← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. CHRYSOSTOMOS MARANGOS BAKERIES LIMITED, Αρ. Γενικής Αίτησης: 524/2017, 8/5/2018

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. CHRYSOSTOMOS MARANGOS BAKERIES LIMITED, Αρ. Γενικής Αίτησης: 524/2017, 8/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ Αρ. Γενικής Αίτησης: 524/2017 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Αιτήτρια και CHRYSOSTOMOS MARANGOS BAKERIES LIMITED Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 8/5/2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδης & Πέτσας ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία: κα Ψωμά για κ. Α. Χατζησέργη Για τον Μεσεγγυούχο, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας: κα Ανδρέου για Pyrgou Vakis LLC. Απόφαση Τα γεγονότα Στις 23/05/17 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στην αίτηση 434/15, η οποία καταχωρήθηκε και γράφτηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 19/09/

  1. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέδωσε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίoν της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας για ποσό €6.767 πλέον νόμιμο τόκο από 22/09/16 πλέον €1.408 έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο από 22/09/16 πλέον ΦΠΑ. Αφού η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε και ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ακολούθησε αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 20/09/17 με την οποία η Αιτήτρια ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) δια του οποίου να καλείται ο Μεσεγγυούχος XXXXX ΛΟΙΖΙΔΗΣ, Παραλήπτης - Διαχειριστής της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας όπως κρατήσει υπό την ασφαλή φύλαξη και έλεγχο του και εξεταστεί, αναφορικά με αγαθά και περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή οποιοδήποτε ποσό χρημάτων τελεί υπό την κατοχή, φύλαξη και έλεγχο και/ή ευρισκόμενο στην κατοχή του, εκ μέρους και δια λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση και/ή επί οιουδήποτε ποσού αυτός κατέχει και επί του οποίου η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμφέρον και να διατάξει αυτόν να μην αποξενώσει από την κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του το ποσό των €9.650,00 για την ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η Αίτηση. Β. Την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον πιο πάνω αναφερόμενο μεσεγγυούχο όπως κρατήσει υπό την ασφαλή φύλαξη και έλεγχο του και μη αποξενώσει και ή αποχωριστεί, το όποιο ποσόν χρημάτων τελεί υπό την κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού, επί του οποίου έχει συμφέρον η Καθ' ης η Αίτηση και όπως αυτό διατεθεί για την πληρωμή και/ή ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €9.650,00 Η αίτηση βασίζεται στο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, κεφάλαιο 6, άρθρα 73 ‑ 81 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ 48, Θ 2 και Δ 43 ‑ 43 Α. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ρενέ Μάρκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια η οποία δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η ομνύουσα εξηγεί ότι στις 23/05/17 εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια της αίτησης 434/15 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας αναφέροντας παράλληλα ότι δεν έχει πληρωθεί κανένα ποσό έναντι του εκ αποφάσεως χρέους. Η ομνύουσα εξηγεί ότι στις 25/09/15 διορίσθηκε από την Τράπεζα Κύπρου δημόσια εταιρεία Ltd ως παραλήπτης και διαχειριστής για ολόκληρη την περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση ο κος XXXXX Λοϊζίδης δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 22/04/05, για ΛΚ 200.000, ημερομηνίας 2/12/05 για ΛΚ385.000 και ημερομηνίας 25/06/10 για απεριόριστο ποσό. Η ομνύουσα αναφέρει ότι πληροφορείται από τον παραλήπτη και διαχειριστή ή από τους υπαλλήλους του ότι ο ίδιος ο παραλήπτης έχει πουλήσει ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση και από το προϊόν της πώλησης έχει εξοφλήσει τα διάφορα ομόλογα παραμένοντας στην κατοχή και φύλαξή του ένα ποσό χρημάτων, «σεβαστό», όπως η ίδια το αποκαλεί, το οποίο κατά την ομνύουσα δικαιούται η Αιτήτρια. Μαζί με την καταχώρηση της κυρίως αίτησης καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση ίδιας ημερομηνίας με την οποία η Αιτήτρια ζητά ως ακολούθως: Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) δια του οποίου να καλείται ο Μεσεγγυούχος XXXXX ΛΟΙΖΙΔΗΣ, Διαχειριστής - Παραλήπτης της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας όπως κρατήσει υπό την ασφαλή φύλαξη και έλεγχο του τα αγαθά και περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή οποιοδήποτε ποσό χρημάτων τελεί υπό την κατοχή, φύλαξη και έλεγχο και/ή ευρισκόμενο στην κατοχή του, εκ μέρους και δια λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση και/ή επί οιουδήποτε ποσού αυτός κατέχει και επί του οποίου η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμφέρον και να διατάξει αυτόν να μην αποξενώσει από την κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του το ποσό των €9.650,00σ μέχρι τελικής αποπεράτωσης τους παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ομοίως με την κυρίως Αίτηση και η εν λόγω αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Μάρκου στην οποία, αφού επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς ως αυτοί αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει ότι αποτελεί πεποίθησή της ότι η έκδοση του μονομερούς αιτουμένου διατάγματος δεν επηρεάζει τα συμφέροντα κανενός κατά τρόπον δυσμενή, ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατον, να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο νομίζοντας ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία δεν έχει άλλην περιουσία. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρώντας ότι υπάρχει καλή υπόθεση για να δοθεί άδεια προς έκδοση διατάγματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα του XXXXX Λοϊζίδη ως παραλήπτη και διαχειριστή των Καθών η Αίτηση, ζητά όπως τέτοιο εκδοθεί για το συνολικό ποσό των €9.650, ώστε το αναφερόμενο ποσό να πληρωθεί στην Αιτήτρια από τον μεσεγγυούχο για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, δυνάμει της απόφασης που ενεγράφει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το Δικαστήριο επιλαμβάνοντας την αίτηση εξέδωσε το διάταγμα που ζητήθηκε, το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο στις 19/10/
  2. Η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλώνοντας ότι δεν θα καταχωρήσει ένσταση. Ο μεσεγγυούχος καταχώρησε στις 27/11/17 ένσταση προβάλλοντας ως συγκεκριμένους λόγους ένστασης τους ακόλουθους: Α. Ο Μεσεγγυούχος ουδέν ποσό κατέχει ή και έχει υπό τον έλεγχο του προς όφελος, για λογαριασμό ή και εκ μέρους της Καθ'ης η αίτηση και ουδέν ποσό του επιτρέπεται ή και πρέπει να της αποδώσει. Β. Τυχόν έκδοση διατάγματος ως η αίτηση θα ήταν σε αντίθεση και θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. | και ειδικά των άρθρων 89 και 300 του Κεφ. 113 και θα έχει ως αποτέλεσμα ο Μεσεγγυούχος να παραβεί τις κατά νόμο και δυνάμει του εγγράφου διορισμού του υποχρεώσεις του. Γ. Οποιοδήποτε ποσό κατέχει ο Μεσεγγυούχος υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της Καθ' ης η αίτηση πρέπει να αποδοθεί σε τρίτα πρόσωπα και όχι στην Καθ ' ης η αίτηση ή και στην αιτήτρια. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Λοϊζίδη, του παραλήπτη δηλαδή και διαχειριστή της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας. Ο ομνύων αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στην οποία κάνει αναφορά. Ο ομνύων αποδέχεται τόσο την έκδοση απόφασης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όσο και την πορεία της υπόθεσης που ακολουθήθηκε για την εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης. Επί της ουσίας όμως της αίτησης ο ομνύων αναφέρει ότι στη βάση των εξουσιών και καθηκόντων του ως παραλήπτη και διαχειριστή προέβηκε σε πώληση περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση, έχει προβεί σε διάφορες πληρωμές και παραμένει στα χέρια του το ποσό των €10.326.
  3. Το συγκεκριμένο ποσό αναφέρει ότι έχει ληφθεί κατόπιν πώλησης εξοπλισμού και αυτοκινήτων τα οποία κατέχοντας από την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία στη βάση συμφωνιών ενοικιαγοράς με την Τράπεζα Κύπρου, εξηγώντας ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία τελούσαν υπό πάγια επιβάρυνση προς όφελος της τράπεζας για οφειλόμενα από την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία προς την Τράπεζα ποσά. Εξηγεί δε ο ομνύων ότι η Καθ' ης η Αίτηση συνεχίζει να οφείλει προς την Τράπεζα ποσά πολύ πέραν του αναφερόμενου ποσού που παραμένει στα χέρια του ιδίου. Εκφράζει την πεποίθηση ότι το εν λόγω ποσό το δικαιούται η Τράπεζα, αφού σύμφωνα με τις συμφωνίες ενοικιαγοράς, οι οποίες τερματίστηκαν από την τράπεζα ο εν λόγω εξοπλισμός της ανήκει. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο ομνύων λέει ότι σύμφωνα με τις συμβουλές των δικηγόρων του, με βάση τους όρους ομολόγου επιβάρυνσης, δυνάμει του οποίου διορίσθηκε καθώς και δυνάμει του άρθρου 89 του περί Εταιρειών Νόμου οποιοδήποτε ποσό έλαβε από πώληση περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση αυτό το ποσό πρέπει να καταβληθεί σύμφωνα με τις προτεραιότητες που τιθενται στο Νόμο. Επισημαίνει ότι τα έξοδα παραλαβής και διαχείρισης ανέρχονται μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης του δήλωσης στο ποσό των €3.000 και τονίζει ότι το ύψος των οφειλών προς τους προνομιούχους πιστωτές ανέρχεται σε € 1.640.
  4. Προς τούτου επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης της Καθ' ης η Αίτησης εξηγώντας ότι αυτό καταδεικνύει τα οφειλόμενα προς τους προνομιούχους πιστωτές ποσά αλλά και το ύψος του οφέλους των πάγιων επιβαρύνσεων επί εξοπλισμού και αυτοκινήτων που έχει η τράπεζα. Ο ομνύων καταλήγει ότι λαμβάνει συμβουλή από τους δικηγόρους του, εν όψει της πιο πάνω ανάλυσης, που έχει παραθέσει ότι κανένα ποσό δεν κρατά εκ μέρους ή προς όφελος ή για λογαριασμό είτε από έναν προνομιούχο ή άλλων πιστωτών, είτε της ίδιας της Καθ' ης η Αίτηση και κανέναν ποσό θα αποδώσει είτε στους προνομιούχους ή άλλους πιστωτές είτε στην Καθ' ης η Αίτηση, θέτοντας ευθέως ότι εάν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια, αυτό θα είναι κατά παράβαση του νόμου και των υποχρεώσεων του και τέτοια πληρωμή θα είναι εις βάρος τόσο της Τράπεζας και όλων των προνομιούχων και άλλων πιστωτών. Με αυτή την αιτιολόγηση και το σκεπτικό ζητά από το Δικαστήριο να μην εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Μετά την καταχώρηση της ένστασης από πλευράς του μεσεγγυούχου η πλευρά της αιτήτριας αντέδρασε με καταχώρηση αίτησης για αντεξέταση η οποία εν τέλει αποσύρθηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς. Ο δικηγόρος της αιτήτριας καταχώρησε αναλυτική αγόρευση προς υποστήριξη των θέσεών του, ενώ στον αντίποδα ο συνήγορος για τον μεσεγγυούχο διαχειριστή ήτο λακωνικός παραθέτοντας στο Δικαστήριο μόνο τις προϋποθέσεις του άρθρου 89 του περί Εταιρειών Νόμου στη δική του αγόρευση. Δεν θα γίνει λεπτομερής αναφορά στους ισχυρισμούς των πλευρών, όπως έχουν παρατεθεί στις αγορεύσεις τους, αναφορά θα γίνει όπου κρίνεται απαραίτητο θα αρκεστώ όμως, θα αναφέρω ότι μελέτησα με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης την αίτηση την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις και τα Τεκμήρια που καταχωρήθηκαν στην υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δυνατότητα εκτέλεσης με κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζεται από τα ΄Αρθρα 73-81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 τα οποία ασχολούνται με τη μέθοδο εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης γνωστής ως κατάσχεσης περιουσίας που ήδη βρίσκεται ή που έχει να λαμβάνει ο εξ αποφάσεως χρεώστης από τρίτο άτομο. Η διαδικασία αυτή τυγχάνει εφαρμογής όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης αναλύθηκαν στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd. κ.α.

(1990)1 Α.Α.Δ. 28. Το ΄Αρθρο 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6 προβλέπει τα εξής: «Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.» Σύμφωνα δε με το ΄Αρθρο 78 του ΚΕΦ. 6 το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απαίτησης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Το ΄Αρθρο 73 του ΚΕΦ. 6 διαφοροποιείται από τη σχετική Αγγλική Νομοθεσία αφού δεν περιορίζεται σε έκδοση διατάγματος Μεσεγγύησης σε χρέη όπως συμβαίνει στην Αγγλία. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις (securities) για χρηματικά ποσά[1]. Σχετικό με το υπό εξέταση θέμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Τόμος 16, σελ. 79, παράγραφος 119: «Attachment of debts in general. Attachment of debts is a process by means of which a judgment creditor is enabled to reach money due to the judgment debtor (t) which is in the hands of a third person (u). For this purpose the ordinary methods of execution are inapplicable (a); but there is power to order the third person to pay to the judgment creditor the debt due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the judgment creditor's claim (b). In this connection, the third person in whose hands is the money which is sought to be attached is called the garnishee, the requisite proceeds are known as garnishee proceedings, and the necessary order is called a garnishee order (c). A separate, but similar procedure is provided for the case where the third person is the Crown (d).» Η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του ΚΕΦ.6, και τρόπος κατάσχεσης έγιναν αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις F. Hoffman La Roche and Co. AG v. InterContinental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd.
(1969)1 C.L.R. 106, ( σελίδες 113-114 ) καθώς και στην υπόθεση Choice Investments Ltd. v. Jeronimon Investments
(1981)1 All E.R. 225 όπου ο Λόρδος Denning M.R. ανέλυσε την έννοια της λέξης «Garnishee». Παραθέτω από την υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co. AG (πιο πάνω) σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 113 της απόφασης: «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of α writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.» Η ακολουθητέα διαδικασία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Aφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Η φύση της διαδικασίας για έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης αναφέρθηκε στην υπόθεση Heatron Co. Ltd. v. B.M. Rising Engineering Works Ltd αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari ημερομηνίας, 6.5.
  1. Παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ΄ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc, Πολ. Εφεση 9423 ημερ. 28.1.
  2. Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Όπως έχει τονιστεί στις υποθέσεις George Th. Rossides v. Emettullah Hajitosoun (VIII) C.L.R. 43 και Carna Plants Ltd. v. Masalcha and others (πιο πάνω) η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις διατάξεις του ΄Αρθρου 78 του ΚΕΦ.
  3. Η πιο πάνω διαδικασία για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) ο Αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής, (β) ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου και (γ) ταυτόχρονα να υπάρχει την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος. Τονίζεται ότι είναι επάναγκες να υπάρχει η σχέση πιστωτή-χρεώστη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει το μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο. Με άλλα λόγια πρέπει να υπάρχει χρηματικό ποσό οφειλόμενο στον εξ αποφάσεως χρεώστη. Ο όλος σκοπός της διαδικασίας μεσεγγύησης είναι να καταστήσει τα χρέη που οφείλονται στον εξ αποφάσεως χρεώστη από τρίτα πρόσωπα, περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς εκτέλεση[2]. Στην υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το διάταγμα μεσεγγύησης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Η φύση του συμφέροντος καθορίζεται στην πιο πάνω απόφαση ως ακολούθως: «Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο Νόμος ορίζει (΄Αρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου - «beneficially interested». Ο αγγλικός όρος «beneficially interested» είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος». Ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι το συμφέρον το οποίο προβλέπει το ΄Αρθρο 73 ενυπάρχει και όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης έλκει το δικαίωμα του από τις αρχές της επιείκειας («equity»). Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του ΄Αρθρου 73 του όρου «beneficially interested» και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους.» Δεδομένου δε ότι το ΄Αρθρο 78 δίδει εξουσία για έκδοση οιονδήποτε διατάγματος προς εκτέλεση της απόφασης, καθίσταται ως δεύτερη προϋπόθεση η δυνατότητα ευχέρειας να εκτελεστεί η απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν εκδίδεται διάταγμα μεσεγγύησης. Επισημαίνεται βέβαια ότι ακόμα και αν πληρούνται οι συσσωρευτικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στην υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω), το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα της οριστικοποίησης του διατάγματος και αποφασίζει το ζήτημα αυτό αφού λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να προχωρήσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του διατάγματος στην περίπτωση όπου μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι τρίτο πρόσωπο έχει συμφέρον ή επιβάρυνση ή δικαιώματα στο υπό κατάσχεση χρέος. Σχετική μάλιστα η διαδικασία διερεύνησης τέτοιων συνθηκών που περιγράφεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Διαταγή 43, Θεσμοί 1, 2, και
  4. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές. Για το σκοπό αυτό θεωρώ αναγκαίο να καταγράψω τα γεγονότα εκείνα τα οποία αποτελούν τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σε συνδυασμό και συσχετισμό με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που εφαρμόζονται. Από τις ενόρκους δηλώσεις που κατατέθηκαν εκατέρωθεν προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 30/12/2016 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση για το συνολικό ποσό των € 6.767 με νόμιμο τόκο από 22/09/2015 ενώ περαιτέρω επιδικάστηκαν €1.408 έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον €34 πραγματικά έξοδα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η εν λόγω απόφαση με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/09/2017, καταχωρήθηκε και ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης. Ακολούθησε στις 20/09/2017 η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ενώ κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε και η μονομερής αίτηση ως περιγράφεται ανωτέρω στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη και το σχετικό διάταγμα. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει με βάση τις αρχές που αναφέρονται ανωτέρω αν πληρούνται οι 3 συσσωρευτικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στην υπόθεση Carna Plants Ltd (ανωτέρω.) Στο πλαίσιο δε της υπό κρίση αίτησης δεν χρειάζεται να με απασχολήσει η πρώτη προϋπόθεση ως έχει περιγραφεί με λεπτομέρεια ανωτέρω, αφού είναι παραδεκτό ότι εκκρεμεί εξ αποφάσεως οφειλή δυνάμει δικαστικής απόφασης υπέρ της Αιτήτριας. Θα προχωρήσω να εξετάσω την δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση και συγκεκριμένα την ύπαρξη σχέσης χρεώστη μεταξύ του μεσεγγυούχου και των Καθ΄ ων η αίτηση. Αυτό ουσιαστικά είναι και το μόνο σημείο που θίγεται από πλευράς του μεσεγγυούχου αν και ομολογουμένως δεν τίθεται ευθέως στην ένσταση του. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 1093-1096ː Σελ. 1093: "It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee" . . . . . . . . . . . . . "There must be money due to the judgment debtor ". . . . . . . .... "A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him". Σελ. 1096: "What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desires to do so". Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 17, παρα.528, σελ.328: «
  5. Relation of debtor and creditor must exist. Money in the hands of a third person, where the relation of debtor and creditor does not exist between him and the judgment debtor, cannot be attached.» Είναι φανερό από το άρθρο 73 και την πιο πάνω νομολογία ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης είναι η ύπαρξη άμεσου συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη επί του αντικειμένου της μεσεγγύησης. Αν δηλαδή ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να ενάγει τον μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει, τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση Τόμος 17, παρα.527, σελ.327: «To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt.» Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν συμφέρον στο ποσό που τελεί υπό την φύλαξη ή τον έλεγχο του Παραλήπτη. Στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha & Others,(ανωτέρω), στη σελ.33 αναφέρονται τα εξής σ' όσον αφορά «το συμφέρον» του εξ αποφάσεως χρεώστη: «Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου «beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους.» Κρίνω σημαντικό να παραθέσω την ιδιαιτερότητα που προκύπτει λόγω του ρόλου του μεσεγγυούχου ως διαχειριστή και παραλήπτη της περιουσίας της Καθ΄ ης η αίτηση δυνάμει κυμαινόμενων ομολόγων επιβάρυνσης. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεκτό ότι ο μεσεγγυούχος διαχειριστής και παραλήπτης της Καθ΄ ης η αίτηση XXXXX Λοϊζίδης έχει διοριστεί ως τέτοιος μετά από ενεργοποίηση εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου των κυμαινόμενων ομολόγων επιβάρυνσης τα οποία είχαν εξασφαλίσει από την Καθ΄ ης η αίτηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση φαίνεται ότι ο διαχειριστής και παραλήπτης αρνείται τη θέση που προβάλλεται από την Αιτήτρια, ότι δηλαδή τα κυμαινόμενα ομόλογα έχουν ικανοποιηθεί και παραμένει στα χέρια του κάποιο ποσό. Η αλήθεια είναι ότι δεν παρατίθενται επί τούτου ικανοποιητικές λεπτομέρειες και το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει ότι ο διαχειριστής επέλεξε να μην παραθέσει όλα εκείνα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για να κατανοήσει το Δικαστήριο για ποιον λόγο βρίσκεται στα χέρια του το ποσό που επικαλείται και δεν έχει ακόμα αποδοθεί στον νόμιμο δικαιούχο του, που ως ισχυρίζεται είναι η Τράπεζα Κύπρου. Παρα ταύτα προκύπτει ότι το προϊόν στα χέρια του Παραλήπτη αποτελεί ποσό μετα από άσκηση των δικαιωμάτων της Τράπεζας δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th edition Vol. 15, 2009, σελ. 552 η κυμαινόμενη επιβάρυνση ερμηνεύεται ως ακολούθως: '
  6. Meaning of 'fixed charge' and 'floating charge'. The terms 'floating charge and 'floating security' mean a charge or security which is not to be put into immediate operation, but is to float over a company's assets so that the company is allowed to carry on its business. While a specific (or 'fixed') charge is one which without more fastens on ascertained and definite property or property capable of being ascertained and defined, a floating charge moves with the property which is intended to affect until some event occurs or some act is done which causes it to settle and fasten on the subject of the charge within its reach and grasp. The essence of a floating charge is that it is a charge, not on any particular asset, but on a fluctuating body of assets which remain under the management and control of the charger; and the charger has the ability to dispose of and deal with the charged asset and, if necessary, to remove it from the security without first requiring the permission or consent of the chargee; the essence of a fixed charge is that the charge is on a particular asset or class of assets which the chargor cannot deal with free from the charge without the consent of the chargee'. και στη σελ. 556: '
  7. Effect of floating charge. A floating security being only a charge on the assets for the time being, the company may in the ordinary course of its business, unless otherwise agreed and until the security becomes fixed, sell, mortgage, or otherwise deal with any of its assets, just as if the floating charge had not been created. It follows that, if the company enters into a specifically enforceable agreement to sell land, the subsequent crystallisation of the charge will not afford a defence to a claim by a purchaser for specific performance of that agreement. Όταν αποκρυσταλλωθεί καθίσταται επιβάρυνση επί όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Δίδει στον κάτοχο της προτεραιότητα έναντι μη εξασφαλισμένων πιστωτών ή μεταγενέστερων επιβαρύνσεων (βλ. Halsbury's Laws of England, 5th edition Vol. 15, 2009, σελ. 560) Έχει ξεκαθαριστεί ότι ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής δικαιούται την κατοχή ολόκληρης της περιουσίας που δεν υπόκειται σε προγενέστερες επιβαρύνσεις. Αυτό εξυπακούει και την δυνατότητα διαχείρισής της. Αυτό που δεν δικαιούται να κάνει είναι να συνεχίσει να διαχειρίζεται την Εταιρεία και την περιουσία της αφού ικανοποιηθούν οι πιστωτές δυνάμει του ομολόγου, αυτοί που τον διόρισαν δηλαδή. Σε σχέση με τους πιστωτές της εταιρείας και τις διαδικασίες κατάσχεσης εις χείρας τρίτου υπάρχει ξεκάθαρη και παλαιά νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων όπου έχει διασαφηνίσει ότι ακόμα και εάν το διάταγμα για κατάσχεση εις χείρας τρίτου καταστεί απόλυτο πριν τον διορισμό παραλήπτη δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης , εκτός και εάν τα χρήματα έχουν ήδη πληρωθεί στον πιστωτή, το διάταγμα δεν μπορεί να εφαρμοστεί και τα δικαιώματα του παραλήπτη έναντι του πιστωτή υπερισχύουν. (Βλ. σχετικά Re Opera Ltd [1891] 3Ch.260,Norton v Yates [1906] 2 KB 746). Συνεπώς η νομολογία καταδεικνύει ότι ένας πιστωτής δεν μπορεί να κατασχέσει χρέος που βρίσκεται στα χέρια τρίτου και οφείλεται σε υπό διαχείριση εταιρεία εάν αυτή η εταιρεία είναι κάτω από διαχείριση δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Το χρέος το οποίο βρίσκεται στα χέρια τρίτου πρέπει να περιέλθει στα χέρια του παραλήπτη. Συνεπώς vis a vis το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει τον διαχειριστή δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων σε πιστωτή εκτός και εάν η διαδικασία κατάσχεσης ολοκληρωθεί πριν τον διορισμό παραλήπτη δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. (βλ. The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda QC, 4th ed, 2006, σελ. 220-223) Σε ότι αφορά την θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή για ενεργοποίηση του άρθρου 89 αυτή θεωρώ ότι ουδόλως ευσταθεί. Στο εγχώριο δίκαιο στην περίπτωση όπου ο κάτοχος χρεωστικού ομολόγου κατέχει ομόλογο εταιρείας, με κυμαινόμενη επιβάρυνση, και η εταιρεία κατά τον χρόνο που εξασκούνται τα δικαιώματα των χρεωστικών ομολόγων δεν βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης, ενεργοποιείται το άρθρο 89 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφάλαιο 13 το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: Πληρωμή ορισμένων χρεών από ενεργητικό που υπόκειται σε κυμαινόμενη επιβάρυνση κατά προτεραιότητα έναντι αξιώσεων με βάση την επιβάρυνση 89.-
(1)Όταν διορίζεται παραλήπτης εκ μέρους των κατόχων χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εξασφαλισθέντων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, ή οι κάτοχοι χρεωστικών ομολόγων ή πρόσωπο εκ μέρους των λαμβάνει κατοχή ιδιοκτησίας που περιλαμβάνεται ή υπόκειται στην επιβάρυνση, τότε αν η εταιρεία δεν βρίσκεται κατά το χρόνο εκείνο υπό εκκαθάριση, τα χρέη που σε κάθε εκκαθάριση πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπόλοιπων χρεών σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V που σχετίζονται με προτιμησιακές πληρωμές που πληρώνονται κατά προτεραιότητα από άλλα χρέη, πληρώνονται από ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του παραλήπτη ή άλλου προσώπου που λαμβάνει κατοχή όπως προαναφέρθηκε κατά προτεραιότητα οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά με τα χρεωστικά ομόλογα.
(2)Κατά την εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, το άρθρο 300 ερμηνεύεται ωσάν η διάταξη για πληρωμή συσσωρευμένων απολαβών για διακοπές καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερματισμό της απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διατάγματος για εκκαθάριση ή ψηφίσματος ήταν διάταξη για την καταβολή τέτοιας αμοιβής που καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερματισμό απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διορισμού παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε.
(3)Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στις αναφερόμενες στο Μέρος V διατάξεις υπολογίζονται από την ημερομηνία του διορισμού του παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα με την περίπτωση.
(4)Οποιεσδήποτε πληρωμές που έγιναν με βάση το άρθρο αυτό θα εκπίπτουν κατά την έκταση που είναι δυνατό από το ενεργητικό της εταιρείας που είναι διαθέσιμο για την πληρωμή συνήθων πιστωτών. Συνεπώς τα χρήματα οφείλονται απ'ευθέιας στους προνομιούχους πιστωτές ως αυτοί αναφέρονται στο άρθρο 300 του Κεφ. 113, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι υπαλλήλοι κατά τον ουσιώδη χρόνο διορισμού του παραλήπτη. Συνεπώς διαφωνώ με την θέση του κ. Λοιζίδη ότι τα ποσά που κρατεί ο ίδιος ανήκουν στους κατόχους των ομολόγων , αφού κατά παραδοχή του ιδίου στην υπό εξέταση διαχείριση εφαρμόζεται το άρθρο 89 του Κεφ.113 συνεπώς ο διαχειριστής όφειλε να προβεί πρωτίστως στις προνομιακές πληρωμές δυνάμει του άρθρου 300 του Κεφ.113, μέρος των οποίων είναι και οι πληρωμές των μισθών και δικαιωμάτων των εργαζομένων της Εταιρείας, όπως αδιαμφισβήτητα ήταν και η Αιτήτρια, όπως αυτά οφείλονταν στις 25/9/2015 όταν και διορίστηκε ο Παραλήπτης-Διαχειριστής της Καθ'ης η Αίτηση εταιρείας. Το γεγονός ότι ο ίδιος θεωρεί ότι το άρθρο 89 ενεργοποιείται μετά την ικανοποίηση των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης αποτελεί μάλλον λανθασμένη ανάγνωση και εφαρμογή του νόμου από τον ίδιο. Το Δικαστήριο ενδεχομένως να μπορούσε να καταλήξει ότι το χρέος ήταν κατασχέσιμο νοουμένου ότι η Αιτήτρια μπορούσε να αποδείξει ότι αφορούσε μισθούς και ωφελήματα που οφείλονταν στην ίδια κατά την 25/9/2015 όταν διορίστηκε ο Παραλήπτης -Διαχειριστής και τα οποία σε κάθε περίπτωση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 89 του Κεφ. 113, έπρεπε να της είχαν καταβληθεί ως προνομιακή πληρωμή πριν την πληρωμή οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά με τα ομόλογα. Τέτοια γνώση όμως δεν υπάρχει στο Δικαστήριο και με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία δεν προκύπτουν αυτά τα δεδομένα. Συνεπώς η αξίωση της Αιτήτριας ελλείψη περαιτέρω στοιχείων πρέπει να τύχει μεταχείρισης ως ένα οιονδήποτε εξ'αποφάσεως χρεός όταν και ενεργοποιούνται οι πρόνοιες που έχουν αναφερθεί ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν λαμβάνει προτεραιότητα έναντι της διαχείρισης. Με βάση αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν πληρείται και ότι το ποσό που υπάρχει στα χέρια του μεσεγγυούχου δεν είναι κατασχέσιμο. Ως εκ της ως άνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Συνεπακόλουθα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν διάταγμα nisi ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας το θέμα των εξόδων αυτό με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα λόγω της φύσης της αίτησης, που αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Θεωρώ υπό τας περιστάσεις και λόγω του πρωτότυπου των ζητημάτων που έχουν εγερθεί ειδικά σε σχέση με την διαχείριση της Καθ'ης η Αίτηση και την εφαρμογή των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, η πιο αρμόζουσα διαταγή ως προς τα έξοδα είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. (Υπ.) Ε. Ευθυμίου-Ανδρεου , E.Δ Πιστον αντιγραφον Πρωτοκολλητης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.