Επί τοις αφορώσι τον Παρασκευαΐδην, Διαχείριση: 16/08, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A327 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών και Διαχειρίσεων ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Διαχείριση: 16/08 Επί τοις αφορώσι τον ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδην Αποβιώσαντα -------------------------------- Αίτηση ημ. 9.10.17 υπό Κληρονόμων για Αναστολή απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κ. Γ. Λεοντίου με κα Κρασά για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων: κ. Γ. Μούντης με κα Ν. Πετρίδου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους δύο εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 5.12.07 ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδη, ήτοι η σύζυγος του ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου και η θυγατέρα του ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου αιτούνται όπως εκδοθούν: «Α) Διάταγμα ............ με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεσης ή / και η εφαρμογή της Απόφασης ή / και Διατάγματος ..........., το οποίο εκδόθηκε στην ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Διαχείρισης στις 22/9/2017, δια της οποίας τα έγγραφα της διαχείρισης της περιουσίας του κ. ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδη .........................., χορηγήθησαν στον κ. ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδη ........., μέχρι τελικής εκδικάσεως και εκδόσεως αποφάσεως στην Έφεση που καταχωρήθηκε ......................... Β) Διαζευκτικά, Διάταγμα ................ με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία (proceedings) διεκπεραίωσης της Διαχείρισης από τον κ. ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδη ............ μέχρι τελικής εκδικάσεως και εκδόσεως αποφάσεως στην Έφεση που καταχωρήθηκε .........................». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων, Ν. 14/1960, στον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (ΚΕΦ.189) άρθρα 17(α), 17(β), 52
(1), 52
(2)και 58, στον Κανονισμό 31 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού, 1955 (1/1955), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.18 και 19, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3,
(8)(ee), στη Γενική Πρακτική και Διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών και Διαχειρίσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Probate Division of the High Court of Justice in England) στο Άρθρο 116
(1)του Senior Courts Act 1981 της Αγγλίας και στη σχετική Νομολογία και Γενική Πρακτική και Σύμφυτη Εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου κ. Στέλιου Χριστοδούλου στην οποία μεταξύ άλλων: - Αναφέρεται στην προηγηθείσα απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ημερ. 22.9.17 δια της οποίας διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας ο αδελφότεκνος του αποβιώσαντος, κ. ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδης (αντί της συζύγου του αποβιώσαντος, ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου). - Αναφέρει ότι στις 5.10.17 οι Αιτήτριες καταχώρισαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. - Επικαλείται σχετική πρακτική Αγγλικών Δικαστηρίων για αναστολή απόφασης με την οποία παρακάμπτεται πρόσωπο που είχε δικαίωμα να διοριστεί ως διαχειριστής (passing over). - Προβάλλει ότι αν δεν ανασταλεί η απόφαση τότε η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον θα χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης ή και θα συνεχίσει η διαχείριση από πρόσωπο το οποίο δεν έπρεπε να είχε διοριστεί. - Υποστηρίζει ότι οι Αιτήτριες έχουν καλή προοπτική επιτυχίας στην έφεση και πρέπει να διασφαλιστεί η αξία του αποτελέσματος της. - Καταλήγει με τη θέση ότι βάσει έρευνας στην οποίαν προέβη δεν έχουν εκδοθεί έγγραφα διαχείρισης επ΄ ονόματι του διορισθέντος ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδη. Ένσταση Οι Καθ΄ ων, οι οποίοι είναι οι άλλοι δύο κληρονόμοι του αποβιώσαντος, ήτοι η θυγατέρα του ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου και ο υιός του ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδης, καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας 24 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, στους οποίους θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω εάν και όπου απαιτείται. Σημειώνεται επί του παρόντος πως προβάλλεται μεταξύ άλλων ότι: - Τυχόν αναστολή θα αφήσει τη διαχείριση στάσιμη. - Δεν πληρούνται τα κριτήρια τα οποία θέτει η νομολογία. - Η εκτέλεση δεν προκαλεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου στην οποία βασικά αναλύει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης, αναφερόμενη στο ιστορικό της υπόθεσης. Τονίζει μεταξύ άλλων ότι: - Η απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί με τον διορισμό του νέου διαχειριστή. - Ζητείται ουσιαστικά η ακύρωση της απόφασης. - Εάν ανασταλεί η απόφαση θα δημιουργηθεί τεράστια ζημιά στη διαχείριση. - Ο ισχυρισμός περί προτεραιότητας της ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου είχε απορριφθεί στα πλαίσια της παλαιότερης Έφεσης υπ΄ αρ. Ε34/296. - Καμιά εγγύηση δεν έχει προσφερθεί από τις Αιτήτριες. - Τυχόν έγκριση της αίτησης θα σημαίνει την παύση του Διαχειριστή. - Η απουσία Διαχειριστή εξυπηρετεί τα συμφέροντα μόνο της κληρονόμου ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν και άλλοι πιστωτές οι οποίοι έχουν συμφέρον στην περιουσία. - Δεν έχει καταδειχθεί ζημιά που θα μπορούσαν να υποστούν οι Αιτήτριες από τον υφιστάμενο Διαχειριστή τον οποίον οι ίδιες εκτιμούν και εμπιστεύονται. Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή και πριν από οτιδήποτε άλλο θεωρώ ορθό να σημειώσω ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση όντως συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου συνεργαζομένου με τους δικηγόρους των Αιτητριών. Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ως ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas ν. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Alexander v. Alexander
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1093. Όπως όμως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev ν. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, «... μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Στην παρούσα περίπτωση ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, που είναι οι Αιτήτριες. Στην πραγματικότητα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται είναι ουσιαστικά το ιστορικό της διαδικασίας από την καταχώριση της κυρίως αίτησης, τα οποία ούτως ή άλλως ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και για τα οποία έχουν γνώση και οι αντίδικοι. Ουσιαστικά η ένορκη του δήλωση αφορά νομικά έγγραφα και διαδικασίες, και όχι γεγονότα για τα οποία όντως αναμένεται οπωσδήποτε να ορκιστεί διάδικος. Συνεκτιμώντας και το ότι δεν παρατηρείται το ανεπιθύμητο φαινόμενο να χειρίζεται την παρούσα αίτηση ο δικηγόρος που έχει ορκιστεί, πράγμα που θα ήταν όντως ασυμβίβαστο, καθώς και πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με την Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, δεν συμφωνώ ότι δημιουργείται οποιοδήποτε ανυπέρβλητο πρόβλημα. Όπως έχει αναφερθεί στην Investylia Public Company Ltd ν. Γαβριηλίδου
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1202: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση». Όσον αφορά την ουσία της αίτησης θα πρέπει να διευκρινιστεί πως αυτή βασίζεται στη Δ.35 κ.18 και αυτό το οποίο ουσιαστικά ζητείται είναι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 22.9.17 (§Α αιτητικού) και ή η αναστολή διεκπεραίωσης της διαχείρισης στη βάση της ίδιας απόφασης (§Β αιτητικού). Με άλλα λόγια ζητείται να μην εφαρμοστεί η απόφαση ή να μην γίνει οτιδήποτε βάσει αυτής, δηλαδή ζητείται να παγοποιηθεί η κατάσταση μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Κατά τη γνώμη μου και τα δύο αιτητικά απολήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα αφού με αυτά επιζητείται η αναστολή ισχύος της απόφασης διορισμού διαχειριστή, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Δεν θεωρώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα από το πότε ακριβώς κατατέθηκε η εγγύηση από τον Διαχειριστή ή από το πότε συντάχθηκε το σχετικό διάταγμα διορισμού, δεδομένου ότι βάσει του άρθρου 2 του Κεφ. 189 «διαχειριστής» είναι το πρόσωπο προς το οποίο το Δικαστήριο χορήγησε έγγραφα διαχείρισης (". a Court has granted letters of administration .") και η χορήγηση στην παρούσα έγινε αναμφίβολα με την επίμαχη απόφαση στις 22.9.17. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως πρέπει να σημειωθεί πως ομολογουμένως υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Gruno ν. The ship "Algazera"
(1989)1 C.L.R. 595, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, καθώς και στην πιο πρόσφατη Demetriades Group of Companies Ltd v. Apm Italian Type Ice Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημερ. 15.2.17. Από τη συνολική μελέτη της νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω βασικές αρχές: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Δ.35 κ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Χαραλάμπους και Demetriades, ανωτέρω). (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την οριστικότητα της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). (γ) Από την άλλη όμως, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). (δ) Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δυο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της απόφασης από την άλλη (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά, απαιτείται εξισορρόπηση αφενός της φυσιολογικής προσδοκίας του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στον δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και αφετέρου της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα (βλ. Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέως
(1997)1 Α.Α.Δ. 591). (ε) Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντος σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όταν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς δηλαδή περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147). (στ) Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε έναν από τους δύο διάδικους ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής (βλ. Demetriades, ανωτέρω). (ζ) Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα συνήθως αυτά πληρώνονται στο δικηγόρο με την ταυτόχρονη ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης ότι θα τα επιστρέφει εάν επιτύχει η έφεση της άλλης πλευράς. Αναφορικά με χρέος όμως ή επιδικασθείσες αποζημιώσεις δεν υπάρχει γενική πρακτική. Αναλόγως των περιστάσεων (π.χ. της πιθανότητας να μην μπορούν να επανακτηθούν εάν επιτύχει η έφεση αφενός και των προοπτικών επιτυχίας στην έφεση αφετέρου), δυνατό να διαταχθεί η πληρωμή τους στο Δικαστήριο ή η πληρωμή μέρους αυτών (βλ. Παπακοκκίνου ν. I. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.ά
(1998)1 Α.Α.Δ. 513 και Χαραλάμπους, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Διαχείριση αφορά τον αποβιώσαντα στις 5.12.07 ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδη, ο οποίος άφησε ως κληρονόμους τους:
- ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου, Σύζυγο
- ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου, Θυγατέρα
- ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα, Θυγατέρα
- ΧΧΧΧΧ Παρασκευαΐδη, Υιό Σε πρώτο στάδιο, ήτοι στις 11.2.08, διαχειριστής της περιουσίας του διορίστηκε ο δικηγόρος κ. Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης, συναινούντων όλων των κληρονόμων. Στις 8.1.16 όμως, κατόπιν σχετικής αίτησης των ΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧ, το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατέληξε ότι κάποιες ενέργειες και παραλείψεις του αρχικού διαχειριστή συνιστούσαν εσκεμμένη παράλειψη και παράπτωμα εν τη εννοία του άρθρου 52
(1)(α) του Κεφ. 189, οπότε εξέδωσε Διάταγμα παύσης και αντικατάστασης του από τον δικηγόρο κ. Λουκή Παπαφιλίππου. Πολύ σύντομα μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 12.7.16, ο κ. Παπαφιλίππου καταχώρισε αίτηση ζητώντας τη δική του απαλλαγή από τη θέση διαχειριστή, επικαλούμενος ότι ο παυθείς διαχειριστής αρνήθηκε να του παραδώσει φακέλους και έγγραφα αγωγών σχετικών με τον αποβιώσαντα και έτσι στερείτο κάθε ενημέρωσης για την κινητή και ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να διεκπεραιώσει τη διαχείριση. Οι κληρονόμοι, διαχωρίστηκαν σε δύο ομάδες, αποτελούμενες η μια από τις Αιτήτριες και η άλλη από τους Καθ΄ ων και καταχώρισαν αφενός ενστάσεις στην αίτηση και αφετέρου δικές τους αιτήσεις με εκατέρωθεν αιτήματα ως προς το πρόσωπο το οποίο θα έπρεπε να διοριστεί ως (νέος) διαχειριστής. Κάθε ομάδα κληρονόμων καταχώρισε ένσταση και στην αίτηση της άλλης ομάδας. Να σημειωθεί πως το Ανώτατο Δικαστήριο με την Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη κ.α. ν. Λεώνης Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα κ.α., Πολ. Έφ. Ε34/2016, ημ. 7.7.17 επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ημ. 8.1.16 μόνο ως προς το αποτέλεσμα της, δεχόμενο κατάρρευση των σχέσεων του αρχικού διαχειριστή με τη μια ομάδα κληρονόμων και απορρίπτοντας την πρωτόδικη κρίση περί εσκεμμένης παράλειψης ή υπαιτιότητας του διαχειριστή. Λαμβανομένου υπόψιν ότι δεν υπήρχε ένσταση από κάποια πλευρά οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες αιτήσεις είχαν συνεκδικαστεί. Εξετάζοντας τις το Δικαστήριο κατέληξε στην επίμαχη απόφαση ημερ. 22.9.17 ότι υπήρχε απροθυμία του κ. Παπαφιλίππου να συνεχίσει τη διαχείριση και υποχρεωτικά έπρεπε να ανακληθεί ο διορισμός του και να διοριστεί κάποιο άλλο κατάλληλο πρόσωπο στη θέση του. Οι Αιτήτριες είχαν τη θέση ότι θα έπρεπε να διοριστεί η σύζυγος του αποβιώσαντος ως έχουσα δικαίωμα προτεραιότητας (priority to grant) ενώ οι Καθ΄ ων υποστήριζαν ότι λόγω των προστριβών που είχαν δημιουργηθεί θα έπρεπε να διοριστεί ο αδελφότεκνος του αποβιώσαντος, ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδης. Το Δικαστήριο εν πρώτοις διαπίστωσε ότι ετύγχαναν εφαρμογής όντως οι κανόνες προτεραιότητας αλλά έκρινε ότι στη βάση του άρθρου 17(β) του Κεφ. 189 και του κ.33 των Κανονισμών του 1955 συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις για παράκαμψη της προτεραιότητας της συζύγου και για διορισμό άλλου προσώπου. Κατέληξε ως εξής (στη σελ. 27) της απόφασης: «Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι ο κλονισμός των σχέσεων μεταξύ των κληρονόμων, οι αμφισβητήσεις της μιας πλευράς από την άλλη και γενικά οι διαμάχες, η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι εκατέρωθεν διεκδικήσεις, καθώς και οι ανυπέρβλητες δυσκολίες που θα προκληθούν στην περίπτωση τήρησης της σειράς προτεραιότητας ή ακόμα και στην περίπτωση διορισμού δύο δικαιούμενων προσώπων (ήτοι συζύγου και θυγατέρας), συνιστούν όντως ειδικές περιστάσεις ένεκα των οποίων το δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει διαφορετικά, μη ακολουθώντας τους κανόνες προτεραιότητας και διορίζοντας κάποιο άλλο πρόσωπο στη θέση διαχειριστή». Καταληκτικά, το Δικαστήριο ανακάλεσε τον διορισμό του κ. Παπαφιλίππου, απέρριψε την αίτηση των Αιτητριών για διορισμό της συζύγου και στη βάση της αίτησης των Καθ΄ ων ημερ. 19.12.16 χορήγησε έγγραφα διαχείρισης στον αδελφότεκνο ΧΧΧΧΧ Ιακωβίδη (νυν Διαχειριστή). Με την έφεση τους οι Αιτήτριες προέβαλαν τέσσερις λόγους για τους οποίους ζητούν την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι ότι: 1. Εσφαλμένα κρίθηκε ότι υπάρχει κλονισμός των σχέσεων μεταξύ κληρονόμων. 2. Εσφαλμένα κρίθηκε ότι οι σχέσεις κληρονόμων μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πολύ άσχημες έως κακές. 3. Το Δικαστήριο εσφαλμένα καθοδήγησε τον εαυτό του ως προς τον Νόμο και τη Νομολογία. 4. Το Δικαστήριο εσφαλμένα καθοδήγησε τον εαυτό του ως προς την εφαρμογή της σχετικής Αγγλικής Νομολογίας. Παρατηρείται λοιπόν ότι εγείρονται δύο λόγοι έφεσης σχετικοί με διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, (ήτοι περί του κλονισμού των σχέσεων και του χαρακτηρισμού τους ως πολύ άσχημων έως κακών) και δυο λόγοι έφεσης σχετικοί με την ερμηνεία νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών. Το υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο στηρίχθηκε το Δικαστήριο για τις διαπιστώσεις του, καθώς και το σκεπτικό του όσον αφορά την ερμηνεία νομοθετικών προνοιών ή αποφάσεων εμπεριέχεται στην εκκαλούμενη απόφαση. Γεγονός είναι πως δεν πρόκειται ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση για ευρήματα αξιοπιστίας ή συμπεράσματα επ΄ αυτών, στα οποία δεν επεμβαίνει κατά κανόνα το Εφετείο. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εκφραστεί διαφορετική άποψη σε δεύτερο βαθμό για τα κριθέντα ζητήματα και υπ΄ αυτή την έννοια δεν αποκλείεται να επιτύχει και κάποιος λόγος έφεσης. Όσον αφορά την ουσία της επίμαχης απόφασης θα πρέπει να σημειωθεί πως στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια συνήθη απόφαση, υπό την έννοια ότι αυτή δεν αποφέρει άμεσους καρπούς στη μια εκ των δυο πλευρών. Βέβαια πρωτοδίκως έχει αποτύχει το αίτημα των Αιτητριών και έχει γίνει δεκτή η εισήγηση των Καθ΄ ων ως προς το πρόσωπο το οποίο έχει διοριστεί, αλλά αυτό δεν επιφέρει ως αποτέλεσμα την είσπραξη κάποιου ποσού ούτε διατάσσει η απόφαση διορισμού τη διενέργεια κάποιας συγκεκριμένης πράξης προς όφελος της μιας ή της άλλης ομάδας κληρονόμων. Υπ΄ αυτή την έννοια θα μπορούσε να λεχθεί πως τυγχάνει εφαρμογής κατ΄ αναλογίαν η υπόθεση Ντίνου Μ. Λύρα κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ (Αρ. 1)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384 εφόσον δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την ίδια την απόφαση. Όπως δε αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση: «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται». Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω νομολογιακής αρχής και στα πλαίσια των γενικότερων αρχών επί του θέματος της αναστολής θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Διαχειριστής δεν διορίζεται για να ενεργεί προς όφελος της μιας ή της άλλης πλευράς κατά το δοκούν. Πρωτίστως έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 31 του Κεφ. 189 και είναι υπόλογος να εκτελέσει τα καθήκοντα του με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή τόσο έναντι των κληρονόμων και του Δικαστηρίου, καθώς και των πιστωτών. Βασικά καθήκοντα του είναι εντός των πιο πάνω πλαισίων και κατά το άρθρο 41 του Κεφ. 189 να εντοπίσει, καταγράψει και συγκεντρώσει την περιουσία του αποβιώσαντος, να καταχωρίσει τα απαραίτητα έγγραφα στο Δικαστήριο, να εξοφλήσει κάθε νόμιμο χρέος και να διανέμει την περιουσία στους κληρονόμους, επίσης σύμφωνα με τον Νόμο. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την εξουσία σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κεφ. 189 να παύσει κάποιο διαχειριστή λόγω εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς. Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει το δικαίωμα να υποβάλει σχετική αίτηση κατά το άρθρο 53 του Κεφ. 189 προς επίλυση διαφόρων θεμάτων, μεταξύ άλλων, και οποιουδήποτε ζητήματος το οποίο επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα κληρονόμων ή πιστωτών. Πέραν αυτών, το Δικαστήριο έχει και άλλες εξουσίες βάσει του άρθρου 45 του Κεφ. 189 μεταξύ των οποίων τη σύντμηση ή παράταση προθεσμιών και την τιμωρία διαχειριστή ο οποίος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει υπάρξει αναφορά για κάποια ενέργεια ή παράλειψη του Διαχειριστή από τις οποίες να διαφαίνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος ζημιάς για την περιουσία ή για κάποιον ενδιαφερόμενο. Σημειώνεται πως η υπό κρίσιν αίτηση καταχωρίστηκε προτού ακόμα υπογραφεί η απαραίτητη εγγύηση και συνταχθεί το παραχωρητήριο στον νέο διαχειριστή και στην πραγματικότητα όντως δεν είχε ακόμα προωθηθεί οποιαδήποτε ενέργεια από τον Διαχειριστή. Όντως ο Διαχειριστής υπέγραψε το προβλεπόμενο εγγυητήριο με δύο εγγυητές στις 12.10.17 για την πιστή εκτέλεση της διαχείρισης. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε παρατυπία από την υπογραφή της εγγύησης μετά την καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης. Ήταν όντως υποχρέωση του διορισθέντος να ενεργήσει το ταχύτερο δυνατό μετά τον διορισμό του αλλά δεν μπορεί να λεχθεί πως δεν είναι ο διορισθείς διαχειριστής επειδή καθυστέρησε κάποιες μέρες. Ούτε κάτι τέτοιο δύναται να αποτελέσει βάσιμο λόγο για αναστολή της απόφασης διορισμού του ή για παγοποίηση της διαδικασίας διαχείρισης. Εάν από την άλλη πλευρά και παρά τα πιο πάνω καθήκοντα και υποχρεώσεις, οι Αιτήτριες έχουν βάσιμους λόγους να υποστηρίζουν ότι ο διορισθείς διαχειριστής αμελεί, καθυστερεί ή παραλείπει να εκτελέσει τα καθήκοντα του (π.χ. με τη μη έγερση αγωγής εναντίον μιας εκ των Καθ΄ ων κληρονόμων για χρέος) ή διαπράττει οποιοδήποτε παράπτωμα, έχουν, όπως εξηγήθηκε, διάφορες επιλογές και ένδικα μέσα στη διάθεση τους για επανόρθωση της κατάστασης. Στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Λίζα Λουκαΐδου-Θεοφάνους ν. Γεωργίου κ.α., Πολ. Έφ. 251/14, ημερ. 19.2.16 λέχθηκε ότι: «Για να εγκριθεί αίτημα αναστολής εκτέλεσης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να το δικαιολογούν. Περαιτέρω, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη». Στην παρούσα περίπτωση, συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, δεν έχω πειστεί ότι εγείρεται βάσιμα κίνδυνος βλάβης ή αδικίας οποιουδήποτε και μάλιστα ανεπανόρθωτης. Ούτε και ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της εφεσιβληθείσας απόφασης. Αντιθέτως καταδεικνύεται πως είναι προτιμότερο να εκπροσωπείται στο ενδιάμεσο διάστημα η κληρονομιά του αποβιώσαντος από τον Διαχειριστή αφενός για να υπάρχει η δυνατότητα συλλογής και διασφάλισης της περιουσίας και αφετέρου για την εκπροσώπηση της κληρονομιάς δικαστικώς, δεδομένου ότι εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες ή επίκεινται (αγωγές). Ούτε έχω πειστεί ότι είναι δυνατόν να επέλθει ανεπανόρθωτη βλάβη στις Αιτήτριες ή σε άλλον, ιδιαίτερα έχοντας υπόψιν το νομοθετικό πλαίσιο περί ελέγχου του Διαχειριστή και τις υποχρεώσεις που αυτός έχει. Υπενθυμίζεται δε πως υπό κατάλληλες περιστάσεις πιθανόν να κριθεί προσωπικώς υπεύθυνος ή υπόλογος έναντι των κληρονόμων για οποιαδήποτε ζημιογόνα πράξη του (βλ. π.χ. Βασιλείου ν. Βροντή, Πολ. Έφ. 12/11, ημερ. 20.11.15). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων και εις βάρος των Αιτητριών έξοδα ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο