← Κύπρος

Παπασάββα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9255/2010, 11/5/2018

Παπασάββα ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9255/2010, 11/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 9255/2010 Μεταξύ: XXXXX Παπασάββα Ενάγοντα και

  1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. XXXXX Κουνναφή Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 11 Μαΐου ,
  3. Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Χριστάκη Για την Εναγόμενη 1: κ. Θ. Οικονόμου Για τον Εναγόμενο 2: κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας, με αναφορά σε δύο δημοσιεύματα της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 30.10.2010 και ημερομηνίας 1.11.2010, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή λίβελλο. Επιπλέον ο Ενάγοντας αξιοί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ
  1. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι στις εκδόσεις της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερομηνίας 30.10.2010 και 1.11.2010 προέβησαν στην δημοσίευση δυσφημιστικών, για τον ίδιο, δημοσιευμάτων. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους παραδέχθηκαν την έκδοση των επίδικων δημοσιευμάτων, αλλά για το δημοσίευμα ημερομηνίας 1.11.2010 αρνήθηκαν ότι αφορούσε τον Ενάγοντα. Περαιτέρω υποστήριξαν ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν ήταν δυσφημιστικά και σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκαν ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Τα επίδικα δημοσιεύματα Τα δημοσιεύματα στα οποία αναφέρεται ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του και τα οποία θεωρεί δυσφημιστικά είναι τα ακόλουθα : «(α)«παπασάββας» Δίνει πίσω €17.000 μετά την κατσάδα Χριστόφια ΓΡΑΠΤΩΣ τα έψαλε στο βοηθό γενικό εισαγγελέα ο Πρόεδρος για τα εμφυτεύματα. Δεν κόπασε όμως ο σάλος με την επιστροφή των χρημάτων στο υπ. Υγείας. Λάδι στη φωτιά έριξαν οι νέες δηλώσεις Παπασάββα. Θα συνεχιστούν οι έρευνες, δηλώνει ο Πατσαλίδης.» (β) «Επιστολή Χριστόφια προς Παπασάββα ΕΠΙΣΤΟΛΗ του Προέδρου Χριστόφια έχει στα χέρια του ο ΒοηΘός Γενικός Εισαγγελέας XXXXX Παπασάββας, για το θέμα της πληρωμής των δέκα εμφυτευμάτων του. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που ασχολήθηκε με το Θέμα και φαίνεται να παρουσιάζεται ενοχλημένος από την τροπή που πήρε, το συζήτησε με συνεργάτες του. Μάλιστα πριν αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες, ετοίμασε επιστολή προς τον κ. Παπασάββα με τις Θέσεις του όσον αφορά το σοβαρό ζήτημα που προέκυψε. Η επιστολή έφτασε στα χέρια του κ. Παπασάββα την Τετάρτη. Δεν αποκλείεται μάλιστα η επιστολή να είχε βαρύνουσα σημασία στην απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να αποφασίσει τελικά να επιστρέψει το ποσό που πήρε από το Υπουργείο Υγείας για την επιδιόρθωση των δοντιών του. 0 ίδιος πάντως ο κ. Παπασάββας σε δηλώσεις του (σημειωτέον επέλεξε μόνο το ΡΙΚ) ανέφερε ότι ένας από τους λόγους που τον ώθησαν να επιστρέψει τα χρήματα, είναι το γεγονός ότι βάλλεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αφορμή την υπόθεση, επειδή είναι αυτός που τον διόρισε στη θέση του.» (γ) «μικρές απορίες Χρυσοδόντης στην κυριολεξία, ...φαφούτης στη δεοντολογία. Ασπροδόντης εμφανισιακά, ξεδόντας εσωτερικά. Ομορφοδόντης στο γυαλί, ξεδόντας-παραθύρας, ηθικά. Δόντια-μαργαριτάρια στο φακό, αλλά ούλα πρησμένα και γυμνά στο λαό. Ποιος είναι; Έλα μου ντε! 0 Απορών» Παραδεκτά γεγονότα Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας, 6.10.2017 δηλώθηκαν από τους διαδίκους τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα :
  2. 0 Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, από 1.5.
  3. Ο Ενάγων είναι γνωστός και με το όνομα XXXXX Παπασάββας.
  4. Η Εναγόμενη αρ. 1 είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το Νόμο με έδρα τη Λευκωσία και κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και/ή εκδότρια εταιρεία της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος».
  5. Η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» που εκδίδεται από την Εναγόμενη 1, κυκλοφορεί ευρέως ανά το παγκύπριο με χιλιάδες φύλλα ημερήσιας κυκλοφορίας, ενώ πρόσθετα κυκλοφορεί και στο εξωτερικό όπως επίσης δημοσιεύεται στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή.
  6. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο κατά Νόμο υπεύθυνος και Διευθυντής της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», στην οποία κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολείτο και με την αρθρογραφία.
  7. Η Εναγόμενη 1 έχει στην ιδιοκτησία της ή/και στην κατοχή της ή/και εκμεταλλεύεται ή/καί χρησιμοποιεί ως εκδότρια το διαδίκτυο ή/και τις ιστοσελίδες http://www.philenews.com ή/και www.phileleftheros.com, οι οποίες είναι απόλυτα προσβάσιμες στο αναγνωστικό κοινό. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας και κατατέθηκαν οκτώ
(8)τεκμήρια. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο του πρώτου φύλλου της εφημερίδας Φιλελεύθερος 30.10.2010, ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο της σελίδας 28 της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 30.10.2010, ως Τεκμήριο 3 Βεβαίωση από το Πρακτορείο Τύπου Κρόνος Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 12.6.215, αναφορικά με τις πωλήσεις της εφημερίδας Φιλελεύθερος της ημερομηνίας 30.10.2010 και 01.11.2010, ως Τεκμήριο 4 πιστό αντίγραφο της σελίδας 07 της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 01.11.2018, ως Τεκμήριο 5 πιστό αντίγραφο της πρώτης σελίδας της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 02.11.2010, ως Τεκμήριο 6 πιστό αντίγραφο της σελίδας 03 της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 02.11.2010, ως Τεκμήριο 7 πιστό αντίγραφο της σελίδας 09 της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερομηνίας, 02.11.2018, και ως Τεκμήριο 8 την Κανονιστική Διοικητική Πράξη 1730/09 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15.05.
  1. Ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις σπουδές του και στην ακαδημαϊκή και επαγγελματική του σταδιοδρομία, δηλώνοντας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε την θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Στη θέση αυτή διορίστηκε από τον Πρόεδρο την Δημοκρατίας την 1.5.2010 και αφυπηρέτησε από αυτήν την 1.7.
  2. Η σταδιοδρομία του στη Νομική Υπηρεσία άρχισε το 1977 και έκτοτε έλαβε πολλές προαγωγές στη βάση κρίσεων της ΕΔΥ, υπό διαφορετικές συνθέσεις κάθε φορά, και χωρίς να καταχωρηθεί οποιαδήποτε προσφυγή εναντίον των προαγωγών του. Ο Ενάγοντας δήλωσε ότι είναι έγγαμος, πατέρας δύο τέκνων και εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει είναι πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία για το ηθικό επίπεδο, την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα του και χαίρει μεγάλης εκτίμησης και υπόληψης. Αναφορικά με τα δημοσιεύματα Τεκμήρια 1 και 2 δήλωσε ότι είναι άκρως προσβλητικά, περιέχουν ανακρίβειες και ύβρεις, στόχευαν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του, την εντιμότητά του, την ακεραιότητά του, την αμεροληψία του και τη σωστή διαχρονική του πορεία στη Νομική Υπηρεσία. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 δήλωσε ότι αυτό καθρέφτιζε τον ίδιο και ήταν επίσης δυσφημιστικό. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δήλωσε ότι πριν τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων δεν ζητήθηκε η άποψη του αλλά αντίθετα υπήρξαν πολλά δημοσιεύματα από την ίδια εφημερίδα, ως συστηματική προσπάθεια να πληγεί η προσωπικότητα του, ως ανθρώπου, ως επιστήμονα, ως δικηγόρου και ως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Ένεκα των επίδικων δημοσιευμάτων δέχθηκε πολλά τηλεφωνήματα από φίλους και γνωστούς και βρέθηκε εντελώς άδικα στην άβολη και δύσκολη θέση να πρέπει να υπερασπισθεί τον εαυτό του, την αξιοπρέπειά του και το κύρος του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα επίδικα δημοσιεύματα προκάλεσαν προς το πρόσωπό του την απέχθεια και την αποστροφή από το ευρύ κοινό, επειδή η δι' αυτών προσβολή της τιμής και της υπόληψης διαμόρφωσε την άποψη ότι είναι πρόσωπο ανεύθυνο, αναξιοπρεπές και ότι δεν σέβεται το κράτος, τη νομιμότητα και γενικά το κοινό. Τα πιο πάνω επηρέασαν δυσμενέστατα τις κοινωνικές του συναναστροφές. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 το αίτημα του Ενάγοντα προς τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, κυρία Αγρότου, ημερομηνίας 4.2.10 και ως Τεκμήριο 10 η απόφαση στην προσφυγή υπ' αριθμόν 1609/10, ημερομηνίας 27.06.
  3. Τέλος κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, τα πρακτικά της συνεδρίασης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολούθησης Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών ημερομηνίας 9.11.
  4. Ο Ενάγοντας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του. Αρνήθηκε ότι το αίτημά του για την κάλυψη των εξόδων, αναφορικά με τα οδοντικά του εμφυτεύματα, αποτέλεσε έναυσμα για την άμεση υποβολή εισηγήσεων από το Υπουργείο Υγείας για αλλαγή του πλαισίου κάλυψης ιατρικών εξόδων, δηλώνοντας παράλληλα ότι το αίτημα του ήταν απόλυτα νόμιμο και ορθό και αιτιολογημένο και δικαιολογημένο. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι το αίτημά του για κάλυψη των ιατρικών εξόδων για τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων ήταν παράνομο και αντέβαινε στις πρόνοιες του σχετικού κανονισμού. Σε υποβολή που του τέθηκε γιατί δεν υπέβαλε το αίτημα για κάλυψη των ιατρικών εξόδων πριν την τοποθέτηση των οδοντικών εμφυτευμάτων, απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού. Σε υποβολή ότι η θέση του αναφορικά με τον λόγο, που σύμφωνα με το ίδιο είχε επιστρέψει τα χρήματα, είχε καταγραφεί δίπλα από το επίδικο δημοσίευμα Τεκμήριο 2, απάντησε διαβάζοντας αυτούσια τη δήλωση στην οποία προέβη στο ΡΙΚ. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η δήλωση στην οποία προέβη στο ΡΙΚ έχει αυτολεξεί ως ακολούθως : «Από τη στιγμή που η κακόπιστα και άθλια οργανωμένη επιχείρηση λάσπης και διαστρέβλωσης εναντίον μου επιχειρείται ανέντιμα και απόλυτα άδικα, να βάλλει την στοχοπροσήλωση της και στις βολές της και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κύριο Δημήτρη Χριστόφια (που εκτιμούσα και εκτιμώ απεριόριστα) καθώς επίσης και μια αδιαμφισβήτητα έντιμη λειτουργό της Δημόσιας Υπηρεσίας, την Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, κυρία Ανδρούλλα Αγρότη, αποφασίζω: Για αυτούς και μόνο αυτούς τους λόγους και για απολύτως κανέναν άλλο λόγο, αποφασίζω να δώσω τη Δευτέρα το ποσό των 17 χιλιάδων ευρώ στο Υπουργείο Υγείας». Συμφώνησε όμως, τελικά, ότι το Τεκμήριο 2 περιέχει μέρος της δήλωσης που προέβη και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους επέστρεψε το ποσό των € 17.000 στο Υπουργείο Υγείας. Διαφώνησε όμως ακολούθως με την υποβολή ότι ο αναγνώστης της Εναγόμενης 1, έχοντας υπόψη του το σύνολο των δημοσιευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 2 και 7 είχε ολοκληρωμένη εικόνα για την υπόθεση, για τις δηλώσεις και θέσεις του ίδιου και για τη διεξαγωγή ερευνών και διοικητικών και ποινικών απαντώντας ότι το καυτό θέμα ξεκινά από την πρώτη σελίδα και είναι η κατσάδα, το αερόστατο, η επιστολή Χριστόφια και πολλά άλλα. Αρνήθηκε περαιτέρω την υποβολή ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν τον έπληξαν, καθότι παρέμεινε στη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα μέχρι το καλοκαίρι του
  5. Αρνήθηκε επίσης τη θέση που του υποβλήθηκε ότι βαλλόταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε σχέση με την υπόθεση των οδοντικών του εμφυτευμάτων. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 2 επέμεινε ότι το αίτημά του υπεβλήθηκε στα πλαίσια του κανονισμού. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι από το όλο ζήτημα προκλήθηκε μεγάλος ντόρος για το θέμα δηλώνοντας παράλληλα ότι ήταν παρών στη Βουλή για το θέμα και δεν λέχθηκε το παραμικρό εναντίον του. Σε υποβολή που του ετέθη ότι το αίτημα του εγκρίθηκε με μια διαδικασία πρωτοφανούς ταχύτητας απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού το αίτημά του εγκρίθηκε στις 45 με 50 μέρες αντί στις 30 που ορίζει το Σύνταγμα. Αρνήθηκε επιπλέον ότι το ζήτημα των οδοντικών εμφυτευμάτων του αποτέλεσε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με επιστολή του Προέδρου προς το πρόσωπό του και ότι το δημοσίευμα ήταν εύλογο. Επιπρόσθετα ως προς το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν ένα δημοσίευμα σε σατιρική στήλη που εκφράζει μια έντιμη και ειλικρινή γνώμη. Αρνήθηκε επίσης τη θέση που του υπεβλήθη ότι δεν έχαιρε εκτίμησης και επανέλαβε τις θέσεις που ανέπτυξε κατά την κυρίως εξέτασή του, ως προς τη φήμη του. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι καμία ζημία υπέστη από τα επίδικα δημοσιεύματα. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος 2 έχει ευθύνη σαν διευθυντής της Εναγομένης
  6. Περαιτέρω αρνήθηκε τη θέση ότι υπήρχε ξεκάθαρα ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος απαντώντας ότι δεν μπορεί να γεννιούνται ψευτιές και συκοφαντίες για να δικαιολογηθεί η κριτική. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον Ενάγοντα μαρτυρία προσέφερε η πλευρά των Εναγομένων. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Μιχαηλίδης ΜΥ
  7. O ΜΥ1, όπως δήλωσε, είναι ο διευθυντής σύνταξης της Εναγομένης 1, ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου από το 1983 και υπηρέτησε τη δημοσιογραφία σε διάφορα ΜΜΕ. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατατέθηκαν δώδεκα
(12)τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας, 23.10.10, ως Τεκμήριο 12 δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας, 22.10.10, ως Τεκμήριο 13 δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας, 13.11.10, ως Τεκμήριο 14 δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας, 30.10.10, ως Τεκμήριο 15 δημοσίευμα διαδικτυακής εφημερίδας "www.express.gr", ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο από τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία", ημερομηνίας 1.11.10, ως Τεκμήριο 17 ανακοινωθέν του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, ημερομηνίας 22.10.10, ως Τεκμήριο 18 δημοσίευμα της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 13.11.10, ως Τεκμήριο 19 δημοσίευμα της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 3.11.10, ως Τεκμήριο 20 αντίγραφο από την ιστοσελίδα της προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 09.02.14, που αφορούν τις δηλώσεις του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, ημερομηνίας 05.04.11, ως Τεκμήριο 21 αντίγραφο από σύγγραμμα του Ενάγοντα , ημερομηνίας 21.10.
  1. Επιπρόσθετα κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ1 κατατέθηκαν και τα Τεκμήρια Β,Γ,Δ,Ε και Στ προς αναγνώριση. Ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέτασή του αρχικά αναφέρθηκε στις συνθήκες και τα γεγονότα που οδήγησαν, κατά τον ίδιο, στη συγγραφή των δύο επίδικων δημοσιευμάτων. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο Ενάγοντας κατείχε ένα από τα υψηλότερα αξιώματα της Κυπριακής πολιτείας και τον Σεπτέμβριο του 2010 δημοσιεύματα της εφημερίδας Πολίτης παρουσίασαν το ζήτημα της κάλυψης των ιατρικών εξόδων για την τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων. Έκτοτε, το εν λόγω ζήτημα όχι μόνο ήταν θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά ήταν το πρώτο θέμα που απασχολούσε την κοινή γνώμη. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής παρέπεμψε στο Τεκμήριο 16 ενώ κατέθεσε τα Τεκμήρια 11, 12,13,14 και
  2. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν οδήγησαν στην έκδοση ανακοίνωσης από τον Υπουργό Υγείας, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17, και προκάλεσαν δημόσια συζήτηση. Στα πλαίσια αυτού του κλίματος η Εναγομένη 1 δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα. Επεξηγώντας το πρώτο δημοσίευμα το οποίο αποτελείται από τα Τεκμήρια 1 και 2 ο ΜΥ1 παραπέμποντας στο Τεκμήριο 2 δήλωσε ότι σε αυτό γίνεται αναφορά σε δηλώσεις διαφόρων προσώπων και στην πληροφόρηση που είχε η εφημερίδα σχετικά με επιστολή του τότε Προέδρου Χριστόφια προς τον Ενάγοντα. Την εν λόγω πληροφορία είχε ο ίδιος ο ΜΥ1 από στέλεχος του Προεδρικού, το οποίο εμπιστευόταν, και αποφάσισε να την δημοσιεύσει, διότι το περιεχόμενό της ταυτιζόταν με τα γεγονότα της ημέρας και τη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα αναφορικά με τον λόγο που αποφάσισε να επιστρέψει τα χρήματα. Περαιτέρω στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα, Τεκμήρια 1 και 2 , καταγράφονταν πλήρως οι θέσεις του Ενάγοντα και η δήλωσή του ότι τα πάντα έγιναν νομότυπα και δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό. Επιπλέον, η Εναγομένη 1 δημοσίευσε, σε μεταγενέστερη έκδοσή της, τη διάψευση του Ενάγοντα αναφορικά με τη λήψη επιστολής από το Πρόεδρο. Εν σχέση με το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα ο ΜΥ1 δήλωσε ότι αποτελεί χιουμοριστικό λογοπαίγνιο και αποτελεί έντιμο σχόλιο για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το εν λόγω δημοσίευμα αφορά την ηθική πτυχή του θέματος και αποτελούσε έκφραση γνώμης. Ο ΜΥ1 εξέφρασε τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν έχαιρε εκτίμησης και ήταν πολύ συχνά το επίκεντρο αντιπαραθέσεων, δημοσίων συζητήσεων και εντάσεων. Εν κατακλείδι δήλωσε ότι η Εναγομένη 1 κάλυψε το θέμα αντικειμενικά χωρίς υπερβολές και απέρριψε τις θέσεις του Ενάγοντα για ζημίες που υπέστη από τα επίδικα δημοσιεύματα λέγοντας ότι αυτός αφυπηρέτησε κανονικά από το αξίωμα του το
  3. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 κατατέθηκε ως Tεκμήριο 22 αντίγραφο δημοσιεύματος της εφημερίδας Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 30.10.2010, το οποίο αποτελούσε το άρθρο γνώμης του ίδιου του ΜΥ
  4. Περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 διευκρίνισε τα καθήκοντα του στην Εναγομένη 1, ενώ ανέφερε για τον Εναγόμενο 2 ότι τα καθήκοντα του, κυρίως, είχαν να κάνουν με τη διοίκηση, τον «εκδότη» και δεν είχε σχέση με την εφημερίδα αλλά απλά έγραφε μια στήλη. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι το θέμα με τα οδοντικά εμφυτεύματα του Ενάγοντα ήρθε στην επικαιρότητα μέσω δημοσιεύματος της εφημερίδας Πολίτης, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του
  5. Ακολούθως εξήγησε ότι την πληροφόρηση περί επιστολής του Προέδρου προς τον Ενάγοντα την έλαβε την προηγούμενη μέρα του δημοσιεύματος αργά το απόγευμα, βράδυ, και όταν την έλαβε φρόντισε να συμπληρωθεί το ρεπορτάζ χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει εάν έγραψε ο ίδιος το σχετικό άρθρο. Σε ερώτηση που του τέθηκε γιατί δεν επικοινώνησε με τον Ενάγοντα σχετικά με το θέμα της επιστολής του Προέδρου, απάντησε ότι δεν το έκρινε αναγκαίο, καθότι η επιστολή αφορούσε ενέργειες του Προέδρου, δηλώνοντας παράλληλα ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι η επιστολή του Προέδρου, και αρνήθηκε την υποβολή ότι το δημοσίευμα ήταν ψευδές. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το δεύτερο δημοσίευμα, Τεκμήριο 4, δέχθηκε ότι το εν λόγω δημοσίευμα αφορούσε τον Ενάγοντα. Επέμεινε ότι ήταν χιουμοριστικό δημοσίευμα και ό,τι καταγράφεται σε αυτό είναι χιουμοριστικό λογοπαίγνιο, καθώς και ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτελεί έντιμο σχόλιο. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε τις υποβολές ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν δυσφημιστικά, ότι η Εναγομένη 1 ενήργησε με κακοβουλία έναντι του Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας πλήγηκε στην τιμή και υπόληψή του από τα επίδικα δημοσιεύματα. Επόμενη μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν η XXXXX Χριστοδούλου ΜΥ2, η οποία εργάζεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, στο τμήμα του Αρχείου, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη φύλαξη των πρακτικών, επιστολών και η ίδια είναι υπεύθυνη για την κατάθεση των Νομοσχεδίων και των Κανονισμών της Βουλής. Η ΜΥ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο κατέστη Τεκμήριο
  6. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 2, XXXXX Κουνναφής. Ο Εναγόμενος 2 δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ασκούσε δημοσιογραφία από το 1966 μέχρι το
  7. Τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής των Εναγομένων 1 και ο κατά νόμον υπεύθυνος. Τον επίδικο χρόνο δεν είχε ανάμειξη στην αξιολόγηση και δημοσίευση των ειδήσεων. Τα καθήκοντα αυτά τα ανέλαβε ο XXXXX Μιχαηλίδης, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αρχισυντάκτης. Αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με αυτά και δεν είχε γνώση του περιεχομένου τους. Κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος 2 προσδιόρισε ότι ήταν διευθυντής στην εφημερίδα Φιλελεύθερος από το 2003 αλλά δεν θυμόταν πότε ανέλαβε κατά νόμον υπεύθυνος. Ως προς τις ευθύνες του κατά νόμον υπεύθυνου δήλωσε ότι εξ όσων γνώριζε αυτές αφορούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες και δεν ήταν στα καθήκοντα του κατά νόμον υπεύθυνου η αξιολόγηση των ειδήσεων. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι είχε πλήρη εμπιστοσύνη προς τους συνεργάτες του και δεν περιφερόταν στα γραφεία να ελέγχει τι έπραττε ο κάθε ένας από αυτούς. Παρά ταύτα, ως κατά νόμον υπεύθυνος είχε εκ πρώτης όψεως γνώμη για τα δημοσιεύματα, όταν ερωτάτο από τους συναδέλφους του αλλά κατέφευγε και στη γνώμη των νομικών συμβούλων της εφημερίδας σχετικά. Δήλωσε επιπλέον ότι περί το έτος 2008 παρέδωσε τα καθήκοντα αρχισυνταξίας στον XXXXX Μιχαηλίδη. Ανέφερε επίσης ότι αρχή και τέλος για κάθε δημοσιογράφο είναι να μην αποκαλύπτει τις πηγές του αλλά δήλωσε ότι οι δημοσιογράφοι λαμβάνουν πληροφορίες από όλες τις πηγές. Επέμεινε επίσης ότι δεν έχει γνώση των επίδικων δημοσιευμάτων ούτε εμπλοκή στη σύνταξή τους. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2, ως ο κατά νόμον υπεύθυνος, δεν μπορεί να έχει αστική ευθύνη για τα επίδικα δημοσιεύματα παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Ο κ. Οικονόμου εκ μέρους της Εναγομένης 1, εισηγήθηκε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 αποτελούν ένα δημοσίευμα, το όποιο όμως δεν έχει δυσφημιστική έννοια για τον Ενάγοντα και παραπέμποντας σε σχετικές Αγγλικές αυθεντίες εισηγήθηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν παρουσιάζει το αναγκαίο επίπεδο σοβαρότητας ( threshold of seriousness), ώστε να κριθεί δυσφημιστικό. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε, ότι ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί δυσφημιστικό, συντρέχουν οι υπερασπίσεις του προνομίου υπό επιφύλαξη και του έντιμου σχολίου. Αναφορικά με το δεύτερο δημοσίευμα αποδέχτηκε ότι μπορεί να παρουσιάζει κάποιο δυσφημιστικό περιεχόμενο, αλλά εισηγήθηκε ότι συντρέχει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Στον αντίποδα, ο κ. Χριστάκη εισηγήθηκε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ενιαίο δημοσίευμα, αλλά αποτελούν δύο ξεχωριστά δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής αναφορικά με τα Τεκμήρια 1 και 2 οι υπερασπίσεις του προνομίου υπό επιφύλαξη και του έντιμου σχολίου. Αναφορικά με το δημοσίευμα, ημερομηνίας, 1.11.2010 εισηγήθηκε ότι, ακόμα και εάν η πρόθεση του συγγραφέα του άρθρου ήταν να σατιρίσει, δεν καθιστά το δημοσίευμα μη δυσφημιστικό. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής για το δημοσίευμα που περιέχεται στο Τεκμήριο 4 οι υπερασπίσεις του έντιμου σχολίου ή του προνομίου υπό επιφύλαξη. Εισηγήθηκε τέλος ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι κατάλληλη για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων και εισηγήθηκε ότι το ποσό των € 70.000 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη δυσφήμιση που υπέστη ο Ενάγοντας. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος Στην υπό κρίση υπόθεση, πέραν από τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά, προκύπτουν από τη μαρτυρία και γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτημα για κάλυψη του κόστους των οδοντικών του εμφυτευμάτων μέσω του Τεκμηρίου
  8. Το συγκεκριμένο αίτημα υπεβλήθη από τον Ενάγοντα στη βάση της ΚΔΠ 1730/09, Τεκμήριο
  9. Περαιτέρω το γεγονός της δημοσίευσης των επίδικων δημοσιευμάτων δεν αμφισβητήθηκε, καθώς και το ότι αυτά αφορούσαν τον Ενάγοντα. Ιδίως για το δημοσίευμα, ημερομηνίας 1.11.2010, Τεκμήριο 4, δηλώθηκε ρητά από τον ΜΥ1 ότι αυτό αφορούσε τον Ενάγοντα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε υποθέσεις λιβέλλου κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι δεν ενδείκνυται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των θέσεων των διαδίκων σε σχέση με το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό. Σχετική είναι η απόφαση Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474. Παράλληλα σχετική είναι και η απόφαση Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd and others
(1963)2 CLR 290, όπου κρίθηκε ότι το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις μαρτυρίες και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου, μπορεί να κρίνει αν είναι ή όχι αυτό δυσφημιστικό. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). Ασφαλώς, η πιο πάνω πορεία δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί αυστηρώς, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι μη αμφισβητούμενα. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης (ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση τα πλείστα εκ των ουσιωδών γεγονότων δεν αμφισβητούνται και μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε στο πώς αντιλαμβάνονται οι μάρτυρες την έννοια των επίδικων δημοσιευμάτων. Συνεπώς, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν εξαντλείται στο παραδοσιακό ερώτημα του ποίος λέει την αλήθεια, αφού πλείστοι εκ των ισχυρισμών των μαρτύρων αφορούσαν σε υποκειμενικές τους απόψεις τόσο ως προς τη φύση και έννοια των επίδικων δημοσιευμάτων όσο και σε σχέση με τον χαρακτήρα και τη φήμη του Ενάγοντα. Συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα επικεντρωθεί στη συναγωγή ευρημάτων επί γεγονότων, τα οποία δεν καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα και ούτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Επιπρόσθετα διευκρινίζεται ότι η μαρτυρία που δίδεται σχετικά με Τεκμήρια που κατατίθενται προς αναγνώριση παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου αυτά αναγνωριστούν και ενταχθούν έτσι στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης προς αξιολόγηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 396-398 και στην απόφαση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλoίου "Arabella"
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα Εν σχέση με τον Ενάγοντα κρίνω ότι κατέθεσε στη βάση των δικογραφημένων του ισχυρισμών και η εκδοχή του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας κατέταξε τον εαυτό του ως πρόσωπο ευρύτατα γνωστό στην Κυπριακή κοινωνία και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας. Παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι υπέβαλε αίτηση για κάλυψη από το κράτος του κόστους κάλυψης των οδοντικών του εμφυτευμάτων. Αποτέλεσε τη θέση του ότι η πράξη του βασιζόταν στο Τεκμήριο
  2. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε την υποβολή ότι η αίτησή του εγκρίθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, αναφέροντας ότι έλαβε απάντηση για το αίτημά του μετά την πάροδο 45-50 ημερών ενώ, το Σύνταγμα επιτάσσει όπως η Διοίκηση απαντά εντός 30 ημερών. Περαιτέρω, η θέση του σε σχέση με το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας Φιλελεύθερος δεν αντικρούστηκε. Κρίνω ότι ο Ενάγοντας είναι αξιόπιστος μάρτυρας και το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του για τη συναγωγή ευρημάτων επί γεγονότων. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε σχετικά με την έννοια των δημοσιευμάτων δεν μπορούν να είναι καθοριστικοί για την κρίση του Δικαστηρίου ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Εν σχέση με τον ΜΥ1 κρίνω ότι και αυτός κατέθεσε με συνοχή και πειστικότητα και ότι η μαρτυρία του συνάδει και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αναφορές του ΜΥ 1 σχετικά με τη λήψη της πληροφορίας για την αναφερόμενη στο Τεκμήριο 2 επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν αντικρούστηκε με αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι το γεγονός ότι ο κάθε δημοσιογράφος διατηρεί τις πηγές του, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ
  3. Η μαρτυρία του ΜΥ1 για τα κείμενα που δημoσίευσε κατά καιρούς ο Ενάγοντας περιστράφηκε γύρω από το εάν ο Ενάγοντας έχαιρε εκτίμησης ή ήταν το επίκεντρο δημόσιων αντιπαραθέσεων. Ως προς τη μαρτυρία που έδωσε σχετικά με τα Τεκμήρια Β,Γ,Δ,Ε και Στ προς αναγνώριση κρίνω ότι, εφόσον δεν αναγνωρίστηκαν, αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ
  4. Η ΜΥ2 ήταν τυπική μάρτυρας και μέσω της μαρτυρίας της αναγνωρίστηκε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο κατέστη κανονικό τεκμήριο. Κρίνω τη μαρτυρία της αξιόπιστη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Εναγομένου 2 Η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 περιστράφηκε γύρω από τα καθήκοντά του στην Εναγομένη 1 εταιρεία. Η ουσιαστική του θέση ότι δεν είχε εμπλοκή με τα επίδικα δημοσιεύματα δεν έχει αντικρουστεί με αντίθετη μαρτυρία. Οι αναφορές του Εναγομένου 2 ως προς το εύρος της ευθύνης του κατά νόμον υπεύθυνου αποτελεί κυρίως νομικό ζήτημα και οι σχετικές απόψεις του Εναγομένου 2 δεν μπορούν να είναι καθοριστικές. Η κύρια θέση του Εναγομένου 2 ότι δεν είχε σχέση με τη συγγραφή των επίδικων δημοσιευμάτων δεν κλονίστηκε και ούτε υπάρχει σχετική αντίθετη μαρτυρία. Τουναντίον η θέση του ότι δεν είχε σχέση με τη συγγραφή των επιδίκων δημοσιευμάτων επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΥ
  5. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθηκαν και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας κατείχε τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Το πιο πάνω γεγονός σε συνάρτηση με το ότι ο Ενάγοντας αρθρογραφούσε στον τύπο και ήταν συγγραφέας και σχετικών νομικοπολιτικών συγγραμμάτων και τον ισχυρισμό του ιδίου ότι ήταν πρόσωπο ευρέως γνωστό, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας αποτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο δημόσιο πρόσωπο. Ο Ενάγοντας την 22.2.2010 υπέβαλε αίτηση για κάλυψη από το Δημόσιο του κόστους της θεραπείας προσθήκης οδοντικών εμφυτευμάτων. Το αίτημα του Ενάγοντα υπεβλήθη στη βάση της Κ.Δ.Π 1730/09, ημερομηνίας 15.5.2009.Τεκμήριο
  6. Το Τεκμήριο 8 προνοούσε για παροχή οικονομικής αρωγής για κάλυψη υπηρεσιών υγείας που δεν προσφέρονται στο Δημόσιο Τομέα. Η σχετική ΚΔΠ προνοούσε μάλιστα και για εκ των ύστερων κάλυψη των ιατρικών εξόδων( άρθρο 9). Περαιτέρω ο Ενάγοντας ενέπιπτε στη κατηγορία προσώπων για τα οποία δεν ίσχυαν οικονομικά κριτήρια για την κάλυψη των ιατρικών εξόδων του ( άρθρο 13). Η Εναγόμενη 1 εταιρεία εκδίδει την εφημερίδας Φιλελεύθερος, η οποία κυκλοφορεί ευρέως ανά το παγκύπριο με χιλιάδες φύλλα ημερήσιας κυκλοφορίας, ενώ πρόσθετα κυκλοφορεί και στο εξωτερικό, όπως επίσης δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο σε ηλεκτρονική μορφή. Τα επίδικα δημοσιεύματα όντως δημοσιεύτηκαν στις εκδόσεις της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερομηνιών 30.10.2010 και 1.11.2010, οι οποίες κυκλοφόρησαν σε 40,037 και 13,396 αντίτυπα αντίστοιχα. Περαιτέρω τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέρονται στον Ενάγοντα. Επιπρόσθετα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα ανήλθε στη δημοσιότητα μέσω των δημοσιευμάτων της εφημερίδας Πολίτης, ημερομηνίας 22.10.
  7. Την ίδια μέρα εκδόθηκε ανακοινωθέν από το Υπουργείο Υγείας. Το όλο ζήτημα συνέχισε να απασχολεί τα ΜΜΕ και απασχόλησε και την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών την 9.11.2010 και συνεπώς το όλο ζήτημα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα αποτελούσε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Κατά τον χρόνο δημοσίευσης των Τεκμηρίων 1 και 2 ο ΜΥ 1 έλαβε πληροφορία περί επιστολής του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Ενάγοντα, μέσω της οποίας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφραζε την ενόχλησή του για την τροπή που έλαβε το θέμα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα. Στις 3.11.2010 η εφημερίδα Φιλελεύθερος δημοσίευσε τη διάψευση του Ενάγοντα αναφορικά με τη λήψη επιστολής. Ο Ενάγοντας αφυπηρέτησε κανονικά από την υπηρεσία του την 1.7.
  8. Νομική Πτυχή Η έννοια της δυσφήμισης παρέχεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, το οποίο κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινοδικαίου επί του θέματος. Στο Σύγγραμμα των Αρτέμη - Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις τόμος 1, σελ. 62 αναφέρονται ποία στοιχεία πρέπει να αποδείξει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμιση, και τα οποία είναι τα ακόλουθα: Α. Ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό Β. Ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν Γ. Ότι δημοσιεύτηκε. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ξεκινώντας από την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση έχει αποδειχθεί η δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση από το περιεχόμενο των Τεκμήριων 1 και 2 είναι προφανές ότι τα δημοσιεύματα που περιέχονται σε αυτά αναφέρονται στον Ενάγοντα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι αυτό αφορούσε τον Ενάγοντα. Όμως κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι και το δημοσίευμα, Τεκμήριο 4, αφορούσε τον Ενάγοντα. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω και στη βάση της απόφασης Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιος Βασιλείου, Πολιτική Έφεση αρ. 10267, 22.8.2000, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πως και το Τεκμήριο 4 αφορούσε τον Ενάγοντα. Συνακόλουθα απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά. Η έννοια της δυσφήμισης υπό το άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «17.
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Η κρίση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται πάντοτε στο Δικαστήριο, το οποίο κρίνει το όλο ζήτημα ως θέμα πραγματικό, αποδίδοντας στις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο τη συνήθη και φυσική τους έννοια. Δεν έχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος, κατά πόσο ένα κείμενο είναι ή όχι δυσφημιστικό, τυχόν μαρτυρία που δίνεται από διάφορα άτομα για την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. Σχετικά Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd (ανωτέρω) και Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης (ανωτέρω). Η έννοια της συνήθους και φυσικής έννοιας των λέξεων περιλαμβάνει και τον ψευδοϋπαινιγμό. Όπως έχει λεχθεί στην Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 : «η φυσική και συνήθης έννοια των λέξεων περιλαμβάνει εκτός από την κατά κυριολεξία έννοια και την συμπερασματική που είναι συμφυής με την κατά κυριολεξία έννοια. Αυτή η συμφυής συμπερασματική έννοια ονομάζεται ψευδοϋπαινιγμός (popular or false innuendo).» Ο ψευδοϋπαινιγμός, σε αντίθεση με τον πραγματικό ή νομικό υπαινιγμό, που αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής, δεν χρειάζεται μαρτυρία εξωγενών γεγονότων και παράθεση λεπτομερειών στην έκθεση απαίτησης. Σχετική είναι η απόφαση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα (ανωτέρω) και σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω) τόμος 1, σελ. 63. Αν ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, κρίνεται με βάση την αντικειμενική εξέταση των λέξεων και τις έννοιες που αποδίδουν σε αυτό οι ορθά σκεπτόμενοι άνθρωποι. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Capital of Counties Bank v. Hentey
(1882)7 AC 745: «The test according to the authorities is whether under the circumstances in which the writing was published, reasonable men to which the publication was made would be likely to understand it in a libelous sense.» Περαιτέρω στην υπόθεση Lewis and another v. Daily Telegraph, Ltd.
(1963)2 All ER 151, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «... Ordinary men and women have different temperaments and outlooks. Some are unusually suspicious and some are unusually naive. One must try to envisage people between these two extremes and see what is the most damaging meaning that they would put on the words in question.» Στη θεμελιακή απόφαση Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να σταχυολογηθεί κάποιο δημοσίευα ως δυσφημιστικό : το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: ........................................... Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και στη μεταγενέστερη απόφαση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και Άλλος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2013)1 ΑΑΔ 1189. Διαφωτιστικά επί του προκειμένου είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα του Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης στις σελίδες 160-161 ως ακολούθως : «Είναι, επίσης, αναγκαίο να αναφερθεί ότι οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο θα πρέπει να ερμηνεύονται εντασσόμενες στο σύνολο του κειμένου. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη λέξη ή πρόταση ακόμα και ορισμένες λέξεις ή προτάσεις από μόνες του σαν θεωρούνται δυσφημιστικές, είναι όμως εξίσου δυνατόν να υπάρχουν άλλες φράσεις ή προτάσεις στο ίδιο κείμενο ή δημοσίευμα, οι οποίες να εξουδετερώνουν ή διαφοροποιούν ουσιωδώς την πρώτη εντύπωση.» Επίσης ιδιαίτερα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του bane and antidote δεν μπορεί να αποκλειστεί σε περίπτωση δύο ξεχωριστών δημοσιευμάτων σε μια εφημερίδα, αφού το Δικαστήριο δεν βασίζεται μόνο στα κείμενα που εμφανίζονται ως δυσφημιστικά αλλά εξετάζει τον τρόπο που παρουσιάζεται το σχετικό υλικό , ως σύνολο. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12th Ed, παράγραφος, 3.31, υπό τον τίτλο Publication must be taken as a whole, ως ακολούθως: «Where a newspaper article refers to another report in the same issue either party is entitled to have that read as part of the context in which the meaning of the words complained of is to be determined, provided that the various items being considered were sufficiently closely connected as to be regarded as a single publication. Status Symbol - supplemented material Thus, where an article begins on one page of a newspaper and it is made clear that the article continues on a separate page or in a different part of the newspaper, that will usually be enough to establish that the items were sufficiently connected to be regarded as a single publication.» (υπογράμμιση δική μου) Σχετική επίσης είναι η απόφαση Charleston and Another Appellants v. News Group Newspapers Ltd and Another [1995] 2 A.C. 65, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Whether the text of a newspaper article will, in any particular case, be sufficient to neutralise the defamatory implication of a prominent headline will sometimes be a nicely balanced question for the jury to decide and will depend not only on the nature of the libel which the headline conveys and the language of the text which is relied on to neutralise it but also on the manner in which the whole of the relevant material is set out and presented.» Σημαντικό επίσης είναι να τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης, εξισορροπεί ανάμεσα σε δύο εκ των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήτοι (α) το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856 και Δίας (Εκδοτικός Οίκος) Δημόσια Λτδ και Άλλος ν. Κώστα Γενάρη
(2011)1 ΑΑΔ 1952. Επιπρόσθετα η εξέταση του κατά ποσό το εκάστοτε επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό συναρτάται με το πρόσωπο του Ενάγοντα, αφού όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Kωνσταντίνου Kώστας και Άλλη ν. Aικατερίνης Kαραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ 715, η επιτρεπόμενη και ανεκτή κριτική είναι μεγαλύτερης εμβέλειας, όταν απευθύνεται σε δημόσια πρόσωπα, παρά σε ιδιώτες. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου (ανωτέρω). Ως προς τo ποία πρόσωπα εμπίπτουν στην έννοια δημόσια πρόσωπα διαφωτιστική είναι η απόφαση Μακάριου Δρουσιώτη ν. Σωτήρη Παπασάββα, ECLI:CY:AD:2015:A158, Π.Ε 236/11, ημερομηνίας 6.3.2015, όπου λέχθηκε ότι : «ότι ο κύκλος των δημοσίων προσώπων δεν περικλείει μόνο τους πολιτικούς ή όσους ασχολούνται εν γένει με τα δημόσια πράγματα, αλλά περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία ως εκ της θέσης και των ενεργειών τους μπορούν να υπαχθούν στη δημόσια σφαίρα (Βασιλάκης ν. Ελλάδας, Προσφ. Αρ. 25145/05 ημερ. 17.1.08 του ΕΔΑΔ). Ή, όπως θα το εκφράζαμε εμείς, δημόσιο είναι κάθε πρόσωπο το οποίο επέλεξε με την εν γένει κοινωνική του παρουσία ή την ενασχόληση του με τα δημόσια πράγματα να αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο.» Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλα Παπαδόπουλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 102 : «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, την οποία το Δικαστήριο κατατάσσει ψηλά, αποδίδοντας της ιδιαίτερη αξία ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης προόδου της. Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον, θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος. Πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα, έχοντας εισέλθει στο δημόσιο στίβο, θα πρέπει να αναμένουν και ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική και είναι γεγονός ότι, στους δημοσιογράφους αναγνωρίζεται και σε κάποιο βαθμό επιτρέπεται (με τη χαλαρή έννοια του όρου) - και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης σε αυτά που αναφέρονται, νοουμένου βεβαίως ότι εμπίπτουν εντός των αναφερόμενων παραμέτρων» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το κριτήριο για την κατάταξη ενός δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού δεν είναι στατικό αλλά συναρτάται με σωρεία παραγόντων μεταβλητών σε κάθε υπόθεση, όπως το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δημοσιεύθηκε και οι οποιεσδήποτε αναφορές δεν εξετάζονται μεμονωμένα αλλά ως μέρος του συνολικού κειμένου, σε συνάρτηση πάντα με το πρόσωπο του Ενάγοντα. Περαιτέρω προκύπτει ως αρχή, ότι η αρχή του σεβασμού της ελευθερίας της έκφρασης εκτείνεται και προστατεύει και ιδέες που είναι ενοχλητικές ή προσβλητικές. Μάλιστα, ως προς τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην κατηγορία του δημόσιου προσώπου, πρέπει να επιδεικνύεται μεγαλύτερος βαθμός ανοχής σε ιδέες που ενοχλούν ή προσβάλλουν. Σε κάθε περίπτωση όμως η δυνατότητα έκφρασης και εκφοράς ιδεών που ενοχλούν ή προσβάλλουν, δεν μπορεί να επεκτείνεται σε βαθμό που να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας του ατόμου είτε αυτό είναι δημόσιο πρόσωπο είτε όχι. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα εάν τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής οι υπερασπίσεις που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Τα επίδικα Δημοσιεύματα Ως προς τα επίδικα δημοσιεύματα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι, τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Ενάγοντα, προκύπτει ότι στηρίζει τη θέση περί δυσφήμισης στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και στη συμπερασματική ή δευτερεύουσα έννοια των λέξεων ( ψευδοϋπαινιγμός). Τα δημοσιεύματα ημερομηνίας 30.10.2010 Τα Τεκμήρια 1 και 2 περιέχουν τα δημοσιεύματα ημερομηνίας 30.10.2010, τα οποία η πλευρά του Ενάγοντα ισχυρίζεται ότι πρέπει να ειδωθούν απομονωμένα και όχι σε συνάρτηση με συναφή και συνδεδεμένα δημοσιεύματα της ίδιας ημέρας. Αντίθετη θέση υποστήριξαν οι συνήγοροι των Εναγομένων. Από τη μελέτη των Τεκμηρίων 1 και 2 προκύπτει ότι στο Τεκμήριο 1 υπάρχει το κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστικό δημοσίευμα, το οποίο προαναγγέλλει το δεύτερο δημοσίευμα που παρουσιάζεται, από τον Ενάγοντα, ως δυσφημιστικό. Το δεύτερο δημοσίευμα περιέχεται στο Τεκμήριο 2 ως μέρος και σε σύνδεση με ευρύτερο κείμενο, το οποίο δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι δυσφημιστικό. Προκύπτει, συνεπώς, ότι τα δημοσιεύματα που περιέχονται στα Τεκμήρια 1 και 2 πρέπει να ιδωθούν ως σύνολο, καθότι το δημοσίευμα ξεκινά στην πρώτη σελίδα και συνεχίζει στην σελίδα 28 ( Τεκμήριο 2). Gatley on Libel and Slander (ανωτέρω). Τόσο αυτές τούτες οι επίδικες αναφορές στα Τεκμήρια 1 και 2 όσο και εντασσόμενες στο σύνολο του περιεχομένου της έκδοσης, ημερομηνίας 30.10.2010, δεν μπορούν να έχουν δυσφημιστικό νόημα για τον Ενάγοντα. Η αναφορά στο Τεκμήριο 1 της έκδοσης της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 30.10.2010, η οποία κάνει αναφορά σε επιστροφή χρημάτων μετά από κατσάδα Χριστόφια, προαναγγέλλει με πηχυαίο, έστω, τίτλο το δημοσίευμα που βρίσκεται στη σελίδα 28 της ίδιας έκδοσης και το οποίο αποτελεί με τη σειρά του μέρος ευρύτερου άρθρου σχετικά με το θέμα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα. Το κείμενο σε λεζάντα στο Τεκμήριο 2, με τίτλο Επιστολή Χριστόφια προς Παπασσάββα δεν κάνει αναφορά σε κατσάδα Χριστόφια αλλά καταγράφει ότι ο Πρόεδρος ήταν ενοχλημένος από την τροπή που πήρε το θέμα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα και προς τούτο απέστειλε σχετική επιστολή προς τον Ενάγοντα με τις θέσεις του. Στο ίδιο κείμενο εκφράζεται η θέση ότι η εν λόγω επιστολή δεν αποκλείεται να είχε βαρύνουσα σημασία στην απόφαση του Ενάγοντα να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε, ενώ παράλληλα καταγράφεται και η δήλωση του Ενάγοντα σχετικά με τον λόγο που τον ώθησε να επιστρέψει τα χρήματα, που δεν ήταν άλλος από το ότι βαλλόταν ο Πρόεδρος. Δεν προβάλλεται δηλαδή η ισχυριζόμενη επιστολή ως ο μοναδικός λόγος που ο Ενάγοντας επέστρεψε τα χρήματα ή ότι εξαναγκάστηκε ο Ενάγοντας μέσω αυτής να τα επιστρέψει, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί κατσάδα ή ότι ο Ενάγοντας, ως αναφέρει, κατσαδιάστηκε για να επιστρέψει τα χρήματα. Αντίθετα από το κείμενο προκύπτει μια πιο αθώα ερμηνεία, η οποία είναι προτιμητέα, ως η νομολογία επιτάσσει, από την ερμηνεία που προκύπτει ως παράγωγο μιας παρατραβηγμένης ερμηνείας. Επιπλέον το όλο δημοσίευμα όπως τίθεται στο Τεκμήριο 2 καταγράφει τη θέση του Ενάγοντα, ως εκφράστηκε σε σχετικές δηλώσεις του, σε σχέση με τον λόγο που επέστρεψε τα χρήματα, που δεν ήταν άλλος από το ότι βαλλόταν σχετικά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα δεν αντέκρουε αυτή τη θέση προβάλλοντας μια άλλη που σήμαινε τα όσα ο Ενάγοντας διατείνεται ως δυσφημιστικά, αλλά κατέγραφε ότι η ισχυριζόμενη επιστολή του Προέδρου, δεν αποκλείεται να είχε βαρύνουσα σημασία στην απόφαση του Ενάγοντα να επιστρέψει τα χρήματα. Δεν παρουσιάζει δηλαδή η επίδικη αναφορά κάποια εικόνα εντελώς διαφορετική από αυτή που παρουσίασε ο Ενάγοντας στις δηλώσεις του, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ή να γίνει αντιληπτό ότι ο Ενάγοντας επέστρεψε τα χρήματα κατόπιν κατσάδας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι επίδικες αναφορές στα Τεκμήρια 1 και 2 συνολικά ορώμενες και εντασσόμενες στο σύνολο του σχετικού υλικού της έκδοσης, ημερομηνίας 30.10.2010, δεν ενέχουν δυσφημιστικό χαρακτήρα για τον Ενάγοντα. Το δημοσίευμα ημερομηνίας 01.11.2010 Όπως εύστοχα υποδεικνύει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, το δημοσίευμα Τεκμήριο 4 αποτελεί κείμενο αντιθετικών λέξεων αναφορικά με την εξωτερική εμφάνιση του Ενάγοντα και του ηθικού-δεοντολογικού χαρακτήρα του. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα αποτελεί καλόπιστη σάτιρα ή χιουμοριστικό λογοπαίγνιο. Όπως προκύπτει από την απόφαση Κουτσού Νίκος ν. Γιάγκου Μικελλίδη κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ 1256, η σάτιρα, ως γενική αρχή, δεν απολήγει σε δυσφήμιση όσο ενοχλητική και να είναι. Η ίδια θέση, ως ζήτημα γενικής αρχής, διατυπώνεται και στο σύγγραμμα Π Πολυβίου Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης σελ 181-
  1. Το γεγονός όμως ότι κάποιο κείμενο παρουσιάζεται ως σάτιρα ή ως χιούμορ δεν το εμποδίζει από το να είναι δυσφημιστικό. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Gatley (ανωτέρω), παράγραφο 3.36, ως ακολούθως : «the fact that words are intended by way of jest does not of itself prevent them being actionable for it is not the intention of the publisher that matters but the interpretation that would be put upon the words by the reasonable listener (and the same clearly applies to written words and other forms of publication such as cartoons). If he would understand them as made in jest they are not actionable, but "if a man in jest conveys a serious imputation, he jests at his peril». Ακολούθως στο ίδιο σύγγραμμα διατυπώνεται η ακόλουθη αρχή ως προς τη δυσφημιστική έννοια χιουμοριστικού δημοσιεύματος : «The principle is clear, that a person shall not be allowed to murder another's reputation in jest. But if words be so spoken that it is obvious to every bystander that only a jest is meant, no injury is done, and consequently no action would lie». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι μπορεί μεν ως γενική αρχή η σάτιρα να μην συνιστά δυσφήμιση, όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η σάτιρα με τρόπο που να απολήγει σε «δολοφονία χαρακτήρα» και ότι το σατιρικό κείμενο, ερμηνευόμενο ως σύνολο, μπορεί να κριθεί ότι αποτελεί δυσφήμιση. Κριτήριο και σε αυτή την περίπτωση είναι ο μέσος αναγνώστης. Το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στην ηθική υπόσταση του Ενάγοντα παρουσιάζοντας τον ως πρόσωπο ανήθικο που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη δεοντολογίας ( φαφούτης στη δεοντολογία), με ανύπαρκτο- κενό εσωτερικό κόσμο ( ξεδόντης εσωτερικά ) και ανήθικο ( ξεδόντας -παραθύρας ηθικά), διπλοπρόσωπο (Δόντια-μαργαριτάρια στο φακό, αλλά ούλα πρησμένα και γυμνά στο λαό). Περαιτέρω, από τον τρόπο γραφής του κειμένου και την αντιδιαστολή θετικών εννοιών που άπτονται του «Φαίνεσθαι» και αρνητικών λέξεων που άπτονται του «Είναι» του Ενάγοντα προκύπτει ξεκάθαρη δήλωση περί του ηθικού-εσωτερικού επιπέδου του Ενάγοντα. Προκύπτει από τον όλο τρόπο συγγραφής του κειμένου ότι ο Ενάγοντας παρουσιάζεται ως πρόσωπο κενό εσωτερικά, ανήθικο, διπλοπρόσωπο, αφού άλλο πρόσωπο παρουσιάζει Δημόσια και άλλο διατηρεί στην πραγματικότητα. Συνάγεται από το επίδικο κείμενο ότι αυτό αναφέρεται και στοχεύει στην προσωπικότητα του Ενάγοντα και δεν συνιστά κριτική στις ενέργειες ή ιδέες του Ενάγοντα, μέσω έστω υπερβολών ή παραδοξοτήτων. Το επίδικο κείμενο, παρά το ότι αφορά δημόσιο πρόσωπο και λαμβάνει τη μορφή της σάτιρας, εκφεύγει του αναγκαίου μέτρου και επηρεάζει τον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας του Ενάγοντα με τρόπο, ώστε να θεωρηθεί δυσφημιστικό. Άλλωστε στην αγόρευση της Εναγομένης 1 γίνεται δεκτό ότι το πιο πάνω δημοσίευμα δυνατόν να έχει κάποια δυσφημιστική έννοια και η θέση που αναπτύσσεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης 1 εταιρείας δεν είναι ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό αλλά ότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το δημοσίευμα, ημερομηνίας 1.11.2010, είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου προνοείται στο άρθρο 19 (β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα :
  2. Σε αγωγή για δυσφήμιση απoτελεί υπεράσπιση- (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ.» Για να τύχει εφαρμογής η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, προϋποθέτεται σχόλιο επί θέματος δημόσιου ενδιαφέροντος, όχι έκθεση γεγονότων, στη βάση υπαρκτού υπόβαθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία, θα το δικαιολογούσε. Σχετική είναι η απόφαση Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.ά.
(2009)1(Β) 1 Α.Α.Δ.1222, 1229. Όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου περιέχει τα ακόλουθα τρία στοιχεία υπεράσπισης : I. Ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, II. Ότι αποτελούν έντιμο ή δίκαιο (fair) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και, III. Ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Σχετική είναι η απόφαση P.Ι.Κ. ν. Xαράλαμπου Kαψού,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1175. Γνώμη ή σχόλιο Το πρώτο που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο οι δυσφημιστικές αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούν γνώμη ή σχόλιο και όχι γεγονός. Η κατάταξη κάποιου ισχυρισμού ως γνώμη ή σχόλιο αντί ως γεγονός δεν είναι πάντοτε ευχερής και η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαιτερότητες. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, σελ. 222, «για να αποφασιστεί κατά πόσον πρόκειται για σχόλιο ή δήλωση γεγονότων εξετάζεται ολόκληρο το κείμενο και όχι συγκεκριμένες φράσεις αποκομμένες από το υπόλοιπο». Στο ίδιο σύγγραμμα ο συγγραφέας παραπέμπει και στην ενδιαφέρουσα ανάλυση που περιέχεται στην απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση Καραβίας Θεοφάνης ν. Σταύρου Σταύρου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 469 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το κριτήριο διάκρισης των εννοιών γνώμη ή σχολίου και γεγονότος. Ορισμένα κριτήρια διαχωρισμού των δύο, μέσα από τη νομολογία, είναι: (
  1. i)πώς οι λέξεις είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτές από το μέσο αναγνώστη, (
  2. ii)αν οι λέξεις είναι δεκτικές απόδειξης, (iii) κατά πόσο ο εναγόμενος αναφέρεται στο κείμενο του σε ορισμένα γεγονότα και απ' αυτά διατυπώνει συμπέρασμα, (
  3. iv)η κριτική των ενεργειών ή συμπεριφοράς του ενάγοντα θεωρούνται συνήθως σχόλια ή γνώμη, ενώ υπαινιγμοί ή καταλογισμός κινήτρων στον ενάγοντα για τις πράξεις του αποτελούν δήλωση γεγονότος, (
  4. v)μια τολμηρή δήλωση, χωρίς υποστηρικτικά γεγονότα, είναι απίθανο να θεωρηθεί σχόλιο. Για παράδειγμα, η φράση «P is a disgrace to the profession of journalism», ακούγεται ως σχόλιο ή γνώμη, αλλά λογίζεται ως γεγονός, (
  5. vi)η χρήση της φράσης «κατά τη γνώμη μου», δεν μετατρέπει μια καθαρή δήλωση γεγονότος σε σχόλιο. Η φράση «In my opinion, X murdered his father», θεωρείται συνεπώς δήλωση γεγονότος, (δέστε David Price: Defamation - ανωτέρω - σελ. 64-66). Περαιτέρω στην απόφαση P.Ι.Κ. ν. Xαράλαμπου Kαψού (ανωτέρω), με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη διάκριση μεταξύ γνώμης και γεγονότος : «Στη γνωστή Αγγλική υπόθεση Reynolds v.Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, το House of Lords τόνισε τα εξής στη σελίδα 615 (L. Nicholls) σε σχέση με την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου (honest comment): "It is important to keep in mind that this defence is concerned with the protection of comment, not imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere. Further, to be within this defence the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact." Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ. και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημουμένου. Όπως ορθά είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper Co. Ltd [1908] 2 K.B. 319, κάποιο σχόλιο, για να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως δίκαιο ή έντιμο, θα πρέπει κατ' αρχή να παρουσιάζεται ως σχόλιο και δεν πρέπει να είναι τόσο αναμεμειγμένο με τα γεγονότα ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να διακρίνει μεταξύ του τι είναι αναφορά γεγονότος (report) και τι είναι σχόλιο. Η ίδια θέση παρατίθεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 705, όπου και τονίζεται ότι μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κ.λπ.. Οι πιο πάνω θέσεις υιοθετήθηκαν επανειλημμένα και σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Βλ. π.χ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.ά. v. Φιλίππου (άλλως Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 958).» Περαιτέρω όπως έχει κριθεί στην απόφαση Μαύρου Λάζαρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ 1743 : Το σχόλιο είναι έκφραση γνώμης (Christie v. Robertson [1889] 10 N.S.W.L.R. 157, 161). Αν λεχθεί ότι συγκεκριμένη πράξη κάποιου είναι ανέντιμη, έχουμε σχόλιο, αλλά αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος αν λεχθεί ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε την πράξη για την οποία ασκείται η κριτική. Αν ο εναγόμενος αποφασίσει να προβάλει την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Crawford v. Albu [1917] A.D. (S. Africa) 102). Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κάποιο δημόσιο πρόσωπο είναι ένοχο απρεπούς συμπεριφοράς ή έχει οδηγηθεί από ανέντιμα κίνητρα, χωρίς να δηλώνει ποιες είναι αυτές οι ανέντιμες πράξεις ή δεν αναφέρει οποιουσδήποτε λόγους από τους οποίους τα κίνητρα αυτά μπορούν ευλόγως να εξαχθούν, οι ισχυρισμοί του είναι αναφορά γεγονότος και όχι έκφραση γνώμης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου». Στην καλά γνωστή αυθεντία Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407 γίνεται η ακόλουθη διαφωτιστική ανάλυση ως προς τη έννοια του σχολίου : «Στον Gatley (ανωτέρω) αποδίδεται στον όρο «σχόλιο» η εξής έννοια: «Though "comment" is often equated with "opinion" this is an over - simplification. More accurately it has been said that the sense of comment is "something which is or can be reasonably be inferred to be deduction, inference, conclusion, criticism, remark, observation etc. Clark v. Norton [1910] VLR 494.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν και το 'σχόλιο' συχνά ταυτίζεται με την 'γνώμη', αυτό αποτελεί μια υπεραπλούστευση. Ακριβέστερα έχει ειπωθεί ότι, η έννοια του σχολίου «είναι ή μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι αποτελεί συμπέρασμα, κριτική, διαπίστωση, παρατήρηση κ.λ.π». Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι οι δυσφημιστικές αναφορές αποτελούν κριτική ή συμπέρασμα σε σχέση με τον ηθικό, εσωτερικό κόσμο του Ενάγοντα παρουσιάζοντας τον Ενάγοντα ως πρόσωπο ανήθικο και κενό εσωτερικά. Συνεπώς οι δυσφημιστικές αναφορές στον Ενάγοντα, στο επίδικο δημοσίευμα, συνολικά ορώμενες αποτελούν γνώμη ή σχόλιο. Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου προϋποθέτει υπαρκτό υπόβαθρο γεγονότων. Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Παπαδόπουλου
(2006)1 Α.Α.Δ 136, για να έχει ο Εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, πρέπει να δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο, ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών. Περαιτέρω στην απόφαση Ανδρέας Πετρίδης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας κ.ά
(2013)1 Α.Α.Δ 1464 λέχθηκε ότι τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθινά μεν άλλα ότι η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν παύει να είναι διαθέσιμη, επειδή στα γεγονότα του δημοσιεύματος υπάρχουν κάποιες μικροανακρίβειες ή παραλείψεις. Τα γεγονότα δεν είναι ανάγκη να υφίστανται στο δημοσίευμα αλλά όπως έχει κριθεί στην Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, το δημοσίευμα μπορεί να έχει ως υπόβαθρο γεγονότα που διαδραματίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τα οποία ευλόγως μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ικανοποιητική βάση για τα όποια καλόπιστα σχόλια ή κριτική. Στην Ανδρέας Πετρίδης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας κ.ά (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθινά. Όπως τίθεται το ζήτημα στο σύγγραμμα Brown, The Law of Defamation in Canada (σελίδες 15-84 μέχρι 15-86): «[The facts] must be truly stated, or, at least, be substantially true. They must not be patently distorted or materially misstated, or so incomplete as to lead to a material alteration of the truth. A necessary foundation for the defence of fair comment is the truth of the facts commented upon. It is not sufficient to show some of the facts upon which the comment is made are true if some are also false, or if material facts are omitted which would fundamentally change the complexion of the facts which are stated.» Παρόλο που δεν καταγράφεται ρητά στις πιο πάνω αυθεντίες, προκύπτει κατά λογική αναγκαιότητα, ότι το υπόβαθρο γεγονότων θα πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο που γράφεται και δημοσιεύεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας μέσω του Τεκμηρίου 9 ζήτησε και έλαβε το ποσό των € 17.000 για το κόστος των οδοντικών του εμφυτευμάτων. Η σχετική αίτηση του Ενάγοντα βασίσθηκε στο Τεκμήριο 8, Κ.Δ.Π 1730, ημερομηνίας 17.5.2009 το οποίο προνοούσε για παροχή οικονομικής αρωγής για κάλυψη υπηρεσιών υγείας που δεν προσφέρονται στο Δημόσιο Τομέα. Η σχετική Κ.Δ.Π προνοούσε μάλιστα και για εκ των ύστερων κάλυψη των ιατρικών εξόδων (άρθρο 9). Περαιτέρω ο Ενάγοντας ενέπιπτε στη κατηγορία προσώπων για τα οποία δεν ίσχυαν οικονομικά κριτήρια για την κάλυψη των ιατρικών εξόδων του ( άρθρο 13). Το ζήτημα των οδοντικών εμφυτευμάτων του Ενάγοντα ήλθε στην επιφάνεια μέσω δημοσιευμάτων της εφημερίδας Πολίτης, ημερομηνίας 22.10.
  1. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε δελτίο τύπου από το Υπουργείο Υγείας, Τεκμήριο 17, στο οποίο γινόταν αναφορά στο γεγονός της σχετικής αίτησης από τον κ. Παπασάββα και την έγκριση του αιτήματός του από την αρμόδια επιτροπή, η οποία αποφάνθηκε θετικά για το αίτημα του κ. Παπασάββα, ενόψει του ότι οι υπηρεσίες για τις οποίες αποτάθηκε δεν προσφέρονταν από τα δημόσια νοσηλευτήρια. Καταγράφεται, τέλος, ότι ο Υπουργός διαπίστωσε ότι απουσίαζε από τον φάκελο το πόρισμα της ειδικής επιτροπής και διέταξε διοικητική έρευνα για να διακριβωθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες απωλέσθηκε το εν λόγω έγγραφο. Τα διάφορα δημοσιεύματα της ίδιας ή άλλης εφημερίδας δεν μπορούν να αποτελέσουν γεγονότα που διαδραματίζονταν τον επίδικο χρόνο. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρχαν γεγονότα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπόβαθρο γεγονότων για χαρακτηρισμό του Ενάγοντα ως ανήθικου, κενού εσωτερικά και διπλοπρόσωπου. Από το Τεκμήριο 17, ανακοινωθέν Υπουργού Υγείας, ημερομηνίας 22.10.2010, το οποίο κατατέθηκε από τον ΜΥ1, δεν μπορεί να προκύψει ανηθικότητα ή συμπέρασμα περί του ότι ο Ενάγοντας είναι κενός εσωτερικά ή διπλοπρώσωπος, αφού στο εν λόγω ανακοινωθέν οι αναφορές που γίνονται αφορούν το ζήτημα της απώλειας από τον φάκελο του πορίσματος της ειδικής επιτροπής. Η πιο πάνω δήλωση από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο γεγονότων για το επίδικο δημοσίευμα στο Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, τα δημοσιεύματα που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 1, ως προσδιοριστικά υποβάθρου γεγονότων που θα δικαιολογούσαν , την κατ' ισχυρισμό γνώμη στο Τεκμήριο 4, είναι κατά ένα μέρος τα Τεκμήρια 5, 6 και 7, τα οποία είναι μεταγενέστερα του επίδικου δημοσιεύματος και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενώ τα υπόλοιπα, Τεκμήριο 1 και 2, δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι παρέχουν επαρκές υπόβαθρο γεγονότων που να αποτελούν ικανοποιητική βάση για τις αναφορές στο Τεκμήριο
  3. Συνεπώς, προκύπτει ότι στην παρούσα δεν έχει θεμελιωθεί και δεν παρουσιάζεται βάση υπαρκτού υπόβαθρου γεγονότων που να δικαιολογούσε τις επίδικες αναφορές-σχόλια. Συνακόλουθα η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει στην παρούσα υπόθεση. Η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Γεωργιάδη (ανωτέρω), καθώς σε εκείνη την υπόθεση υπήρχαν γεγονότα, όπως η έκδοση σχετικού εντάλματος σύλληψης και απόφαση Δικαστηρίου για την προσωποκράτηση του Εφεσείοντα, στοιχεία που κρίθηκαν ως ικανό υπόβαθρο γεγονότων. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίστανται στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο γεγονότων. Επιπρόσθετα στην παρούσα δεν υπάρχει ούτε παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογεί τα επίδικα δημοσιεύματα. Σχετικά Ονουφρίου Ηλίας κ.ά ν. Εταιρείας "Κ. Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ" κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 742. Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι ήγειραν την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, γενικά, χωρίς να προσδιορίσουν σε πιο βαθμό αφορούσε ένα έκαστο εκ των δύο δημοσιευμάτων. Στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 1 δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε εισήγηση αναφορικά με τη συνδρομή της πιο πάνω υπεράσπισης ως προς το δεύτερο δημοσίευμα. Το γεγονός ότι δεν έγινε εισήγηση για την υπό κρίση υπεράσπιση σε συνδυασμό με την γενική διατύπωση της υπεράσπισης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην υπό κρίση υπόθεση, δεν προσδιορίζεται το ποίο ήταν το καθήκον, προς δημοσίευση, που επικαλούνται οι Εναγόμενοι, ώστε να τεθεί το υπόβαθρο για εξέταση της υπό συζήτηση υπεράσπισης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863 και Μακάριου Δρουσιώτη ν. Σωτήρη Παπασάββα (ανωτέρω). Περαιτέρω, στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη, (ανωτέρω) κρίθηκε ότι το πραγματικό βάθρο των επίδικων δυσφημιστικών δημοσιευμάτων ήταν αληθές και τα σχόλια εύλογα. Όπου δε ηγέρθηκε θέμα προνομίου υπό επιφύλαξη, τα δημοσιεύματα κρίθηκαν ότι έγιναν δικαιωματικά και καλόπιστα. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί αληθές ή υπαρκτό υπόβαθρο γεγονότων για τα επίδικα σχόλια και ως εκ τούτου η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη δεν μπορεί να επιτύχει και γι αυτό τον λόγο. Η ευθύνη του Εναγομένου 2 Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο κατά νόμον υπεύθυνος της εφημερίδας Φιλελεύθερος. Το εύρος της ευθύνης του κατά νόμον υπεύθυνου έχει κριθεί στην απόφαση Λουκαΐδης Λουκής ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά
(2003)1 ΑΑΔ 22, όπου έγινε δεκτό ότι η ευθύνη του κατά νόμον υπεύθυνου αφορά και εκτείνεται μόνο σε ποινικά αδικήματα και η αστική ευθύνη του κατά νόμον υπεύθυνου θα πρέπει να στοιχειοθετείται. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και στην απόφαση Λουκαΐδη (ανωτέρω), δεν προσάχθηκε ίχνος μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γνώση, εκ μέρους του Εναγόμενου 2, για τα δημοσιεύματα ή έγκριση του κειμένου τους ή ενθάρρυνση της προβολής τους. Συνακόλουθα δεν έχει στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του Εναγόμενου 2 για το επίδικο ή επίδικα δημοσιεύματα και ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Αποζημιώσεις Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Λουκαΐδη (ανωτέρω), αν και οι υποθέσεις λιβέλλου παρουσιάζουν ιδιομορφίες, εντούτοις οι γενικές αρχές για τον καθορισμό αποζημιώσεων, που υιοθετούνται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd. v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, έχουν καθολική εφαρμογή και διαγράφουν το μέτρο των αποζημιώσεων σ' όλες τις υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Έτσι σύμφωνα με την απόφαση Λουκαΐδη (ανωτέρω) : «η αποζημίωση πρέπει να είναι δικαία και εύλογη. Στην περίπτωση του λιβέλλου, δικαία είναι η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέσο το χρήμα. Ταυτόχρονα, η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο.» Άλλωστε όπως έχει τεθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων στη θεμελιακή απόφαση ΔΙΑΣ Λτδ κ.ά. ν. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893 : «Η υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά, αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της». Στην καλά γνωστή αυθεντία Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Χριστάκη (Τάκη) Φιλίππου άλλως Φαλκονέττι
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 958, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων : « Σχετικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, το ότι η δυσφημιστική δήλωση έγινε υπό μορφή επανάληψης, έγινε αναφορά στην πηγή της και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της. Όπως αναφέρεται στον Gatley on Libel and Slander, 6η Έκδοση, επιβαρυντικοί παράγοντες που μπορεί να επαυξήσουν τις αποζημιώσεις είναι ο τρόπος και η μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία υπεράσπισης αλήθειας (justification) και η πρόκληση ειδικής ζημιάς (ίδε ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 J.S.C. 455 και Cacoyiannis v. Kyrou and Others, ανωτέρω).» Στην απόφαση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1321 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο υπολογισμού αυτής: «Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφήμισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-258. Οι αποζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσεων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση». Παράλληλα, παράγοντας σχετικός με το εύρος των αποζημιώσεων είναι και η έκταση της δημοσίευσης. Σχετική είναι η απόφαση Παπαδόπουλος Στυλιανός ν. Χριστόδουλου Γιάλλουρου
(2001)1 Α.Α.Δ 599. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης σκοπό έχουν την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του ατόμου, η οποία έχει τρωθεί από το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Ασφαλώς οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης πρέπει να ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας, αφού επέρχονται ως συνέπεια της κρίσης περί δυσφήμισης η οποία αποτελεί , ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν πρέπει με γνώμονα την αποκατάσταση της τρωθείσας αξιοπιστίας το δυσφημούμενου, να επιδικάσει τέτοιες αποζημιώσεις που θα είναι δυσανάλογες με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας της αξιοπρέπειας και προσωπικότητας του ατόμου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, σελ. 358, πλέον είναι γενικά αποδεκτό ότι και οι θεραπείες που αποδίδονται από τα Δικαστήρια, σε περίπτωση δυσφήμισης, πρέπει να ικανοποιούν και να συνάδουν με τις αρχές τις νομιμότητας και αναλογικότητας όπως κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία. Σχετική επίσης είναι η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. United Kingdom App. no.18139/91, Ser. A, Vol.316, 323
(1995)20 EHRR 442 και το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12th Ed, par.9.6. Στην απόφαση Δρουσιώτη ( ανωτέρω ), η οποία αφορούσε δυσφήμιση προς το πρόσωπο του ιδίου Ενάγοντα με την παρούσα, το ποσό των € 25.000 κρίθηκε ως ισοζυγισμένο, εφόσον λήφθηκαν υπόψη η προσωπικότητα του Ενάγοντα, η θέση που κατείχε στη Νομική Υπηρεσία, η φύση της δυσφήμισης, η απουσία απολογίας εκ μέρους των εφεσειόντων και η κυκλοφορία της εφημερίδας την ημερομηνία που δημοσιεύθηκε το επίδικο δημοσίευμα. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη την προσωπικότητα του Ενάγοντα, τη φύση της δυσφήμισης, την έκταση της κυκλοφορίας της επίδικης έκδοσης, η οποία ανήλθε σε 13.396 αντίτυπα και το ότι η Εναγόμενη 1 διατηρούσε και ιστοσελίδα. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη το μέγεθος και τη θέση του επίδικου δημοσιεύματος στην έκδοση της Εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερομηνίας 1.11.2010, στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας, το ότι η δυσφήμιση περιέχεται σε ένα μικρό κείμενο 33 λέξεων, το οποίο είναι διατυπωμένο υπό τύπο quiz και λογοπαιγνίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι ο Ενάγοντας δεν έχει υποστεί ειδική ζημία και ότι αφυπηρέτησε κανονικά από τη θέση που κατείχε. Περαιτέρω σημειώνω ότι η έκταση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος στην παρούσα είναι κατά πολύ μικρότερη από το δυσφημιστικό δημοσίευμα στην απόφαση Δρουσιώτης ανωτέρω. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το ποσό των € 15.000 αποτελεί εύλογο και δίκαιο ποσό αποζημίωσης, υπό τις περιστάσεις τη παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θεμελιακή είναι η απόφαση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, η οποία καθιερώνει τις προϋποθέσεις υπό τι οποίες είναι επιτρεπτή η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση Papakokkinouand others v. Kanther
(1982)1 C.L.R.
  1. Περαιτέρω στην απόφαση Καραμεσίνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται κυρίως όταν στόχος είναι η τιμωρία των εναγομένων ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια αλόγιστη συμπεριφορά. Σχετικά επίσης είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, (ανωτέρω) σελ. 351, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος καταγράφεται το συμπέρασμα ότι, σε υποθέσεις λιβέλου, η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θα πρέπει να επιτρέπεται όχι μόνο σε περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος στόχευσε στην επίτευξη κέρδους αλλά και σε υποθέσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με απεχθή, αλαζονικό και ιδιαίτερα αλόγιστο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η τιμωρία του. Από τις πιο πάνω αυθεντίες και σύγγραμμα, συνάγεται ότι σε υποθέσεις δυσφήμισης η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων επιτρέπεται μόνο εκεί που το αδίκημα της δυσφήμισης διαπράττεται με σκοπό την επίτευξη κέρδους από τη διαφήμιση ή όπου η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν ιδιαίτερα απεχθής, αλαζονική, αλόγιστη και ως εκ τούτου δικαιολογείται η τιμωρία του. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοβουλία στη δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος αλλά ούτε και ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε με σκοπό την επίτευξη κέρδους από το δημοσίευμα, καθώς επίσης δεν έχω διαπιστώσει ότι συμπεριφέρθηκε με απεχθή, αλαζονικό και ιδιαίτερα αλόγιστο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η τιμωρία της. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν δικαιολογείται στην παρούσα η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Τέλος, δεν έχω διαπιστώσει τον κίνδυνο επανάληψης της δυσφήμισης στο μέλλον και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν μπορεί να εκδοθεί σχετικό απαγορευτικό διάταγμα. Σχετικό είναι το σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, (ανωτέρω) σελ.
  2. Πέραν από την πιο πάνω κατάληξη μου και πέραν από την κατάληξή μου ότι το δημοσίευμα που περιέχεται στα Τεκμήρια 1 και 2 δεν έχει δυσφημιστικό περιεχόμενο, προχωρώ να αποφασίσω σχετικά με το ποσό που το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο, ως αποζημιώσεις, σε περίπτωση που το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου κριθεί εσφαλμένο. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων για το δημοσίευμα που περιέχεται στα Τεκμήρια 1 και 2, έχοντας υπόψη τις αρχές που κατέγραψα ανωτέρω, θα λάμβανα υπόψη τους ίδιου παράγοντες που έλαβα υπόψη για την κατάληξή μου σχετικά με το Τεκμήριο 4 με τη διαφοροποίηση ως προς την έκταση και μέγεθος του δημοσιεύματος. Τα δημοσιεύματα των Τεκμηρίων 1 και 2 περιέχονται στο Τεκμήριο 1 και συνεχίζουν στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας με λεπτομερές κείμενο. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα Τεκμήρια 1 και 2 σωρευτικά και την έκταση τους, θα επιδίκαζα ως αποζημίωση το ποσό των €
  3. Το πιο πάνω θα ίσχυαν βέβαια στην περίπτωση που το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 κρινόταν δυσφημιστικό. Η αξίωση για επιζήμια ψευδολογία Όπως προκύπτει από το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προϋπόθεση επιτυχίας της αγωγής είναι η απόδειξη ειδικής ζημίας. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται ισχυρισμός αλλά ούτε έχει αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας υπέστη ειδική ζημία. Συνακόλουθα η αξίωση για επιζήμια ψευδολογία απορρίπτεται. Κατάληξη Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας για το ποσό των €15, 000 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 η υπό κρίση αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 ενόψει του γεγονότος ότι η υπεράσπισή του με την Εναγομένη 1 εταιρεία, ήταν κοινή και κατά την αντεξέταση ο συνήγορός του ακολούθησε την ίδια γραμμή υπεράσπισης με τον συνήγορο της Εναγόμενης 1 εταιρείας, κρίνω ότι η παρούσα προσομοιάζει με την υπόθεση Λουκαΐδη (ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ορθότερο όπως αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και όπως ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια προς τη κατεύθυνση της μη επιδίκασης εξόδων υπέρ του Εναγόμενου
  4. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.