T. Petrou General Trading Ltd ν. Γεώργιος Μηνά & Υιοί Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6896/2011, 16/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6896/2011 Μεταξύ: T. Petrou General Trading Ltd Ενάγουσας και Γεώργιος Μηνά & Υιοί Λτδ Εναγομένης ------------------ Ημερομηνία: 16 Μαΐου , 2018. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα. Α. Λουκαρή, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κ. Ε. Χειμώνας, για Ανδρέας Γ. Δανός & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των € 7.923,50, ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή ζημίες και/ή απώλειες που υπέστη λόγω της παράλειψης και/ή άρνησης και/ή αμέλειας της Εναγομένης να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως τίμημα πωληθέντων και/ή παραδοθέντων προϊόντων. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Σχετική είναι η απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίζεται ότι διατηρούσε εμπορικές δοσοληψίες με την Εναγομένη και ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2009 συμφώνησε προφορικά με την Εναγομένη, όπως πωλήσει και παραδώσει σε αυτή 53.000 σακούλες συσκευασίας ζωοτροφών τύπου « Τζιώνι» προς € 130 πλέον Φ.Π.Α τη χιλιάδα, δηλαδή έναντι συνολικού ποσού € 7.923,
- Η Ενάγουσα τηρώντας τα συμφωνημένα παρέδωσε τη συμφωνηθείσα ποσότητα σακουλών στην Εναγομένη, η οποία την αποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα και δεσμεύτηκε εντός 2 μηνών να εξοφλούσε το τίμημα. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της, ημερομηνίας, 28.1.2011 απαίτησε εξόφληση του πιο πάνω ποσού. H Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αρνήθηκε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα πριν το 2009 επισκέφθηκε την Εναγομένη και της ζήτησε όπως της πωλήσει σακούλες τύπου «Τζιώνι» σε χαμηλότερη τιμή από αυτή που της πωλούσαν οι τότε προμηθευτές της. Η Εναγόμενη, τότε, ζήτησε όπως της προμηθεύσει η Ενάγουσα ποσότητα 10.000 σακουλών τις οποίες πλήρωσε με την παράδοση. Επειδή η ποιότητα δεν ήταν καλή, η Ενάγουσα υποσχέθηκε όπως η μελλοντική ποιότητα ανταποκρίνεται στο δείγμα. Η Ενάγουσα παρέδωσε ακόμα μια ποσότητα 10.000 σακουλών πλην όμως η ποιότητα ήταν η ίδια με την πρώτη φόρα. Η Εναγόμενη πλήρωσε τη δεύτερη παρτίδα σακουλών και ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι δεν ενδιαφέρεται για μελλοντική συνεργασία. Η Ενάγουσα τον Ιανουάριο του 2009 και ειδικά απόγευμα Παρασκευής αυθαίρετα άφησε έξω από το εργοστάσιο της Εναγομένης ποσότητα σακουλών. Η Εναγομένη την επόμενη εργάσιμη μέρα ειδοποίησε την Ενάγουσα να παραλάβει τις σακούλες από το εργοστάσιο. Η Εναγομένη ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα για την παράδοση της ισχυριζόμενης ποσότητας σακουλών. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει ότι η ισχυριζόμενη, από την Ενάγουσα, προφορική συμφωνία δεν είναι αποδεκτή. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν δύο
(2)τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Πέτρου, διευθυντής της Ενάγουσας. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, Πιστοποιητικό έρευνας στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη εταιρεία και ως Τεκμήριο 2 επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 28.01.2011, προς την Εναγόμενη εταιρεία. Ο ΜΕ1 στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα όπως την προμηθεύει με σακούλες τύπου «Τζιώνι». Συγκεκριμένα μάλιστα η Εναγόμενη ζήτησε όπως παραδοθεί από την Ενάγουσα ένας μεγάλος αριθμός σακουλών. Κατά διαστήματα η Ενάγουσα παρέδιδε και πωλούσε μικρό αριθμό σακουλών στην Εναγομένη και η τελευταία ήταν ικανοποιημένη και ένεκα της συνεχούς δοσοληψίας που είχε με την Εναγόμενη αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και των Διευθυντών της Εναγομένης. Τον Ιανουάριο του 2009, κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης, η Ενάγουσα εισήγαγε από την Κίνα 53.000 σακούλες συσκευασίας Ζωοτροφών τύπου « Τζιώνι». Σε συνομιλία που είχε ο ΜΕ1 με τον διευθυντή της Εναγομένης είχε συμφωνηθεί η τιμή πώλησης, η οποία ανερχόταν στο ποσό των € 130 ανά χιλιάδα, ήτοι το συνολικό ποσό των € 7.923,50 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Οι πιο πάνω σακούλες παραδόθηκαν από τον Παύλο Παύλου, το Ιανουάριο του 2009, στην Εναγόμενη. Την ίδια μέρα ο ΜΕ1 μίλησε με τον διευθυντή της Εναγομένης, ο οποίος του επιβεβαίωσε την παραλαβή των σακουλών. Κατά τη συνομιλία τους ο ΜΕ1 εισηγήθηκε στον διευθυντή της Εναγομένης όπως εξετάσει την ποιότητα των σακουλών. Ακολούθως μετά από 10 μέρες επικοινώνησε εκ νέου με τον διευθυντή της Εναγομένης, ο οποίος του ανέφερε ότι είναι ικανοποιημένος από την ποιότητα του προϊόντος. Δεν εξεδόθη, όμως, τιμολόγιο, καθότι η πληρωμή θα γινόταν με την παρέλευση δύο μηνών από την παράδοση του προϊόντος. Μέχρι τον Ιούλιο του 2009 δεν έγινε καμία πληρωμή και ο ΜΕ1 επικοινώνησε με τον διευθυντή της Εναγομένης, ο οποίος του ανέφερε ότι χρησιμοποίησαν τις 25.000 από τις 53.000 σακούλες και τις υπόλοιπες τις είχαν παρατημένες κάτω από ένα υπόστεγο. Οι υπόλοιπες σακούλες, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που επικρατούν στην Κύπρο τους καλοκαιρινούς μήνες, είχαν καταστραφεί και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την Εναγομένη. Σχετικά είχε επισκεφθεί και ο ίδιος το κατάστημα της Εναγομένης αρκετές φόρες και διαπίστωσε ότι οι σακούλες είχαν παραδοθεί και είχε χρησιμοποιηθεί μεγάλος αριθμός αυτών. Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τους διευθυντές της Εναγομένης τους επισήμανε ότι η καταστροφή των σακουλών οφειλόταν στους ίδιους, οι οποίοι τις είχαν εκτεθειμένες κάτω από μεταλλικές στέγες σε θερμοκρασίες που ξεπερνούσαν τους 60 βαθμούς κελσίου. Εφόσον παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν πληρωνόταν το οφειλόμενο ποσό, προχώρησε μέσω των δικηγόρων της Ενάγουσας στην αποστολή του Τεκμηρίου
- Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 προσδιόρισε ότι οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων ξεκίνησαν το
- Δήλωσε επίσης ότι είναι ο ίδιος που απευθύνθηκε στην Εναγομένη για συνεργασία. Η πρώτη παραγγελία έγινε από την Εναγομένη το 2006 και η Ενάγουσα παρέδωσε δύο είδη σακουλών από περίπου 10.000 τεμάχια έκαστο. Λόγω του ότι οι αποθήκες της Ενάγουσας ήταν στη Λεμεσό, το κέρδος του πήγαινε στη μεταφορά και ως εκ τούτου σταμάτησαν τη συνεργασία για κάποιο διάστημα. Επανήλθε όμως το 2008 με μια πολύ μεγαλύτερη παραγγελία των 80.000 σακουλών σε καλή τιμή. Ακολούθως, σε ερώτηση, εάν η συνεργασία των μερών ήταν σε δύο περιπτώσεις μια το 2006 και μία το 2008, απάντησε μάλιστα. Ανέφερε ακολούθως ότι το 2008 έγινε συνάντηση στο εργοστάσιο της Εναγομένης και εκεί συμφώνησαν για 80.000 σακούλες. Οι σακούλες ήρθαν στην Κύπρο το καλοκαίρι και προμήθευσε τρεις φορές την Εναγόμενη, οι δύο πρώτες παραδόσεις αφορούσαν 10.000 τεμάχια και η τρίτη 7.000 τεμάχια, σύνολο 27.
- Η πληρωμή για τις δύο πρώτες παρτίδες των 10.000 σακουλών έγινε εντός δύο μηνών από τη παράδοση. Ακολούθως αποφάσισε μαζί με τον διευθυντή της Εναγομένης να παραδώσει η Ενάγουσα της υπόλοιπη ποσότητα. Σε υποβολή ότι παρέδωσε 10.000 σακούλες την 28.2.2006, απάντησε ότι μπορεί να έγινε αυτό το 2006 αλλά άλλο οι 10.00 και άλλο οι 80.
- Επέμεινε ότι τον Ιανουάριο του 2008 συμφώνησε με τον διευθυντή της Εναγομένης για παράδοση 80.000 σακουλών. Σε υποβολή ότι οι μόνες δοσοληψίες που είχαν οι διάδικοι ήταν το 2006, απάντησε ότι η ολική παραγγελία ήταν 80.000 σακούλες και είχε παραδώσει τις 27.000 και έμειναν οι υπόλοιπες 53.000 για να παραδοθούν το Ιανουάριο του
- Σε ερώτηση εάν θυμάται πόσες σακούλες παρέδωσε στην Εναγόμενη συνολικά, απάντησε ότι δεν θυμάται αλλά ήταν σίγουρος ότι το 2008 παρέδωσε 27.
- Δεν είχε όμως να παρουσιάσει οποιοδήποτε τιμολόγιο ή waybill για την παράδοση των 27.000 σακουλών το
- Σύμφωνα δε με τον ίδιο η συμφωνία για τις 80.000 σακούλες δεν είχε χρονικό περιθώριο. Σε υποβολή που του έγινε ότι η Εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε σακούλα της Ενάγουσας το 2008, απάντησε ότι έγιναν τρεις παραδόσεις το
- Περαιτέρω δήλωσε ότι από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 2009 μετέβη στο εργοστάσιο της Εναγομένης 15-20 φορές. Ισχυρίστηκε ακολούθως ότι κατά την παράδοση των 53.000 σακουλών παρών ήταν κάποιος εκ των διευθυντών της Εναγομένης, αλλά ότι δεν ήταν ο ίδιος παρών στην παράδοση αλλά την παράδοση έκανε ο μεταφορέας XXXXX Παύλου. Σε ερώτηση γιατί δεν εξέδωσε τιμολόγιο, απάντησε ότι έπρεπε να είναι παρόντες και οι δύο διευθυντές της Εναγομένης για να εκδώσει τιμολόγιο. Κατά την επανεξέτασή του επανέλαβε ότι το 2006 είχε συμφωνήσει για να παραδώσει 20.000 σακούλες. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Παύλου, ΜΕ2, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης εταιρείας μεταφορών. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η εταιρεία του συνεργαζόταν με την Ενάγουσα. Περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2009 ο ΜΕ1 του ανέθεσε να μεταφέρει ποσότητα σακουλών τύπου « Τζιώνι», οι οποίες έφεραν το λογότυπο της Εναγομένης εταιρείας. Τις εν λόγω σακούλες κλήθηκε να τις παραλάβει από την αποθήκη της Ενάγουσας στη Λεμεσό και να τις μεταφέρει στο χωρίο Αρεδιού. Την 26.1.2009 ο κ. Πέτρου του έδωσε τα στοιχεία επικοινωνίας της Εναγομένης Εταιρείας και ο ΜΕ2 επικοινώνησε με ένα εκ των διευθυντών της Εναγομένης και του ανέφερε ότι θα του παρέδιδε τα εμπορεύματα στις 27.1.
- Έτσι στις 27.1.2009 ο ΜΕ 2 κατευθύνθηκε προς τα γραφεία της Εναγομένης εταιρείας. Όταν έφτασε, συνάντησε κάποιο πρόσωπο αλλοδαπής καταγωγής, όπως είπε, ο οποίος του υπέδειξε τον χώρο που θα τοποθετούσε τις σακούλες. Εκείνη την ημέρα παρών στο χώρο ήταν και ο XXXXX Μηνά, εκ των διευθυντών της Εναγομένης, ο οποίος ο γνώριζε για την παραλαβή των σακουλών. Οι σακούλες τοποθετήθηκαν κάτω από ένα στεγασμένο μέρος με μεταλλική οροφή και μπορούσαν εύκολα να επηρεαστούν από τις βροχές ή τις ψηλές θερμοκρασίες. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι η Ενάγουσα εταιρεία είναι πελάτης του και ό,τι έχει του το δίνει, όμως δεν θυμόταν να παρέδωσε πριν τον Ιανουάριο του 2009 οτιδήποτε στην Εναγομένη, την οποία δεν γνώριζε, αλλά γνώριζε τον κ. XXXXX Μηνά, ο οποίος τυγχάνει να είναι συνάδελφός του μεταφορέας. Προσδιόρισε όμως ότι είναι φυσιογνωμικά που τον γνωρίζει, αφού δεν είχαν συνεργασία. Μίλησε με τον κ. Μηνά την ημέρα πριν παραδώσει τις σακούλες. Σε υποβολή ότι μετέβη στον χώρο ημέρα Παρασκευή που ήταν κλειστό το εργοστάσιο, απάντησε ότι το εργοστάσιο ήταν ανοικτό και τον βοήθησαν κάποιοι αλλοδαποί να ξεφορτώσει. Σε ερώτηση ποίας εθνικότητας ήταν οι αλλοδαποί, απάντησε ότι δεν θυμάται την εθνικότητα αλλά εικάζει εκ της όψεώς τους ότι κατάγονταν από την Αίγυπτο ή το Πακιστάν, αφού δεν τους μίλησε. Θυμόταν, όμως, ότι είχε κάποιον υπεύθυνο, ο οποίος έδωσε εντολή στους δύο αλλοδαπούς να τον βοηθήσουν. Τις σακούλες τις ξεφόρτωσαν σε μια αποθήκη, η οποία δεν είχε τσίγκους από πάνω. Ακολούθως δήλωσε ότι η αποθήκη είχε κάποιους τσίγκους αλλά δεν ήταν υποστατικό που έπρεπε να φυλαχθούν οι σακούλες και ακολούθως ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν έλειπε κάποιος τσίγκος δεξιά ή κάποιος αριστερά. Επανέλαβε ότι δεν μίλησε με κανένα από την Εναγόμενη και ότι απλά κατέβασε τα προϊόντα στον χώρο που του υπέδειξαν οι δύο αλλοδαποί, με τους όποιους όμως σε προηγούμενο στάδιο δήλωσε ότι δεν μίλησε. Σε ερώτηση εάν κάθε φορά που παραδίδει εμπορεύματα, ζητά να του υπογράψουν οι παραλήπτες κάποιο έγγραφο, απάντησε ότι δεν βάζει κάποιον να του υπογράψει, καθότι αυτό είναι θέμα του υπεύθυνου. Περαιτέρω δήλωσε ότι στην παρούσα περίπτωση ο κύριος Μηνάς του είπε πάρκαρε για να κατεβάσουν τα προϊόντα. Επιπλέον δήλωσε ότι ανέφερε στον υπεύθυνο ότι οι σακούλες είναι 53 χιλιάδες, χωρίς να του δώσει οτιδήποτε να υπογράψει και ότι ο υπεύθυνος συμφώνησε ότι ήταν 53.
- Σε ερώτηση να προσδιορίσει με ποίο υπεύθυνο μίλησε, απάντησε ότι ήταν με τους δύο αλλοδαπούς. Τέλος ανέφερε ότι παρέδωσε τις σακούλες πρωί, χωρίς να θυμάται ακριβώς ώρα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Ενάγουσα, μαρτυρία προσέφερε η πλευρά της Εναγομένης. Πρώτος μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο XXXXX Μηνά, ΜΥ1, ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ1 δήλωσε ότι είναι εκ των διευθυντών της Εναγομένης, η οποία έχει έδρα των εργασιών της το χωριό Αρεδιού. Η Εναγόμενη προμηθευόταν σακούλες από αλλή εταιρεία, όχι την Ενάγουσα, και οι ανάγκες της σε σακούλες δεν υπερβαίνουν τις 7-
- 000 ανά δύο με τρεις μήνες. Το 2006 επισκέφθηκε τον ΜΥ1 ο ΜΕ1 και του πρότεινε να συνεργαστούν. Όντως το 2006 προμηθεύτηκε η Εναγόμενη σε δύο περιπτώσεις ποσότητα 10.000 σακουλών. Μετά τη δεύτερη παράδοση το 2006 ο ΜΥ1 επικοινώνησε με τον ΜΕ1 και του ανέφερε ότι δεν ενδιαφέρεται να τον προμηθεύσει σακούλες ξανά η Ενάγουσα. Παρά τα πιο πάνω τον Ιανουάριο του 2009, ημέρα Παρασκευή, η Ενάγουσα άφησε έξω από το εργοστάσιο της Εναγομένης ποσότητα 53.000 σακουλών. Η Εναγόμενη, τη Δευτέρα, όταν έγινε αντιληπτή η ύπαρξη των σακουλών, ενημέρωσε την Ενάγουσα να προσέλθει να τις παραλάβει, η οποία όμως ουδέποτε προσήλθε για να τις παραλάβει. Εκ των 53.000 σακουλών ουδεμία χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη και σε κανένα στάδιο είτε ο ΜΕ 1 είτε ο ΜΕ2 επικοινώνησαν μαζί του για να τον ενημερώσουν ότι θα παρέδιδαν σακούλες. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ουδέποτε εργοδοτούσε αλλοδαπούς. Τέλος η Εναγόμενη, μετά τη δεύτερη παραλαβή σακουλών το 2006, ουδέποτε παρήγγειλε από την Ενάγουσα οποιαδήποτε άλλη ποσότητα, αλλά συνέχισε να συνεργάζεται με τον προηγούμενο προμηθευτή της. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ 1 δήλωσε ότι η Εναγόμενη είναι οικογενειακή εταιρεία, αλλά ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τις παραγγελίες. Τον Ιανουάριο του 2009 η Εναγόμενη εργοδοτούσε τέσσερις υπαλλήλους συμπεριλαμβανομένων και του ιδίου και του αδελφού του. Τα άλλα δύο πρόσωπα που εργοδοτούνταν ήταν η αδελφή του ΜΥ1 και ο σύζυγός της. Η Εναγόμενη το 2009 δεν εργοδοτούσε οποιοδήποτε αλλοδαπό. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ΜΕ 1 τον προσέγγισε για να ξεκινήσουν συνεργασία και προσδιόρισε ότι είδε τον ΜΕ 1 τρεις φορές μόνο. Η πρώτη ήταν όταν τον επισκέφθηκε για συνεργασία και οι άλλες δύο όταν έφερε τις σακούλες το
- Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν η Ενάγουσα παράγγελνε από κάπου τις σακούλες της και πόσος χρόνος χρειάζεται για να κατασκευαστούν. Δήλωσε περαιτέρω ότι τις πρώτες παραγγελίες το 2006 τις πλήρωσε. Ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι η ποσότητα των 10.000 σακουλών είναι μεγάλη ποσότητα για τον ίδιο. Η πρώτη παρτίδα, 10.000 σακουλών δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και όταν ενημέρωσε σχετικά τον ΜΕ1, ο τελευταίος του ζήτησε όπως τον προμηθεύσει εκ νέου με καλύτερης ποιότητας σακούλες. Ακολούθως, δήλωσε ότι η ποιότητα των σακουλών που προμηθεύσε η Ενάγουσα το 2006 δεν ανταποκρινόταν στο δείγμα που του έδειξε ο ΜΕ1 στη συνάντησή τους το
- Μετά τα πιο πάνω γεγονότα δεν είχαν ξανά επικοινωνία. Μετά από τρία χρόνια, μια Δεύτερα πρωί βρέθηκε έξω από το εργοστάσιο της Εναγομένης ένα φορτίο γεμάτο σακούλες. Τότε επικοινώνησε με τον ΜΕ1, για να έρθει να πάρει τις σακούλες, προσδιορίζοντας ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που επικοινώνησε με τον ΜΕ
- Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι οι σακούλες είναι 53.000, απάντησε ότι αναφέρει αυτόν τον αριθμό, γιατί έτσι λέει ο ΜΕ1, αφού ο ίδιος ούτε τις άγγιξε, ούτε τις μέτρησε. Δήλωσε ότι το εργοστάσιο δουλεύει από τις 7 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα. Σε ερώτηση πώς είναι σίγουρος ότι οι σακούλες αφέθηκαν στον χώρο του εργοστάσιου Παρασκευή απόγευμα, απάντησε ότι τις είδε το Σάββατο που μεταβαίνει στο εργοστάσιο για να ταΐσει κάποια ζώα που έχει εκεί. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι οι σακούλες ήταν συσκευασμένες σε μπάλες και η κάθε μπάλα ήταν βαρετή και χρειάζονταν δυο άτομα να την σηκώσουν. Σε υποβολή ότι συναντήθηκε με τον ΜΕ1, μετά τον Ιανουάριο του 2009, απάντησε αρνητικά. Δήλωσε επίσης ότι οι σακούλες βρίσκονται ακόμη στο εργοστάσιο αλλά οι περισσότερες έλιωσαν. Εξήγησε ότι η Εναγόμενη δεν έχει γραφεία. Έχει μόνο το εργοστάσιο το οποίο δεν έχει διεύθυνση. Η διεύθυνση XXXXX 11 που είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας είναι το σπίτι της μητέρας του. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το χώρο του εργοστασίου ανέφερε ότι βρίσκεται στο βουνό, έχει μηχανήματα και αποθήκες κανονικές όχι αποθήκες που λείπουν τσίγκοι από πάνω, και δεν έχει γραφεία. Σε ερώτηση εάν είχε περίφραξη το εργοστάσιο, απάντησε ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια έγινε περίφραξη, επειδή το έκλεβαν συνέχεια. Σε ερώτηση να εξηγήσει τι εννοούσε με την αναφορά έξωθι του εργοστασίου, εφόσον δεν υπήρχε περίφραξη, απάντησε ότι στο εργοστάσιο υπάρχει μια πλατεία μεταξύ των 5 υποστατικών που διατηρεί στο εργοστάσιο, και εννοούσε εκείνο τον χώρο. Ακολούθως, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποίος έφερε τις σακούλες , δεν γνωρίζει τον κ. Παύλου ΜΕ2, και ούτε ο αδελφός του τον γνωρίζει, καθότι δεν ήταν παρών όταν αφέθηκαν οι σακούλες. Σε ερώτηση πού φυλάει τις σακούλες που αγοράζει, απάντησε ότι τις φυλάει σε ένα υπόστεγο με τσίγκους. Σε ερώτηση εάν οι σακούλες κάτω από το υπόστεγο φθείρονται, απάντησε ότι εάν ο τσίγκος είναι σε μεγάλο ύψος και είναι ανοικτά γύρω δεν επηρεάζει. Σε ερώτηση ποίος υπογράφει τις επιταγές της Εναγομένης, απάντησε ότι μπορούν και οι δύο με τον αδελφό του ή ο κάθε ένας ξεχωριστά αν και συνήθως υπογράφει μόνος του ο ΜΥ
- Δήλωσε επίσης ότι η Εναγόμενη πληρώνει πάντα αμέσως. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Εναγόμενη παράγγειλε 80.000 σακούλες τις οποίες παρέδιδε σταδιακά η Ενάγουσα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι υπήρχαν υπάλληλοι της Εναγομένης ή ότι ήταν και ο αδελφός του παρών κατά την παράδοση. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές ότι η Εναγόμενη χρησιμοποίησε τις σακούλες και ότι καταστράφηκαν εξ υπαιτιότητας της. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Ηλιάδης, ΜΥ2, λογιστής της Εναγομένης. Ο ΜΥ2 κατέθεσε τρία Τεκμήρια, ήτοι Τεκμήριο 3, καταστάσεις αποδοχών και Εισφορών της Εναγομένης, μαζί με σχετικές αποδείξεις πληρωμής, από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω κατέθεσε ως, Τεκμήριο 4 τιμολόγιο από την Ενάγουσα προς την Εναγομένη, ημερομηνίας 14.6.2006, ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού από ΣΠΕ Αρεδιού για την περίοδο από τον Μάρτιο μέχρι Ιούνιο του
- Ο ΜΥ2 κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η Εναγόμενη ήταν πάντα τυπική στις υποχρεώσεις της. Η Εναγόμενη κατά το έτος 2006 συνεργάστηκε δύο φορές με την Ενάγουσα και ήταν τυπικότατη προς τις υποχρεώσεις της. Τους μήνες Ιανουάριο με Μάρτιο του 2009, η Εναγόμενη δεν εργοδοτούσε αλλοδαπούς. Οι πληρωμές της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, το έτος 2006, φαίνονται μέσα από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 5 . Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ2 δήλωσε ότι σήμερα η Εναγόμενη εργοδοτεί 6-7 υπαλλήλους, εκ των οποίων οι δύο είναι αλλοδαποί. Σε σχέση με το έτος 2006 δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσους υπαλλήλους εργοδοτούσε η Εναγόμενη. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει πόσα πλήρωσε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα, απάντησε ότι το 2006 πλήρωσε μόνο δύο τιμολόγια. Εξήγησε ότι οι πληρωμές για τις συναλλαγές μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης έγιναν το 2006 και οι πληρωμές φαίνονται από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε όμως ότι δεν φαίνεται στο Τεκμήριο 5 το όνομα του πιστωτή. Σε ερώτηση αναφορικά με το ποίος είναι ο προμηθευτής της Εναγομένης σε σακούλες σήμερα, απάντησε ότι είναι η εταιρεία Α. Περδίος. Περαιτέρω ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι οι διάδικοι δεν είχαν συναλλαγές το έτος
- Επόμενος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Περδίος ΜΥ
- Ο ΜΥ3 δήλωσε ότι είναι ο προμηθευτής της Εναγομένης σε σακούλες και συνεργάζεται με αυτή εδώ και 35 χρόνια. Η Εναγόμενη ήταν πάντα τυπική στις πληρωμές της. Η Εναγόμενη δεν έχει ανάγκη από μεγάλες ποσότητες και συνήθως παραγγέλνει 5.000 - 8.000 το δίμηνο. Κατέθεσε σχετικά κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ3 δήλωσε ότι προμηθεύεται τις σακούλες, που εμπορεύεται , από διάφορες χώρες , όπως Αίγυπτο, Λίβανο και Συρία. Σε σχέση με τις παραγγελίες από την Εναγόμενη ,δήλωσε ότι του δίδουν οδηγίες τηλεφωνικώς και οι παραγγελίες γίνονται με email και purchase orders. Προσδιόρισε ότι δεν έχουν παραγγελία κάθε μήνα και η ελάχιστη παραγγελία που υποβάλλει η Εναγόμενη συνήθως είναι 4.000 με 5.
- Ο χρόνος που χρειάζεται για να προμηθεύσει με σακούλες ανέρχεται στον ένα μήνα αλλά εάν είναι επείγον μπορεί και σε 10 μέρες. Σε ερώτηση για το πόσες σακούλες προμηθεύεται η Εναγόμενη εταιρεία τον χρόνο, απάντησε ότι προμηθεύεται περίπου 45.000 και παρέπεμψε σε κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείς ως προς τον τρόπο πληρωμής από την Εναγόμενη, απάντησε ότι με την παράδοση πάει τιμολόγιο, δίδεται ένα διπλότυπο στην Εναγόμενη και παραλαμβάνεται η επιταγή. Επέμεινε επίσης ότι το έτος 2009 πώλησε προς την Εναγόμενη εταιρεία
- 000 σακούλες. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι πήγαινε και ο ίδιος στις παραδόσεις των προϊόντων. Κατά την παραλαβή των σακουλών συνήθως παρών ήταν ο XXXXX Μηνά, αδελφός του ΜΥ
- Τις σακούλες τις τοποθετούσαν κατά ένα μέρος εκεί στον χώρο της παραγωγής και τις υπόλοιπες στην αποθήκη, το στέγαστρο της οποίας απ' ό,τι νομίζει ήταν από τσίγκο. Ο ίδιος δεν θυμόταν να είδε στον χώρο του εργοστασίου της Εναγομένης σακούλες άλλου πωλητή αλλά απ' ό,τι θυμάται κάποιος υπάλληλός του είδε και του το ανέφερε. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Χειμώνας, εκ μέρους της Εναγομένης, εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της και ότι η μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 είναι αναξιόπιστη. Στον αντίποδα, η κα. Λουκαρή εισηγήθηκε ότι οι ΜΕ1 και 2 είναι αξιόπιστοι μάρτυρες σε αντίθεση με τους μάρτυρες της υπεράσπισης και το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει δεκτή την εκδοχή της Ενάγουσας. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η Εναγόμενη κωλύεται να αμφισβητεί τη συμφωνία, καθότι αποδέχθηκε την παράδοση των προϊόντων. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ως κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι οι διάδικοι είχαν συναλλαγές το 2006 και ότι τον Γενάρη του 2009 αφέθηκαν στον χώρο του εργοστασίου της Εναγομένης 53.000 σακούλες. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ 1 δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα, συνοχή, η εκδοχή του παρουσιάζει κενά και συγκρούεται τόσο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όσο και με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ενώ στην Έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας και στην κυρίως εξέταση του ΜΕ 1 προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη τον Γενάρη του 2009 για να προμηθεύσει την Εναγόμενη με 53.000 σακούλες τύπου «Τζιώνι», στην αντεξέτασή του προέβαλε τη θέση ότι οι διάδικοι συμφώνησαν το 2008 για προμήθεια 80.000 σακουλών εκ των οποίων οι 27.000 παραδόθηκαν. Η πιο πάνω θέση βρίσκεται σε διάσταση τόσο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς όσο και με τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΕ
- Υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα στην παρούσα, θέτει ως βάση αγωγής την παράβαση συγκεκριμένης σύμβασης για προμήθεια 53.000 σακουλών, η οποία συνομολογήθηκε τον Γενάρη του
- Ακόμα όμως και να μην υφίστατο το πιο πάνω πρόβλημα, η θέση για συνομολόγηση συμφωνίας το 2008 για προμήθεια συνολικά 80.000 σακουλών, εκ των οποίων οι 27.000 παραδόθηκαν και παρέμενε η παράδοση των υπόλοιπων 53.000, δεν έχει εξηγηθεί και δεν έχει υποστηριχθεί από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα η πιο πάνω θέση δεν έχει εξηγηθεί και δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο συνολικό ποσό χρέωσης και τη συνολική συμφωνηθείσα αξία. Ιδίως οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 ότι οι πρώτες δύο παραδόσεις σακουλών, το 2008, πληρώθηκαν εντός 1-2 μηνών από την παράδοση, έμειναν παντελώς ανυποστήρικτοι. Θα ανέμενε κανείς, εάν όντως παραδόθηκαν οι πρώτες 20.000 σακούλες, το έτος 2008, οι οποίες αποτελούν μέρος της κατ' ισχυρισμόν συμφωνίας και για τις οποίες δεν υφίσταται απαίτηση, αφού πλήρωθηκαν, να προσκομιζόταν κάποιο τιμολόγιο ή απόδειξη πληρωμής, ώστε να διαφανεί ότι το ένα έστω μέρος της ισχυριζόμενης συμφωνίας ολοκληρώθηκε. Περαιτέρω, ενώ ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι οι 27.000 σακούλες παραδόθηκαν σε τρεις δόσεις το 2008 καμία μαρτυρία δεν προσέφερε αναφορικά με το ποίος και πότε παρέδωσε αυτές. Από τα πιο πάνω προκύπτει κενό ως προς το περιεχόμενο και εκπλήρωση της σύμβασης, της οποίας κατ' ισχυρισμόν μέρος είναι οι επίδικες 53.000 σακούλες. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός περί συμφωνίας έτσι γενικά και αόριστα χωρίς να προσδιορίζονται οποιαδήποτε ουσιώδη στοιχεία είτε ως προς την συνολική τιμή είτε ως προς το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ή εκπλήρωσης ή το χρονικό πλαίσιο της συμφωνίας, καθιστούν την εκδοχή του ΜΕ1 μη πειστική. Το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ως προς το πρώτο κατ' ισχυρισμόν σκέλος της ισχυριζόμενης σύμβασης, δημιουργεί κενό στην εκδοχή της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα με την προώθηση της εκδοχής περί συμφωνίας το έτος 2008 παραμένει ανυποστήρικτη η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας για συμφωνία με την Εναγόμενη περί τον Ιανουάριο του 2009, κατόπιν μάλιστα παράκλησης της ίδιας της Εναγομένης. Ταυτόχρονα, η εκδοχή περί συμφωνίας τον Ιανουάριο του 2008 για πώληση 80.000 σακουλών προσκρούει στο Τεκμήριο 2, επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας, η οποία κάνει λόγο για συμφωνία που συνομολογήθηκε κατά ή περί τον Ιανουάριο του
- Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΕ1 χαρακτηριζόταν από υπεκφυγές. Συγκεκριμένα, ενώ δήλωσε ότι μετέβη επανειλημμένα στο εργοστάσιο της Εναγομένης για να πληρωθεί, εντούτοις δεν εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για πληρωμή, θέση η οποία γεννά εύλογα ερωτηματικά για το πώς απαιτούσε να πληρωθεί, αφού δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή άλλο έγγραφο με το οποίο να ζητούσε πληρωμή. Εν πάση περιπτώσει σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί δεν εξέδωσε τιμολόγιο, απάντησε ότι δεν το έπραξε, γιατί έπρεπε να είναι και οι δύο διευθυντές παρόντες για να εκδοθεί τιμολόγιο. Η πιο πάνω εξήγηση αντιβαίνει στη λογική, αφού το εάν θα εκδώσει κάποιος εμπορευόμενος τιμολόγιο δεν εξαρτάται από την παρουσία ή απουσία των διευθυντών του αντισυμβαλλομένου του. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του ΜΕ 1 παρουσιάζει κενό και ως προς την ισχυριζόμενη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και των διευθυντών της Εναγομένης. Η ισχυριζόμενη σχέση εμπιστοσύνης, σύμφωνα με τον ΜΕ1, αναπτύχθηκε ένεκα των συχνών δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων. Στην αντεξέτασή του όμως ο ΜΕ 1 παραδέχθηκε ότι από το 2006 που έγιναν οι πρώτες παραδώσεις μέχρι την κατ' ισχυρισμόν συμφωνία του 2008, που οδήγησε στην παράδοση των επίδικων σακουλών, δεν υπήρχε οποιαδήποτε συναλλαγή μεταξύ των μερών. Συνεπώς από την αντεξέτασή του προκύπτει ότι δεν υπήρχαν συχνές δοσοληψίες, ώστε να γεννηθεί η ισχυριζόμενη σχέση εμπιστοσύνης, που να οδηγεί ή να αποτελεί κάποια από τις αιτίες της αποδοχής της συμφωνίας παραγγελίας
- 000 ή
- 000 σακουλών. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ επί της μαρτυρίας του ΜΕ 1 για τη συναγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ 2 Ο ΜΕ2 ήταν ο μεταφορέας των 53.000 σακουλών. Με τη μαρτυρία του προσπάθησε να καταδείξει ότι η παράδοση των σακουλών ήταν εις γνώση της Εναγομένης και ότι η Εναγομένη αποδέχθηκε την παραλαβή τους. Όμως, η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη πειστικότητα και αντικρούεται από την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ΜΕ2 παρουσιάζει αντιφάσεις σε σημαντικά σημεία της, όπως την περιγραφή της διαδικασίας και των προσώπων του υπέδειξαν, εκ μέρους της Εναγομένης, τον χώρο που θα ξεφόρτωνε τα προϊόντα. Ο ΜΕ 2 στην κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι όταν εισήλθε στο υποστατικό της Εναγομένης, τον συνάντησε ένα πρόσωπο αλλοδαπής καταγωγής, το οποίο του υπέδειξε πού να τοποθετήσει τις σακούλες και το πρόσωπο αυτό τον βοήθησε να τις κατεβάσει. Στην αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δύο αλλοδαποί τον βοήθησαν να ξεφορτώσει τις σακούλες δηλώνοντας, όμως, ότι δεν είχε μιλήσει μαζί τους και εικάζει εκ της όψεώς τους ότι ήταν αλλοδαποί. Περαιτέρω, ενώ δήλωσε ότι ανέφερε στον υπεύθυνο του χώρου ότι οι σακούλες είναι 53.000 και ο τελευταίος συμφώνησε, σε ερώτηση να υποδείξει ποίος ήταν ο υπεύθυνος με τον οποίο μίλησε, απάντησε ότι εννοούσε τους δύο αλλοδαπούς με τους οποίους σε προηγούμενο σημείο δήλωσε ότι δεν μίλησε. Η αδυναμία του να περιγράψει το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμόν του υπέδειξε πού να ξεφορτώσει τα προϊόντα σε συνδυασμό με την προβολή παράλογων και αντικρουόμενων ισχυρισμών καθιστούν τη μαρτυρία του μη συμπαγή και μη πειστική. Επίσης η θέση του ότι τον βοήθησαν δύο αλλοδαποί υπάλληλοι της Εναγομένης αντικρούεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και το Τεκμήριο 3, το οποίο δεικνύει ότι δεν εργοδοτούνταν αλλοδαποί στην Εναγομένη τον Ιανουάριο του
- Επίσης, η δυστοκία του να περιγράψει τον χώρο στον οποίο του υποδείχθηκε να ξεφορτώσει τις σακούλες ενισχύει το πιο πάνω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, ενώ στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι του υπεδείχθη να τις ξεφορτώσει σε ένα στεγασμένο μέρος με μεταλλική οροφή, στην αντεξέτασή του σε κάποιο σημείο δήλωσε ότι η αποθήκη δεν είχε τσίγκους, σε κάποιο άλλο σημείο δήλωσε ότι είχε κάποιους τσίγκους αλλά δεν ήταν υποστατικό που έπρεπε να φυλαχθούν οι σακούλες και ακολούθως ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν έλειπε κάποιος τσίγκος δεξιά ή κάποιος αριστερά. Επιπρόσθετα η θέση του ΜΕ2 ότι παρέδωσε τις επίδικες σακούλες και αυτές έγιναν αποδεκτές από την Εναγόμενη εταιρεία αλλά δεν ζήτησε από κανένα να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο , στο οποίο να φαίνεται ότι παραλήφθηκαν οι επίδικες σακούλες, δεν συνάδει με τη λογική και δεν είναι πειστική. Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασισθεί επί της μαρτυρίας του ΜΕ2 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Ο ΜΥ1 κατέθεσε με σταθερότητα και πειστικότητα στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εναγομένης και η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΥ 1 εξήγησε το ιστορικό των δοσοληψιών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης και ισχυρίστηκε ότι μόνο το έτος 2006 είχαν δοσοληψίες. Η θέση του περί δοσοληψιών με την Ενάγουσα το έτος 2006 όχι μόνο είναι κοινά αποδεκτή αλλά συνάδει και με τα Τεκμήρια 4 και 5 που κατατέθηκαν από τον ΜΥ
- Περαιτέρω η θέση του ότι η Εναγόμενη δεν εργοδοτούσε αλλοδαπούς τον Ιανουάριο του 2009 συνάδει με το Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα η θέση του ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε μόνο 7-8.000 σακούλες κάθε δύο με τρεις μήνες, εκτός του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη, ενισχύεται και από την μαρτυρία του ΜΥ 3 και τα τεκμήρια 6 και 7 που δείχνουν ότι η Εναγόμενη κατανάλωνε περί τις 40-
- 000 σακούλες ετησίως. Υπό το φως των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ 1 για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ήταν ο λογιστής της Εναγομένης εταιρείας. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ουσιαστικά δεν αντικρούσθηκε, ενώ ταυτόχρονα συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία. Συνακόλουθα κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του ΜΥ
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ3 Ο ΜΥ3 είναι ο προμηθευτής της Εναγομένης σε σακούλες. Η μαρτυρία του περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον μέσο όρο παραγγελιών της Εναγομένης. Δήλωσε ότι η Εναγόμενη κατανάλωνε περί τις 5- 8.000 σακούλες ανά δίμηνο-τρίμηνο και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 6, το οποίο δεικνύει τις ετήσιες αγορές σε σακούλες από την Εναγόμενη και φαίνεται ότι το 2008 η Εναγόμενη προμηθεύτηκε 44.000 σακούλες και το 2009 προμηθεύτηκε 41.
- Η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν κλονίστηκε και ο ΜΥ3 απαντούσε με σταθερότητα και πειστικότητα. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του δεν αντικρούεται από άλλη μαρτυρία. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία ου ΜΥ3 και κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ επ' αυτής για τη συναγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το έτος 2006 η Ενάγουσα προμήθευσε την Εναγόμενη με 20.000 σακούλες τύπου « Τζιώνι», οι οποίες παραδόθηκαν σε δυο ξεχωριστές ημερομηνίες και έχουν εξοφληθεί. Τον Ιανουάριο του 2009, ημέρα Παρασκευή, αφέθηκαν στο εργοστάσιο της Εναγομένης 53.000 σακούλες από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη κάλεσε την Ενάγουσα όπως προσέλθει να τις παραλάβει, πλην όμως η Ενάγουσα δεν το έπραξε. Η Εναγόμενη καταναλώνει κατά μέσο όρο 5.000 - 8.000 σακούλες ανά δίμηνο -τρίμηνο ή περίπου 40-50.000 σακούλες τον χρόνο. Το έτος 2009 προμηθεύτηκε από την εταιρεία A. Perdios trading 41.800 σακούλες, ενώ τον Ιανουάριο του 2009 προμηθεύτηκε από την εταιρεία Α. Perdios trading 9.000 σακούλες. Η Εναγόμενη εταιρεία ήταν οικογενειακή επιχείρηση και τον Ιανουάριο του 2009 δεν εργοδοτούσε οποιοδήποτε αλλοδαπό υπάλληλο. Νομική Πτυχή Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαραίνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι η απαίτησή της ερείδεται επί συγκεκριμένης προφορικής συμφωνίας. Συνεπώς, η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει ότι περί τον Ιανουάριο του 2009 καταρτίσθηκε νομικά έγκυρη σύμβαση μεταξύ της ίδιας και της Εναγομένης για την πώληση 53.000 σακουλών τύπου «Τζίωνι» προς € 130 πλέον Φ.Π.Α τη χιλιάδα, δηλαδή έναντι συνολικού ποσού € 7.923,50. Τονίζεται ότι η περί ης ο λόγος συμφωνία ουδέποτε καταρτίστηκε γραπτώς αλλά ήταν προφορική. Το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει τη συνομολόγηση της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας που περιείχε τους ισχυριζόμενους όρους αναφορικά με το κόστος. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Στην καλά γνωστή αυθεντία Γεωργίου Eιρήνη ν. Kυπριακών Aερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794, κρίθηκε ότι αναγκαίο στοιχείο για τη συνομολόγηση νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι η ύπαρξη πρότασης από το ένα μέρος, η οποία γίνεται αποδεκτή από το άλλο. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα το Δίκαιο των Συμβάσεων (ανωτέρω) σελ 100, η πρόταση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και σαφής. Αόριστες και ασαφείς προτάσεις ή εισηγήσεις δεν συνιστούν προτάσεις εν τη εννοία του Νόμου. Η ίδια αρχή αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδ., παράγραφος 42, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «In order to decide whether the parties have reached an agreement it is usual to inquire whether there has been a definite offer by one party and an acceptance of that offer by the other. In answering this question, the courts apply an objective test: if the parties have to all outward appearances agreed in the same terms upon the same subject matter neither can generally deny that he intended to agree». ( υπογραμμίσεις δικές μου) Συνεπώς, αυτό που πρέπει να κριθεί, στην παρούσα, είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα υπέβαλε σχετική σαφή πρόταση με τους επίδικους όρους και η Εναγόμενη αποδέχτηκε αυτούς. Όπως γίνεται δεκτό η αποδοχή της προσφοράς μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 48: «Two main rules govern the acceptance of an offer. The first is that there must be positive evidence from which the court may infer an acceptance: this may consist in words, in writing or in conduct; it may not consist simply in intention, for a mere mental acceptance is not enough. The second rule is that the acceptance must be communicated to the offeror.» (υπογράμμιση δική μου) Η συμπεριφορά μπορεί να απολήξει σε αποδοχή μόνο, όταν είναι σαφές ότι η αποδοχή έγινε με την πρόθεση αποδοχής της πρότασης. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32nd Ed., παράγραφος 2-
- «But conduct will only amount to acceptance if it is clear that the offeree's alleged act of acceptance was done with the intention (ascertained in accordance with the objective principle) of accepting the offer». Ασφαλώς, στην περίπτωση προφορικής σύμβασης είναι δυσχερέστερο να διαπιστωθεί κατά πόσο έγινε ρητή αποδοχή των όρων. Όμως στις περιπτώσεις που καθίσταται αναγκαίο να διερευνηθεί το κατά πόσο έγινε αποδεκτός, δια της συμπεριφοράς των μερών, κάποιος συμβατικός όρος, τα Δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν συγκεκριμένα κριτήρια. Σχετικά παραπέμπω στην ακόλουθη διαφωτιστική ανάλυση από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) παράγραφος 2-030 : «Where an offer or an acceptance or both are alleged to have been made by conduct, the terms of the agreement may be more difficult to ascertain than where the agreement was negotiated by express words. The difficulty may be so great as to force the court to conclude that no agreement was reached at all. But sometimes the court can resolve the uncertainty by applying the standard of reasonableness, or by reference to another contract (whether between the same parties or between one of them and a third party ), or even to a draft agreement between them, which had never matured into a contract» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για προφορικές συμβάσεις είναι δυσχερέστερο να διαπιστωθεί η ύπαρξη της πρότασης και αποδοχής, εντούτοις δεν είναι αδύνατο. Το κριτήριο είναι πάντα αντικειμενικό και η αποδοχή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά των μερών, υπό το πρίσμα πάντα της λογικής ή άλλων παρεμφερών γεγονότων, όπως κάποια ημιτελής σύμβαση. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα προέβη σε ρητή και σαφή πρόταση για πώληση 53.000 σακουλών τύπου «Τζιώνι» προς 130 πλέον Φ.Π.Α τη χιλιάδα και η πιο πάνω πρόταση έγινε δεκτή από την Εναγόμενη. Αντίθετα, προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη δεν είχε ανάγκη για 53.000 σακούλες και οι ετήσιες ανάγκες της σε σακούλες δεν ανέρχονταν σε 53.
- Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη είχε καλύψει τις ανάγκες για σακούλες για το έτος 2008 και ήδη για τον Ιανουάριο του 2009 είχε παραλάβει από την εταιρεία A. Perdios trading Ltd 9.000 σακούλες. Συνεπώς προκύπτει ότι θα ήταν παράλογο για την Εναγόμενη να παράγγελλε 53.000 σακούλες τον Ιανουάριο του
- Το γεγονός ότι αφέθηκαν 53.000 χιλιάδες σακούλες στο εργοστάσιο της Εναγόμενης, χωρίς οποιαδήποτε άλλο γεγονός, δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί ξεκάθαρης και σαφούς αποδοχής των ισχυριζόμενων όρων της σύμβασης. Περαιτέρω, το επιχείρημα της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δεν συνομολογήθηκε σύμβαση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ειδικότερα, τονίζεται ότι στην παρούσα δεν έχει αποδειχθεί η ισχυριζόμενη σύμβαση και επιπρόσθετα από τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά προκύπτει ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε τα προϊόντα. Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί κωλύματος ή απεμπόλησης δικαιώματος δεν έχει δικογραφηθεί από την Ενάγουσα και έτσι δεν μπορεί να κριθεί. Σχετική είναι η απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ
- Όλα τα ανωτέρω κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ρητή πρόταση από την Ενάγουσα και ρητή αποδοχή εκ μέρους της Εναγομένης και ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχτεί ότι έχει καταρτισθεί η ισχυριζόμενη προφορική σύμβαση. Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση, αν και δεν έχει εγερθεί από την πλευρά της Ενάγουσας, ούτε το αντίστροφο με το πιο πάνω έχει αποδειχθεί. Δηλαδή δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη υπέβαλε συγκεκριμένη σαφή πρόταση προς την Ενάγουσα για αγορά 53.000 σακουλών τύπου «Τζιώνι» προς 130 πλέον Φ.Π.Α τη χιλιάδα και η Ενάγουσα αποδέχθηκε την πιο πάνω προσφορά. Περαιτέρω, παρά το ότι δεν είχε δικογραφηθεί και δεν μπορεί να εξεταστεί, εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ούτε η προβληθείσα κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 εκδοχή περί συνομολόγησης σύμβασης πώλησης 80.000 σακουλών εκ των οποίων οι 27.000 παραδόθηκαν και παρέμεναν προς παράδοση οι 53.
- Στην υπό κρίση υπόθεση η απαίτηση της Ενάγουσας βασίσθηκε, τόσο δικογραφικά όσο και κατά την ακρόαση, στην ισχυριζόμενη προφορική σύμβαση και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξέτασης οποιασδήποτε άλλης βάσης για αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα τονίζεται ότι η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να παραλάβει τις σακούλες της από τον Ιανουάριο του 2009 και δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη ευθύνεται για οποιαδήποτε τυχόν καταστροφή των επίδικων σακουλών. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο