά σχολαστικός δημόσιος υπάλληλος. Όσα υποδεικνύονται πιο πάνω εν σχέσει με το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας των εναγομένων αρ.3 και 4 καθώς και την αποτυχία του ενάγοντος να τεκμηριώσει την αμέλεια αυτών ισχύουν, κατ΄αναλογίαν, και για την περίπτωση του εναγομένου αρ.2. Δεδομένων των ενώπιον του δηλώσεων της εναγομένης αρ.1 και δεδομένων των ενώπιον του πιστοποιητικών των κατ΄αρχήν αρμοδίων χωρητικών αρχών (τεκμήρια 12 και 13), ο εναγόμενος αρ.2 ενήργησε επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού δημόσιου υπαλλήλου και εφαρμόζοντας τη σχετική νομοθεσία.
(6)Ατεκμηρίωτες παρέμειναν και οι αιτιάσεις για την επίδειξη δόλου εκ μέρους των εναγομένων αρ.2, 3 και 4. Επί τη βάσει των όσων ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύονται, με την απαιτούμενη αυστηρότητα, συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές των εναγομένων αρ.2, 3 και 4 οι οποίες να είναι κακές, ανέντιμες και ηθικών ανάρμοστες (Ιακώβου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, ο διαζευκτικός τρόπος με τον οποίον ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) αναφέρθηκε στα γεγονότα εκθεμελιώνει και αυτό το αγώγιμο δικαίωμα. [Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Μιχαήλ (ανωτέρω)]
(7)Το αστικό αδίκημα της απάτης (ή ψευδών παραστάσεων) δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της προκείμενης υπόθεσης εφ΄όσον ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) ουδέποτε ισχυρίσθηκε πως ζημιώθηκε γιατί ο ίδιος ενήργησε επί τη βάσει μίας παράστασης την οποίαν οι εναγόμενοι αρ.3 και 4 του επαρουσίασαν ως αληθή ενώ αυτοί εγνώριζαν πως ήταν ψευδής ή δεν είχαν γνήσια πεποίθηση πως αυτή δεν ήταν αληθής.
(8)Οι διαζεύξεις και τα κενά στην μαρτυρία του ενάγοντος Λούκα Κυπριανού (Μ.Ε.1) αφήνουν μετέωρες όλες τις αιτιάσεις του εναντίον των εναγομένων αρ.2,3 και 4. Οι αδυναμίες στην μαρτυρία αυτή αναπόδραστα εκθεμελιώνουν όλα τα επίδικα αγώγιμα δικαιώματα και όλες τις επίδικες αξιώσεις. Δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να αποδίδει συγκεκριμένες παράνομες συμπεριφορές στους εναγομένους αρ.2,3 και 4 και να αναμένει ότι αυτές θα αναγνωρισθούν από το Δικαστήριο. Ο ενάγων φέρει το βάρος να παρουσιάσει θετική, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να τεκμηριώσει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του (Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. v. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Καταληκτικά διαπιστώνεται πως ο ενάγων προσέφυγε στο Δικαστήριο εναντίον των εναγομένων αρ.2,3 και 4 αδικαιολόγητα. Κατ΄ακρίβειαν, ο ενάγων οδήγησε τους εναγομένους αρ.2, 3 και 4 ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδίδοντάς τους αμέλεια, δόλο, απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις), συνωμοσία και συνέργεια, χωρίς να έχει στην κατοχή του οιονδήποτε συγκεκριμένο και θετικό αποδεικτικό στοιχείο. Όπως διεφάνηκε από την κατάθεσή του, ο ενάγων Λούκας Κυπριανού (Μ.Ε.1) οδήγησε τους εναγομένους αρ.2, 3 και 4 ενώπιον του Δικαστηρίου επί τη βάσει ατεκμηρίωτων υποθέσεων και εικασιών. Οι ως άνω διαπιστώσεις καθιστούν αχρείαστη τη συζήτηση των υπολοίπων υπερασπίσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ.2, 3 και 4 και εναντίον του ενάγοντος. (Υπ) .............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.