← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ως ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ ν. ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 1732/2010, 31/5/2018

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ως ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ ν. ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 1732/2010, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1732/2010 Μεταξύ: XXXXX ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ Ενάγοντας και XXXXX ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ Εναγομένη -------------------- Ως τροποποιήθηκε δυνάμει του διατάγματος Δικαστηρίου ημερ.8/6/2017 Αρ. Αγωγής: 1732/2010 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ως ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ XXXXX ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ Ενάγοντας και XXXXX ΓΙΑΛΛΟΥΡΗ Εναγομένη -------------------- Ημερομηνία: 31/5/2018 Για ενάγοντα: κα Χριστοδούλου Για εναγομένη: κος Βρυωνίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή αυτή εγέρθηκε από τον XXXXX Γιαλλούρη εναντίον του XXXXX Γιαλλουρη, γιου του αδερφού του. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ενάγοντας απεβίωσε (πλέον ο «αποβιώσαντας») και η αγωγή συνεχίστηκε από τη διαχειρίστρια της περιουσίας του. Στην υπό εξέταση περίπτωση το ζητούμενο με το κλητήριο ένταλμα είναι (μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο): «ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Η αξίωση του ενάγοντος είναι:

  1. Δήλωση του δικαστηρίου ότι ο ενάγων είναι και ήταν ο ιδιοκτήτης και/ή το πρόσωπο το οποίο δικαιούται σε εγγραφή των πιο κάτω περιγραφόμενων ακινήτων τα οποία ευρίσκονται εις το χωρίο Καπούτι της επαρχίας Λευκωσίας και τα οποία εν αγνοία του ενάγοντος και με δόλιο τρόπο του εναγομένου μεταβιβάστηκαν και έχουν εγγραφή επ' ονόματι του δυνάμει δωρεάς την 19/8/2003 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Περιγραφή Κτημάτων: (Ακολουθεί η περιγραφή 8 κτημάτων)
  2. Δήλωση του δικαστηρίου ότι οι επ' ονόματι του εναγομένου μεταβιβάσεις (οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω) και οι πιο πάνω περιγραφόμενες μεταβιβάσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή έγιναν κατόπιν δόλου και ως γενόμενες επί σκοπώ καταστρατήγησης και/ή σφετερισμού και/ή υφαρπαγής της περιουσίας το ενάγοντος και/ή των νομίμων δικαιωμάτων του επί της πι πάνω περιγραφόμενης περιουσίας και/ή άλλως πως.
  3. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση των πιο πάνω περιγραφόμενων μεταβιβάσεων και/ή να διατάσσει το εναγόμενο και/ή οποιοδήποτε αντιπρόσωπο αυτού να επαναμεταβιβάσει την πιο πάνω περιγραφόμενη περιουσία εντός πέντε ημερών από της επίδοσης του διατάγματος.
  4. Γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
  5. Νόμιμο τόκο.
  6. Έξοδα της αγωγής αυτής πλέον έξοδα επίδοσης.» Τα πιο πάνω συνιστούν τη θεραπεία, την οποία επιδιώκει ο ενάγοντας, έτσι όπως αυτή καταγράφεται στην οπισθογράφηση του (γενικά οπισθογραφημένου) κλητήριου εντάλματος. Με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας παραθέτει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τις επίδικες μεταβιβάσεις των ακινήτων επ' ονόματι του εναγομένου. Λόγω του σύντομου του περιεχομένου αυτής και λόγω του ρόλου που το δικόγραφο αυτό θα διαδραματίσει στη συνέχεια, μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενό του:
  7. «Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την αγωγή αυτή ο ενάγων ήταν και είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος των κάτωθι ακινήτων τα οποία ευρίσκονται εις το τουρκοκρατούμενο Καπούτι της επαρχίας Λευκωσίας (ακολουθεί περιγραφή 7 ακινήτων)
  8. Ο ενάγων είναι θείος του εναγομένου, ο οποίος υιός επ΄ αδελφού αυτού. Συνδέονται δε ως συγγενείς.
  9. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την αγωγή αυτή ο ενάγων είχε υποσχεθεί στη μητέρα του εναγομένου όπως εγγράψει επ' ονόματί της το κτήμα με αριθμό εγγραφής 8XXXXX9, τεμάχιο αρ.3XXXXX6, τοποθεσία κατσίματα στο κατεχόμενο χωριό Καπούτι για το λόγο ότι το είχε υποσχεθεί στον αποβιώσαντα αδελφό του και πατέρα του εναγομένου.
  10. Στην ως άνω συμφωνία και απόφαση είχε αντιδράσει έντονα ο εναγόμενος και για τον σκοπό αυτό ο ενάγων αρνήθηκε να εγγράψει σε οποιοδήποτε το κτήμα μέχρι να συμφωνήσουν μεταξύ τους.
  11. Κατά/ή περί την 19/8/2003 με επισκέφθηκε ο εναγόμενος αφού με οδήγησε με παραπλάνηση τον ενάγοντα στην καφετέρια του κτηματολογίου αφού ανέφερε ψευδώς ότι είχαν συμφωνήσει με τη μητέρα του να εγγραφεί σε αυτό το ως άνω κτήμα έπεισε τούτο να του το εγγράψει. Προς τούτο δε του παρουσίασε άγνωστο πρόσωπο προς τον ενάγοντα ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος στο κτηματολόγιο και αφού τον διαβεβαίωσε ότι η μεταβίβαση αφορούσε μόνο το ως άνω περιγραφόμενο κτήμα, του έδωσαν διάφορα έγγραφα για υπογραφή.
  12. Ο ενάγων δίδοντας πίστη στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του εναγομένου υπέγραψε πιστεύοντας πως αφορούσε μόνο το ένα κτήμα ως η συμφωνία τους.
  13. Ο ενάγων διαπίστωσε με έκπληξη του κατά το Δεκέμβριο του 2009 όταν μεταβιβάσει στο κτηματολόγιο για να μεταβιβάσει την περιουσία του στα παιδιά του πως δεν είχε περιουσία και πως αυτή είχε μεταβιβαστεί με δωρεάν στον εναγόμενο εν αγνοία του και μετά από δόλο και εξαπάτηση αυτού από τον εναγόμενο.
  14. Ο ενάγων έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία πλην όμως όπως του έχουν αναφέρει δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά γιατί έχουν περάσει αρκετά χρόνια, έχει γίνει αναφορά όμως του παραπόνου αυτού.
  15. Ο εναγόμενος αρχικά υποσχέθηκε όπως θα επέστρεφε τα κτήματα στον ενάγοντα και να μην προχωρούσε με άλλα μέτρα. Την υπόσχεση δε αυτή την έχει αναιρέσει μετά.
  16. Είναι ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος δεν δικαιούται να είναι ιδιοκτήτης των ως άνω κτημάτων τα οποία προσπαθεί να αποξενώσει και να δεσμεύσει μέχρι και σήμερα παρ' όλο που έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου να μην αποξενώσει αυτά.
  17. Ο εναγόμενος από την αρχή ενεργούσε με δόλιους και ύπουλους σκοπούς για να σφετεριστεί την περιουσία του ενάγοντος εγγράφοντας με δόλο αυτή στο όνομά του και στη συνέχεια να προσπαθεί να υποθηκεύσει και πωλήσει και αποξενώσει αυτή (πλήρεις λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο).
  18. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ενάγων απαιτεί από τον εναγόμενο ως οι αξιώσεις αυτού με αριθμούς 1,2,3,4 και 6 της οπισθογράφησης της αγωγής πλέον τόκους και έξοδα της αγωγής αυτής.» Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ξεκίνησαν πριν από το 1974, όταν ακόμα ο πατέρας του και ο αποβιώσαντας θείος του ζούσαν στη Μόρφου. Επειδή ο αποβιώσαντας θείος του αποφάσισε να μετακομίσει στον Καραβά, υποσχέθηκε στον αδερφό του (πατέρα του εναγομένου), να του πωλήσει όλα τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης ακίνητα. Ο πατέρας του εναγομένου δέχτηκε και προέβη στην αγορά των ακινήτων. Μεσολάβησε η τουρκική εισβολή και η μεταβίβαση τελικά δεν έγινε. Όλη η οικογένεια όμως γνώριζε για τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Μετά το θάνατο του πατέρα του εναγομένου, η μητέρα του, του υπενθύμισε την εκκρεμότητα αυτή. Το καλοκαίρι του έτους 2003, ο εναγόμενος συναντήθηκε με τον αποβιώσαντα θείο του, ο οποίος συμφώνησε να γίνουν όλες οι ενέργειες για υλοποίηση της συμφωνίας με τον αδερφό του. Όπερ και εγένετο. Ο αποβιώσαντας μαζί με τον εναγόμενο προχώρησαν με όλες τις ενέργειες και τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας πρώτη μαρτυρία έδωσε η XXXXX Κυριάκου, κόρη του αποβιώσαντα ενάγοντα και διαχειρίστρια της περιουσίας του. Σύμφωνα με τα όσα δηλώνει στη Γραπτή της Δήλωση, ο αποβιώσαντας πατέρας της, ήταν και είναι ιδιοκτήτης 8 κτημάτων με αριθμούς εγγραφής 8XXXXX3,8XXXXX4, 8XXXXX7, 8XXXXX8, 8XXXXX9, 8XXXXX1, 8XXXXX2 και 9XXXXX4, στο κατεχόμενο χωριό Καπούτι. Τα εν λόγω κτήματα ο πατέρας της τα εκμεταλλευόταν μέχρι την τουρκική εισβολή. Ο πατέρας της είχε αναφέρει στην ίδια και στα αδέρφια της ότι, είχε υποσχεθεί στον αδερφό του επειδή είχε πολλά παιδιά, να του δωρίσει το κτήμα με αριθμό εγγραφής 8XXXXX
  19. Μεσολάβησε όμως η τουρκική εισβολή και ο αποβιώσαντας είπε στον αδερφό του ότι τελικά η υπόσχεσή του δεν ίσχυε, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης όλων. Το Φεβρουάριο 2003, ο πατέρας της είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο εναγόμενος πολλές φορές τόσο μπροστά της, όσο και κρυφά από αυτή, είχε ζητήσει από τον πατέρα της να του εγγράψει το ακίνητο. Ο πατέρας της αρνείτο και εναγόμενος τη θεωρούσε εκείνη υπεύθυνη. Στις 19/8/2003, ο εναγόμενος επισκέφτηκε τον πατέρα της στο σπίτι της και ζήτησε να τον πάρει σε γνωστό του ιατρό για δεύτερη γνώμη. Όταν επέστρεψαν ρώτησε τον πατέρα της τι έγινε. Ο εναγόμενος έφυγε βιαστικά γιατί είχε δουλειές και έκτοτε δεν ξαναπήγε στο σπίτι της να δει τον πατέρα της, ούτε καν στην κηδεία του. Ο πατέρας της, της είπε ότι ο εναγόμενος τον πήγε σε μια καφετέρια (εκ των υστέρων ανακάλυψε ότι ήταν αυτή του κτηματολογίου). Ενώ καθόταν εκεί, ο εναγόμενος έφυγε και επέστρεψε με ένα κύριο και του ζήτησε να υπογράψει ένα χαρτί. Λόγω της συγγένειας και της επιμονής του εναγομένου ότι δεν ήταν τίποτα, υπέγραψε το χαρτί που του έτεινε ο εναγόμενος. Το Δεκέμβριο 2009, ο πατέρας της, θα μεταβίβαζε στα παιδιά του την περιουσία του. Όταν πήγαν στο κτηματολόγιο διαπίστωσαν ότι αυτή είχε μεταβιβαστεί στον εναγόμενο το 2003 δυνάμει δωρεάς. Ο πατέρας της διαμαρτυρήθηκε στο κτηματολόγιο και πήγε με τον αδερφό της στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Στην αστυνομία τους είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Ερευνώντας περαιτέρω το ζήτημα, ανακάλυψαν ότι ο εναγόμενος είχε προχωρήσει με διαδικασία για υποθήκευση των κτημάτων στο Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών. Στις διαμαρτυρίες τους ο εναγόμενος υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει τα κτήματα. Τελικά δεν τα επέστρεψε. Ο πατέρας της δεν ήθελε να δωρίσει την περιουσία του στον εναγόμενο. Απορρίπτει δε κάθε ισχυρισμό περί πώλησης των ακινήτων από τον πατέρα της στο θείο της (πατέρα του εναγομένου). Κατά την αντεξέταση της ανασκεύασε τη θέση της ότι δε γνώριζε μέχρι το 2009, ότι ο εναγόμενος πήγε με τον πατέρα της στο κτηματολόγιο. Είπε ότι έμαθε ότι πήγαν στο κτηματολόγιο, αλλά επειδή νόμιζαν ότι μόνο ένα κτήμα έδωσε ο πατέρας της στον εναγόμενο, δεν έδωσαν σημασία. Κατόπιν ανασκεύασε και πάλι και ισχυρίστηκε ότι πήρε τον εναγόμενο τηλέφωνο και όταν το ρώτησε για πιο λόγο ξεγέλασε τον πατέρα της, ο ίδιος ζήτησε συγγνώμη. Τελικά σε ερώτηση εάν γνώριζε ότι πατέρας της τον Αύγουστο 2003 πήγε στο κτηματολόγιο με τον πατέρα της, απαντά ευθέως πως ναι το γνώριζε. Σε σχέση με τη νοητική κατάσταση του πατέρα της ισχυρίζεται ότι «πάντα ήταν καλά», «ως την τελευταία στιγμή ήταν καλά», για να αλλάξει τη θέση της αυτή όταν της υποδείχθηκε ότι ο πατέρας της ήξερε τι έκανε και κατά το χρονικό διάστημα μεταβίβασης των ακινήτων. Τόνισε μάλιστα εμφαντικά ότι ο πατέρας της είχε 7 παιδία και σε αυτά ήταν που έπρεπε να δώσει τα κτήματα. Πριν να δώσει μαρτυρία ο επόμενος μάρτυρας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι: Κατά τον επίδικο χρόνο ο εναγόμενος αποτάθηκε στον κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών για εξασφάλιση δανείου και, μεταξύ άλλων, στα ακίνητα τα οποία ζήτησε να επιβαρυνθούν για την εξασφάλιση του δανείου, περιλαμβάνονταν και κάποια από τα ακίνητα που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή. Ακολούθησε η μαρτυρία του XXXXX Στυλιανού, επίσης γιου του αποβιώσαντα ενάγοντα. Σύμφωνα με τα όσα μαρτυρεί, ο πατέρας του ουδέποτε ανάφερε περί πώλησης του ακινήτου στον αδερφό του. Το μόνο που τους είχε πει ήταν για την υπόσχεση που είχε δώσει στον αδερφό του (θείο δηλαδή του μάρτυρα) να του δωρίσει το τεμάχιο 8XXXXX
  20. Τελικά λόγω της εισβολής δεν μεταβιβάστηκε το εν λόγω τεμάχιο και ο πατέρας τους, λόγω του ότι ήταν όλοι χάλια, αναίρεσε την υπόσχεσή του. Ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από την αδερφή του και από τον πατέρα του, ότι ο εναγόμενος ζητούσε από τον πατέρα του να του εγγράψει το ακίνητο αλλά ο πατέρας του αρνείτο και ο εναγόμενος αντιδρούσε. Ο πατέρας του, το έτος 2003 υπέστη σοβαρό πρόβλημα υγείας. Στις 19/8/2003, ο πατέρας του, του ανάφερε ότι τον επισκέφτηκε ο εναγόμενος και ζήτησε να τον πάρει σε γιατρό για να πάρουν δεύτερη γνώμη. Όπως του είπε ο πατέρας του, τον πήρε τελικά σε κάποια καφετέρια. Εκεί εμφανίστηκε με κάποιον κύριο και του ζήτησε να υπογράψει κάποιο χαρτί. Όταν ο μάρτυρας ρώτησε τον πατέρα του γιατί υπέγραψε το χαρτί χωρίς να ξέρει τι έγραφε, του απάντησε ότι το έκανε λόγω της συγγένειας και της επιμονής του ενάγοντα. Εκείνη τη στιγμή δεν υποψιάστηκε κάτι κακό, παρά μόνο το 2009, όταν πήγε με τον πατέρα του και τα αδέρφια του για να τους μεταβιβάσει την περιουσία, ανακάλυψαν ότι το έτος 2003 έγιναν οι μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων στον εναγόμενο. Ο πατέρας του τότε θύμωσε και ο ίδιος τον συνόδευσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας για να καταγγείλουν τον εναγόμενο, πλην όμως η Αστυνομία δεν προχώρησε την υπόθεση επειδή είχε παρέλθει αρκετός χρόνος. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι ο πατέρας του πώλησε τα επίδικα ακίνητα στον αδερφό του (πατέρα του εναγομένου). Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι αν και ήταν ενήμερος ότι τον Αύγουστο του 2003 ο εναγόμενος πήρε τον πατέρα του στο Κτηματολόγιο, τότε δεν έκανε τίποτα γιατί πίστευε ότι η μεταβίβαση αφορούσε μόνο ένα τεμάχιο. Συμφώνησε ότι ο πατέρας του ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος και ότι δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τον κοροϊδέψει. Αυτή ήταν και η μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα. Ακολούθησε η μαρτυρία του εναγομένου. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται, ο αποβιώσαντας θείος του και ενάγοντας φεύγοντας από το χωρίο Καπούτι και πηγαίνοντας να κατοικήσει στον Καραβά, πώλησε στον πατέρα του τα επίδικα κτήματα. Λόγω του ότι μεσολάβησε η τουρκική εισβολή τα κτήματα αυτά ουδέποτε μεταβιβασθήκαν στον πατέρα του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του επανάφερε το όλο θέμα στο προσκήνιο, επειδή πίστευε ότι θα έπρεπε να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Το 2003, ο ενάγοντας συναντήθηκε με το θείο του, ο οποίος του επιβεβαίωσε τα της αγοραπωλησίας και συμφώνησαν να προχωρήσουν με τις μεταβιβάσεις. Η όλη διαδικασία διήρκεσε 2 μέρες και ο θείος του γνώριζε ακριβώς τι έκανε. Στην οικογένεια όλοι γνώριζαν για αυτό. Αντίδραση υπήρξε από τη εξαδέλφη του «XXXXX» (δηλ. την XXXXX, την πρώτη μάρτυρα για ενάγοντες), η οποία πίστευε ότι με τη μεταβίβαση ο πατέρας της αδικούσε τα παιδιά του. Απορρίπτει κάθε ισχυρισμό ότι ξεγέλασε το θείο του. Ο ίδιος κατόπιν προτροπής της μητέρας του, η οποία του είπε να πάει να ζητήσει από το θείο του να του «βουλώσει» τα χωράφια, ζήτησε από το θείο του όπως προχωρήσει η μεταβίβαση. Εάν ο θείος του δεχόταν καλώς, διαφορετικά μητέρα του, του είπε να φύγει. Έτσι και έκανε. Όταν βρήκε το θείο του, ο θείος του συμφώνησε και του είπε να πάνε να του τα «κοτσιανιάσει». Ό,τι έγινε ήταν με την ελεύθερη βούληση του θείου του. Αυτή ήταν η μαρτυρία που προσέφερε ο εναγόμενος προς υπεράσπισή του. Ως εισαγωγή στην ενότητα της αξιολόγησης, επισημαίνω ότι, είναι κοινή θέση και των δύο παιδιών του αποβιώσαντα ότι γνώριζαν για την πρόθεσή του να μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία στον ενάγοντα. Επίσης είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι ο εναγόμενος και ο αποβιώσαντας θείος του XXXXX Γιαλλούρης, στις 19/8/2003 πήγαν στο Κτηματολόγιο. Εκεί ο αποβιώσαντας XXXXX Γιαλλούρης μεταβίβασε στον εναγόμενο τα επίδικα κτήματα. Τα πιο πάνω συνιστούν και διαπιστώσεις μου. Ό,τι προκύπτει από την αγωγή αλλά και από τη μαρτυρία είναι ότι ο ενάγοντας ζητεί την ακύρωση της μεταβίβασης των 8 κτημάτων, επειδή ο εναγόμενος κατ' ισχυρισμό τον ξεγέλασε. Και πως τον ξεγέλασε; Όπως στην έκθεση απαίτησης καταγράφεται, τον οδήγησε με παραπλάνηση στο κτηματολόγιο και αφού ψευδώς του ανέφερε ότι συμφώνησε με τη μητέρα του, να του εγγράψει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8XXXXX9, τον ξεγέλασε και αντί να γίνει η μεταβίβαση αναφορικά με ένα κτήμα έγινε για τα 8 που αναφέρονται στην αγωγή (βλ. παράγραφο 5 Έκθεσης Απαίτησης). Η παραπλάνηση με την οποία οδηγήθηκε ο ενάγοντας στο κτηματολόγιο από τον εναγόμενο, έγκειται στο ότι, ο εναγόμενος του είπε ότι θα τον πάρει γιατρό και αντί να τον συνοδεύσει σε γιατρό τον πήγε στο κτηματολόγιο. Το ψέμα που ο εναγόμενος του είπε στο Κτηματολόγιο προκειμένου ο ενάγοντας να πειστεί να μεταβιβάσει τα ακίνητα απευθείας πάνω στον εναγόμενο, είναι ότι η μητέρα του συμφωνεί με τη μεταβίβαση του ακινήτου σε αυτόν. Προχωρώ αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της πρώτης μάρτυρος. Ξεκάθαρα από το σημείο αυτό, αναφέρω ότι η μαρτυρία της XXXXX Κυριάκου, ήταν αντιφατική, αλλά ούτε και πείθει ως προς τη λογική προσέγγιση των πραγμάτων. Εξηγώ. Η ίδια αναφέρεται στις πολύ καλές σχέσεις που είχε με τους γονείς της και στο γεγονός ότι αυτή ήταν το άτομο που τους φρόντιζε. Μια μέρα το έτος 2003, εμφανίζεται ένας ξάδερφός της και της προτείνει να πάει τον πατέρα της στο γιατρό. Ο ξάδερφός της φεύγει με τον πατέρα της. Όταν επιστρέφουν ο πατέρας της, της είπε ότι αντί να πάνε σε γιατρό, πήγαν σε ένα καφενείο. Όπως αναφέρει στη Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α), δεν έκανε τίποτα και έκπληκτη αυτή και τα αδέρφιά της διαπίστωσαν τη μεταβίβαση που έγινε, το έτος
  21. Αυτή η θέση όπως προβάλλεται στη Γραπτή της Δήλωση, προκαλεί ερωτηματικά, το λιγότερο. Το εύλογα αναμενόμενο για ένα παιδί το οποίο φροντίζει τους γονείς του, θα ήταν να ενδιαφερθεί να μάθει τι είπε ο γιατρός αναφορικά με την υγεία του πατέρα της. Εάν ενδιαφερότανε να μάθει τι είπε ο γιατρός τότε θα διαπίστωνε ότι η επίσκεψη στο γιατρό ουδέποτε έγινε, αλλά αυτή η πρόταση του ξαδέρφου της ήταν τέχνασμα και πρόφαση για να πάρει τον πατέρα της κάπου άγνωστα, και τότε επίσης εύλογα αναμενόμενο θα ήταν να επικοινωνήσει με το ξάδερφό της να της δώσει κάποιες εξηγήσεις. Όπως συνάγεται από τη Γραπτή της Δήλωση, τίποτα από αυτά δεν κάνει παρά μόνο έξι έτη μετά διαπιστώνει την «απάτη» του ξαδέρφου της. Αν και η εκδοχή αυτή, δύσκολα πείθει, σε κάθε περίπτωση θα αξιολογείτο ως έχει προσφερθεί, εφόσον η μάρτυρας παρέμενε πιστή σε αυτήν. Κατά την αντεξέτασή της όμως, προβάλλει άλλα γεγονότα. Είπε ότι έλαβε πληροφορία από κάποιο άτομο για το τι έγινε, αλλά δεν έκανε τίποτα γιατί νόμιζε ότι ένα μόνο κτήμα μεταβιβάστηκε στο ξάδερφό της. Μεταφέρω αυτολεξεί: «Ε. Και μας είπατε ότι έρχεται ο πατέρας σας και σας λέει «Δεν με πήρε στο γιατρό», το αφήνω ως δαμέ. Τι κάνατε εσείς που ένας ξάδερφός σας έπιασε τον πατέρας σας κατά την άποψή σας άρρωστο με το δικαιολογητικό ότι θα τον πάρει στο γιατρό και δεν τον πήρε. Τί κάνατε; Α. Τίποτε γιατί δεν ξέραμε, απλώς ετηλεφώνησεν κάποιος δικός του, δεν θέλω να το αναφέρω, τι έγινε και μετά ερευνήσαμε και μάθαμε νομιζόμενοι ότι μόνο το κτήματ οτ ένα που ήθελε έπιασε. Δεν δώσαμε σημασία, είπαμε άτε, αφού το έδωσε.. μετά από καιρό που πήγαμε εμείς να τα δούμε, να μας δώσει τα κτήματα εμάς, ανακαλύψαμε ότι ήταν όλα πάνω του γραμμένα του ξάδερφού μας». Σύμφωνα με την πιο πάνω εκδοχή, έμαθε για το «κόλπο» του ξαδέρφου της, αλλά επειδή νόμιζε ότι η μεταβίβαση αφορούσε μόνο ένα κτήμα δεν έκανε τίποτε. Δεν πήρε το ξάδερφό της να του ζητήσει εξηγήσεις. Δεν θορυβήθηκε για αυτό το ψέμα του ξαδέρφου της και να πάει να μάθει ακριβώς τι έγινε. Όπως λέει δεν έκανε τίποτε. Πλην όμως η ενάγουσα, δεν παραμένει πιστή ούτε στην πιο πάνω εκδοχή. Αντιθέτως, ανασκευάζει εκ νέου κατά την αντεξέτασή της και ισχυρίζεται ότι, τελικά ζήτησε εξηγήσεις του ξαδέρφου της: «Ε. Και μαθαίνετε εσείς ότι τελικά πήγε και κοτσιάνιασε του εκείνο το κομμάτι που του έταξε. Έπιασες τον τηλέφωνο αυτόν τον άνθρωπο να του πεις «Κύριε, γιατί πήγες στο Κτηματολόγιο ψεύτικα με το δικαιολογητικό ότι θα πάρεις τον παπά μου μου στον γιατρό για να σου κοτσιανιάσει το κτήμα;» Επιασές τον; Α. Ναι, ας απαντήσει. Είπε μου ότι έκαμε λάθος και θα τα επιστρέψει και ακούω την κόρη του από το τηλέφωνο που φωνάζει «Πε τους να έρτουν να τους δώσουμε τζιαι άλλα τζιαι εμείς έχουμε πολλά» ειρωνικά και είπε ότι έκανε λάθος και θα το επιστρέψει». Σύμφωνα με την πιο πάνω τρίτη εκδοχή της μάρτυρος, ζήτησε εξηγήσεις από τον εναγόμενο αμέσως μετά από το συμβάν, το οποίο έγινε το
  22. Πλην όμως ουδέν γίνεται, ουδέν μέτρο λαμβάνεται και η αγωγή καταχωρείται επτά έτη μετά. Αναδεικνύω τέλος και το εξής, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, δεν αναφέρει να μίλησε με τον πατέρα της, ο οποίος έμενε μαζί της και τον φρόντιζε. Να τον ρωτήσει τι έγινε. Να τον ρωτήσει κατά πόσον ήξερε τι ήταν αυτό που τον υποχρέωσε ο εναγόμενος να υπογράψει και τι συνέπειες θα είχε η υπογραφή του. Δεν αναφέρεται σε καμία συζήτηση αναφορικά με το ζήτημα αυτό με τον πατέρα της. Κάτι το οποίο θα ήταν επίσης εύλογα και λογικά αναμενόμενο, να συζητήσει μαζί του τι έγινε προκειμένου να διακριβωθεί τι έγινε και εάν ο εναγόμενος τον κορόιδεψε. Η μαρτυρία της δεν πείθει και απορρίπτεται. Επίσης δεν έπεισε, η μαρτυρία του δεύτερου μάρτυρα XXXXX Στυλιανού. Ο ίδιος προωθεί με τη μαρτυρία του την πρώτη εκδοχή που παρουσίασε η ενάγουσα, ότι δηλαδή αντί γιατρό ο εναγόμενος το έτος 2003 πήγε τον πατέρα του στο Κτηματολόγιο και δεν ανακάλυψαν το τι έγινε παρά μόνο το
  23. Μάλιστα ο πατέρας του θύμωσε και ο ίδιος το συνόδευσε στην αστυνομία προκειμένου να γίνει καταγγελία, αλλά η αστυνομία, ως ισχυρίζονται, δεν προχώρησε με διερεύνηση απάτης, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, οι ίδιοι μόλις είχαν διακριβώσει, γιατί είχαν περάσει πολλά χρόνια. Στην αστυνομία έγινε μόνο καταγραφή του συμβάντος. Κατά την αντεξέτασή του, ακολούθησε και αυτός τη στάση της αδερφή του και άλλαξε εκδοχή. Ισχυρίζεται πλέον ότι, τον ενημέρωσε η αδερφή του ότι επικοινώνησε με τον εναγόμενο, επομένως είχαν γνώση των συμβάντων πριν από το 2009 όταν πήγαν με τον πατέρα τους στο κτηματολόγιο για να τους μεταβιβάσει την περιουσία του. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ίδιο ήταν ότι ήρθε στο Δικαστήριο προκειμένου να ενισχύσει την εκδοχή της αδερφής του. Ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη με τα γεγονότα. Έμαθε ότι ο ξάδερφός του είπε ψέματα ότι θα έπαιρνε τον πατέρα του στο γιατρό, πλην όμως δεν κάνει τίποτα απολύτως, από τα εύλογα αναμενόμενα, όπως επί παραδείγματος χάρη να μιλήσει με το ξάδερφό του να τον ρωτήσει τι έγινε. Το μόνο που έκανε ο ίδιος, ως ισχυρίζεται, ήταν να συνοδεύσει τον πατέρα του για να κάνουν καταγγελία στην αστυνομία την οποία η αστυνομία δεν προχώρησε. Θέση η οποία επίσης προκαλεί ερωτηματικό, για ποιο λόγο στην Αστυνομία να γίνεται καταγγελία για πιθανή διάπραξη ποινικού αδικήματος, το οποίο οι παραπονούμενοι μόλις ανακαλύψαν και να μην προχωρά η καταγγελία γιατί τα γεγονότα έλαβαν χώρα παλαιότερα. Καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού. Ένα ακόμη σημείο που θα ήθελα να αναδείξω σε σχέση με τη μαρτυρία του. Λέει ο μάρτυρας, ότι όταν ο πατέρας του, του είπε ότι ο ξάδερφος του αντί τελικά να τον πάρει σε γιατρό όπως του είπε, τον πήγε σε μια καφετέρια και υπέγραψε κάτι χωρίς να γνωρίζει τί υπέγραψε, «τη στιγμή εκείνη δεν υποψιάστηκα κάτι κακό» (βλ. παράγραφο 12 Εγγράφου Β). Πραγματικά διερωτώμαι, πως γίνεται κάποιος να λέει ότι θα πάρει κάποιον ηλικιωμένο στο γιατρό, τελικά να αποδεικνύεται ότι αυτή του η πρόθεση ήταν ψέμα και ήταν μια πρόφαση για να τον πάει «κάπου», όπου υπέγραψε ένα αγνώστου περιεχομένου έγγραφο και ο γιός όχι να μην υποψιάζεται κάτι κακό, αλλά το ελάχιστο να μην ενδιαφέρεται να μάθει τι έχει διαμειφθεί, πόσο μάλλον όταν όλοι γνώριζαν, ως ισχυρίζεται, ότι ο εναγόμενος ζητούσε από τον πατέρα του να του μεταβιβάσει περιουσία του. Η μαρτυρία του δεν είναι ικανοποιητική προς απόδειξη της υπόθεσης. Από τον τρόπο που και οι δύο μάρτυρες αναφέρονται στο ζήτημα του πατέρα τους και των όσων έγιναν τον 2003 σε συνδυασμό και με τις δικές τους ενέργειες, είναι ξεκάθαρο ότι γνώριζαν για την πρόθεση του πατέρα τους να μεταβιβάσει ακίνητο στο ξάδερφό τους και ότι αυτό ήταν κάτι αναμενόμενο. Το πρόβλημα ανέκυψε, μόνο όταν ανακάλυψαν για τα ακριβή κτήματα που μεταβιβαστήκαν. Η εκδοχή που προσφέρθηκε προς απόδειξη της αγωγής βρίθει ανακριβειών και λογικών κενών με αποτέλεσμα να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να γίνει αποδεκτή. Προβάλλει η πλευρά του ενάγοντα, ότι ο εναγόμενος ξεκίνησε να πάει με τον εναγόμενο στο γιατρό. Αντί να πάει στο γιατρό βρέθηκε στο κτηματολόγιο. Αντί να διαμαρτυρηθεί για αυτή την εξέλιξη και παρά το ότι ο εναγόμενος τον ξεγέλασε για να τον πάρει στο κτηματολόγιο, εφόσον ο εναγόμενος του είπε ότι συμφώνησε με τη μητέρα του να εγγραφεί στο όνομά του το ακίνητο, ο ενάγοντας προχωρεί στη μεταβίβαση του τεμαχίου 8XXXXX9, ως πίστευε. Δεν ελέγχει όμως τα έγγραφα που ο εναγόμενος του δίδει για υπογραφή και τελικά αντί για το ένα τεμάχιο που ήθελε να του μεταβιβάσει, του μεταβιβάζει τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης. Αυτή στην ουσία είναι η υπόθεση του ενάγοντα όπως αυτή καταγράφεται στα δικόγραφα και σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε. Λακωνικά αναφέρω ότι το ελάχιστο, κρίνεται μη ικανοποιητική. Παρεπόμενο της κοινής λογικής είναι, πιστεύω, πως εάν ο εναγόμενος πίεζε τον αποβιώσαντα θείο του να του εγγράψει το ακίνητο και ο θείος του αρνιότανε όπως όλοι οι μάρτυρες για τον ενάγοντα ισχυρίζονται (βλ. γραπτή δήλωση XXXXX Κυριάκου παράγραφος 9, Γραπτή Δήλωση XXXXX Στυλιανού παράγραφος 9), τότε αυτός θα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο τι του έδινε ο εναγόμενος να υπογράψει και δεν θα είχε κανένα λόγο, ή έστω δεν προβάλλεται κάποιος σχετικός ισχυρισμός ότι θα είχε κάποιο λόγο, να υποκύψει τελικά και να υπογράψει κάτι το οποίο είχε ήδη επανειλημμένα αρνηθεί. Περαιτέρω, εξετάζοντας στο σύνολό της τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του ενάγοντα, δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να αποδεχτώ την εκδοχή που προβάλλεται. Μου φαίνεται ιδιαίτερα περίεργο κάποιος να προτείνει σε ένα άτομο, το οποίο αποδεκτά έχει σώας τα φρένας, ότι θα τον πάρει σε γιατρό, αντί σε γιατρό να τον παίρνει στο καφενείο του κτηματολογίου. Εκεί ο αποβιώσαντας, δε διερωτάται για πιο λόγο αντί στο γιατρό βρέθηκε στο κτηματολόγιο. Με τη θέλησή του μάλιστα προχώρησε στη μεταβίβαση 8 ακινήτων, επειδή ως ο ισχυρισμός, ο εναγόμενος του είπε ψέματα. Το ψέμα που του είπε στο κτηματολόγιο όπως αυτό καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης, είναι ότι συμφώνησε τελικά ο εναγόμενος με τη μητέρα του, όπως εγγραφεί στο όνομά του το ακίνητο (βλέπε παράγραφο 5 έκθεσης απαίτησης). Για το ότι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου ήταν ψέμα, δεν υπάρχει μαρτυρία. Εάν η βούληση του αποβιώσαντα του για μεταβίβαση, δημιουργήθηκε ως ο ισχυρισμός την έκθεση απαίτησης λόγω του ότι του αναφέρθηκε ότι, η μητέρα του εναγομένου συμφωνούσε με τη μεταβίβαση στον εναγόμενο απευθείας, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι αυτό ήταν ψέμα και ότι ο αποβιώσαντας είναι εξαιτίας αυτού του ψέματος που οδηγήθηκε στη μεταβίβαση. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου. Ο εναγόμενος προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Αποδέχεται ότι πήγε το θείο του στο Κτηματολόγιο. Αποδέχεται ότι έγιναν οι μεταβιβάσεις στο όνομά του. Δεν προβάλει καμία δικαιολογία περί τούτου, πλην ότι συμφώνησε με το θείο του να γίνουν στο όνομά του οι μεταβιβάσεις των επίδικων κτημάτων. Με την άμεση και ανεπιτήδευτη μαρτυρία του εξηγεί ότι προσέγγισε το θείο του για το ζήτημα των κτημάτων στο Καπούτι κατόπιν παραίνεσης της μητέρας του. Ο θείος του ανταποκρίθηκε θετικά και οι μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Διαπίστωσή μου είναι ότι ο αποβιώσαντας XXXXX Γιαλλούρης, αφού του το ζήτησε ο εναγόμενος, στις 19/8/2003 πήγε μαζί του στο Κτηματολόγιο, όπου έγινε η μεταβίβαση των 8 επίδικων ακινήτων στο όνομα του εναγομένου. Ο XXXXX Γιαλλούρης (αποβιώσαντας ενάγοντας), γνώριζε τι έκανε και το έπραξε ελεύθερη βούληση. Προχωρώ την πιο πάνω διαπίστωση μου και αναφέρω ότι και οι δύο μάρτυρες για τον αποβιώσαντα ενάγοντα, οι οποίοι ήταν τα παιδιά του, ανάφεραν με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι ο πατέρας τους, μέχρι το τέλος είχε πλήρη διαύγεια και δεν ήταν άτομο το οποίο κάποιος θα μπορούσε να κοροϊδέψει. Ως αναφέρω και πιο πάνω, η εκδοχή που παρουσιάστηκε προς απόδειξη της υπόθεσης δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή προς απόδοση θεραπείας ως η αγωγή. Καταγράφω στο σημείο αυτό το αυτονόητο, ότι το βάρος απόδειξης προκειμένου να επιτύχει η αγωγή αυτή το φέρει ο ενάγοντας, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο ενάγοντας είναι αυτός που οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή που παρουσιάζει είναι η πιο πιθανή να έχει συμβεί, βλέπε σχετικά, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σ.196»: «Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή (ή αντίθετη) από εκείνη του αντιδίκου του αλλά το κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι» Αν και η απόρριψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε για τον ενάγοντα, υποδεικνύει ξεκάθαρα και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αγωγής, θα προχωρήσω να εξετάσω και τη νομική πτυχή της διαφοράς. Καταγράφω κατ΄ αρχάς το αυτονόητο ότι, η απαίτηση εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με τα επίδικα ζητήματα και ισχυρισμούς, ως αυτοί καθορίζονται από τα δικόγραφα. Ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου το οποίο ασκεί πολιτική δικαιοδοσία άγεται μια διαφορά, η οποία καθορίζεται από το δικόγραφο. Η αγωγή τίθεται στο δικαστή, ο οποίος καλείται να αποφασίσει επ' αυτής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και πάντοτε με βάση τη ζητούμενη θεραπεία ως το δικόγραφο. Στην Ιωάννης Ευάνθη ν. Νικόλαου Νεοφύτου κα, Πολιτική Έφεση αρ. 38/10, ημερ.8/12/14, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Περαιτέρω με βάση την πάγια νομολογία, μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (βλ. Χριστοφόρου ν. Ιακώβου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ι. Παπαχριστοφόρου

(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται κατά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων ή που προστίθενται δεόντως κατά την ακρόαση και να μην επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία πιθανόν να εγερθούν από τη μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα. (βλ. Παναγή κ.α. ν. Λαζάρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1317 και Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Περαιτέρω έχει καθήκον να μην επιτρέπει την παρουσίαση ανεπίτρεπτης μαρτυρίας έστω και αν παρουσιάζεται κατά την αντεξέταση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 390, 404-405, όπως επίσης θα πρέπει να κρίνει το παραδεκτό της μαρτυρίας κατά το χρόνο που επιχειρείται η εισαγωγή της και όχι αργότερα. (βλ. Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628).» Η απαίτηση για ακύρωση της μεταβίβασης των επίδικων τεμαχίων εδράζεται, σύμφωνα πάντοτε με τα δικόγραφα, σε δόλο και ότι αυτή έγινε «επί σκοπώ καταστρατήγησης και/ή σφετερισμού και/ή υφαρπαγής της περιουσίας του ενάγοντος», εφόσον ο εναγόμενος παραπλάνησε τον ενάγοντα. Στην έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες λεπτομέρειες δόλου κατά παράβαση της σχετικής αρχής δικογράφισης (Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός Δ.19θ5) αλλά και της νομολογίας (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Παρά την πιο πάνω παρατυπία (για την οποία η πλευρά του εναγομένου δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε και ζήτησε λεπτομέρειες δόλου), επισημαίνω ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί δόλο και η οποία ενδεχομένως υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας να μπορούσε να ληφθεί υπόψη (βλ σχετικά Φακοντή Δημητράκης ν. Νικόλα Παύλου Βρυώνη,
(2004)1 ΑΑΔ 1404, Συμεών Συμεού Μ. ν. Χριστάκη Γεωργίου, ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη,
(2011)1 ΑΑΔ 1137). Ό,τι προκύπτει τόσο από τα δικόγραφα όσο και από τη μαρτυρία, είναι ότι ο εναγόμενος είπε στο θείο του ότι θα τον πάρει γιατρό και αντί γιατρό τον πήγε στο κτηματολόγιο, όπου έλαβε χώρα η μεταβίβαση. Δεν υπάρχει κάποιος ισχυρισμός για «undue influence» ή για επηρεασμό με οποιοδήποτε τρόπο του αποβιώσαντα ενάγοντα από τον εναγόμενο. Ούτε μαρτυρία υπάρχει ότι οι σχέσεις μεταξύ αποβιώσαντα και εναγομένου κατά το χρόνο της δωρεάς ή λίγο πριν από αυτόν, ήταν τέτοιες που να δημιουργούν τεκμήριο ότι ο εναγόμενος έχει επηρεάσει τον αποβιώσαντα, έτσι ώστε το Δικαστήριο να επέμβει και να ακυρώσει τη δωρεά. Επίσης, καμία μαρτυρία ή ισχυρισμός έχει προσφερθεί ότι ο εναγόμενος κυριαρχούσε επί της βούλησης του αποβιώσαντα (Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1(Α) ΑΑΔ 33). Ακόμα και εάν θεωρηθεί πως η περίπτωση εμπίπτει στις περιπτώσεις επαχθών συμβάσεων, στην υπό εξέταση περίπτωση όλα τα γεγονότα υποδεικνύουν ότι ο αποβιώσαντας ενεργούσε με ελεύθερη βούληση, έχοντας επίγνωση των πράξεων του και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επιρροή από τον εναγόμενο (Σωκράτους ν. Τσιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Αν και, επαναλαμβάνω, δεν εγείρεται αίτημα για ακύρωση της μεταβίβασης λόγω ψυχικής πίεσης, ούτε και έχει δικογραφηθεί τέτοια θέση, θα επεκταθώ εν συντομία και επί αυτού του ζητήματος, εφόσον η ψυχική πίεση ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε (Χλόη Ανδρέα Πατάτσου ν. Αχμέτ Χίλμι κα, ECLI:CY:AD:2017:A201, Πολ. Έφ. Αρ.300/11, ημερ. 31/5/2017). Οι συμβάσεις που μπορούν να ακυρωθούν λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται σε δύο κατηγορίες. Αφενός μεν σε αυτές όπου δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, αφετέρου δε στις περιπτώσεις όπου υπάρχει τέτοια σχέση. Στην υπό εξέταση περίπτωση ειδική σχέση δεν υπήρχε και δεν υπάρχει ισχυρισμός για ειδική σχέση μεταξύ του εναγομένου και του θείου του, η οποία ήταν τέτοια που να έδιδε την ευχέρεια στον εναγόμενο να κυριαρχεί στη θέληση του θείου του. Αυτό έχει βεβαίως τη σημασία του, εφόσον στην απουσία ειδικής σχέσης το βάρος ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιχειρεί να αποφύγει τη συναλλαγή να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Ιωάννου Αρέστης Μιχαήλ ν. Άννας Ανδρέα Χαραλαμπίδου
(1998)1 ΑΑΔ 555) και θα πρέπει η ψυχική πίεση να αποδειχτεί ως πραγματικό γεγονός (Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα
(2004)1 Α.Α.Δ. 961). Στα γεγονότα της υπόθεσης δεν υπάρχει μαρτυρία ή ισχυρισμός για ψυχική πίεση. Η μαρτυρία όπως έχει προσφερθεί είναι ότι αντί στο γιατρό ο εναγόμενος πήγε τον αποβιώσαντα στο κτηματολόγιο, όπου του παρουσίασε ένα χαρτί και ο αποβιώσαντας υπέγραψε. Καμία θέση περί πίεσης ή εξαναγκασμού έχει προβληθεί. Επομένως, ούτε και υπό αυτή την οπτική γωνία δικαιολογείται η αιτούμενη θεραπεία και δεν θα προχωρήσω να εξετάσω περαιτέρω και πιο επιστάμενα τις πτυχές της. Η συγκατάθεση των συμβαλλομένων και η ελεύθερη βούληση αυτών, συνιστά conditio sine qua non για την εγκυρότητα μιας σύμβασης. Στην υπό εξέταση περίπτωση και από την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν υπάρχει το οτιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις δεν έχουν γίνει με ελεύθερη τη βούληση του αποβιώσαντα. Επίσης δεν υπάρχει το οτιδήποτε το οποίο να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώθηκε η βούλησή του αυτή ήταν μεμπτές. Τα πιο πάνω βεβαίως εκ του περισσού, εφόσον η απόρριψη της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντα έχει σφραγίσει και την τύχη της αγωγής. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στις 25/11/2010, το οποίο είχε ισχύ «μέχρι την αποπεράτωση της αγωγή και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου», ακυρώνεται και παύει να ισχύει. (Υπ) ............................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.