← Κύπρος

ΑΔΑΜΙΔΗ ν. ΜΟΥΞΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 10648/2010, 21/5/2018

ΑΔΑΜΙΔΗ ν. ΜΟΥΞΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 10648/2010, 21/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10648/2010 Μεταξύ: XXXXX ΑΔΑΜΙΔΗ Ενάγoντα και XXXXX ΜΟΥΞΟΥΡΗ Εναγόμενη ------------------------ 21 Μαΐου,

  1. Εμφανίσεις: Ενάγοντας, παρών και εκπροσωπεί τον εαυτό του Για Εναγόμενη: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει ποσό €1.400 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης που είχε αρχικά καταχωρήσει ο Ενάγοντας, ο οποίος τυγχάνει να είναι δικηγόρος, ανέλαβε μετά από παράκληση της Εναγόμενης «όπως τη βοηθήσει να ενοικιάσει» συγκεκριμένο κατάστημα και, ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ζήτησε τη βοήθεια του «για να δείχνει σε ενδιαφερόμενους ενοικιαστές το ανωτέρω κατάστημα και σε αντάλλαγμα θα του έδιδε το πρώτο ενοίκιο ως είθιστε σε τέτοιες περιπτώσεις 1,400 ευρώ». Σύμφωνα πάντα με την αρχικώς καταχωρημένη έκθεση απαίτησης, ο Ενάγοντας τοποθέτησε διαφημιστική πινακίδα με το τηλέφωνο του στη βιτρίνα του καταστήματος και «απαντούσε για πολλές μέρες σε κάθε ενδιαφερόμενο ενοικιαστή και πηγαινοερχόταν καθημερινά στο κατάστημα να το δείχνει σε ενδιαφερόμενους ενοικιαστές». Τελικά, συνεχίζει, «κατάφερε κατόπιν πολλών συζητήσεων και συναντήσεων να βρει ενοικιαστή». Όμως η Εναγόμενη δεν του κατέβαλε το ποσό των €1.400, το οποίο διεκδικεί με την αγωγή. Η Εναγόμενη, στην αρχική της Υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι η αξίωση του Ενάγοντα είναι παράνομη και ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να την εγείρει γιατί αφορά κτηματομεσιτικές εργασίες ενώ αυτός δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια. Στην πορεία, ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του και εξασφάλισε σχετικό διάταγμα. Το σημείο αυτό αναφέρω ότι η αναφορά στην αρχική δικογραφία έγινε για σκοπούς πληρότητας, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Στην τροποποιημένη του Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ενοικίαζε προσωπικά το επίδικο κατάστημα την περίοδο από 1.11.2006 μέχρι 31.4.2009, οπόταν και παράδωσε την κατοχή του στην Εναγόμενη. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι την 1.8.2009 η Εναγόμενη «λόγω του ότι αδυνατούσε να βρει νέο ενοικιαστή παρακάλεσε τον Ενάγοντα όπως τη βοηθήσει να ενοικιάσει το ανωτέρω κατάστημα και αναθέσει σε κτηματομεσίτες την ενοικίαση του και συνεφώνησε με αυτόν όπως με την ενοικίαση του ανωτέρω καταστήματος ο Ενάγοντας καταβάλει σε αυτούς το ποσό των 1,400 ευρώ το οποίο ήταν το πρώτο ενοίκιο». Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ανέθεσε σε διάφορους κτηματομεσίτες την ενοικίαση του καταστήματος το οποίο στις 3.10.2009 ενοικιάστηκε στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd με μηνιαίο ενοίκιο €1.400 «και ο Ενάγοντας κατέβαλε στον κτηματομεσίτη που βρήκε τον ενοικιαστή το ποσόν των 1,400 ευρώ», το οποίο η Εναγόμενη αρνείται να του επιστρέψει και το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενοικίαση του καταστήματος από τον Ενάγοντα άρχισε την 1.11.2003 και τερματίστηκε στις 30.9.2009 όταν αυτός παρέδωσε κατοχή του. Αρνείται ότι ζήτησε τη βοήθεια του Ενάγοντα για να ενοικιάσει το κατάστημα και αρνείται ότι συμφώνησε να πληρώσει σε κτηματομεσίτες ποσό €1.
  2. Αρνείται περαιτέρω ότι εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα να αναθέσει την ενοικίαση του καταστήματος σε κτηματομεσίτες. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας της είχε ζητήσει να αποδεχτεί ως ενοικιαστές την εταιρεία J. C. Flashback Ltd ώστε να εισπράξει ο ίδιος κάποιο ποσό ως εμπορική εύνοια για το κατάστημα. Συνεχίζει αναφέροντας ότι πριν την ενοικίαση του καταστήματος από την J. C. Flashback Ltd αυτό κατείχετο από την εταιρεία Primebet Limited της οποίας πραγματικός δικαιούχος ήταν ο Ενάγοντας, ο οποίος είχε εγγυηθεί και τις υποχρεώσεις της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, η εταιρεία εκείνη όφειλε προς αυτήν ενοίκια για τα οποία καταχωρήσε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως την Αίτηση Κ112/2010 στα πλαίσια της οποία διεκδικούσε εναντίον της εταιρείας και του Ενάγοντα ποσό €5.638,
  3. Συνεχίζει λέγοντας ότι ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή εκδικητικά και ως αντιπερισπασμό για τις διεκδικήσεις της Εναγόμενης στην Αίτηση Κ112/
  4. Κατά την ακρόαση της αγωγής κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1) για προώθηση της υπόθεσης του. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία δύο πρόσωπα, ο κ. XXXXX Φουλής εκπρόσωπος του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών (ΜΥ1) και η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ2). Κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν από τους μάρτυρες και κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα, ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω, στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη διά ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει, με τη δέουσα επιμέλεια, όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είναι συγγενής με την Εναγόμενη και, ειδικότερα, έχει βαφτίσει τη θυγατέρα της. Συνέχισε λέγοντας ότι περί τις 22.10.2003 η εταιρεία Primebet Limited ενοικίασε από την Εναγόμενη ένα κατάστημα στην οδό Βασιλίσσης Φρειδερίκης, στη Λευκωσία για την περίοδο από 22.10.2003 μέχρι 1.11.
  5. Ο ίδιος εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας, της οποίας ήταν τότε διευθυντής και μέτοχος. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου που παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, η περίοδος ενοικίασης του καταστήματος ήταν από 1.11.2003 μέχρι 30.10.
  6. Ο Ενάγοντας συνέχισε λέγοντας ότι περί τις 30.10.2006 ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι θα παραιτείτο από διευθυντής της εταιρείας εκείνης και θα μεταβίβαζε τις μετοχές του σε άλλα πρόσωπα και την ρώτησε εάν ενδιαφερόταν να συνεχίσει η ενοικίαση. Η Εναγόμενη αρνήθηκε και έτσι το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν ανανεώθηκε. Παραιτήθηκε τελικά από τη θέση του διευθυντή της εταιρείας στις 15.11.2006 και μεταβίβασε τις μετοχές του σε δύο άλλα πρόσωπα. Την 1.11.2006 συμφώνησε με την Εναγόμενη να ενοικιάσει το κατάστημα προσωπικά και υπογράφτηκε ενοικιαστήριο έγγραφο την ίδια ημερομηνία. Παρουσίασε σχετικά το αντίγραφο ενός εγγράφου που τιτλοφορείται «Μεταβίβαση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου» ημερομηνίας 1.11.2006 (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το κείμενο του εγγράφου η εταιρεία Primebet Limited μεταβιβάζει το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 22.10.2003 στον Ενάγοντα. Το Τεκμήριο 2 υπογράφεται από την εταιρεία, ως «μεταβιβάζων» και από την Εναγόμενη ως «εκδοχέα». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, παρέδωσε κατοχή του καταστήματος στην Εναγόμενη περί την 1.4.
  7. Ακολούθως, ανέφερε ότι περί την 1.7.2009 η Εναγόμενη τον επισκέφτηκε και του έδωσε ένα λογαριασμό της αρχής ηλεκτρισμού για το κατάστημα, ο οποίος ήταν στο όνομα της Primebet Limited, και τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει να ενοικιάσει το κατάστημα γιατί λόγω της οικονομικής κρίσης οι ενοικιαστές είχαν εγκαταλείψει την περιοχή. Τον παρακάλεσε επίσης να επανασυνδέσει το ρεύμα και τον διαβεβαίωσε ότι με την ενοικίαση του καταστήματος θα πλήρωνε το πρώτο ενοίκιο των €1.400 ως προμήθεια στον κτηματομεσίτη που θα έβρισκε ενοικιαστή. Ο ίδιος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, πλήρωσε το λογαριασμό του ρεύματος περί τις 10.7.2009 και επανασύνδεσε την παροχή. Ανέθεσε επίσης σε διάφορους κτηματομεσίτες την ενοικίαση του καταστήματος. Μεταξύ των κτηματομεσιτών αυτών ήταν και κάποιος κ. XXXXX Στυλιανού για τον οποίο ανέφερε ότι τον « γνώριζα προσωπικά καθότι ο πατέρας μου XXXXX Αδαμίδης είχε αρκετά οικόπεδα επί της οδού XXXXX στον Στρόβολο και μας πώλησε κάποια από αυτά.» Ο κτηματομεσίτης κ. XXXXX Στυλιανού εξηύρε ενοικιαστή περί την 1.10.2009 «και κατόπιν πολλών συναντήσεων στο Δικηγορικό μου Γραφείο και αφού ετοίμασα το ενοικιαστήριο έγγραφο την 3/10/2009» υπογράφτηκε ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της Εναγόμενης και της εταιρείας J.C. Flashback Ltd (Τεκμήριο 3). Την ίδια ημερομηνία, συνεχίζει, η εταιρεία αυτή πλήρωσε στην Εναγόμενη ποσό €2.800 «και η Εναγόμενη μου υποσχέθηκε ότι θα περνούσε την επόμενη ημέρα να μου καταβάλει το ποσόν των 1,400 ΕΥΡΩ ως αμοιβή του κτηματομεσίτη και τα δικηγορικά μου έξοδα για τη σύναψη του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, πλην όμως ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα». Συνέχισε λέγοντας ότι «ο κτηματομεσίτης μου τηλεφωνούσε επί καθημερινής βάσεως και ήθελε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του και η Εναγόμενη ουδέποτε επικοινώνησε ξανά μαζί μου για να μου καταβάλει την αμοιβή του κτηματομεσίτη και τη δικηγορική αμοιβή μου για την κατάρτιση του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 3/10/
  8. Τελικά αναγκάστηκα να καταβάλω στον κτηματομεσίτη το ποσόν των 1,400 ΕΥΡΩ ως συμφωνηθείσα και εύλογη αμοιβή». Στο σημείο αυτό της μαρτυρίας του, παρουσίασε αντίγραφο ενός εγγράφου που τιτλοφορείται «Βεβαίωση» και αναγράφει ότι «εγώ ο XXXXX Στυλιανού, από τη Λευκωσία, έχω λάβει το ποσόν των 1,400 ΕΥΡΩ από τον Γεώργιο Αδαμιδη, Δικηγόρο ως προμήθεια για την ενοικίαση του καταστήματος στην οδό XXXXX 4 Γ & Δ, στη Λευκωσία στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd το οποίο ανήκει στην XXXXX Μουξουρή». Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 3.10.2009 και φαίνεται να φέρει υπογραφή από κάποιο κ. Ανδρέα Στυλιανού (Τεκμήριο 4). Συνέχισε λέγοντας ότι απαίτησε το ποσό των €1.400 από την Εναγόμενη με επιστολή ημερομηνίας 31.10.2009 (Τεκμήριο 5) και ότι, αντί να τον πληρώσει, η Εναγόμενη καταχώρησε την αίτηση Κ112/10 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας με την οποία απαιτούσε ενοίκια για το κατάστημα για την περίοδο από 1.4.2009 μέχρι 1.9.
  9. Αντίγραφο της αίτησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6). Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, απορρίφθηκε τελικά από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως στις 25.11.2014, και παρουσίασε αντίγραφο του σχετικού πρακτικού (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ανέφερα ότι επιπρόσθετα με την παρούσα αγωγή, καταχώρησε και την αγωγή 10649/2010 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήριο 8) εναντίον της Εναγόμενης με την οποία απαιτούσε ποσό €1.160 ως δικηγορικά έξοδα για την ετοιμασία του ενοικιαστηρίου εγγράφου Τεκμήριο
  10. Στην αγωγή εκείνη εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 1.3.2016 υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €200 πλέον τόκο και έξοδα (Τεκμήριο 9). Σε σχέση με την Υπεράσπιση της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας αρνείται ότι έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως εμπορική εύνοια για το κατάστημα. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, του τέθηκε ότι στην αρχική του Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται σε γεγονότα πολύ διαφορετικά από αυτά που παρουσιάζονται στην υφιστάμενη. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι «έγιναν κάποια λάθη από πλευράς μου τα οποία διορθώθηκαν». Όταν ο συνήγορος Υπεράσπισης επέμενε, ο Ενάγοντας απάντησε «Δεν θυμούμαι τώρα την αρχική αγωγή, εγώ μελέτησα την αγωγή την τροποποιημένη». Ακολούθως ανέφερε ότι την αρχική Έκθεση Απαίτησης είχε συντάξει ο πατέρας του και όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τα λάθη που υπήρχαν σε αυτήν προχώρησε στην τροποποίηση της. Αρνήθηκε ότι η τροποποίηση έγινε μετά που του υποδείχθηκε από το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, ότι η απαίτηση του αφορούσε κτηματομεσιτικές εργασίες. Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι μετά την απόρριψη της Αίτησης Κ112/2010 από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως, καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη η Αίτηση Κ6/2015 που αφορά τις ίδιες ουσιαστικά αξιώσεις. Φαίνεται κατά την ακρόαση ότι η Αίτηση Κ6/2015 εκδικαζόταν παράλληλα με την παρούσα αγωγή. Ο δε συνήγορος Υπεράσπισης παρουσίασε στον Ενάγοντα την γραπτή δήλωση που ο Ενάγοντας είχε υιοθετήσει ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην Αίτηση Κ6/2015 η οποία κατέστη Τεκμήριο
  11. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 είναι εν πολλοίς το ίδιο με τη γραπτή δήλωση που ο Ενάγοντας υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην παρούσα αγωγή. Σημειώνω παρενθετικά ότι σε εκείνη την γραπτή δήλωση, όπως και στην γραπτή του δήλωση στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι ένας κτηματομεσίτης XXXXX Στυλιανού εξηύρε τελικά ενοικιαστή για το κατάστημα και ότι ο Ενάγοντας τον πλήρωσε €1.
  12. Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι στα πλαίσια της εκδίκασης της Αίτησης Κ6/2015 έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. Ανδρέας Στυλιανού, τον οποίο είχε καλέσει ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι κάποιος XXXXX Στυλιανού έδωσε μαρτυρία «αλλά έδωσε ως βοηθός μου, όχι ως μεσίτης. Δεν ξέρω αν ήταν μεσίτης, ήταν συνεργάτης μου στο γραφείο». Ερωτήθηκε ακολούθως ο Ενάγοντας σε ποιόν κτηματομεσίτη είχε πληρώσει τα €1.400 στα οποία αναφέρθηκε στην μαρτυρία του. Ο Ενάγοντας απάντησε «του XXXXX Στυλιανού αλλά όχι αυτού που παρουσιάσατε τώρα. Το αναφέρω καθαρά στο Τεκμήριο 10 που μου παρουσιάσατε ότι υπήρχαν δύο XXXXX Στυλιανού, σύμπτωση ο ένας ήταν μεσίτης και ο άλλος ήταν συνεργάτης μου». Να σημειώσω παρενθετικά ότι στο Τεκμήριο 10 γίνεται αναφορά μόνο σε ένα XXXXX Στυλιανού και αυτός περιγράφεται ως κτηματομεσίτης. Ερωτήθηκε ο Ενάγοντας εάν ήταν και οι δύο φίλοι του. Απάντησε «Ο ένας δεν είναι φίλος μου. Ο ένας ήταν μεσίτης και ο άλλος ήταν συνεργάτης μου, απλώς έτυχε να έχουν το ίδιο όνομα και κάπου τα μπλέξατε». Στη συνέχεια, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είχε πληρώσει τα €1.400 στον κτηματομεσίτη XXXXX Στυλιανού, σε μετρητά, και δεν γνωρίζει γιατί δεν του έδωσε απόδειξη αλλά τη βεβαίωση Τεκμήριο
  13. Δέχτηκε, όπως του έθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης, ότι ο XXXXX Στυλιανού που κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία στην Αίτηση Κ6/2015 είχε αναφέρει στο Δικαστήριο ότι είναι κτηματομεσίτης και ότι κατέθεσε τον αριθμό δελτίου ταυτότητας του και ένα άλλο αριθμό που, σύμφωνα με εκείνον, ήταν ο αριθμός ταυτότητας του από το Συμβούλιο Κτηματομεσιτών. Πρόσθεσε και τα εξής «Στην υπόθεση στη μία και στην άλλη υπήρχαν δύο Ανδρέας Στυλιανού. Ο ένα είναι ο μεσίτης που βρήκε τον ενοικιαστή J. C Flashback Limited και υπέγραψε τη βεβαίωση ημερομηνίας 3.10.2009, Τεκμήριο
  14. Ο άλλος είναι που μαρτύρησε στην Κ6/2015, είναι και εκείνος XXXXX Στυλιανού αλλά η μαρτυρία του όπως κατατέθηκε στο Δικαστήριο τώρα παρουσιάστηκε ως συνεργάτης μου που ήταν μπροστά στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης και το έφερε. Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε και συγχύστηκε η άλλη πλευρά είναι πως το 2007, απ' ότι κατάλαβα, ξεκίνησε να ασχολείται με τα μεσιτικά ο τελευταίος και περιπλέχτηκε το θέμα χωρίς να έχω σχέση εγώ». Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι μόνο ένα πρόσωπο υπάρχει με το όνομα XXXXX Στυλιανού και ότι αυτό το πρόσωπο δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το Νόμο άδεια για διενέργεια κτηματομεσιτίας. Ο Ενάγοντα αρνήθηκε. Ερωτήθηκε στη συνέχεια εάν προτίθεται να παρουσιάσει ως μάρτυρα τον XXXXX Στυλιανού, κτηματομεσίτη, που υπέγραψε τη βεβαίωση Τεκμήριο 4 και στον οποίο ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είχε πληρώσει το επίδικο ποσό των €1.
  15. Απάντησε «Έχω να τον δω πάρα πολλά χρόνια, δεν ξέρω που βρίσκεται.. Μετά που σταμάτησαν οι πωλήσεις ακινήτων δεν τον ξαναείδα. Από [το 2009] μέχρι σήμερα δεν τον ξαναείδα, δεν έχει πωλήσεις ακινήτων για να έχω επαφή μαζί του.» Του τέθηκε ότι μπορεί να αναζητήσει τα στοιχεία του από το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών. Απάντησε ότι δεν δοκίμασε να τον εντοπίσει με αυτό τον τρόπο και πρόσθεσε «Σίγουρα δεν θα τον φέρω μάρτυρα, αφού δεν ξέρω που βρίσκεται ύστερα από τόσα χρόνια». Τέθηκε ακολούθως στον Ενάγοντα ότι δεν χρησιμοποίησε κτηματομεσίτη για να ενοικιάσει το κατάστημα αλλά το ενοικίασε ο ίδιος στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd καθώς και ότι εισέπραξε από τον διευθυντή της κ. XXXXX Ταλάσιη ποσό €5.000 ως εμπορική εύνοια. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 13.9.2011 υπογραμμένης από κάποιο XXXXX Ταλάσιη στην οποία αυτός αναφέρει ότι η εταιρεία J. C. Flashback Ltd ενοικίασε το επίδικο κατάστημα δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 3.10.
  16. Αναφέρει επίσης ότι προηγούμενος κάτοχος του καταστήματος ήταν η εταιρεία Primebet Ltd της οποίας ο Ενάγοντας παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης και ότι ο Ενάγοντας «ζήτησε και είσπραξε από την J. C. Flashback Ltd το ποσό των €5000.00σ (πέντε χιλιάδες ευρώ) ως δικαίωμα αέρα για να εγκαταλείψει η Primebet Ltd το πιο πάνω κατάστημα και να το ενοικιάσει η J. C. Flashback Ltd». Η επιστολή αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη συνέχεια τέθηκε στον Ενάγοντα ότι είχε κατοχή του επίδικου καταστήματος μέχρι τις 19.10.2009 και ότι την ημέρα εκείνη αποτάθηκε στην Αρχή Ηλεκτρισμού από την οποία αιτήθηκε τη διακοπή παροχής ρεύματος στο υποστατικό. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε και δεν αναγνώρισε, όταν του υποδείχθηκαν, έγγραφα που - σύμφωνα με το συνήγορο Υπεράσπισης - ήταν αντίγραφα της συμφωνίας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και διακοπής της παροχής. Περί το τέλος της μαρτυρίας του, ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι καταχώρησε την παρούσα αγωγή και την αγωγή 10649/2010 εκδικητικά μετά που η Εναγόμενη καταχώρησε την Αίτηση Κ112/
  18. Όπως προανέφερα, για σκοπούς υπεράσπισης κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Υπεράσπισης ήταν ο κ. XXXXX Φουλής, επιθεωρητής του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 αναγνώρισε την υπογραφή του σε βεβαίωση του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών ημερομηνίας 12.10.2017 (Τεκμήριο 12), στην οποία καταγράφεται ότι «σύμφωνα με τα αρχεία του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, ο κ. XXXXX Στυλιανού με αριθμό ταυτότητας XXXXX8250 δεν είναι εγγεγραμμένος στα Μητρώα Εγγραφής Κτηματομεσιτών του Συμβουλίου ούτε ως Κτηματομεσίτης ούτε ως Βοηθός Κτηματομεσίτης». Σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΥ 1 ανέφερε ότι κανένα πρόσωπο με το όνομα XXXXX Στυλιανού δεν υπήρξε εγγεγραμμένος στα μητρώα του Συμβουλίου την περίοδο 2009-
  19. Ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερη μάρτυρας ήταν η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ2). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι δεν ανέθεσε ούτε ζήτησε από τον Ενάγοντα βοήθεια για την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος. Πρόσθεσε ότι το κατάστημα κατείχετο από τον Ενάγοντα ο οποίος αναζητούσε νέο ενοικιαστή για να εισπράξει από αυτόν κάποιο ποσό ως εμπορική εύνοια πριν το εγκαταλείψει. Αναφορικά με το ιστορικό της υπόθεσης, η Εναγόμενη ανέφερε ότι η εταιρεία Primebet Limited ενοικίαζε το κατάστημα από τις 22.10.2003 δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο
  20. Η εταιρεία αυτή μεταβίβασε την ενοικίαση του ακινήτου στον Ενάγοντα προσωπικά την 1.11.2006 με σχετικό έγγραφο μεταβίβασης, Τεκμήριο
  21. Σύμφωνα με την Εναγόμενη ο Ενάγοντας κατείχε το κατάστημα μέχρι τις 30.9.2009 οπόταν παρακάλεσε την Εναγόμενη να το ενοικιάσει στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd. Επαναλαμβάνει ότι ουδέποτε η ίδια του είχε αναθέσει να της εξεύρει ενοικιαστή και ποτέ ο Ενάγοντας δεν της ανέφερε κάτι για εμπλοκή κτηματομεσίτη στη διαδικασία ενώ η ίδια δεν εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα να διορίσει κτηματομεσίτη εκ μέρους της. Η ίδια, συνέχισε, συμφώνησε να ενοικιάσει το κατάστημα στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd και ο Ενάγοντας ετοίμασε το ενοικιαστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 3 το οποίο και υπογράφτηκε. Το δε κατάστημα παραδόθηκε απευθείας από τον Ενάγοντα στο διευθυντή της εταιρείας J. C. Flashback Ltd, κ. XXXXX Ταλάσιη, με ολιγοήμερη καθυστέρηση για την οποία ο XXXXX Ταλάσιης παραπονέθηκε στην Εναγόμενη. Τον Σεπτέμβριο 2011, η Εναγόμενη ενημερώθηκε από τον XXXXX Ταλάσιη ότι κατά την ενοικίαση ο Ενάγοντας είχε ζητήσει από αυτόν και εισέπραξε ποσό €5.000 ως εμπορική εύνοια για να εγκαταλείψει το κατάστημα. Ετοίμασε δε και της παρέδωσε την επιστολή Τεκμήριο 13 στην οποία επιβεβαιώνει ότι αυτό είχε γίνει. Προσθέτει ότι είχε καταχωρήσει την Αίτηση Κ112/2010 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η οποία απορρίφθηκε για «τυπικούς λόγους», όπως τους χαρακτήρισε, χωρίς να εκδικαστεί η ουσία και ότι, ακολούθως, καταχώρησε την Αίτηση Κ6/2015 με την οποία ήγειρε τις ίδιες ουσιαστικά αξιώσεις εναντίον του Ενάγοντα. Συνέχισε λέγοντας ότι δεν γνωρίζει, ούτε είδε ποτέ, ούτε και μίλησε με τον XXXXX Στυλιανού. Εξήγησε ότι μετά που το πρόσωπο αυτό έδωσε μαρτυρία στην Αίτηση Κ6/2015 και ανέφερε ότι είναι κτηματομεσίτης, προσέγγισε το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών και εξασφάλισε τη βεβαίωση Τεκμήριο 12, δυνάμει της οποίας διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης με αυτό το όνομα και αριθμό ταυτότητας. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ1, της τέθηκε από τον Ενάγοντα ότι είχε αναθέσει την ενοικίαση του καταστήματος σε κτηματομεσίτη αλλά το ξέχασε. Η ΜΥ2 αρνήθηκε. Σε σχέση με την ενοικίαση του καταστήματος στην εταιρεία J. C. Flashback Ltd και ερωτώμενη σχετικά, η ΜΥ2 ανέφερε ότι σε μεταγενέστερο χρόνο ενημερώθηκε από τον XXXXX Ταλάσιη ότι είχε πληρώσει τον Ενάγοντα €5.000 ως εμπορική εύνοια. Αρνήθηκε επίσης ότι η επιστολή από τον XXXXX Ταλάσιη, Τεκμήριο 13, έγινε μετά από δική της υπόδειξη. Απάντησε ότι η ίδια τον γνώρισε όταν ο Ενάγοντας την παρακάλεσε να ενοικιάσει το κατάστημα στην J. C. Flashback Ltd και ότι αυτός δεν είχε λόγο να πει ψέματα στην επιστολή του. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, τις οποίες έχω μελετήσει. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να αναφέρω το εξής. Από τη φύση της υπόθεσης και τις θέσεις των δύο πλευρών, διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις σε σχέση με τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα. Ο μεν Ενάγοντας υποστηρίζει στη μαρτυρία του ότι ενήργησε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης και ανέθεσε εκ μέρους της σε κτηματομεσίτη την ενοικίαση καταστήματος της. Προσθέτει ότι ένεκα της άρνησης της να πληρώσει τη συμφωνημένη προμήθεια προς τον κτηματομεσίτη, «αναγκάστηκε» να τον πληρώσει ο ίδιος και διεκδικεί με την αγωγή το εν λόγω ποσό από την Εναγόμενη. Η δε Εναγόμενη υποστηρίζει με τη μαρτυρία της ότι ποτέ δεν εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα να αναθέσει την ενοικίαση σε κτηματομεσίτη, ποτέ δεν συμφώνησε να πληρώσει οποιοδήποτε κτηματομεσίτη προμήθεια, ενώ αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας προέβη στην πληρωμή που ισχυρίζεται. Το αποτέλεσμα της αγωγής δεν θα κριθεί από το πια εκδοχή γίνεται αποδεκτή. Το αποτέλεσμα θα κριθεί από το κατά πόσο ο Ενάγοντας απέδειξε, με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not)[3]. Ξεκινώντας λοιπόν με τον Ενάγοντα, σημειώνω ότι μέρος της μαρτυρίας του αντικατοπτρίζεται στα έγγραφα που παρουσίασε, Τεκμήρια 1, 2, 3, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν αμφισβητήθηκαν επίσης τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε σε σχέση με την καταχώρηση και μεταγενέστερη απόρριψη της Αίτησης 112/2010 καθώς και της αγωγής 10649/2010 και της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής. Αυτά αποτυπώνονται και διαφαίνονται και από τα Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
  22. Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών γίνεται, επομένως, αποδεκτό. Πέραν αυτών των στοιχείων της μαρτυρίας του Ενάγοντα, στέκομαι στα σημεία εκείνα που αφορούν την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι η Εναγόμενη του ζήτησε να τη βοηθήσει να ενοικιάσει το κατάστημα και συμφώνησε να πληρώσει στον κτηματομεσίτη που θα εξεύρισκε ενοικιαστή, ως προμήθεια, ποσό €1.400 που θα αντιστοιχούσε στο πρώτο ενοίκιο. Το ερώτημα θεωρώ που εύλογα δημιουργείται είναι εάν πράγματι η πρόθεση της Εναγόμενης ήταν να αναθέσει σε κτηματομεσίτη να εξεύρει ενοικιαστή, γιατί δεν το έπραξε η ίδια; Δεν διακρίνω από τη μαρτυρία ότι υπήρχε οτιδήποτε που να την εμποδίζει να το πράξει απευθείας και, αντ' αυτού, να επιλέξει να εξουσιοδοτήσει τον Ενάγοντα να το πράξει εκ μέρους της. Ο Ενάγοντας συνεχίζει λέγοντας ότι μετά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου συμβολαίου, η Εναγόμενη δεν του έδωσε τα €1.400 για να τα πληρώσει στον κτηματομεσίτη που εξηύρε την εταιρεία J. C. Flashback Ltd. Η αναφορά του αυτή γεννά άλλα ερωτήματα. Από το περιεχόμενο του ενοικιαστηρίου εγγράφου Τεκμήριο 3 τη γραπτή δήλωση του Ενάγοντα, αλλά και από τις ερωτήσεις που ο Ενάγοντας υπέβαλε στην Εναγόμενη κατά την αντεξέταση της, συνάγεται ότι κατά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου ήταν παρόντες πέραν από τον ενοικιαστή και τους μάρτυρες, τόσο ο Ενάγοντας, όσο και η Εναγόμενη. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο ενοικιαστής πλήρωσε την Εναγόμενη, με την υπογραφή της συμφωνίας, ποσό €2.800 που αντιστοιχούσε στα δύο πρώτα ενοίκια. Αυτό δεν ακολουθεί λογικά με τις αναφορές του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη του υποσχέθηκε ότι θα περνούσε την επόμενη μέρα για να του πληρώσει τα €1.400 του κτηματομεσίτη και τα δικηγορικά του έξοδα. Το λογικό θα ήταν εκείνος να της ζητήσει και η Εναγόμενη να του πληρώσει το ποσό των €1.400, την ίδια μέρα και ώρα. Ο Ενάγοντας συνεχίζει λέγοντας ότι ο κτηματομεσίτης του «τηλεφωνούσε επί καθημερινής βάσεως και ήθελε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του», η δε Εναγόμενη αδιαφορούσε και τελικά ο Ενάγοντας «αναγκάστηκε» να πληρώσει ο ίδιος στον κτηματομεσίτη το ποσό των €1.
  23. Ούτε αυτή η αναφορά πείθει. Η απορία που εύλογα δημιουργείται είναι γιατί ο Ενάγοντας δεν παρέπεμψε τον κτηματομεσίτη στην Εναγόμενη για να αξιώσει την προμήθεια του από εκείνη. Ήταν εξ άλλου η θέση του ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της και εκ μέρους της. Επίσης, δεν έχει παρουσιάσει ο Ενάγοντας οποιοδήποτε στοιχείο που να συνάδει λογικά τη θέση του ότι «αναγκάστηκε» να πληρώσει ο ίδιος το ποσό των €1.
  24. Ανέμενα ότι θα εξηγούσε ποιοι ήταν οι λόγοι που δημιούργησαν την ανάγκη να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο. Τέλος, ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι ένας από τους κτηματομεσίτες στους οποίους αποτάθηκε ήταν κάποιος XXXXX Στυλιανου τον οποίο, όπως είπε, «γνώριζα προσωπικά καθότι ο πατέρας μου XXXXXX Αδαμίδης είχε αρκετά οικόπεδα επί της οδού XXXXX στον Στρόβολο και μας πώλησε κάποια από αυτά». Φάνηκε από τις απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος, ότι αναφορά σε κάποιο πρόσωπο με το ίδιο όνομα έκανε και στη μαρτυρία που έδωσε στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης Κ6/
  25. Στην υπόθεση εκείνη, όπως και εδώ, είχε αναφέρει ότι ένας κτηματομεσίτης με το όνομα XXXXX Στυλιανού είχε εξεύρει την εταιρεία J.C. Flashback Ltd για να ενοικιάσουν το ίδιο επίδικο κατάστημα. Μάλιστα, ο Ενάγοντας δέχτηκε αντεξεταζόμενος ότι ένα πρόσωπο με αυτό το όνομα είχε κληθεί από τον ίδιο και έδωσε μαρτυρία στην ακρόαση της Αίτησης Κ6/
  26. Όταν τέθηκε στον Ενάγοντα ότι ο XXXXX Στυλιανού δεν είναι κτηματομεσίτης, οι απαντήσεις που έδωσε δεν στέκουν στη βάσανο της λογικής. Υπενθυμίζω ότι υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο πρόσωπα με το ίδιο όνομα, ένα εκ των οποίων είναι ο κτηματομεσίτης, στον οποίο ανέθεσε την ενοικίαση του καταστήματος, και στον οποίο αναφέρθηκε στην κυρίως εξέτασή του, τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην Αίτηση Κ6/
  27. Το άλλο πρόσωπο, είπε, είναι απλώς ένας συνεργάτης του. Ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτή η εκδοχή αυτή του Ενάγοντα με δεδομένη τη θέση του ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο κτηματομεσίτης XXXXX Στυλιανού και δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του, ιδιαίτερα με βάση τη δήλωση του Ενάγοντα ότι τον γνώριζε προσωπικά γιατί είχε βοηθήσει τον ίδιο και τον πατέρα του να πωλήσουν κάποια ακίνητα στο παρελθόν. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Ενάγοντας παρουσίασε αντίγραφο βεβαίωσης, Τεκμήριο 4, υπογραμμένης από κάποιο XXXXX Στυλιανού στην οποία αυτός δηλώνει ότι έλαβε €1.400 ως προμήθεια από τον Ενάγοντα για την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος. Το περιεχόμενο της βεβαίωσης αυτής συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Ως τέτοια, η βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί αξιολογείται σε συνάρτηση με αριθμό παραγόντων[4]. Σίγουρα το περιεχόμενο της συνεκτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά το ότι η συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή, αποτελεί καθήκον ενός διάδικου να προσκομίσει στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Τα όσα ο Ενάγοντας επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την επιλογή του να μην παρουσιάσει στο Δικαστήριο τον κτηματομεσίτη XXXXX Στυλιανού, δεν κρίνονται επαρκή ούτε ικανοποιητικά. Δεν μπορώ επιπρόσθετα να αγνοήσω την μαρτυρία του ΜΥ1, η οποία όπως εξηγώ κατωτέρω γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο κανένα πρόσωπο με το όνομα XXXXX Στυλιανού εγγεγραμμένο ως κτηματομεσίτης στο σχετικό μητρώο του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα ή αποδεικτική αξία στο περιεχόμενο της βεβαίωσης, Τεκμήριο 4, που αποδίδεται σε κάποιο κτηματομεσίτη XXXXX Στυλιανού. Ενόψει των πιο πάνω, επί των ουσιαστικών αυτών σημείων, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή. Για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να βασιστώ στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα για την εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα. Στρέφομαι στον ΜΥ1 του οποίου η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε αφού ο ίδιος δεν αντεξετάστηκε. Από την πλευρά μου, δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε στοιχείο που να δημιουργεί υπόνοιες ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια. Πρόκειται για μάρτυρα ανεξάρτητο και αποστασιοποιημένο από τα επίδικα γεγονότα, χωρίς κανένα συμφέρον στην παρούσα υπόθεση. Το σύνολο της μαρτυρίας του καθώς και το περιεχόμενο της βεβαίωσης Τεκμήριο 12 γίνονται αποδεκτά στην ολότητα τους. Η μη αμφισβητούμενη μαρτυρία του, είναι ίσως ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία για το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Παραμένει η ΜΥ
  28. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και, ειδικότερα, κατά τη μαρτυρία της, διαφάνηκε ότι παρά τη συγγένεια τους, ο Ενάγοντας και η ΜΥ2 έχουν πολλές προστριβές και διαφορές που οδήγησαν σε πολλαπλές δικαστικές διαμάχες. Επικρατεί μεταξύ τους αμοιβαία αντιπάθεια. Παρά το γεγονός αυτό, εξετάζοντας το περιεχόμενη της μαρτυρίας της Εναγόμενης, πρέπει να πω ότι κρίνω ότι έχει καταθέσει την αλήθεια. Η άρνηση της ότι ανέθεσε στον Ενάγοντα να ενεργήσει εκ μέρους της για την ενοικίαση του καταστήματος ήταν πειστική και την υποστήριξε και παρέμεινε σταθερή σε αυτή κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν διέκρινα άλλες εγγενείς αδυναμίες στη μαρτυρία της. Ενόψει τούτου, η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Παραμείνει η αξιολόγηση της επιστολής Τεκμήριο 13 που θεωρώ ότι πρέπει να σχολιάσω. Πρόκειται για επιστολή που παρουσίασε η πλευρά της Υπεράσπισης και η οποία αποδίδεται στον XXXXX Ταλάσιη και στην οποία αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας έλαβε €5.000 ως εμπορική εύνοια για την ενοικίαση του καταστήματος. Τα όσα ανέφερα σε σχέση με το αντίγραφο της βεβαίωσης του XXXXX Στυλιανού, Τεκμήριο 4, που παρουσίασε ο Ενάγοντας ισχύουν και για το Τεκμήριο
  29. Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής (την αλήθεια του οποίου δεν αποδέχεται ο Ενάγοντας) συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, χωρίς να έχει προσφερθεί ικανοποιητική εξήγηση για την μη παρουσίαση του XXXXX Ταλάσιη στο Δικαστήριο. Χωρίς να έχει καταθέσει ενώπιον μου εκείνος και με δεδομένο ότι η ΜΥ2 βασίζει τις σχετικές αναφορές περί πληρωμής €5.000 ως εμπορική εύνοια, σε ενημέρωση που έλαβε από αυτόν, δεν μπορώ να καταλήξω σε θετικό συμπέρασμα ότι τα όσα αναφέρονται στην επιστολή Τεκμήριο 13, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επί του προκειμένου όμως, πρέπει να σημειώσω ότι το μέρος αυτό της μαρτυρίας είναι επουσιώδες σ' ότι αφορά τα επίδικα θέματα. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, και λαμβάνοντας υπόψη τις συγκλίσεις που διαφαίνονται από τα δικόγραφα καθώς και το μέρος της μαρτυρίας που δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την ακρόαση, καταλήγω ότι συνομολογήθηκαν τα έγγραφα Τεκμήρια 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 και ότι τα γεγονότα που αναδύονται από αυτά, όπως τα περιγράφω πιο πάνω κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας, έχουν πράγματι λάβει χώρα. Καταλήγω περαιτέρω ότι το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ1 και τα όσα κατέθεσε η ΜΥ2, σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία αυτή είχε άμεση γνώση, συνιστούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου. Για αποφυγή επανάληψης παραπέμπω ξανά ανωτέρω στη σύνοψη της μαρτυρίας τους. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα πιο πάνω ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα στοιχειοθετούν επαρκώς τη βάση αγωγής του Ενάγοντα και την αξίωση που εγείρει εναντίον της Εναγόμενης[5]. Επαναλαμβάνω, όπως ήδη εξήγησα, ότι το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα δικογραφείται ισχυρισμός περί συμφωνίας του με την Εναγόμενη να αναθέσει, εκ μέρους της, την ενοικίαση καταστήματος της σε κτηματομεσίτη. Δικογραφείται επίσης ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη συμφώνησε με την Ενάγοντα όπως πληρώσει τον κτηματομεσίτη ποσό €1.400 ως προμήθεια και ότι, παρά το ότι επιτεύχθηκε η ενοικίαση του καταστήματος και πληρώθηκε το εν λόγω ποσού από τον Ενάγοντα στον κτηματομεσίτη, η Εναγόμενη αρνείται να του το αποπληρώσει. Τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει δεν στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς αυτούς του Ενάγοντα. Δεν στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό ότι έγινε τέτοια συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης. Δεν στοιχειοθετούν ότι η ενοικίαση επιτεύχθηκε μέσω κτηματομεσίτη ονόματι Ανδρέα Στυλιανού στον οποίο ο Ενάγοντας αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του. Τέλος δεν στοιχειοθετούν ότι ο Ενάγοντας πλήρωσε σε κάποιο κτηματομεσίτη ονόματι Ανδρέα Στυλιανού το ποσό των €1.400 ως προμήθεια, το οποίο διεκδικεί με την αγωγή από την Εναγόμενη. Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι η αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το συνήθη κανόνα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [4] Άρθρο 27, Κεφ. 9 [5] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.