← Κύπρος

Pierotti ν. SpecTec Group Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2320/13, 8/5/2018

Pierotti ν. SpecTec Group Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2320/13, 8/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2320/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Pierotti, από το Μονακό Ενάγοντα και

  1. SpecTec Group Holdings Limited από την Λεμεσό
  2. ΧΧΧΧΧ Soncini c/o SpecTec Group, από την Ιταλία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.9.17 υπό ενάγοντα - αιτητή για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2018 Για ενάγοντα - αιτητή: Περσεφόνη Ιωάννου Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κα Παρασκευή Κτίστη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) με έδρα την Λεμεσό, ασχολείται δε με την κατασκευή και φιλοξενία ιστοσελίδων και την διεξαγωγή όλων των συναφών εργασιών που αφορούν τη χρήση, εγκατάσταση, πώληση και λειτουργία συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών Στα πλαίσια των πιο πάνω εργασιών της, η εναγομένη 1 δραστηριοποιείται σε διάφορες χώρες στον κόσμο, στην Ευρώπη, Μεσόγειο, Μέση Ανατολή με κύριο χώρο δραστηριοτήτων την Ιταλία. Ο εναγόμενος 2 ήταν και είναι ο Πρόεδρος της εναγομένης 1 (CEO Chief Executive Officer), ο οποίος εργάζεται στα γραφεία της στην Ιταλία. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 1.3.2008, ο ενάγοντας προσλήφθηκε από την εναγομένη 1, στην θέση του Εκτελεστικού Αντιπροέδρου για τα γραφεία της εναγομένης 1 στην Κύπρο, Μεσόγειο, Νότιο Ευρώπη, Μέση Ανατολή. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας ήταν υπεύθυνος για το συντονισμό και επίβλεψη των εργασιών της Εναγομένης 1 Η συμφωνία εργοδότησης ήταν διάρκειας 5 χρόνων και προέβλεπε ακάθαρτο ετήσιο μισθό US$180.000 πλέον ετήσιες προσαυξήσεις πλέον δικαιώματα για άδεια, ταξιδιωτικά έξοδα, πλέον δικαιώματα σε περίπτωση τερματισμού ως επίσης και συμμετοχή σε ετήσιο bonus/δικαίωμα προσωπικής επιτυχίας (personal success fee) ο τρόπος υπολογισμού του οποίου συμφωνήθηκε στην εν λόγω σύμβαση. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010 ο εναγόμενος 2 κατά παράβαση των συμφωνηθέντων σε συνέλευση που έγινε με όλα τα μέλη της εταιρείας ανακοίνωσε ότι θα καταργούσε αυθαίρετα την θέση την οποία κατείχε ο ενάγοντας και ως εκ τούτου ο ενάγοντας θα αναλάμβανε τη θέση του Γενικού Διευθυντή από τον Ιούλιο 2010 (General Manager). Στην συνέχεια υπεγράφη νέα σύμβαση στις 19/04/2010 υπογράφηκε νέα συμφωνία μεταξύ των μερών τροποποιητική της πρώτης συμφωνίας, η οποία μετατράπηκε σε συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (consultancy agreement). Ακολούθως, η εναγομένη 1 με παρότρυνση του εναγομένου 2 και/ή συνωμοτικά, προχώρησε σε τερματισμό κατά ή περί την 11/06/2012 παράνομα των εν λόγω συμφωνιών με αποτέλεσμα να παραβεί τις συμφωνίες εργοδότησης με τον ενάγοντα. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι συνωμότησαν κατά ή περί το 2010 εις βάρος του. Επεδίωξαν και πέτυχαν με τις πράξεις και/ή συμπεριφορά τους και με τη χρήση παράνομων μέσων ή και νομίμων με συνωμοτική πρόθεση και με στόχο την πρόκληση οικονομικής ζημίας στον ενάγοντα, να απομονώσουν τον ενάγοντα από την εταιρεία και να τον εκδιώξουν από αυτή κάτι το οποίο πέτυχαν εις βάρος των οικονομικών του συμφερόντων και με πρόκληση ζημίας εις αυτόν Παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης, λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό συνομωσίας των εναγομένων. Παρατίθενται επίσης λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό ζημιάς που ο ενάγοντας έχει υποστεί από τις πιο πάνω πράξεις των εναγομένων την οποία καθορίζει ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις σε USD 1.491.687 Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρνούνται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω εκκρεμότητας και άλλων δικαστικών και διαιτητικών διαδικασιών αναφορικά με τα επίδικα συμβόλαια εργοδότησης. Η παρούσα αίτηση του ενάγοντα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων ο ενάγοντας παρείχε ασφάλεια εξόδων κατόπιν ενδιάμεσης διαταγής του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης εκ μέρους του ενάγοντα με την οποία ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του. Επιζητεί συγκεκριμένα να προσθέσει στις αιτούμενες ειδικές αποζημιώσεις και ποσά που προκύπτουν από απώλεια μισθών καθώς και έξοδα που κατ' ισχυρισμό υπέστη λόγω του ότι εξαναγκάστηκε να δημιουργήσει το 2013, την δική του εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στα γραφεία των συνηγόρων του ενάγοντα. Αναφέρεται ότι σε πρόσφατη επίσκεψη του ενάγοντα στην Κύπρο με σκοπό τη συζήτηση της υπόθεσης του, ενημέρωσε τους δικηγόρους του ότι έχει υποστεί πρόσθετες ζημιές από την κατ' ισχυρισμό συνωμοσία εναντίον του. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε παραμείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του από τους εναγόμενους και το 2013 για να αντιμετωπίσει της συνέπειες της συνωμοσίας εναντίον του, προχώρησε στη δημιουργία δικής του εταιρείας παροχής υπηρεσιών στο Μόντε Κάρλο. Αναγκάστηκε να δημιουργήσει την εταιρεία αυτή για να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην με αποτέλεσμα να καταβάλει μηνιαίως ποσά για ενοικίαση του χώρου καθώς και λειτουργικά έξοδα. Από το 2013 μέχρι σήμερα απώλεσε ποσά της τάξης των ευρώ 150.000 ήτοι USD 158.000, τα οποία επιθυμεί να διεκδικήσει. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πρόσφατα και μετά την τελευταία συνάντηση που είχε ο ενάγοντας με τους δικηγόρους του για σκοπούς συζήτησης και μελέτης της υπόθεσης του και/ή όταν εν τέλει κατάφερε να εξασφαλίσει το μαρτυρικό υλικό που καταδεικνύει αυτή την επιπρόσθετη οικονομική ζημιά που έχει υποστεί. Αναφέρεται επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επισημαίνεται ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει ακόμη και ότι προφανώς λόγω καλόπιστου λάθους και παραλείψεων δε δόθηκαν όλες οι λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης. Αναφέρεται τέλος ότι είναι ορθό, δίκαιο και απαραίτητο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης αφού ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα υποστούν οι εναγόμενοι. Η ένσταση των εναγομένων 1 & 2 Οι εναγόμενοι 1 & 2, καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα τροποποίησης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί αξίωση για ζήτημα που ήταν γνωστό στον ενάγοντα κατά την χρόνο καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και καμία επεξήγηση δεν δίνεται για την παράληψη δικογράφησης των υπό κρίση αξιώσεων στην αρχική έκθεση απαίτησης. Επιπλέον, η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε αρκετά καθυστερημένο στάδιο, 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και σχεδόν 3 χρόνια από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολογία για την καθυστέρηση. Αναφέρεται επίσης ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού γίνεται προσωπικά από την δικηγόρο του αιτητή που χειρίζεται την υπόθεση. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι ο ενάγων προωθεί την αίτηση με κακή πίστη και καταχρηστικά. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου που εργάζεται στα γραφεία των συνηγόρων για τους εναγομένους. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται, όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Η συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση της, επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας αν και προχώρησε το 2013 στη δημιουργία της νέας εταιρείας, όταν καταχωρήθηκε η αρχική Έκθεση Απαίτησης εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν εισήγαγε την πρόσθετη αυτή οικονομική ζημιά που έχει υποστεί. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω οικονομική ζημιά συνεπεία της συνωμοσίας υφίσταται μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας δεν είχε στα χέρια του από την αρχή όλες τις αποδείξεις και μαρτυρικό υλικό που καταδεικνύουν την επιπρόσθετη αυτή οικονομική ζημιά, τις οποίες κατάφερε να εξασφαλίσει πολύ πρόσφατα. Επιπρόσθετα, ο ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι τις εν λόγω απαιτήσεις του και δη την οικονομική απώλεια του, θα μπορούσε να τις διεκδικήσει μέσω της παρούσας αγωγής μετά την πρόσφατη συνάντηση που είχε με τους δικηγόρους του για σκοπούς συζήτησης της περαιτέρω πορείας της υπόθεσης του. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στην νομολογία που σχετίζεται με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων. Αναφερόμενη στην καθυστέρηση, εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η καθυστέρηση δεν είναι παράγοντας καταλυτικός σε αιτήματα τροποποίησης δικογράφων. Οι τροποποιήσεις κατά την συνήγορο, επιτρέπονται κατά κανόνα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν εφικτό κατά την συνήγορο να καταχωρηθεί η αίτηση νωρίτερα. Περαιτέρω, η αναγκαιότητα τροποποίησης διαφάνηκε όταν ο ενάγοντας συζήτησε την υπόθεση με τους δικηγόρους του. Διαπιστώθηκε ότι παρότι ο ενάγοντας προχώρησε από το 2013 στη δημιουργία της νέας εταιρείας, όταν καταχωρήθηκε η αρχική έκθεση απαίτησης εκ λάθους δεν εισήγαγε την πρόσθετη αυτή οικονομική ζημιά που έχει υποστεί. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω οικονομική ζημιά συνεπεία της συνωμοσίας υφίσταται μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, ενάγοντας δεν είχε στα χέρια του από την αρχή όλες τις αποδείξεις και μαρτυρικό υλικό που καταδεικνύουν την επιπρόσθετη αυτή οικονομική ζημιά, τις οποίες κατάφερε να εξασφαλίσει πολύ πρόσφατα. Τέλος, η συνήγορος απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να αποκλειστεί για μόνον τον λόγο ότι υπογράφεται από δικηγόροι. Η συνήγορος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, στην δική της αγόρευση αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δοθεί οιαδήποτε αιτιολογία από πλευράς ενάγοντα για το ζήτημα αυτό. Στην συνέχεια αναφέρθηκε σε νομολογία που ερμηνεύει την Δ.25 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για την τροποποίηση δικογράφων. Ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιχειρεί ο ενάγοντας να δικογραφήσει, τα γνώριζε εξ αρχής και θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί στην αρχική έκθεση απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει ο ενάγων δεν προσπαθεί καν να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή υπό κρίση αιτήματος. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, και καταχρηστική και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τείνουν να προκαλέσουν περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των εναγομένων και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Εισηγήθηκε επίσης ότι τα όσα επιχειρεί να δικογραφήσει ο ενάγων, αποτελούν προϊόν δεύτερων σκέψεων και προβάλλονται κακόπιστα και καταχρηστικά, στη προσπάθεια του ενάγοντα να διεκδικήσει όσο το δυνατό πιο ψηλά ποσά. Τέλος, η συνήγορος επανέλαβες την θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι αντικανονική και/ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού γίνεται προσωπικά από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση την ένορκη δήλωση υπογράφει όχι οποιοσδήποτε δικηγόρος αλλά ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του ενάγοντα κάτι το οποίο είναι εμφανές από τα πρακτικά και το φάκελο του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή, επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσον η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
  4. Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται, έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Συμπεράσματα Οι εναγόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό για παράτυπη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση λόγω του ότι αυτή υπογράφεται από την δικηγόρο του ενάγοντα. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Όπως έχει νομολογηθεί μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. Σχετική είναι η υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 AAΔ 82 στην οποία λέχθηκε επίσης ότι δεν υπάρχει καμία νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Όσον αφορά ειδικά το θέμα της επεξήγησης λέχθηκαν τα πιο κάτω από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση Rybolovlev: « Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αλλά και την ομνύουσα δικηγόρο, ο ενάγων είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Συγκεκριμένα διαμένει μόνιμα στο Μονακό και σύμφωνα με την ομνύουσα, αδυνατούσε να υπογράψει την ένορκη δήλωση αφού ήταν δύσκολη η άφιξη του, τον συγκεκριμένο χρόνο στην Κύπρο. Επιπλέον, η ομνύουσα αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη του φακέλου αλλά και από πληροφορίες που της έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν απαιτείται κατά την κρίση μου δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας, η παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα που επικαλείται ο ενάγων, τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου, ειδικά όταν η ομνύουσα αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής της. Το γεγονός ότι ορκίζεται η συγκεκριμένη δικηγόρος, της στερεί βέβαια το δικαίωμα να εμφανίζεται στο μέλλον ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση για τον ενάγοντα αλλά σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την ένορκη της δήλωση παράτυπη και αντικανονική. Ούτε εν πάση περιπτώσει εντοπίζω στον φάκελο, εμφάνιση της ομνύουσας ενώπιον του Δικαστηρίου για εκπροσώπηση του ενάγοντα για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων ώστε να διαφανεί κατά πόσον δικαιολογείται το αίτημα τροποποίησης στην παρούσα υπόθεση. Προσεκτική μελέτη των δικογράφων, καταδεικνύει ότι δεν επιδιώκεται με την παρούσα, ριζική αλλαγή της απαίτησης ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για εκτεταμένες τροποποιήσεις που διαφοροποιούν την βάση αγωγής του ενάγοντα. Αυτό που στην ουσία επιδιώκει ο ενάγων, είναι να προσθέσει στο αξιούμενο ποσό των αποζημιώσεων, ένα επιπλέον κονδύλι που αφορά κατ' ισχυρισμό απώλεια μισθών καθώς και έξοδα που κατέβαλε ως αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό συνομωσίας των εναγομένων. Θεωρώ ως εκ τούτου δίκαιο υπό τας περιστάσεις όπως δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να προβάλει τις πιο πάνω θέσεις επί του θέματος. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Όμως από την άλλη, κρίνω ότι η έγκριση του αιτήματος δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα υπεράσπισης των εναγομένων, δεδομένου ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και επιπλέον δεν επιχειρείται ριζική μετατροπή της βάσης αγωγής και της αξίωσης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας άλλωστε, έδωσε μια δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος, η οποία δεν αντικρούστηκε πειστικά από πλευράς των εναγομένων. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με την νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, η τυχόν καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε συνδυασμό με την έλλειψη κακοπιστίας του ενάγοντα, καταδεικνύει ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης και της αιτούμενης τροποποίησης που αφορά την προβολή των ισχυρισμών του ενάγοντα για επιπλέον ειδικές ζημιές και μετά από συνυπολογισμό με τους υπόλοιπους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα να προβάλει την θέση του σε σχέση με τις επιπλέον ζημιές που υπέστη από την κατ' ισχυρισμό συνομωσία των εναγομένων, τις οποίες ζημιές παρέλειψε να δικογραφήσει στην αρχική έκθεση απαίτησης του. Υπενθυμίζω εδώ, ότι καθήκον του Δικαστηρίου στην εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης δεν είναι η τιμωρία ενός διαδίκου που από αμέλεια παρέλειψε να συμπεριλάβει όλες τις θέσεις του σε ένα δικόγραφο αλλά η προστασία των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή ευχέρειας στους διαδίκους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αφού βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφου όπως η έλλειψη κακοπιστίας και ζημιάς στην υπόθεση της άλλης πλευράς. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η πιθανότητα εκτροπής από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να εφαρμοστούν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται για την δημιουργία των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της παράλειψης του ενάγοντα να συμπεριλάβει στην αρχική του έκθεση απαίτησης, τις θέσεις του αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό επιπλέον ζημιές που υπέστη. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους, ο ενάγων αιτητής. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση της παρούσας αίτησης, είναι ο ενάγων - αιτητής. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθεί ο ενάγων - αιτητής ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.