← Κύπρος

VLADYSLAV ν. PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK 'PRIVATBANK', Αρ. Αγωγής: 1943/17, 16/5/2018

VLADYSLAV ν. PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK 'PRIVATBANK', Αρ. Αγωγής: 1943/17, 16/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1943/17 Μεταξύ: XXXXX VLADYSLAV Ενάγοντος και PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK 'PRIVATBANK' Εναγομένων Κλήση για Οδηγίες ημερ. 21.2.18 υπό Ενάγοντος Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κα Κότσαπα και κ. Ι. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Μ. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15.5.18, δηλαδή κατά την πρώτη δικάσιμο της Κλήσης για Οδηγίες, την οποία εξέδωσε ο Ενάγων δυνάμει της νέας Δ.30 κ.1(α), η κα Χριστοφή εκ μέρους του υπέδειξε ότι οι Εναγόμενοι: (
  2. i)Σε σχέση με την Κλήση του Ενάγοντος δεν έχουν καταχωρίσει εμπρόθεσμα το Παράρτημα του Τύπου 25 βάσει της Δ.30 κ.2(α). (
  3. ii)Σε σχέση με την Ανταπαίτηση τους δεν έχουν καταχωρίσει τη δική τους Κλήση για Οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30 κ.1(α). Στη βάση των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει την ανταπαίτηση των Εναγομένων ως «απορριφθείσα» και να εκδώσει μόνο τα Διατάγματα στη βάση του Παραρτήματος του Ενάγοντος. Απαντώντας η κα Κότσαπα εισηγήθηκε ότι: 1. Εφόσον προηγήθηκε κλήση για οδηγίες από τον Ενάγοντα δεν απαιτείτο περαιτέρω κλήση από τους Εναγόμενους. 2. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν απαιτείται δεύτερη κλήση αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της ανταπαίτησης αλλά θα πρέπει το Δικαστήριο να θεωρήσει το αίτημα για απόρριψη ως Κλήση για οδηγίες σύμφωνα με την ευχέρεια την οποίαν παρέχει η Δ.30 κ.1(γ), δεδομένου ότι δεν έχει λήξει η προβλεπόμενη 15ήμερη προθεσμία. 3. Όσον αφορά την παράλειψη καταχώρισης Παραρτήματος (εν σχέσει με την κλήση του Ενάγοντος) ότι η Δ.30 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει αυτεπαγγέλτως τα διατάγματα, διότι σε αντίθετη περίπτωση, αν εκδοθούν μόνον προς όφελος του Ενάγοντος τα διατάγματα που ζήτησε (ήτοι αποκάλυψης και επιθεώρησης) τότε καταστρατηγείται η ισότητα των όπλων και η δίκαιη δίκη, οπότε και η ακροαματική διαδικασία θα είναι εξ υπαρχής άκυρη. 4. Σε περίπτωση κατά την οποίαν κριθεί ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταχωρίσουν Παράρτημα και να είχαν εκδώσει κλήση οδηγιών, πως το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία παράτασης των σχετικών προθεσμιών και υπέβαλε πως η αποφυγή προβλημάτων αφενός «καταπάτησης δίκαιης δίκης» και αφετέρου «καταστρατήγησης συμφέροντος δικαιοσύνης» συνιστούν καλούς λόγους για την παράταση. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τον κ.1(α) της ισχύουσας Δ.30 ο Ενάγων υποχρεούται εντός 90 ημερών από τη συμπλήρωση των δικογράφων να εκδώσει κλήση για οδηγίες. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 27.12.17 και ο Ενάγων ακολούθως καταχώρισε Απάντηση και Υπεράσπιση στις 24.1.18. Η πλευρά των Εναγομένων συμφωνεί πως τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 31.1.18, ήτοι επτά ημέρες μετά την Απάντηση και Υπεράσπιση του Ενάγοντος, δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν άσκησαν το δικαίωμα καταχώρισης Απάντησης (βλ. Χαραλάμπους ν. Γεωργίου ν. Αντωνίου, Πολ. Έφ. 185/2017, ημερ. 18.4.17). Ο Ενάγων όντως καταχώρισε κλήση για οδηγίες εντός των 90 ημερών και συγκεκριμένα την υπό κρίση κλήση ημερ. 21.2.18, σε αντίθεση με τους Εναγόμενους οι οποίοι δεν το έχουν πράξει. Κλήση Οδηγιών σε Ανταπαίτηση Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της κας Κότσαπα ότι δεν απαιτείτο κλήση οδηγιών και από τους Εναγόμενους. Όντως στις πλείστες των περιπτώσεων πιθανόν να φαίνεται άσκοπη από πλευράς χρόνου, εξόδων και διαδικαστικών επιπλοκών, η καταχώριση πολλαπλών κλήσεων (π.χ. όταν ορίζονται σε διαφορετικές δικασίμους, τυγχάνουν χειρισμού ξεχωριστά συνοδευόμενες από ξεχωριστά Παραρτήματα και ενδεχομένως δίδονται αλλεπάλληλες οδηγίες κ.λ.π.). Όμως, από το σύνολο του λεκτικού του κ.1 της Δ.30 και ιδιαίτερα την επιφύλαξη του κ.1(γ) ότι «. η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο και, αναλόγως την ανταπαίτηση» συνάγεται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο ανταπαιτών έχει τις ίδιες υποχρεώσεις εν σχέσει με την ανταπαίτηση του με αυτές που έχει ο ενάγων εν σχέσει με την αγωγή του και υπόκειται στις ίδιες δικονομικές κυρώσεις. Αναμφίβολα, η πρόνοια του κ.1(γ) ότι «[Σ]ε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος, δύναται εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής .» τυγχάνει εφαρμογής mutatis mutandis και στην περίπτωση ανταπαίτησης η οποία επέχει θέση «αγωγής» και ο ανταπαιτών επέχει θέση «ενάγοντος». Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα πως η πρόνοια ότι «η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο και, αναλόγως, την ανταπαίτηση», ισχύει μόνο για τον κ.1(γ). Θα ήταν εξάλλου παράλογο η πιο πάνω αντιστοιχία να ισχύει μόνο για τον κ.1(γ) και να μην ισχύει για τον κ.1(α), ο οποίος ουσιαστικά θέτει τη διαδικαστική υποχρέωση για τη μη εκπλήρωση της οποίας και τις συνέπειες της παράλειψης ακριβώς προνοεί ο κ.1(γ). Είναι προφανές πως ο κ.1 αναγνωρίζει και διατηρεί την αυτονομία της ανταπαίτησης, η οποία (αυτονομία) προβλέπεται ήδη στη Δ.21 κ.11 που προνοεί ότι η ανταπαίτηση δύναται να συνεχιστεί ανεξαρτήτως της πορείας της αγωγής (ήτοι ακόμα και αν ανασταλεί, διακοπεί ή απορριφθεί η αγωγή). Προς την ίδια κατεύθυνση αναφέρεται εν σχέσει με την αντίστοιχη O.21 r.16 στο Annual Practice 1958, σελ. 507 ότι: "Counterclaim is a Cross Action. - This Rule illustrates the principle laid down in Mc Gowan v. Middleton, 11 Q.B.D. 464, that a counterclaim is to be treated as a cross action, and is not affected by anything which relates solely to the plaintiff's claim". Η πιο πάνω ερμηνεία συνάδει και με τη δυνατότητα που έχει ο Εναγόμενος δυνάμει της Δ.21 κ.8 να προσθέσει με το δικόγραφο του νέα πρόσωπα ως Εναγόμενους εξ ανταπαιτήσεως, έναντι των οποίων γίνεται κατανοητό ότι έχει κατ΄ αναλογίαν τις ίδιες υποχρεώσεις ο αρχικός εναγόμενος ως να ήταν ενάγων. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξη μου πως οι Εναγόμενοι στην παρούσα, εν σχέσει με την ανταπαίτηση τους όφειλαν να συμμορφωθούν και οι ίδιοι με τον κ.1(α) της Δ.30, δηλαδή να είχαν εκδώσει κλήση για οδηγίες εντός 90 ημερών από τις 31.1.18, πράγμα το οποίο παρέλειψαν να πράξουν. Συνέπειες Μη Έκδοσης Κλήσης Οι συνέπειες από την παράλειψη έκδοσης κλήσης για οδηγίες καθορίζονται στον κ.1(γ) της Δ.30 ως εξής: «(γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο είτε να θωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής. Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα». Αυτό το οποίο γίνεται αντιληπτό από την πιο πάνω πρόνοια είναι πως σε περίπτωση παράλειψης του ενός διαδίκου να εκδώσει κλήση τότε ο αντίδικος «. δύναται εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη .», πλην όμως και πάλιν από το λεκτικό προκύπτει πως αυτό θα πρέπει να το πράξει με «αίτηση», όπως συνάγεται ειδικότερα από τη φράση «. το Δικαστήριο δύναται επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης .» και πολύ περισσότερο από τη φράση «. να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες .». Έχω την άποψη πως ο όρος «αίτηση» στον εν λόγω κανονισμό καλύπτεται από τα προβλεπόμενα στους κ.1, 2 της Δ.48. Ειδικά ο κ.2, ο οποίος αφορά «αίτηση» (application) προς το Δικαστήριο έχει ως εξής: "2.

(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded". Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί πως όπου στη νέα Δ.30 υπήρχε πρόθεση πρόνοιας για προφορικό αίτημα τούτο καθορίστηκε ρητώς όπως π.χ. στους κ.3(α), 3(β), 5
(3)(ii) και 5
(5)(vii). Δεν θεωρώ ότι η αναφερόμενη στον κ.1(γ) «αίτηση» συνιστά «αίτημα» το οποίο δύναται να υποβάλλεται προφορικά στα πλαίσια της κλήσης για οδηγίες του ενός διαδίκου. Άλλωστε είναι αυτονόητο από το περιεχόμενο του εν λόγω κανονισμού ότι παραθέτει και ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποίαν ο ενάγων δεν εξέδωσε κλήση μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, οπότε λογικά η αγωγή δεν είναι καν ορισμένη ενώπιον Δικαστηρίου και θα τεθεί ενώπιον του με την αίτηση την οποία (ενδεχομένως) θα καταχωρίσει ο εναγόμενος για απόρριψη της, πράγμα το οποίο πρέπει να θεωρηθεί πως είχε υπόψιν του ο συντάκτης των κανονισμών, εξ ου και προνόησε για «αίτηση». Το γεγονός ότι στις περιπτώσεις ύπαρξης ανταπαίτησης (όπως εδώ) δυνατόν να είναι ήδη ορισμένη η κλήση οδηγιών του Ενάγοντος δεν μεταβάλλει την πιο πάνω ερμηνεία και ορθή πορεία των πραγμάτων. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα στη βάση του προφορικού αιτήματος του Ενάγοντος να απορριφθεί η Ανταπαίτηση και ούτε να θεωρηθεί αυτό το αίτημα ως Κλήση για Οδηγίες, ως ήταν η εισήγηση των Εναγομένων. Μη Καταχώρηση Παραρτήματος Η εισήγηση της κας Κότσαπα για έκδοση αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο διαταγμάτων (αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων) εν σχέσει με την κλήση για οδηγίες του Ενάγοντος στηρίζεται στον κ.3(α) και στην επιφύλαξη του που έχουν ως εξής: «3.(α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου 25. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτου απόφαση». Προφανώς η κα Κότσαπα αναγνωρίζει ότι δεν θα μπορούσε να υποβάλει κάποιο αίτημα, ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν Παράρτημα και των όσων προνοεί η επιφύλαξη του κ.3(β) της Δ.30 η οποία έχει ως εξής: «Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα». Έχοντας υπόψιν την πιο πάνω επιφύλαξη θα μπορούσε να λεχθεί πως και η προσπάθεια του μη συμπληρώσαντος το Παράρτημα διαδίκου να εξασφαλίσει διατάγματα προς όφελος του εισηγούμενος την αυτεπάγγελτη έκδοση τους ισοδυναμεί με προώθηση αιτήματος, πράγμα όμως το οποίο επίσης απαγορεύεται («. ή να προωθήσει προφορικά .»). Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για έκδοση αυτεπαγγέλτως κάποιων οδηγιών, θεωρώ πως ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο και είναι εντελώς διαφορετικό θέμα το κατά πόσον θα επιλέξει να ζητήσει τις απόψεις των διαδίκων πριν την άσκηση της δικής του εξουσίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν τέθηκε μέχρι στιγμής από το ίδιο το Δικαστήριο ζήτημα έκδοσης οδηγιών αυτεπαγγέλτως. Το δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσον θα μπορούσε το Δικαστήριο, έστω και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει οδηγίες χωρίς να υπάρχουν Παραρτήματα. Κατά την άποψη μου το νόημα του κ.3(α) είναι σαφές ως προς το ότι κατά την πρώτη εμφάνιση στην κλήση για οδηγίες εκδίδονται μεν «οι ανάλογες οδηγίες» από το Δικαστήριο αλλά τούτο γίνεται «. στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου 25». Εξ ου και το ότι στο προβλεπόμενο έντυπο της ίδιας της κλήσης για οδηγίες αναφέρεται ρητώς ότι καλούνται οι διάδικοι να παρουσιαστούν κατά την ακρόαση «. για την έκδοση οδηγιών σύμφωνα με το Παράρτημα», (πράγμα το οποίο λογικώς και κατ΄ αναλογίαν ισχύει και για το Παράρτημα του αντιδίκου) ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν αχρείαστη και άνευ σημασίας η εκ των προτέρων καταγραφή και εκατέρωθεν ενημέρωση των ενδιαφερομένων διαδίκων για τα αιτήματα και τις οδηγίες τις οποίες θα επιδιώξει η κάθε πλευρά. Η επιφύλαξη του κ.3(α) η οποία αναφέρεται σε αυτεπάγγελτη έκδοση διαταγμάτων δεν αναιρεί ούτε καταργεί την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται «στη βάση των αιτημάτων». Σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν παράλογο και αντιφατικό από τη μια πλευρά με τον κ.3(β) να απαγορεύεται σε διάδικο να προωθήσει προφορικό αίτημα επειδή δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα και την ίδια στιγμή με τον κ.3(α) να του παρέχεται το δικαίωμα να προωθεί προφορικό αίτημα. Η φράση «. στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων, ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα .» κατά τη γνώμη μου σημαίνει ότι διάδικος δύναται να αιτηθεί και προωθήσει προφορικώς κάποιο αίτημα το οποίο όμως έχει καταγράψει στο Παράρτημα του και να το υποστηρίξει, εάν απαιτηθεί (λόγω ένστασης αντιδίκου), οπότε και θα εκδοθεί «. εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση». Συνάγεται πως λόγω της μη καταχώρισης Παραρτήματος θεωρείται ότι οι Εναγόμενοι δεν επιθυμούν την έκδοση οδηγιών και δεν μπορούν ούτε να αιτούνται ούτε να προωθούν τέτοιο θέμα. Παράταση Προθεσμιών Όσον αφορά το αίτημα για παράταση προθεσμιών είναι γεγονός ότι παρέχεται αυτή η ευχέρεια από τον κ.2(β) της Δ.30 ο οποίος καλύπτει και την προθεσμία των 90 ημερών για κλήση οδηγιών αλλά και αυτή των 30 ημερών για Παράρτημα σε κλήση οδηγιών του αντιδίκου, και έχει ως εξής: «(β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους». Συνάγεται από τον κ.2(β) πως απαραίτητη προϋπόθεση για παράταση των προθεσμιών είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπήρξε: - είτε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης - είτε άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την παράταση Στην παρούσα περίπτωση το σχετικό αίτημα υπεβλήθη διαζευκτικά, εν παρόδω και με αναφορά σε κάποιες γενικές νομικές αρχές. Υπό τις περιστάσεις και για να έχει ακριβώς την ευκαιρία και η πλευρά του Ενάγοντος να τοποθετηθεί στο κατά πόσον καταδεικνύεται αντικειμενική αδυναμία ή καλός λόγος για παράταση οποιασδήποτε των προθεσμιών θεωρώ ορθότερο και δικαιότερο και προς τις δύο πλευρές όπως υποβληθεί σχετική γραπτή αίτηση εάν η πλευρά των Εναγομένων επιθυμεί να προωθήσει τέτοιο αίτημα με υποστηρικτικά γεγονότα. Αν θα καταχωριστεί τέτοια αίτηση να υποβληθεί το αργότερο εντός επτά ημερών από σήμερα. Η κλήση για οδηγίες του Ενάγοντος ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 30.5.18 και ώρα 9:00π.μ. Έξοδα στην πορεία αλλά όχι εις βάρος του Ενάγοντος. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.