← Κύπρος

Σολωμού ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αγωγή αρ. 2013/2013, 29/5/2018

Σολωμού ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αγωγή αρ. 2013/2013, 29/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2013/2013 Μεταξύ: XXXXX Σολωμού Ενάγουσα και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόμενοι 29 Μαΐου 2018 Για την ενάγουσα-αιτήτρια, εμφανίζεται η κα Α.Ιωαννίδου για τους κ.κ.Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Κλ.Κραμβή για τους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας - καθ΄ου η αίτηση, εμφανίζεται η κα Ε.Σκίτσα για τους κ.κ.Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Υπουργό Οικονομικών, διαμέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,-καθ΄ου η αίτηση, εμφανίζεται ο κ.Α.Σελίπας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Απόφαση για την αίτηση ημερ. 09.09.2015 (αίτημα για την προσθήκη εναγομένων και την τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης) -------------- Στις 19.03.2013 η ενάγουσα-αιτήτρια («η αιτήτρια») κατεχώρισε την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, επί κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένου. Δια της γενικής οπισθογράφησης επιδιώκονται οι εξής θεραπείες, κατά τρόπον σωρευτικό ή διαζευκτικό: (α) έκδοση διατάγματος δια του οποίου να ακυρώνονται όλες οι συμφωνίες και όλα τα έγγραφα τα οποία η αιτήτρια συνήψε και/ή υπέγραψε, κατά ή περί το έτος 2009, για να αποκτήσει 900 εγγυημένα αξιόγραφα, εκδοθέντα από τους εναγομένους «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd» («η Cyprus Popular Bank»), συνολικής αξίας €900.000-, γιατί αυτά υπήρξαν το αποτέλεσμα παραπλανητικών και/ή δόλιων και/ή απατηλών ενεργειών εκ μέρους της «Cyprus Popular Bank» και/ή γιατί αυτά υπήρξαν το προϊόν παράνομων πράξεων εκ μέρους της «Cyprus Popular Bank», (β) έκδοση απόφασης δια της οποίας να δηλώνεται πως η συνολική αξία των προαναφερθέντων 900 εγγυημένων αξιογράφων (ήτοι €900.000) έχει εξανεμισθεί και/ή απωλεσθεί ως αποτέλεσμα των εκ μέρους της «Cyprus Popular Bank» εσφαλμένων και/ή πλημμελών και/ή αμελών και/ή παράνομων πράξεων και παραλείψεων και/ή ως αποτέλεσμα της εκ μέρους αυτής παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της, (γ) έκδοση απόφασης δια της οποίας να δηλώνεται πως η «Cyprus Popular Bank» κατέχει, ως καταπιστευματοδόχος και επ΄ωφελεία της αιτήτριας, το ποσόν των €900.000-, (δ) αποζημιώσεις ύψους €900.000, επιπλέον τόκους, ως η απωλεσθείσα συνολική αξία των προαναφερθέντων 900 εγγυημένων αξιογράφων, των οποίων η αξία έχει εξανεμισθεί και/ή απωλεσθεί ως αποτέλεσμα των εκ μέρους της «Cyprus Popular Bank» εσφαλμένων και/ή πλημμελών και/ή αμελών και/ή παράνομων πράξεων και παραλείψεων και/ή ως αποτέλεσμα της εκ μέρους της παράβασης των νομίμων καθηκόντων της, (ε) έκδοση απόφασης δια της οποίας να κηρύσσεται ως παράνομη και ως άκυρη συγκεκριμένη απόφαση της «Cyprus Popular Bank», η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια κατά ή περί τον Ιούνιο του έτους 2012 και η οποία αφορούσε στην ανταλλαγή των προαναφερθέντων 900 εγγυημένων αξιογράφων με άλλα αξιόγραφα και/ή μετοχές, (στ) έκδοση απόφασης δια της οποίας να κηρύσσεται ως παράνομη και ως άκυρη η μετατροπή 100 από τα προαναφερθέντα 900 εγγυημένα αξιόγραφα σε μετοχές, η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί το καλοκαίρι του έτους 2012 επί τη βάσει της αμέσως πιο πάνω αναφερθείσας απόφασης της «Cyprus Popular Bank», (ζ) έκδοση απόφασης δια της οποίας να δηλώνεται πως, υπό τις περιστάσεις, η αιτήτρια απηλλάγηκε από εγγυήσεις και/ή συμφωνίες συνομολογηθείσες εν σχέσει με πιστωτικές διευκολύνσεις που παρέσχε η «Cyprus Popular Bank» και, ιδίως, αυτή απηλλάγηκε από τις υποχρεώσεις της εν σχέσει με τα δάνεια υπ΄αριθμόν XXXXX0393 και XXXXX8763 εφ΄όσον εδόθηκαν και/ή εδεσμεύθηκαν 250 από τα προαναφερθέντα 900 εγγυημένα αξιόγραφα, συνολικής αξίας €250.000-, (η) αποζημιώσεις, γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές και (θ) τόκους επί του ποσού των €900.000- και έξοδα. Δεδομένης της γενικής οπισθογράφησης, ως βάση της αγωγής διαφαίνονται οι εξής ισχυρισμοί: Κατά ή περί το έτος 2009 η αιτήτρια αγόρασε από την «Cyprus Popular Bank» 900 εγγυημένα αξιόγραφα συνολικής αξίας €900.000-. Η δοσοληψία αυτή υπήρξε ζημιογόνα για την αιτήτρια εξ αιτίας παράνομων, αντισυμβατικών και αμελών ενεργειών της «Cyprus Popular Bank». Συγκεκριμένα, η «Cyprus Popular Bank» παρεπλάνησε και/ή εξαπάτησε και/ή εξανάγκασε την αιτήτρια να συνάψει τις απαιτούμενες συμφωνίες και να υπογράψει τα απαιτούμενα έγγραφα και/ή αυτή μετείλθε δόλο για να επιτύχει την εκ μέρους της αιτήτριας σύναψη των απαιτούμενων συμφωνιών και υπογραφή των απαιτούμενων εγγράφων και/ή αυτή επέδειξε σχετικώς αμέλεια και/ή αυτή παρεβίασε σχετικό θεσμικό καθήκον της και/ή αυτή συνομώτησε για πρόκληση οικονομικής ζημιάς. Κατά ή περί το καλοκαίρι του έτους 2012 η αιτήτρια αντήλλαξε 100 από τα προαναφερθέντα 900 εγγυημένα αξιόγραφά της με μετοχές της «Cyprus Popular Bank». Και αυτή η δοσολοψία έγινε υπό το καθεστώς παρόμοιων παρανομιών και υπήρξε, ομοίως, ζημιογόνος για την αιτήτρια. Σε χρόνο ο οποίος δεν προσδιορίζεται, η αιτήτρια παρεχώρησε 250 από τα προαναφερθέντα 900 εγγυημένα αξιόγραφα ως εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που παρέσχε η «Cyprus Popular Bank» και, ιδίως, ως εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, των δανείων υπ΄αριθμόν XXXXX0393 και XXXXX

  1. Εκ μέρους της «Cyprus Popular Bank» κατεχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης στις 22.04.
  2. Η αιτήτρια παρέμεινε αδρανής έως και τις 09.09.2015 οπότε κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας επιδιώκει αφ΄ενός την προσθήκη εναγομένων και αφ΄ετέρου την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η προσθήκη, ως εναγομένων, των εξής προσώπων: της οντότητας «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» («η Τράπεζα Κύπρου»), του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου («ο Διοικητής»), του Υπουργού Οικονομικών, διαμέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας («ο Υπουργός Οικονομικών») και της οντότητας «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου». Όσον αφορά στην επιδιωκόμενη τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης, παρατηρείται, εξ αρχής, πως η διατύπωση των αξιώσεων παραμένει, κατ΄ουσίαν, η ίδια με την αρχική. Προστίθεται μόνον ο όρος «Εναγόμενοι 1» (και οι εκάστοτε ανάλογοι γραμματικοί του τύποι), ενώ παραμένει σχεδόν σε όλες τις διατυπωθείσες θεραπείες ο όρος «εναγόμενοι» (και οι εκάστοτε ανάλογοι γραμματικοί του τύποι), κατά τρόπον ώστε οι αναφορές στους προτεινομένους να προστεθούν ως εναγόμενοι να είναι κοινές. Οι προτεινόμενοι να προστεθούν ως εναγόμενοι αναφέρονται συλλήβδην και χωρίς οιανδήποτε διάκριση. Εξαίρεση αποτελεί η «Τράπεζα Κύπρου», στην οποία, επιπλέον των άλλων συλλήβδην ευθυνών, ρητώς της αποδίδεται και ευθύνη για την κατοχή του ποσού των €900.000 ως καταπιστευματοδόχου της αιτήτριας (ομού με την «Cyprus Popular Bank»). Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, τη Δ.9, τη Δ.25 και τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τις συμφυείς εξουσίες και τη νομολογία του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ. 09.09.2015, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «.................................
  3. .. από την καταχώρηση και επίδοση της παρούσας αγωγής επισυνέβησαν τα εξής σημαντικά, κατά την άποψη μου γεγονότα: (α) η εναγόμενη τέθηκε σε διαδικασία ειδικής διαχείρισης και από τις 6/4/2015 η Αρχή Εξυγίανσης διόρισε ως ειδικό διαχειριστή της τον κ. Κρις Παύλου .... (β) με βάσει διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας τα περιουσιακά στοιχεία και κάποιες υποχρεώσεις της εναγομένης μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Το γεγονός αυτό, ..... καθιστά την εν λόγω Τράπεζα αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή αφού κατά πάσα πιθανότητα θα δικαιούμαι θεραπείες ή ικανοποίηση και εναντίον της. (γ) έχουν προχωρήσει οι έρευνες για το θέμα της οικονομίας και των αξιογράφων και έχουν κυκλοφορήσει, πρόσφατα, πορίσματα με τα οποία αφήνεται να νοηθεί ότι οι εποπτικές αρχές και η Κυπριακή Δημοκρατία πιθανόν να είναι υπόλογες για πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση και τα επίδικα γεγονότα. Συνεπεία τούτου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα .... ότι πιθανόν να δικαιούμαι θεραπείες ή αποζημίωση από τα εν λόγω πρόσωπα, ήτοι την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την Κεντρική Τράπεζα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
  4. Ενόψει τούτου και για σκοπούς ορθούς και πλήρους παρουσίασης της υπόθεσης μου σε όλη της την έκταση αλλά και εναντίον όλων όσων ενέχονται καταχώρησα,...... την παρούσα με την οποία επιχειρώ να συνενώσω τα ως άνω πρόσωπα στην παρούσα διαδικασία έτσι ώστε να μπορέσω να παρουσιάσω σε πλήρη έκταση και λεπτομέρειες την υπόθεση μου στο Δικαστήριο αλλά και να υπάρχει στο Δικαστήριο η δυνατότητα να απονέμει δικαιοσύνη στην υπόθεση έχοντας ενώπιον του όλα τα πρόσωπα τα οποία είχαν εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και εναντίον των οποίων ζητώ θεραπείες. .....
  5. Οι ως άνω ενέργειες ουδόλως επηρεάζουν την ουσία της αγωγής αλλά ούτε και τα δικαιώματα των εναγομένων αλλά αντίθετα είναι απαραίτητες και ουσιαστικές για την ορθή παρουσίαση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Εξάλλου η αίτηση γίνεται σε στάδιο νωρίς στην διαδικασία, έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους υφιστάμενους εναγομένους να απαντήσουν/ τροποποιώντας αν επιθυμούν και αυτοί τα δικόγραφα τους αλλά και στα εν λόγω πρόσωπα να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παραθέσουν την θέση τους επί των επιδίκων θεμάτων.
  6. Η όποια καθυστέρηση που παρουσιάζεται για την αιτούμενη προσθήκη/ τροποποίηση εισηγούμαι ότι είναι δικαιολογημένη αφού όσα επιχειρούνται να εισαχθούν οριστικοποιήθηκαν ή προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και πολλά από αυτά πολύ πρόσφατα. ...........................» Κατόπιν αδείας, κατεχωρίστηκε, εκ μέρους της αιτήτριας, συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 15.02.2018, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «...............................
  7. Οι λογαριασμοί των δανείων μου οι οποίοι αναφέρονται στο αιτητικό της παρούσας αγωγής, έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - προτεινόμενους εναγόμενους (α), γεγονός το οποίο καθαρά εκ παραδρομής και αβλεψίας δεν αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση μου που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 9/09/2015 για προσθήκη εναγομένων στην παρούσα αγωγή.
  8. Eνώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκκρεμούν επίσης οι αγωγές 53/14 και 3498/15 στις οποίες ενάγοντες είναι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι (α) Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και αφορούν δάνεια τα οποία είχαν συναφθεί μεταξύ εμού και των εναγομένων και έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου βάσει του Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 5

(12)(α) 7
(1)και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 , το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/
  1. Θεωρώ ότι ενόψει της ύπαρξης των εν λόγω οφειλών προς τους προτεινόμενους εναγόμενους (α) αλλά και εν όψει των θεραπειών για διαγραφή δανείων και υποχρεώσεων που ζητώ με την παρούσα αλλά και του δικαιώματος μου για συμψηφισμό των εν λόγω οφειλών με τις αποζημιώσεις που εξαιτούμαι στην παρούσα αγωγή, η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου ως εναγόμενης είναι αναγκαία και αιτούμαι αναλόγως. ..............................» Κατά τη δικάσιμο ημερ. 29.10.2015 οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της «Cyprus Popular Bank» εδήλωσαν πως δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση. Κατά δε τη δικάσιμο ημερ. 15.11.2016 οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της αιτήτριας απέσυραν την αίτηση σε όσην έκταση αυτή αφορά στην «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου». Συνεπεία τούτου, η αίτηση, σε όση έκταση αφορά στην «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου», απερρίφθηκε. Η αίτηση αντιμετωπίζει τις γραπτές ενστάσεις της «Τράπεζας Κύπρου», του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες κατεχωρίστηκαν στις 17.05.2016, στις 19.05.2016 και στις 24.06.2016, αντιστοίχως. Λόγω του ότι πλείστοι λόγοι των ενστάσεων αυτών είναι κοινοί, κρίνεται ευχερέστερη η παράθεσή τους κατά τρόπον αθροιστικό. Οι λόγοι των ενστάσεων συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η «Τράπεζα Κύπρου» ουδέποτε απετέλεσε και ούτε αποτελεί τον διάδοχο της «Cyprus Popular Bank». Η «Cyprus Popular Bank» ουδέποτε έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο. Η «Τράπεζα Κύπρου» απλώς λειτούργησε και/ή λειτουργεί ως αποκτόν πρόσωπο εν σχέσει με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της «Cyprus Popular Bank» τα οποία μετεβιβάστηκαν σε αυτήν επί τη βάσει ανταλλάγματος και δυνάμει διαταγμάτων. Η επίδικη αξίωση δεν εμπίπτει στις αναληφθείσες, από την «Tράπεζα Κύπρου», υποχρεώσεις της «Cyprus Popular Bank».
(2)Η λειτουργία της «Tράπεζας Κύπρου», ως αποκτόν πρόσωπο εν σχέσει με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της «Cyprus Popular Bank», έγινε επί τη βάσει δεσμευτικών διαταγμάτων (Κ.Δ.Π. 103/2013 και Κ.Δ.Π. 140/213), εκδοθέντων από την Αρχή Εξυγίανσης, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013).
(3)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(4)Η αίτηση υπεβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εφ΄όσον τα γεγονότα ήσαν γνωστά και/ή έπρεπε να ήσαν γνωστά στην αιτήτρια από τις 29.03.2013, ημερομηνία έκδοσης των προαναφερθέντων διαταγμάτων.
(5)Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Δεν πληρούνται οι νόμιμες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης των επιδιωκόμενων διαταγμάτων.
(6)Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, αβάσιμη και ανυπόστατη.
(7)Έκδοση των επιδιωκόμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ζημία στην «Τράπεζα Κύπρου», τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή, μη δυναμένη να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων.
(8)Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα.
(9)Η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε βάση αγωγής εναντίον του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή.
(10)Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εναντίον του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή εισαγωγή παραγεγραμμένων αγώγιμων δικαιωμάτων. Και οι τρεις
(3)ενστάσεις υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων, οι οποίοι, κατ΄ουσίαν, επαναλαμβάνουν και αναπτύσσουν τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Η αίτηση ανταποκρίνεται στις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.48 και υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας. Συνεπώς, ουδεμία παρατυπία ή αντικανονικότητα συντρέχει. Περαιτέρω, από την εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της αιτήτριας. Ούτε κρίνεται πως η αίτηση περιπλέκει, σε βαθμό καταπιεστικό, τα κρίσιμα γεγονότα. Η αιτήτρια προέβηκε, πριν από την έναρξη ακρόασης της αγωγής, σε ένα διάβημα το οποίο η δικονομία της επιτρέπει και η νομολογία, στις κατάλληλες περιπτώσεις, υποστηρίζει. Η δε όλη συμπεριφορά της, ως αυτή προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, δεν είναι τέτοια ώστε αδιαμφισβήτητα να δηλώνει καταχρηστική τακτική εκ μέρους της. Κατά συνεπείαν, οι σχετικοί, προδικαστικής φύσης, λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
(2)Όσον αφορά στο ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο υποβάλλεται αίτηση για την τροποποίηση του δικογράφου παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44, 52-4: «Επανερχόμαστε στη δική μας νομολογία, ειδικότερα σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή. Τα όσα λέχθηκαν στη Χριστοδούλου (ανωτέρω) τέθηκαν σε ευρύτερο πλαίσιο στη Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 όπου το Εφετείο, σταθμίζοντας αυτό τον παράγοντα, ανέφερε τα ακόλουθα, (στη σελ. 432): «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσίαν τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Αναφορικά τώρα με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση». Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου σε αυτή την υπόθεση (
(1998)1 A.A.Δ. 1338, ανωτέρω) ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπου η αίτηση κατεχωρίστηκε περίπου τριάντα
(30)μήνες μετά από την καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος (στις 19.03.2013), η αιτήτρια επικαλείται αφ΄ενός την μεταγενέστερη «οριστικοποίηση» κρίσιμων ζητημάτων (δείτε την παρα.6 της ένορκης δήλωσης της ημερ. 09.09.2015) και αφ΄ετέρου την εκ μέρους της πλευράς της «παραδρομής και αβλεψίας» (δείτε στην παρα. 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής της ημερ. 15.02.2018). Στην απουσία ενδείξεων περί κακοπιστίας της αιτήτριας και στην απουσία συγκεκριμένης και θετικής μαρτυρίας περί ανεπανόρθωτης βλάβης της «Τράπεζας Κύπρου», του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών από την ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης, και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω αυθεντία, κρίνεται πως οι λόγοι ένστασης οι οποίοι αφορούν και οι οποίοι σχετίζονται με την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης δεν είναι βάσιμοι.
(3)Κατ΄αρχήν, ο ενάγων επιλέγει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία θα παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως εναγομένους. Ωστόσο, το Δικαστήριο δύναται, επί τη βάσει της Δ.9 θ.10, να διατάξει, καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αίτησης είτε αυτεπαγγέλτως, την προσθήκη, ως διαδίκου, προσώπου την παρουσία του οποίου θεωρεί απαραίτητη για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων διαφορών. Το ζήτημα ανάγεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία είναι ευρεία. Η απόφαση όσον αφορά στο κατά πόσον ευρίσκονται, ενώπιον του Δικαστηρίου, όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται προς τα επίδικα θέματα ως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Οδυσσέως v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Κύπρου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1372, 1375, Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). «Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια η οποία του παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής, προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου...» (Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), 1377). Περαιτέρω, για να προστεθεί ορισμένο πρόσωπο ως εναγόμενος θα πρέπει η έκθεση απαίτησης να προσδιορίζει την εναντίον του αιτία αγωγής και να περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι να αποτελούν την εναντίον του βάση αγωγής. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Μepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων,
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772, 780: «Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο έχει καταστεί διάδικος. (Bλ. Wilson v. Church [1878] 9 Ch. 552, 557)». Όσον αφορά στο κριτήριο για την άσκηση της σχετικής, ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στην απόφαση Κorkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.α. (Αρ.1)
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1213, 1218 αναφέρονται τα εξής: «Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσον θα επηρεασθούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται».
(4)Η έγκριση αίτησης για τροποποίηση δικογράφου εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται εντός του πλαισίου που καθορίζει η σχετική νομολογία (Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, 36-7 και Famiro Shipping Company Ltd v. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 741). Οι νομολογημένες παράμετροι έχουν ποικίλουσα βαρύτητα, αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης (Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16). Η σύγχρονη τάση υποστηρίζει την ελαστικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος. Έτσι, τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη περίπτωση ακόμη και εάν η ανάγκη για τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή ακόμη και εάν η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται με καθυστέρηση (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Στα αρχικά στάδια της εκδίκασης μιας υπόθεσης, κατ΄αρχήν, επιτρέπεται και είναι επιθυμητό να επιδιώκεται η τροποποίηση των δικογράφων ώστε να οριστικοποιείται η απαίτηση ή η υπεράσπιση ή η ανταπαίτηση αναλόγως, και να προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Όσον αφορά στο ειδικότερο ζήτημα της επιδίωξης, δια της αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, εισαγωγής νέας βάσης αγωγής, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 137/2013 κ.α. Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.04.2014: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. .......................... Η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο καιι γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επιχειρείται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή ανταπαίτησης και/ή νέας αιτίας αγωγής ή ανταπαίτησης (νέου αγώγιμου δικαιώματος) και/ή νέας αξίωσης, κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον τα γεγονότα που τις θεμελιώνουν υφίσταντο κατά τον χρόνο καταχώρισης του αρχικού δικογράφου. Εφ΄όσον το τροποποιημένο δικόγραφο ανατρέχει στον χρόνο καταχώρισης του αρχικού, έπεται πως οι επιδιωκόμενες να προστεθούν νέα αιτία αγωγής ή ανταπαίτησης, αναλόγως, και νέα αξίωση πρέπει, κατ΄αρχήν, να υφίσταντο κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής ή της ανταπαίτησης, αναλόγως. Στην απόφαση International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 77, 79 αναφέρονται τα εξής: «Διαπιστώνεται προσθήκη αξιώσεων που δεν περιλαμβάνονται στο κλητήριο ένταλμα και, κυρίως, θεμελίωση τους πάνω σε γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος. Σε σειρά υποθέσεων δεν επετράπη η εισαγωγή αιτίας αγωγής που ήταν ανύπαρκτη κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής (Βλ. Eshelby v. Federated European Bank Ltd
(1931)All E.R. Rep. σελ. 840, Τilcon Ltd v. Land Investments Ltd
(1987)1 All E.R. 615, Gaber Alian Ali v. The Cyprus Ship Poseidonia και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 990)».
(4)(α) Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις της, οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση, η αιτήτρια επιδιώκει την προσθήκη της «Τράπεζας Κύπρου» ως εναγομένων καθώς και την ανάλογη τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης επικαλουμένη, ως γενεσιουργό γεγονός, το ότι «..με βάση διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας τα περιουσιακά στοιχεία και κάποιες υποχρεώσεις της εναγομένης μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ..» (δείτε στην παρα. 3(β) της ένορκης δήλωσής της ημερ. 09.09.2015). Όμως, η πώληση ορισμένων εργασιών της «Cyprus Popular Bank» στην «Τράπεζα Κύπρου» καθώς και οι σχετικές μεταβιβάσεις ξεκίνησαν να πραγματοποιούνται στις 29.03.2013. Το γεγονός αυτό, το οποίο αναφέρεται από την μάρτυρα της «Τράπεζας Κύπρου» XXXXX Ναθαναήλ στην ένορκη δήλωσή της ημερ. 17.05.2016 (η οποία υποστηρίζει την ένσταση της οντότητας αυτής), δεν αμφισβητείται από την πλευρά της αιτήτριας. Περαιτέρω, το γεγονός αυτό δηλώνεται και από το ίδιο το σχετικό περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013, δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παρ.ΙΙΙ(Ι), Αρ. 4645, ημερ. 29.03.2013), όπου καταγράφεται το εξής: «Ημερομηνία Μεταβίβασης» σημαίνει την 29η Μαρτίου 2013 και ώρα 06:10π.μ.» Συνεπώς, δια της αίτησης επιδιώκεται η προσθήκη, ως εναγομένων της «Τράπεζας Κύπρου» εν σχέσει με πράξεις και συμπεριφορές της οντότητας αυτής οι οποίες έλαβαν χώρα από τις 29.03.2013 και μετέπειτα. Όμως, όσα έλαβαν χώρα στις 29.03.2013 και μετέπειτα δεν δύνανται να προστεθούν στο δικόγραφο της αιτήτριας γιατί ακριβώς αφορούν σε χρόνο μεταγενέστερο της 19.03.2013, ημερομηνία καταχώρισης του αρχικού δικογράφου της. Εφ΄όσον, σύμφωνα με νομολογημένη αρχή [International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Ltd (ανωτέρω)], η τροποποιημένη γενική οπισθογράφηση ανατρέχει στο χρόνο καταχώρισης της αρχικής, δεν δύνανται να αποτελούν αντικείμενο της αίτησης για τροποποίηση ισχυρισμοί για γεγονότα αναγόμενα σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου καταχώρισης του αρχικού δικογράφου. Κατά συνέπειαν, σε όση έκταση αφορά στην «Τράπεζα Κύπρου», η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη.
(4)(β) Εξέταση της προτεινόμενης τροποποίησης της γενικής οπισθογράφησης καθώς, επίσης, και εξέταση των όσων η αιτήτρια δηλώνει προς υποστήριξη του αιτήματός της για την προσθήκη, ως εναγομένων, του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών αποκαλύπτει ένα πλήρες κενό όσον αφορά στα γεγονότα. Ούτε στην προτεινόμενη τροποποίηση της οπισθογράφησης ούτε στις ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας ημερ. 09.09.2015 και 15.02.2018 περιλαμβάνεται οιοσδήποτε συγκεκριμένος και θετικός ισχυρισμός για γεγονότα τα οποία να παρουσιάζουν εμπλοκή του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών στις άδικες και παράνομες πράξεις που καταγράφονται στην γενική οπισθογράφηση και τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη συμπερίληψη των προσώπων αυτών ως εναγομένων. Η αιτήτρια αναφέρεται ακροθιγώς, γενικώς και αορίστως σε «έρευνες για το θέμα της οικονομίας και των αξιογράφων» που «έχουν προχωρήσει» καθώς και σε «πορίσματα» που «έχουν κυκλοφορήσει» «με τα οποία αφήνεται να νοηθεί ότι οι εποπτικές αρχές και η Κυπριακή Δημοκρατία πιθανόν να είναι υπόλογες για πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση και τα επίδικα γεγονότα». Περαιτέρω, αυτή αναφέρεται σε «μεγάλη πιθανότητα...να δικαιου(ται) θεραπείες ή αποζημίωση» από τα πρόσωπα αυτά (δείτε την παρα. 3(γ) της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ημερ. 09.09.2015»). Οι αναφορές αυτές της αιτήτριας αποκαλύπτουν, με τον πλέον σαφή τρόπο, την επί του παρόντος απουσία οιασδήποτε συγκεκριμένης και θετικής γνώσης της αιτήτριας για γεγονότα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν εμπλοκή του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών στις επίδικες ζημίες της, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν την βάση της αγωγής εναντίον των δύο αυτών προσώπων. Με άλλα λόγια, εξέταση της προτεινόμενης τροποποίησης της γενικής οπισθογράφησης καθώς, επίσης, και εξέταση των όσων η αιτήτρια δηλώνει προς υποστήριξη του αιτήματός της για την προσθήκη, ως εναγομένων, του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών, αποκαλύπτει πως το υπό συζήτησιν διάβημα, σε όση έκταση αφορά στους δύο αυτούς αξιωματούχους, στερείται κάθε πραγματικού υποβάθρου. Επί του παρόντος το διάβημα αυτό βασίζεται σε εικασίες και πιθανολογήσεις. Στην περίπτωση του Διοικητή και του Υπουργού Οικονομικών, η αιτήτρια παρέλειψε να υποδείξει, είτε διαμέσου της προτεινόμενης γενικής οπισθογράφησης, είτε διαμέσου των ενόρκων δηλώσεών της που υποστηρίζουν την αίτηση, συγκεκριμένους και θετικούς ισχυρισμούς οι οποίοι να δύνανται να αποτελέσουν τη βάση της εναντίον τους αγωγής. Κατά συνέπειαν, σε όση έκταση αφορά στο Διοικητή και τον Υπουργό Οικονομικών, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Η επιτυχία των συγκεκριμένων λόγων ένστασης είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης. Παρέλκει η συζήτηση άλλων λόγων ένστασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 09.09.2015 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ», Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και Υπουργού Οικονομικών και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.