Arizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ, Αρ. Αγωγής: 15/17, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A349 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 15/17 Μεταξύ Arizona Trading Ltd Ενάγουσας Και Μοντεξύλ Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 17.10.2017 για Προσθήκη Διαδίκων και Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία : 31.05.2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγουσα - Αιτήτρια : κ. Αντωνίου για Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα. Γεωργίου για Μιχάλης Τσιτσέκκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Προτιθέμενους Εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση : κα. Γεωργίου για Μιχάλης Τσιτσέκκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της Ενάγουσας για προσθήκη διαδίκων και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα- Αιτήτρια ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων : «Α. Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η προσθήκη και/ή συνένωση των XXXXX Μιχαήλ και XXXXX Μιχαήλ ως Εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα. Β. Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: i. Προσθήκη μετά την παράγραφο 2 της ακόλουθες παραγράφου: «
- Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν οι διευθυντές και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή αξιωματούχοι της Εναγομένης 1.» ii. Προσθήκη στην παράγραφο 3 μετά τη φράση «μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης» της ακόλουθης φράσης: «και των Εναγομένων 2 και 3» iii. Προσθήκη μετά την παράγραφο 7 της ακόλουθης παραγράφου:
- Σύμφωνα με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αντίστοιχα, δηλαδή οι διευθυντές της Εναγομένης 1, εγγυήθηκαν προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες και/ή της υποχρεώσεις της για εξόφληση των τιμολογίων και/ή του . τιμήματος αγοράς μηχανημάτων και/ή εμπορευμάτων από την Ενάγουσα.». iv. Προσθήκη μετά την παράγραφο 12 της ακόλουθης παραγράφου: «Κατά παράβαση των ρητών και/ή εξυπακουόμενων υποχρεώσεων τους, οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρέλειψαν να καταβάλουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν δεόντως για την παράλειψη της Εναγομένης 1 να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, θ. 1-11, Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, Θ.1-2, στη Νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι οι προτιθέμενοι διάδικοι 2 και 3 ήταν εγγυητές της Εναγομένης εταιρείας. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εξηγώντας ότι στο στάδιο επιθεώρησης εγγράφων περιήλθε εις γνώση των δικηγόρων της Ενάγουσας το έγγραφο με τίτλο «όροι συμφωνίας» και από τη μελέτη του εν λόγω εγγράφου συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η προσθήκη των προτίθεμενων Εναγομένων είναι αναγκαία για την αποφυγή άλλων περαιτέρω διαδικασιών. Η επίδικη αίτηση, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στους προτιθέμενους Εναγόμενους και οι τελευταίοι μαζί με την Εναγόμενη εταιρεία την 16.04.2018 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
- Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή ελλιπής και/ή παράνομη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική.
- Η Αίτηση είναι δικονομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις δια την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση και/ή η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή αναληθής.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε νεοδημιουργηθέντα γεγονότα (nova product) και/ή σε νεοανακαλυφθέντα γεγονότα (nova reperta) και/ή εν πάση περιπτώσει αφορούν γεγονότα που θα έπρεπε και/ή θα μπορούσαν να ήταν με εύλογη επιμέλεια εντός του πεδίου γνώσης της Αιτήτριας και/ή των δικηγόρων αυτής πριν από την καταχώρηση της αγωγής και/ή σε προγενέστερο χρόνο.
- Το σώμα της Αίτησης και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει, περιλαμβάνουν αναληθή και/ή αντιφατικά γεγονότα και/ή ισχυρισμούς σε βαθμό που δεν καταδεικνύονται βάσιμοι και/ή ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση είναι άνευ ουσίας και/ή αντικειμένου καθότι δεν υφίσταται πραγματικό έρεισμα ως προς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων ενόψει των ενεργειών και/ή παραλείψεων της Αιτήτριας και/ή των δικηγόρων αυτής.
- Τα αιτούμενα διατάγματα και/ή η Αίτηση δεν αφορούν τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή η Αιτήτρια προσπαθεί να θεραπεύσει την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος εις βάρος τους.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα φέρει ριζική αντικατάσταση και/ή μεταβολή στη φύση της Υπεράσπισης των ήδη υφιστάμενων διαδίκων και/ή Θα εκτροχιάσει τη διαδικασία και/ή θα αλλοιώσει τα ήδη διαμορφωμένα μέσα από τα δικόγραφα επίδικα Θέματα και/ή τη διαδικασία αναφορικά με παραδεκτά γεγονότα και/ή έγγραφα και/ή τη νομική βάση της αγωγής.
- Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει και/ή αποτυγχάνει να αποδείξει και/ή να στοιχειοθετήσει στην Αίτηση και/ή Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει ότι η αιτούμενη τροποποίηση οφείλεται σε καλόπιστο και/ή εκ παραδρομής λάθος και/ή ότι είναι αποτέλεσμα νέων στοιχείων και/ή δεδομένων που δεν ευρίσκοντο και/ή δεν μπορούσαν να βρίσκονται στην κατοχή της Αιτήτριας και/ή των δικηγόρων της.
- Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει και/ή αποτυγχάνει να αποδείξει και/ή να στοιχειοθετήσει στην Αίτηση και/ή Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει ότι Θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
- Ουδεμία αληθής και/ή επαρκής και/ή ικανοποιητική δικαιολογία δίδεται αναφορικά με την καθυστέρηση της Αιτήτριας να καταχωρίσει την υπό εξέταση Αίτηση, αφού οι αιτούμενοι προς προσθήκη διάδικοι και/ή Θέσεις και/ή ισχυρισμοί ήτο σε γνώση και/ή Θα έπρεπε να ήτο σε γνώση της Αιτήτριας και/ή των δικηγόρων αυτής πριν από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης.
- Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης είναι τέτοιας έκτασης και/ή μορφής που υπονομεύει τη δικαιοσύνη και/ή το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των νομοθετικών προνοιών και/ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
- Η φύση και το περιεχόμενο της Αίτησης και/ή της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, αποστερεί από τους Καθ' ων η Αίτηση τη δυνατότητα να λάβουν επαρκώς γνώση ως προς το περιεχόμενο της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον τους και κατ' αυτό τον τρόπο επηρεάζει κατάφορα και/ή ανεπανόρθωτα τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα και κατοχυρωμένα δικαιώματα τους. 14.Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή των υφιστάμενων Εναγομένων και/ή της Καθ' ης η Αίτηση 1 ως αυτά προβλέπονται και/ή προστατεύονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και/ή από άλλους εν ισχύ Νόμους στη Δημοκρατία. 15.Τυχόν επιτυχία της Αίτησης και/ή έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα είναι πρόσφορη για τους Καθ' ων η Αίτηση στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας και/ή της ισότητας των όπλων και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή των αρχών επιείκειας και/ή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Θα επιτρέψει στο ένα μέρος να επωφεληθεί εις βάρος και/ή κατά παράβαση των δικαιωμάτων του άλλου μέρους (equity will not permit a party to profit by his own wrong). 16.Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων Θα Θέσει τους Καθ' ων η Αίτηση ενώπιον μη εύλογης και/ή ακροσφαλούς υπό τις περιστάσεις διαδικασίας.
- Η Αίτηση και το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων που τη συνοδεύουν είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων της Αιτήτριας και αποβλέπουν στην αλλοίωση των πραγματικών γεγονότων και/ή της ουσίας της υπόθεσης και/ή τη διόρθωση προηγούμενων λαθών και/ή παρατυπιών και/ή παραλείψεων.
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και απέκρυψε και/ή παραποίησε ουσιώδη γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της.
- Η Αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και/ή κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και/ή των νομοθετικών και/ή Συνταγματικών επιταγών της Δικαιοσύνης. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Τσιτσέκκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ων η αίτηση. Διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) . Ιστορικό Στην υπό κρίση υπόθεση προτού προχωρήσω με την εξέταση και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ, εν συντομία, στο ιστορικό της υπόθεσης. Συγκεκριμένα παρατηρώ ότι την 02.01.2017 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, την 17.05.2017 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση της Εναγομένης εταιρείας. Την 02.06.2017 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης και την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε κλήση για οδηγίες σύμφωνα με τη νέα Διαταγή
- Στις 17.10.2017 στα πλαίσια της κλήσεως για οδηγίες εκδόθηκαν εκ συμφώνου και εκατέρωθεν διατάγματα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, καθώς και διάταγμα ανταλλαγής των εγγράφων που θα κατατεθούν στη δίκη χωρίς αμφισβήτηση. Την 17.10.2017 καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Το αιτητικό Β της αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Με το αιτητικό Β της αίτησης επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης για να προστεθούν ισχυρισμοί που αφορούν την ισχυριζόμενη ευθύνη των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ως εγγυητών. Το σκέλος που αφορά την τροποποίηση απασχόλησε το μεγαλύτερο μέρος της αγόρευσης τόσο των Αιτητών όσο και των Καθ΄ων η αίτηση, αφού τυχόν έγκριση του αιτητικού Β θα προσέθετε στα επίδικα θέματα της αγωγής ισχυρισμούς τέτοιους που θα συνέτειναν στην έγκριση του αιτήματος προσθήκης των προτιθέμενων διαδίκων. Ακριβώς λόγω της πιο πάνω διάστασης κρίνω ορθότερο να αποφασισθεί η έγκριση ή η απόρριψη του αιτητικού Β της αίτησης πρώτα. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες της τροποποιηθείσας Διαταγής
- Εισηγήθηκε συναφώς ότι στην παρούσα δεν μπορεί να εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης, καθότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε γεγονότα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών ή σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, με αναφορά στη Νομολογία ερμηνευτική των προϋποθέσεων έγκρισης αιτήματος τροποποίησης υπό τη Δ.25 πριν τροποποιηθεί, εισηγήθηκε ότι η αίτηση πρέπει να εγκριθεί. Με αναφορά στην πιο πάνω Νομολογία συνέθεσε το επιχείρημα του ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε μετά που προέκυψαν νέα στοιχεία και δεδομένα, ως μια καλόπιστη προσπάθεια συμπλήρωσης της Έκθεσης Απαίτησης. Τονίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχώρηθηκε στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.
- Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και τις τρεις κρίσιμες διατάξεις της νέας Διαταγής
- Η Δ.25 θ. 1,2 και 3 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα : 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ,25 θ 3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 Θ 3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.
- Οι Αιτητές στην παρούσα υποστήριξαν τη θέση ότι η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία, καθότι κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή οι δικηγόροι των Εναγόντων δεν είχαν στην κατοχή τους το έγγραφο με τίτλο « όροι Συμφωνίας» επί του οποίου, σύμφωνα με το ομνύοντα διευθυντή των Εναγόντων, περιέχεται η εγγύηση των Καθ΄ων η αίτηση 2 και
- Το πιο πάνω έγγραφο τέθηκε υπόψιν των συνηγόρων των Εναγόντων στις 17.10.2017, κατά το στάδιο επιθεώρησης και αποκάλυψης εγγράφων. Συνδέεται λοιπόν η ανάγκη τροποποίησης με την παράλειψη των Εναγόντων να παραδώσουν στους δικηγόρους τους τα πλήρη στοιχεία πριν την καταχώρηση της αγωγής. Αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές είναι ότι τα κατ' ισχυρισμόν στοιχεία που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, πλην όμως δεν τέθηκαν υπόψιν των δικηγόρων των Εναγόντων. Από τις αναφορές του ομνύοντα για τους Ενάγοντες δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω στοιχεία και έγγραφα προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και ως εκ τούτου η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση της νέας Δ.25 θ
- Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί το κατά πόσο στην παρούσα η μη συμπερίληψη των ισχυρισμών που αφορούν τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εμπίπτει στην έννοια του καλόπιστου λάθους. Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 Θ 3 η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Συνακόλουθα δεν μπορεί πλέον να επιτραπεί τροποποίηση με τη διαπίστωση έλλειψης κακοπιστίας, ως εισηγούνται οι Αιτητές. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Δηλαδή η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2C.L.R. 429 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B
- Στην υπό κρίση Διάταξη το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ 3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση, δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε λάθος που προκύπτει στη σύνταξη της δικογραφίας. Ασφαλώς, λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας δεν μπορεί να θεωρηθεί η παράλειψη έγερσης της αγωγής εναντίον προσώπων που ευθύνονται, κατ' ισχυρισμόν, ως εγγυητές και η παράλειψη καταγραφής γεγονότων, που θεμελιώνουν την ευθύνη των προτιθέμενων Εναγομένων ως εγγυητών. Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής. Περαιτέρω, κρίνω ότι η παράλειψη του διαδίκου να προμηθεύσει τον δικηγόρο του με όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησής του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας. Στο σημείο αυτό υιοθετώ την προσέγγιση της Π.Ε.Δ, Ρ. Λιμνατίτου στην υπόθεση ΣΠΕ Λεμεσού ΛΤΔ ν.
- Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου (Γένος: Θεόφιλου Γεωργίου), από τη Λεμεσό κ.ά, Αγωγή 911/2016,Ε/Δ Λεμεσού στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση». Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει και η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της επίδικης δικονομικής διάταξης, αφού η νέα Διαταγή 25 χωρίζεται σε τρία στάδια στα οποία η τροποποίηση επιτρέπεται στα δυο πρώτα κατ' εκλογήν του διαδίκου χωρίς άδεια του Δικαστηρίου στο δε τρίτο μόνο κατ' εξαίρεση. Η πιο πάνω κατηγοριοποίηση κατατείνει στο συμπέρασμα ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν μετά το στάδιο της κλήσεως για οδηγίες, η τροποποίηση να επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση και για συγκεκριμένους λόγους. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τον υπερκείμενο σκοπό (overriding objective) των νέων Δ.25 και 30, που είναι η θέσπιση διαδικασιών που θα οδηγούν στην ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων. Η υιοθέτηση της εισήγησης ότι η παράλειψη του διαδίκου να προμηθεύσει τον συνήγορό του με όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του υπάγεται στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας, θα διεύρυνε σε τέτοιο βαθμό τη δυνατότητα τροποποίησης, που από εξαίρεση θα καθίστατο κανόνας και θα αντέβαινε στον σκοπό των νέων Δ.25 και
- Ως προς τον σκοπό της τροποποιημένης Δ.25 υιοθετώ την προσέγγιση του Ε.Δ. Λ.Παντελή στην απόφαση Παπαμιχαήλ κ.ά ν. Marios Kitchens Limited, Αγωγή 2895/2015,ημερ.22/3/2017, όπου πολύ εύστοχα λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Περιπλέον καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεκτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν δια κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται.» Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το Αιτητικό Β της αίτησης κρίνεται απορριπτέο και απορρίπτεται. Το αιτητικό Α της Αίτησης Το αιτητικό Α της υπό κρίση αίτησης εδράζεται στη Δ.9 Θ 10, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice». Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959 σελ. 345 στα σχόλια της πανομοιότυπης με την Δ.9 Θ 10, Αγγλικής Διαταγής Ο 16 r 11, καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της υπό κρίση Δικονομικής διάταξης : «Under it the Court has power to carry out the intention of the judicature acts, namely , to secure the determination of all disputes relating to the same subject matter, without the delay and expense of separate actions». Στην Αγγλική υπόθεση Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου : «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Στην απόφαση Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034 αναγνωρίστηκε ότι η Δ.9 θ 10 είναι προσαρμοσμένη στην παλαιά Αγγλική Δ.16 θ 11και το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά : «Η Δ.9, θ. 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει εξουσία για την έκδοση διαταγής για τη συνένωση προσώπου ως διαδίκου, εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η Δ.9, θ. 10, είναι προσαρμοσμένη στις διατάξεις της Ord. 16, r.l 1, των παλαιών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, αποκαλυπτική της ερμηνείας των αντίστοιχων Αγγλικών δικονομικών διατάξεων, σκοπός του διαδικαστικού αυτού κανόνα είναι να καταστήσει δυνατή τη συνένωση μη διαδίκου ως διαδίκου, χάριν της διεξοδικής επίλυσης παντός εγειρομένου θέματος - (Βλ. White Book, 1958, σελ. 345· Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 504· Wilson v. Balcarres, [1893] 1 Q.B. 422, CA.· Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 685).» Στην κυπριακή νομολογία θεμελιακή είναι η απόφαση στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited και Άλλοι ν. Aγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Eταιρείας Γενικών Aσφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688).» Ενώ, ως προς τους παράγοντες οι οποίοι είναι καθοριστικοί για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων ,το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα : «Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος.» Στη μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου ( Αρ. 1),
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213 Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772). Παράλληλα στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Cyproman Services Ltd v. Martin John Coward, ECLI:CY:AD:2018:A162, Π.Ε 140/12, ημερομηνίας 4.4.2018, επανεπιβεβαιώθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να προβεί στη συνένωση προσώπου ως διαδίκου εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του. Από τις πιο πάνω αυθεντίες και σύγγραμμα προκύπτει ότι το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το βασικό κριτήριο που πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ο προτεινόμενος διάδικος να είναι αναγκαίος διάδικος. Ο καθορισμός όμως του εάν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, συναρτάται με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Χ"Δαυϊδ ν. Χ"Δαυϊδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176, Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372 και η πιο πρόσφατη Βασιλική Αγρότου ν. Ιωάννα Αγρότου ECLI:CY:AD:2016:A263, Π.Ε 288/2010, ημερομηνίας 31.5.2016. Περαιτέρω στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959 σελ. 348, υπό τον τίτλο Adding Defendants, καταγράφεται ότι, στην περίπτωση που η προσθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, τότε η αίτηση μπορεί να απορριφθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση επιδιώκεται η προσθήκη ως διαδίκων διευθυντών της Εναγομένης εταιρείας. Η κατ' ισχυρισμόν ευθύνη εγείρεται επί του ότι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης εταιρείας στην επίδικη συναλλαγή. Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας επιδιώκεται η προσθήκη των προτιθέμενων διαδίκων αφορά σε αγωγή για υπόλοιπο λογαριασμού της Εναγομένης εταιρείας. Από τις έγγραφες προτάσεις δεν προκύπτει, ως επίδικο θέμα, η ευθύνη οποιουδήποτε πρόσωπου ως εγγυητή. Αντίθετα με την υπό κρίση αίτηση, η προσθήκη διαδίκου επιδιώκεται σε συνάρτηση με την αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης απαίτησης, με την οποία επιδιώκεται η προσθήκη σχετικών ισχυρισμών στην Έκθεση Απαίτησης και το σχετικό αίτημα έχει ήδη κριθεί ως απορρίπτεο. Συνεπώς στην παρούσα αφενός δεν προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, ως αναγκαίοι διάδικοι, οι προτιθέμενοι διάδικοι και αφετέρου τυχόν έγκριση του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη νέας βάσης αγωγής. Υπό το φώς των πιο πάνω κρίνω ότι οι προτιθέμενοι διάδικοι δεν αποτελούν αναγκαίους διαδίκους για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν μου. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο