← Κύπρος

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4628/17, 18/5/2018

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4628/17, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4628/17 Μεταξύ: XXXXX ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Ενάγουσας και

  1. XXXXX ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ
  2. XXXXX ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ
  3. XXXXX ΛΟΙΖΙΔΟΥ
  4. XXXXX ΚΛΗΡΙΔΗ
  5. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΓΙΑ ΤΜΗΜΑ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 13.3.18 Μεταξύ: XXXXX ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Ενάγουσας και
  6. XXXXX ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ μέσω της XXXXX Φρειδερίκου ως Διαχειρίστρια της περιουσίας και των υποθέσεων του ως ανίκανο πρόσωπο, βάσει διαταγής του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 24.11.2017 στην Αίτηση με αρ. 50/17
  7. XXXXX ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ
  8. XXXXX ΛΟΙΖΙΔΟΥ
  9. XXXXX ΚΛΗΡΙΔΗ
  10. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΓΙΑ ΤΜΗΜΑ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14.12.17 για απαγορευτικά διατάγματα Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Μ. Γεωργίου και κα Μ. Αγγελίδου Για Καθ΄ ων 1-3: κ. Α. Αποστολίδης για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου 4: κα Πολυβίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση της, αρχικώς καταχωρισθείσα μονομερώς, η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτήθηκε: «Α) Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 η οιονδήποτε εξ' αυτών μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εντολοδόχων και/ή άλλως πως από του να μεταβιβάσουν, ή αποξενώσουν ή διαθέσουν με οποιονδήποτε τρόπο, ή υποθηκεύσουν ή επιβαρύνουν με οποιονδήποτε τρόπο τις μετοχές ή το μετοχικό συμφέρον, που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα, των εταιρειών οι οποίες αποτελούν το Παράρτημα Α και Α1 της Δήλωσης Καταπιστεύματος Κινητής Περιουσίας και Δικαιωμάτων ημερομηνίας 2.4.2015 και οι οποίες επισυνάπτονται ως ΠΙΝΑΚΑΣ 1 στο αιτητικό αυτό και οι οποίες περαιτέρω αποτελούν την κινητή περιουσία του Καταπιστεύματος, ώστε να προστατευτούν αποτελεσματικά οι πρόνοιες και τα ωφελήματα που απορρέουν από τις πρόνοιες αυτές προς όφελος της Ενάγουσας/Αιτήτριας που προνοούνται από τις παραγράφους 7 και 7(γ) του ως άνω Καταπιστεύματος ημερομηνίας 2.4.2015 μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή τελικής αποπεράτωσης της αγωγής». Στήριξε την αίτηση της στα άρθρα 32 και 54 του Ν.14/60, στα άρθρα 1-7 και 9 του Κεφ. 6, στις Δ.48 κ.1-4 και 7-9, στο Κεφ. 113, στον περί Ρύθμισης των Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Ν.196

(1)/12, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, Κεφ. 193, στις αρχές της Επιείκειας για εμπιστεύματα, στο κοινοδίκαιο και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αιτήτριας Στην συνοδεύουσα ένορκη δήλωση της αναφέρει μεταξύ άλλων ότι εργοδοτείτο για 39 έτη στο Πανεπιστήμιο Frederick (πρώην Σχολή Φρειδερίκου), ήτοι μέχρι τις 23.8.17 που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της. Ο Καθ΄ ου 1 με τον αποβιώσαντα αδελφό του, δηλαδή τον XXXXX Φρειδερίκου, ήταν μέτοχοι και Διοικητικοί Σύμβουλοι των εταιρειών οι οποίες ίδρυσαν αρχικά τη Σχολή και πιο ύστερα το Πανεπιστήμιο (εφεξής «το Frederick»). Περαιτέρω ο Καθ΄ ου 1 είναι Διάδοχος Επίτροπος δυνάμει Δήλωσης Καταπιστεύματος Κινητής Περιουσίας και Δικαιωμάτων (εφεξής «το Καταπίστευμα») το οποίο καταρτίστηκε από τον XXXXX Φρειδερίκου στις 2.4.15 και το οποίο στην §7(γ) περιέχει Υποκαταπίστευμα προς όφελος της ίδιας. Η Καθ΄ ης 2 είναι θυγατέρα του Καθ΄ ου 1 και κύριος Δικαιούχος (Beneficial owner) της κινητής περιουσίας του Καταπιστεύματος. Η Καθ΄ ης 3 είναι αδελφή του Καθ΄ ου 1 και Δικαιούχος του Καταπιστεύματος ενώ ο Καθ΄ ου 4 είναι ο εκτελεστής της διαθήκης του XXXXX Φρειδερίκου, ημερ. 2.4.15 (Τεκμήριο 1) στην οποία διαθήκη μεταξύ άλλων αναφερόταν στη διάθεση περιουσίας του inter vivos δυνάμει του Καταπιστεύματος το οποίο προηγήθηκε της Διαθήκης, ήτοι κατά ή περί την 2.4.
  1. Ο δε Καθ΄ ου 4 εντέλλετο (με τη Διαθήκη) όπως λάβει κάθε απαραίτητο μέτρο για την πιστή εκτέλεση των όρων των εν λόγω Καταπιστευμάτων. Στην §12 της ένορκης δήλωσης της η Αιτήτρια αναφέρει τα εξής: «
  2. Ένα εκ των Δηλώσεων Καταπιστεύματος (2 σε αριθμό) που αναφέρεται πιο πάνω στην διαθήκη του μ. XXXXX Φρειδερίκου ημερομηνίας 2.4.2015 είναι το Καταπίστευμα Κινητής Περιουσίας και Δικαιωμάτων, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην παρούσα, το οποίο είναι και το μόνο επίδικο και καταρτίστηκε την ίδια μέρα αλλά προγενέστερα της διαθήκης και, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 7(γ) δημιουργήθηκε το εξής υπό Καταπίστευμα (sub trust) προς όφελος μου: «7 Σαν προϋπόθεση και όρο απόλαυσης των δικαιωμάτων των Δικαιούχων δυνάμει της παρούσης Δήλωσης Καταπιστεύματος, οι Δικαιούχοι Α και Β ως και οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτών υποχρεούνται όπως: (α) ............................................. (β) ............... (γ) Λάβουν κάθε απαραίτητο μέτρο και διασφαλίσουν όπως η XXXXX Δημοσθένους διατηρηθεί σαν Ανώτερη Υπάλληλος στο Πανεπιστήμιο Frederick με τους ίδιους ή ακόμα και καλύτερους όρους εργοδότησης μελλοντικά από μισθολογικής άποψης μέχρι της οικειοθελούς αποχώρησής της από το Πανεπιστήμιο Frederick και όπως κατά την διάρκεια της εργοδότησης της τύχει δικαίας και ισότιμης μεταχείρισης και συμπεριφοράς, και (δ)............. ». Στη συνέχεια εξηγείται ότι ο XXXXX Φρειδερίκου είχε ορίσει ως Διάδοχο Επίτροπο τον Καθ΄ ου 1 και ότι το Καταπίστευμα θα έληγε 24 μήνες μετά τον θάνατο του Ιδρυτή του, οπότε οι Καθ΄ ων 2 και 3 θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον Καθ΄ ου 1 να μεταβιβάσει όλη την περιουσία επ΄ ονόματι τους, υπό τον εξυπακουόμενο όρο ότι θα συνέχιζαν να εφαρμόζουν πιστά όλα τα Υποκαταπιστεύματα, συμπεριλαμβανομένου αυτού που αφορά την ίδια (ανωτέρω). Συγκεκριμένα προβάλλει ότι παρά τη λήξη της ισχύος του, στις 24.4.17 (λόγω θανάτου του ιδρυτή στις 24.4.15), έχει δημιουργηθεί νόμιμο συμφέρον Δικαιούχου ή και νόμιμο μελλοντικό συμφέρον δικό της ή και το δικαίωμα της να εργάζεται στο Frederick μέχρι την οικειοθελή αποχώρηση της. Προσθέτει στις §19 και 21της ένορκης δήλωσης της τα εξής σχετικά: «
  3. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 ή και οποιοσδήποτε εξ αυτών είτε προσωπικά είτε μέσω υπαλλήλων ή και αντιπροσώπων ή και εκπροσώπων ή υπηρετών ή και νομικών προσώπων τα οποία ελέγχουν ως μέτοχοι και Διοικητικοί Σύμβουλοι ή και ως Δικαιούχοι ή και Εμπιστευματοδόχοι κατά παράβαση των προνοιών του υπό Καταπιστεύματος που προνοείται στην παράγραφο 7(γ) της Δήλωσης Καταπιστεύματος ημερομηνίας 2.4.2015, τον Αύγουστο του 2017 τερμάτισαν τις υπηρεσίες μου στο Πανεπιστήμιο Frederick ή και στην εταιρεία (Mesokeleas Limited) που λειτουργεί το Πανεπιστήμιο Frederick ή και με απέλυσαν ή και προκάλεσαν την απόλυση μου ή και παρέλειψαν να αποτρέψουν την απόλυση μου ή και να προσδώσουν σε μένα τα ωφελήματα που προνοεί το πιο πάνω υπό Καταπίστευμα. ................................
  4. Για την παράνομη απόλυση μου εκκρεμεί η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς υπ' 357/17 η οποία καταχωρήθηκε στις 19.9.2017, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην παρούσα, και στην οποία εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, η εργοδότρια εταιρεία/καθ' ης η αίτηση/Mesokeleas Limited εξασφάλισε στις 10.10.2017 παράταση χρόνου (60 ημερών) για την καταχώρηση Ένστασης κατόπιν Αίτησης χωρίς ειδοποίηση. Με νέα μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 11.12.2017 ζητήθηκε περαιτέρω παράταση του χρόνου (15 ημερών) για την καταχώρηση της Ένστασης». Στο υπόλοιπο μέρος της ένορκης της δήλωσης παραθέτει τις περιστάσεις που οδήγησαν στην απόλυση της επισυνάπτοντας διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 4-9, επικαλείται δόλο ή και απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις ή και δόλια παράβαση Καταπιστεύματος, προβάλλει ότι έχει υποστεί απώλειες και ζημιές εφόσον έχει απολέσει το όφελος από την §7(γ) του Καταπιστεύματος και καταλήγει ότι περαιτέρω ή και διαζευκτικά δικαιούται σε ειδική εκτέλεση των προνοιών του Καταπιστεύματος, ή περαιτέρω διαζευκτικά σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας της με τον Θωμά Φρειδερίκο, ταυτόσημης με την §7(γ) του Καταπιστεύματος και εν τέλει αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού των Καθ΄ ων 1-
  5. Ένσταση Εξετάζοντας τη μονομερή αίτηση το Δικαστήριο έκρινε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και διέταξε την επίδοση της στους αντιδίκους, λαμβάνοντας υπόψιν και τα υπόλοιπα αιτητικά και την ιδιότητα του καθενός. Ο Εναγόμενος 4 δεν καταχώρισε ένσταση δηλώνοντας ότι δεν τον αφορά το διάταγμα ενώ για τον Εναγόμενο 5 τα αιτητικά Β και Γ που τον αφορούσαν, καθώς και η αίτηση γενικά εν τέλει απεσύρθησαν με ταυτόχρονη δήλωση του ότι θα συμμορφωθεί με όποιο διάταγμα τυχόν εκδοθεί. Ένσταση καταχώρισαν μόνον οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3-(Καθ΄ ων 1, 2 και 3) προβάλλοντας 19 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στα ακόλουθα:
  6. Η αίτηση είναι κακόπιστη.
  7. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  9. Ο τίτλος αγωγής είναι εσφαλμένος.
  10. Δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Ν.23
(1)/
  1. Η Δήλωση Καταπιστεύματος έπαυσε να ισχύει.
  2. Η Αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον.
  3. Η αξίωση εναντίον εργοδότη εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
  4. Ο τερματισμός εργοδότησης έγινε στις 23.8.17 και δεν παραμένει οτιδήποτε που μπορεί να προστατευτεί ενώ τυχόν δικαίωμα αποζημιώσεων θα υπήρχε εναντίον του εργοδότη.
  5. Ο όρος 7(γ) του Καταπιστεύματος εισάγει απλώς ηθική υποχρέωση.
  6. Ακόμα και αν παραβιάστηκε ο όρος 7(γ) τότε έννομο συμφέρον για νομικά διαβήματα έχει ο Επίτροπος.
  7. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει τη δημιουργία Υποκαταπιστεύματος.
  8. Δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή.
  9. Δεν καταδεικνύεται ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον.
  10. Δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη.
  11. Δεν καταδεικνύεται κίνδυνος αποξένωσης.
  12. Δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων τέτοιας δραστικής φύσεως.
  13. Δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα διατάγματα.
  14. Η Αιτήτρια με δόλιες πράξεις της παρέβη από μόνη της τον όρο 7(γ). Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης 2-(Εναγομένης 2) στην οποίαν αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αιτείται την απόρριψη της. Κατ΄ αρχάς αναφέρει ότι ο Καθ΄ ου 1 είναι ανίκανο πρόσωπο βάσει του Ν.23
(1)/96 και η ίδια είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος ημερ. 24.11.17 (Τεκμήριο 1). Δέχεται πως έχουν παρέλθει δύο έτη από τον θάνατο του Ιδρυτή XXXXX Φρειδερίκου, αρχικού Επιτρόπου και προβάλλει ότι το Καταπίστευμα έχει παύσει να ισχύει, οπότε ουδείς δύναται να αντλήσει δικαιώματα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε για περίπου 40 έτη γραμματέας του Καθ΄ ου 1 και ότι σε συνεργασία με τον αδελφό της (XXXXX Δημοσθένους), υπεύθυνο λογιστηρίου του Frederick εκμεταλλεύθηκε τη σχέση εμπιστοσύνης, προχωρώντας δόλια σε μεταβίβαση μετοχών των εταιρειών Digfield και Macanda (κατόχων σημαντικής ακίνητης περιουσίας) επ΄ ονόματι της (Αιτήτριας), σε περίοδο που ο Καθ΄ ου 1 δεν είχε αντίληψη και ικανότητα να συμβάλλεται. Πέραν αυτών, η Αιτήτρια έχει αποσύρει περί τις €300.000 από προσωπικούς λογαριασμούς του Καθ΄ ου
  1. Εξηγεί ότι τα πιο πάνω έγιναν με εκμετάλλευση της θέσης που η Αιτήτρια κατείχε στο Frederick, η οποία της παρείχε πρόσβαση στα έγγραφα των εταιρειών. Γι΄ αυτό, το Συμβούλιο του εργοδότη της, δηλαδή της Mesokeleas Ltd έλαβε απόφαση για διερεύνηση διορίζοντας εξεταστή (Τεκμήριο 7). Ακολούθησαν και συναντήσεις καθώς και αλληλογραφία με την Αιτήτρια, τον αδελφό της τελευταίας και τον δικηγόρο της. Η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να δώσει βάσιμες εξηγήσεις ή να παρουσιάσει κάτι χειροπιαστό. Η Καθ΄ ης 2 καταλήγει ως εξής στις §28 και 29 της ένορκης δήλωσης της: «
  2. Είναι θέση μου ότι η Αιτήτρια πέραν από ποινικές ευθύνες για τις πράξεις της για τις οποίες υπάρχει ήδη σχετική καταγγελία στην Αστυνομία όπου και κλήθηκα να δώσω κατάθεση, έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα στην εργασία της σε βάρος του εργοδότη της, όπου ο τερματισμός των υπηρεσιών της στις 23.8.17 ήταν η απόφαση ενός λογικού εργοδότη. Στην Αιτήτρια μάλιστα προ της απόφασης τερματισμού της παρασχέθηκε το δικαίωμα ακρόασης, ενώ τέθηκε σε διαθεσιμότητα μέχρις ότου παρθεί η απόφαση τερματισμού της.
  3. Αναφέρω επίσης ότι δόθηκε χρόνος στην Αιτήτρια όπως προβεί σε διορθωτικές ενέργειες των παράνομων πράξεων της με την επιστροφή των μετοχών των εταιρειών στον πραγματικό δικαιούχο αυτών κ. Φρειδερίκου και των μετρητών που υπεξαίρεσε από τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς, αλλά έκτοτε ουδέν επ' αυτού η Αιτήτρια έκανε». Καταλήγει προβάλλοντας τη θέση ότι το θέμα τερματισμού της εργοδότησης εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και ότι η ίδια η Αιτήτρια έχει παραβεί τον όρο 7(γ) του Καταπιστεύματος. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. Μιχάλης Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αξιώνει: Α. Αναγνωριστική δήλωση ότι το Καταπίστευμα ημερ. 2.4.15, καθώς και το Υποκαταπίστευμα (sub-trust) προς όφελος της είναι έγκυρα και δεσμευτικά. Β. Αναγνωριστική δήλωση ότι το Καταπίστευμα, παρά τη λήξη του στις 24.4.17, δημιουργεί για την ίδια νόμιμο συμφέρον Δικαιούχου (beneficiary) να εργάζεται στο Frederick στη βάση του Υποκαταπιστεύματος. Γ. Αναγνωριστική δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 ως Διάδοχος Επίτροπος και ή οι Διάδοχοι αυτού είναι υπόχρεοι να εκτελέσουν πιστά και κατά γράμμα το Καταπίστευμα και το Υποκαταπίστευμα. Δ. Αναγνωριστική δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 καθίστανται δικαιούχοι της κινητής περιουσίας υπό τον όρο τήρησης του Υποκαταπιστεύματος της §7(γ) προς όφελος της. Ε. Αναγνωριστική δήλωση ότι ο Εναγόμενος 4 ως εκτελεστής της διαθήκης του XXXXX Φρειδερίκου είναι υπόχρεος να εκτελέσει πιστά το Καταπίστευμα και το Υποκαταπίστευμα προς όφελος της. Στ. Αναγνωριστική δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 1-4 έχουν παραβεί τους όρους του Καταπιστεύματος. Ζ. Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων 1-4 και ή διάταγμα όπως αυτοί λάβουν κάθε απαραίτητο μέτρο όπως η Ενάγουσα παραμείνει ή και αποκατασταθεί στα ωφελήματα της από τις υπηρεσίες και την εργοδότηση την οποία προσέφερε στο Frederick. Η. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1-4, είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπων και ή μέσω νομικών προσώπων τα οποία ελέγχουν ως μέτοχοι και ή διοικητικοί σύμβουλοι, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα όπως η Ενάγουσα αποκατασταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταπιστεύματος. Θ. Διαζευκτικά αποζημιώσεις αντί διατάγματος (in lieu of injunction). Ι. Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 4, ως εκτελεστή διαθήκης, όπως λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την πιστή εκτέλεση της διαθήκης και του Καταπιστεύματος και ή για να προστατεύσει την Ενάγουσα. Κ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση Καταπιστεύματος. Λ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και ή εξυπακουόμενης σύμβασης μεταξύ του Θωμά Φρειδερίκου και της Ενάγουσας. Μ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ν. Αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ξ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και ή απάτη και ή δόλια παράβαση Καταπιστεύματος εφόσον οι Εναγόμενοι 1-4 γνώριζαν για τις πρόνοιες του και εφόσον επιχειρούν να πωλήσουν τις μετοχές της εταιρείας που διαχειρίζεται το Frederick ώστε δόλια να καταστρέψουν το αντικείμενο του Καταπιστεύματος, δηλαδή την εργοδότηση της Ενάγουσας στο εν λόγω Πανεπιστήμιο. Βέβαια δεν έχει καταχωριστεί μέχρι σήμερα η έκθεση απαίτησης, πλην όμως, από τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τα περιεχόμενα στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, αναμφίβολα αποκαλύπτονται γνωστές στον Νόμο αιτίες αγωγής, με βασικότερες τις αξιώσεις επί Καταπιστεύματος ή για την παράβαση Καταπιστεύματος (breach of trust), οι οποίες εάν επιτύχουν θα οδηγήσουν στη χορήγηση ανάλογων ουσιαστικών θεραπειών. Ιδιαίτερα ως προς τον (Διάδοχο) Επίτροπο δηλαδή τον Καθ΄ ου 1 παρατίθενται πιο κάτω σχετικά αποσπάσματα από το σύγγραμμα Underhill and Hayton, LAW OF TRUSTS AND TRUSTEES, 18η έκδοση, §87.1
(2)και
(6): "
(2)Whether or not a trustee's conduct is authorized, if he fails to comply with some other duty then he can alternatively be ordered to pay reparation to make good the harm caused by his breach of duty. In this case, the measure of his liability is the loss that the beneficiaries have been caused by the breach, using a 'but-for' causation test in all cases, whether the trustee's breach of duty was innocent, negligent, or fraudulent. In the case of a reparation claim, the trustee's accounts are 'surcharged' with the amount of the beneficiaries' loss as if the trustee has received this amount for the beneficiaries, and the trustee must then pay this sum into the trust funds out of his own pocket in order to make the accounts balance". ................................
(6)A trustee who has committed a breach of trust may be liable to a direction or declaration of the court, or may be enjoined from pursuing a particular course of conduct, or may be removed to replaced by another trustee". Αναφορικά με τις Δικαιούχους, δηλαδή τις Καθ΄ ων 2 και 3 αρκεί να υπομνησθεί το άρθρο 59 του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, το οποίο θεσμοθετεί την εξουσία εξαναγκασμού δικαιούχου προς αποζημίωση για παράβαση εμπιστεύματος η οποία έχει διαπραχθεί μεν από τον Επίτροπο αλλά με την υποκίνηση ή παράκληση ή γραπτή συγκατάθεση του δικαιούχου (Power to make beneficiary indemnify for breach of trust). Στη βάση λοιπόν των καταγραφομένων αξιώσεων στη Γενική Οπισθογράφηση και των εγειρομένων στην ένορκη δήλωση ζητημάτων κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Πιθανότητα Θεραπείας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει να σημειωθεί πως, αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την τυχόν αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές πως όλες οι αξιώσεις της Αιτήτριας περιστρέφονται γύρω από το Καταπίστευμα, τους όρους του και την προβαλλόμενη παράβαση τους με βασικό πυρήνα τον όρο 7(γ) ο οποίος σχετίζεται με την ίδια. Στα πλαίσια της αίτησης αποτελεί κοινό υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων πως στις 2.4.15 ο XXXXX Φρειδερίκου συνέταξε πρώτα την επίμαχη «Δήλωση Καταπιστεύματος Κινητής Περιουσίας και Δικαιωμάτων» (Τεκμήριο 1) και λίγο πιο ύστερα τη Διαθήκη του (Τεκμήριο 2). Διαφαίνεται πως πρόθεση του ήταν να συστήσει καταπίστευμα για συγκεκριμένη κινητή περιουσία του την οποία συμπεριέλαβε στα επισυνημμένα Παραρτήματα Α, Α1 και Β έως Η, ενώ οποιαδήποτε άλλη περιουσία του θα διατίθετο δυνάμει όρων της Διαθήκης του. Ο ίδιος ορίστηκε ως ο μοναδικός Επίτροπος κατά τη διάρκεια της ζωής του ενώ μετά θάνατον του, και ενόσω ίσχυε το Καταπίστευμα, Διάδοχος Επίτροπος ορίζετο ο αδελφός του, ήτοι ο Καθ΄ ου
  1. Το Καταπίστευμα ίσχυε για περίοδο η οποία έληγε 24 μήνες μετά τον θάνατο του Ιδρυτή. Στη λήξη του Καταπιστεύματος (και όχι νωρίτερα) οι Δικαιούχοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον Διάδοχο Επίτροπο (Καθ΄ ου 1) να μεταβιβάσει και εγγράψει όλη την περιουσία στο όνομα τους, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του Καταπιστεύματος. Για ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα αίτηση, σημειώνεται ότι για το Παράρτημα Α ως Δικαιούχοι Α και Β ορίστηκαν οι Καθ΄ ων 3 και 2 αντίστοιχα ενώ για το Παράρτημα Α1 δικαιούχος ορίστηκε η Δικαιούχος Β δηλαδή η Καθ΄ ης
  2. Στα εν λόγω Παραρτήματα Α και Α1 του Καταπιστεύματος περιλαμβάνονται συνολικά έξι εταιρείες, σε καθεμία εκ των οποίων ο Ιδρυτής κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου ως εξής: Παράρτημα Α (Δικαιούχοι Α και Β - Καθ΄ ων 3 και 2) Stardon Ltd Παράρτημα Α1(Δικαιούχος Β - Καθ΄ ης 2) Fredano Company Ltd Terravel Enterprises Ltd Solaro Enterprises Ltd Goldstone Estates Ltd Sinelle Enterprises Ltd Σημειώνεται πως για το Παράρτημα Α ο Ιδρυτής διέθεσε το μερίδιο του (ήτοι το 50% στη Stardon Ltd) ανά 45% στη Δικαιούχο Α και το υπόλοιπο 55% στη Δικαιούχο Β υπό τον όρο ότι το 45% της Δικαιούχου Α θα εγγράφετο επ΄ ονόματι της Δικαιούχου Β για να το διαχειρίζεται η τελευταία προς όφελος της πρώτης. Έπεται ότι η Καθ΄ ης 2 θα αποκτούσε το 55% του Ιδρυτή και θα διαχειρίζετο το 45% της θείας της, Καθ΄ ης
  3. Στον Πίνακα 1, τον οποίον επεσύναψε στην παρούσα αίτηση της η Αιτήτρια, περιέλαβε ακόμα τρεις εταιρείες ήτοι τις: Frederick Holdings Ltd Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ Mesokeleas Ltd Η Ενάγουσα εξηγεί στην §10 της ένορκης της δήλωσης πως ο λόγος για τη συμπερίληψη των τριών εταιρειών είναι το ότι η Stardon Ltd (η οποία είχε ιδρυθεί το 2014) αφενός είχε ως μετόχους τις εταιρείες Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Mesokeleas Ltd και αφετέρου μετονομάστηκε σε Frederick Holdings Ltd στις 5.11.
  4. Στη μετονομασία αναφέρεται ένα από τα πιστοποιητικά τα οποία συναποτελούν το Τεκμήριο
  5. Πέραν της δικής της εν λόγω αναφοράς δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία ή πληροφορίες από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών για τη Stardon Ltd. Οι δε Καθ΄ ων δεν σχολίασαν τον εν λόγω ισχυρισμό της Ενάγουσας. Για τις ανάγκες της αίτησης παραμένει όμως αναντίλεκτο μεταξύ των διαδίκων πως το Frederick το λειτουργεί η εταιρεία Mesokeleas Ltd. Ως προς τη μετοχική δομή των επιπλέον αυτών δύο εταιρειών από τα υπόλοιπα πιστοποιητικά του Τεκμηρίου 10 διαφαίνεται ότι η Stardon Ltd ήταν η μέτοχος των εταιρειών Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ και Mesokeleas Ltd και ότι δύο εκ των τεσσάρων διευθυντών σε κάθε μια από τις (μετόχους) εταιρείες ήταν οι XXXXX και XXXXX Φρειδερίκου (Εναγόμενοι 1 και 2) ενώ οι άλλοι δύο ήταν οι XXXXX Λοϊζίδης και XXXXX Χαραλάμπους. Όπως έχει ήδη διαφανεί (§19 της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας) το βασικό παράπονο και αξίωση της Αιτήτριας στηρίζεται στο ότι τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της στο Πανεπιστήμιο Frederick και ουσιαστικά στην εταιρεία Mesokeleas Ltd η οποία λειτουργεί το Frederick. Συνιστά όντως επίσης κοινό έδαφος, στα πλαίσια της αίτησης, πως η εταιρεία Mesokeleas Ltd - (Πανεπιστήμιο Frederick) τερμάτισε την απασχόληση της με σχετική επιστολή ημερ. 23.8.17 άνευ προειδοποίησης, την οποία υπέγραψε ο εκ των άλλων δύο διευθυντών της εταιρείας, XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος είναι και ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του Frederick. Η Αιτήτρια αναγνωρίζει ότι ευρίσκετο στην υπηρεσία της Mesokeleas Ltd, η οποία και την απέλυσε, εξ ου και καταχώρισε την υπ΄ αρ. 359/17 Αίτηση Εργατικής Διαφοράς εναντίον της ως άνω εταιρείας αξιώνοντας εν πρώτοις Διάταγμα άμεσης επαναπρόσληψης και διαζευκτικά αποζημιώσεις διαφόρων ειδών, μεταξύ των οποίων, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της. Στην εν λόγω αίτηση της η Αιτήτρια παραθέτει τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της απόλυσης της και έχει τη σημασία του το να παρατεθούν και εδώ κάποια τμήματα από τις §6-10 του εν λόγω εγγράφου, Τεκμηρίου 3 που έχουν ως εξής: «
  6. Κατά ή περί τις 18/08/2017, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών της εταιρείας, ως νόμιμος αντιπρόσωπος της εταιρείας, κάλεσε την Αιτήτρια στο γραφείο του Προέδρου του Συμβουλίου, στην απουσία όμως του Προέδρου, αλλά στην παρουσία διαφόρων δικηγόρων και άλλων, όπου την κατηγόρησε ότι από μόνη της ή και σε συνέργεια με τον αδερφό της ενήργησε ακατάλληλα ..................................
  7. Κατά ή περί τις 18/08/2017, η Καθ' ου η Αίτηση, επέδωσε επιστολή στην Αιτήτρια, μέσω του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών και νόμιμου αντιπρόσωπου της Καθ' ης η Αίτηση, με την οποία παράνομα και/ή αδικαιολόγητα την έθεσε σε διαθεσιμότητα και την ανάγκασε να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της. ..................................
  8. Κατά ή περί τις 18/08/2017 η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή, μέσω του δικηγόρου της, προς την Καθ' ης η Αίτηση 1, μέσω του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών της Καθ' ης η Αίτηση , με την οποία ενίστατο στην παράνομη απόφαση για διαθεσιμότητα της, και την κάλεσε να ανακαλέσει γραπτώς την παράνομη διαθεσιμότητα της μέχρι τις 21/08/
  9. ..................... ...................................
  10. Κατά ή περί τις 22/08/2017, και αφού η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανακάλεσε και/ή δεν ανέστειλε και/ή δεν έλαβε διορθωτικά μέτρα για την παράνομη διαθεσιμότητα εις βάρος της Αιτήτριας, η Αιτήτρια μέσω του δικηγόρου της απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Εργασίας. ........................... ................................
  11. Κατά ή περί τις 23/08/2017 η Καθ' ης η Αίτηση, μέσω του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών της, επέδωσε επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία παράνομα τερμάτισε την απασχόληση της χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση ως προβλέπονται από το Νόμο. ............................ .................................». Παρατηρείται ότι η ίδια η Ενάγουσα, στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς αποδίδει τις ενέργειες που οδήγησαν στην απόλυση της σε άλλο πρόσωπο, ήτοι στον Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών (XXXXX Χαραλάμπους), έστω και αν αυτός τυγχάνει παράλληλα και σύζυγος της Καθ΄ ης
  12. Στη συνοδεύουσα την παρούσα αίτηση ένορκη δήλωση της (με την §19) αποδίδει την απόλυση της στους Καθ΄ ων 1-3, ισχυριζόμενη ότι ενήργησαν είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπων ή και νομικών προσώπων τα οποία ελέγχουν ή και ως Δικαιούχοι του Καταπιστεύματος κατά παράβαση του όρου 7(γ) αυτού, τερματίζοντας τις υπηρεσίες της στο Frederick ή και παραλείποντας να αποτρέψουν την απόλυση της, πράγμα που σημαίνει ότι κατά την ακρόαση της ουσίας η Αιτήτρια θα πρέπει να καταδείξει ότι οι Καθ΄ ων δεν έλαβαν μέτρα τα οποία μπορούσαν να λάβουν και τα οποία ήταν απαραίτητα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης. Οι Καθ΄ ων 1-3, μέσω της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ης 2, δίδουν τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην απόλυση της. Ειδικότερα, επικαλούμενοι σχετική ιατρική έκθεση του Δρος Παντζιαρή (Τεκμήριο 6) προβάλλουν την άποψη του εν λόγω νευρολόγου ότι ο Καθ΄ ου 1 από το 2015 παρουσίαζε μειωμένες γνωσιακές λειτουργίες και σοβαρού βαθμού άνοια, τα οποία κατά τη γνώμη τους είχε εκμεταλλευθεί η Αιτήτρια, αποκτώντας τις μετοχές των εταιρειών Digfield και Macanda, πράγμα για το οποίο παρουσιάζουν σχετικά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών. Συγκεκριμένα αναφέρουν στις §15-17 της ένορκης δήλωσης τα εξής: «
  13. Η Αιτήτρια σε σύμπραξη και/ή σε συμπαιγνία με τον αδελφό της κατά τρόπο παράνομο και δόλιο και εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση υγείας του πατέρα μου κατέστησαν την Αιτήτρια αρχικά μέτοχο του 50% των μετοχών της Macanda Ltd και παράνομα στη συνέχεια μεταβίβασαν όλες τις μετοχές των εταιρειών στο όνομα της Αιτήτριας. Έτσι σήμερα εμφανίζεται ως μοναδικός ιδιοκτήτης των εταιρειών Digfield Developments Limited και Macanda Ltd η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα εξ' όσων διαφαίνεται από τα αρχεία του Εφόρου, η Αιτήτρια στις 19.1.17 κατέλαβε το 100% των μετοχών του πατέρα μου στην Digfield Developments Limited και αναφορικά με την Macanda Ltd στις 11.2.16 βρέθηκε να κατέχει το 50% των μετοχών αυτής και στην συνέχεια στις 27.4.17 απέκτησε το 100% των μετοχών της, παραγκωνίζοντας και αφαιρώντας πλήρως τον πατέρα μου από την ιδιοκτησία των εταιρειών.
  14. Ήταν μάλιστα ο αδελφός της Αιτήτριας που σε σύμπραξη και/ή συμπαιγνία και/ή με οδηγίες της ίδιας επικοινώνησε με τα δικηγορικά γραφεία που είχαν την παροχή υπηρεσιών για τις ως άνω εταιρείες και ζήτησε την μεταβίβαση των μετοχών προς όφελος της Αιτήτριας χωρίς αυτό μάλιστα να γίνει ηλεκτρονικά, αλλά οι αλλαγές να γίνουν ιδιοχείρως με το πρόσχημα ότι αυτές ήταν δήθεν οι οδηγίες του πατέρα μου. Το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του αδελφού της Αιτήτριας που φαίνεται να δίδει οδηγίες αναφορικά με αλλαγές στην μετοχική σύνθεση των εταιρειών αυτών παρουσιάζω ως Τεκμήριο
  15. Αναφέρω ότι οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν την περίοδο που η Αιτήτρια γνώριζε για τη κατάσταση υγείας του πατέρα μου ενώ τόσο εγώ όσο και η Καθ' ής η αίτηση 3 αλλά και άλλα συγγενικά πρόσωπα δεν γνωρίζαμε οτιδήποτε για την πραγματική κατάσταση υγείας του πατέρα μου και το γεγονός ότι δεν είχε την πνευματική διαύγεια ρύθμισης των περιουσιακών του δικαιωμάτων». Είναι σαφές από τα πιο πάνω πως οι συνθήκες και οι λόγοι απόλυσης της Αιτήτριας αποτελούν ουσιώδες ζήτημα για το οποίο προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές επί των γεγονότων. Ειδικά λοιπόν ως προς αυτό το ουσιώδες αμφισβητούμενο ζήτημα θα πρέπει να επαναληφθεί πως το παρόν δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και «το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να προβεί σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων» (βλ. Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14). Δεν υπερβαίνει όμως τα πιο πάνω όρια να υποδειχθεί ότι οι θέσεις των Καθ΄ ων περί αλλαγών στη μετοχική δομή των εταιρειών Digfield και Mecanda στις 19.1.17 και 27.4.17 δεν έχουν τύχει ειδικής απάντησης από την Αιτήτρια πλην όμως, ήδη στα πλαίσια της δικής της ένορκης δήλωσης, δέχθηκε τις μεταβιβάσεις μετοχών και είχε υποστηρίξει αφενός ότι το 100% της Macanda δόθηκε στην ίδια από τον Καθ΄ ου 1 «λόγω της στενότατης σχέσης» που είχε μαζί του (αφού στην εταιρεία ανήκει το διαμέρισμα στο οποίο συμβίωναν μαζί για αρκετά χρόνια) και αφετέρου ότι για τη μεταβίβαση του 100% της Digfield (επ΄ ονόματι της) είχε δώσει ο ίδιος σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους του. Ούτως ή άλλως όμως το θέμα του βάσιμου ή όχι της απόλυσης της για τέτοιους λόγους θα κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια δικής της αίτησης, με την οποίαν αξιώνει επίσης επαναπρόσληψη στην εργασία της. Όπως έχει καταστεί σαφές από τις αξιώσεις της Αιτήτριας αυτό το οποίο πρωτίστως επιδιώκει και με την αγωγή της είναι την αποκατάσταση της στην παλαιά εργασία της αλλά εδώ μέσω Διατάγματος Ειδικής Εκτέλεσης ή τελικού προστακτικού διατάγματος για λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων προς επαναπρόσληψη της. Διαζευκτικά επιδιώκει αποζημιώσεις για παράβαση καταπιστεύματος. Η αξίωση βέβαια στην παρούσα στρέφεται όχι εναντίον της εργοδότριας εταιρείας Mesokeleas αλλά εναντίον τριών φυσικών προσώπων υπό την ιδιότητα τους ως Διαδόχου Επιτρόπου και Δικαιούχων. Αν και είναι εξίσου ενδεικτικό πως η αξίωση, τουλάχιστον για την επαναπρόσληψη όπως αναπτύσσεται στην αγόρευση της Αιτήτριας στρέφεται βασικά εναντίον του Επιτρόπου-Καθ΄ ου 1 (ή των αντικαταστατών του) για τον οποίον όντως, από θεωρητικής νομικής πλευράς παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος (ανωτέρω, στο σύγγραμμα LAW OF TRUSTS AND TRUSTEES) σε αντίθεση με τις Δικαιούχους-Καθ΄ ων 2 και 3 για τις οποίες, αν διαπιστώνετο εμπλοκή τους στην παράβαση (υπό του Επιτρόπου), πιθανότατα θα ετίθετο θέμα κάποιας μορφής αποζημίωσης. Σημειώνεται βέβαια πως και ο Επίτροπος δυνατόν να απαλλαγεί από την παράβαση εάν καταδειχθεί ότι ενήργησε έντιμα και εύλογα (honestly and reasonably) στη βάση του άρθρου 58 του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου Κεφ.
  16. Κατά συνέπειαν θα πρέπει να σημειωθεί πως σε συνάφεια με τη βασική αξίωση της Αιτήτριας το διεκδικούμενο ενδιάμεσο διάταγμα μη αποξένωσης ιδιοκτησίας διασυνδέεται όχι με σκοπούς είσπραξης τυχόν αποζημιώσεων αλλά ακριβώς με τη διασφάλιση δυνατότητας επαναπρόσληψης της όπως ρητώς καταγράφεται στο αιτητικό της αίτησης («. ώστε να προστατευτούν αποτελεσματικά οι πρόνοιες και τα ωφελήματα . που προνοούνται από τις παραγράφους 7 και 7(γ)». Υπό αυτή την έννοια το ενδιάμεσο διάταγμα συσχετίζεται κυρίως με την εταιρεία Stardon Ltd και τούτο λόγω της ιδιότητας αυτής ως μέτοχου στη Mesokeleas Ltd, δηλαδή ως μετόχου στην ιδιοκτήτρια του Frederick. Η παράβαση λοιπόν την οποίαν επικαλείται και θα πρέπει να αποδείξει η Αιτήτρια κατά την ακρόαση της ουσίας είναι αφενός ότι ο Διάδοχος Επίτροπος (Καθ΄ ου 1) δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του εκ του Καταπιστεύματος και αφετέρου ότι οι Δικαιούχοι δεν πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις για απόλαυση των δικαιωμάτων τους εκ του Καταπιστεύματος. Στον όρο 15 του Καταπιστεύματος αναφέρεται ότι οι Δικαιούχοι θα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον Διάδοχο Επίτροπο όπως μεταβιβάσει και εγγράψει υπό τους όρους, δεσμεύσεις και προϋποθέσεις του Καταπιστεύματος «όλη την περιουσία στο όνομα τους στη λήξη και μόνο» του Καταπιστεύματος «και ουχί ενωρίτερον». Η Αιτήτρια αναφέρεται στο ότι η λήξη του Καταπιστεύματος ήταν στις 24.4.17, ήτοι δύο έτη μετά τον θάνατο του Ιδρυτή αλλά δεν ισχυρίζεται σε κάποιο σημείο ότι οι Δικαιούχοι έλαβαν την περιουσία τους. Οι μόνες σχετικές αναφορές της συνιστούν βασικά επανάληψη των σχετικών όρων του Εμπιστεύματος, ήτοι αφενός (στην §15 της Ένορκης Δήλωσης της) ότι οι Δικαιούχοι «έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1/Επίτροπο να μεταβιβάσει.» και αφετέρου (στην §5 της Ένορκης Δήλωσης της) ότι «Από τις 7.8.2017 η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 είναι Διευθυντής ή και Διοικητικός Σύμβουλος των εταιρειών που αποτελούν μέρος της κινητής περιουσίας του Καταπιστεύματος του μ. Θωμά Φρειδερίκου αλλά και ιδιοκτήτρια του 50% των μετοχών που ανήκαν μέχρι τότε στον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 πατέρα της» (αναφέρεται σε μετοχές που είχε ο Καθ΄ ου 1 και όχι στο μερίδιο του Ιδρυτή). Δεν υπάρχει μαρτυρία δηλαδή ότι μεταβιβάστηκε ή έστω ότι έγινε απόπειρα μεταβίβασης των μετοχών του Ιδρυτή (στη Stardon Ltd) προς τις Δικαιούχους. Η ίδια η Αιτήτρια αναγνωρίζει στην αγόρευση της ότι μέχρι και την καταχώριση της αγωγής δεν είχε μεταβιβαστεί η κινητή περιουσία του Καταπιστεύματος στις Καθ΄ ων 2 και
  17. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος για ορατή πιθανότητα επιτυχίας αγωγής η οποία εδράζεται κυρίως στην παράβαση εμπιστεύματος ή καθηκόντων του Διαδόχου Επιτρόπου ή μη τήρησης των όρων του από Δικαιούχους. Αναμφίβολα ο Επίτροπος γενικά έχει πολλαπλά καθήκοντα μεταξύ των οποίων είναι (i) η υπακοή και συμμόρφωση με τους όρους εμπιστεύματος εκτός αν διαταχθεί διαφορετικά από το δικαστήριο, (ii) το καθήκον να ενεργεί με εύλογη επιμέλεια και (iii) το καθήκον για την ορθή διανομή της περιουσίας (βλ. Equity & Trusts, Alastair Hudson, 7η έκδοση, §8.3). Στην παρούσα περίπτωση δεν γίνεται αναφορά σε μαρτυρία η οποία δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει στο τέλος σε κατάληξη περί παράβασης διενεργηθείσας πριν την καταχώριση της αγωγής και κατά συνέπειαν αντίστοιχα μειωμένες έως δυσδιάκριτες είναι και οι πιθανότητες επιτυχίας μιας τέτοιας αγωγής η οποία θέτει ως βάση της κάποια προηγηθείσα παράβαση. Το ότι υπήρξε απόλυση συνιστά κοινώς αποδεκτό γεγονός στα πλαίσια της αίτησης πλην όμως το πώς θα εφαρμόσει το Καταπίστευμα ο Διάδοχος Επίτροπος και πώς θα ασκήσει τα καθήκοντα του είναι διαφορετικό ζήτημα και πάντως επί του παρόντος δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ως προς την πορεία που θα ακολουθηθεί εν σχέσει με το θέμα αυτό. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα». Ειδικά σε σχέση με απαιτήσεις για εμπιστεύματα κρίνεται χρήσιμο το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Underhill and Hayton LAW OF TRUSTS AND TRUSTEES (ανωτέρω), σελ. 1118, §87.7: "87.7 Equity recognises two different types of compensation claim against trustees, which will be termed substitutive performance claims and reparation claims. Substitutive performance claims are claims for a money payment as a substitute for performance of the trustees' obligation to deliver up trust assets in specie. Claims of this sort are apposite when trust property has been lost or misapplied in an unauthorised transaction, and the amount claimed is the objective value of the property which the trustees should have been able to produce when called upon to do so. Reparation claims are claims for a money payment to make good the damage caused by a breach of trust, and the amount claimed is measured by reference to the actual loss sustained by the beneficiaries. Claims of this sort are often brought where trustees have carelessly mismanaged trust property, but they lie more generally wherever a trustee has harmed his beneficiaries by committing a breach of duty". Στην παρούσα περίπτωση αυτό το οποίο βασικά αξιώνει η Αιτήτρια με την αίτηση της είναι τη μη αποξένωση των μετοχών της Stardon Ltd (τις οποίες κατείχε ο Ιδρυτής του εμπιστεύματος) και τούτο για να καθίσταται δυνατή η προστασία των ωφελημάτων της, εννοώντας η ίδια την επαναπρόσληψη της. Ισχυρίζεται στην αγόρευση της πως το λεκτικό του Καταπιστεύματος είναι τέτοιο που το καθιστά σχεδόν αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά που θα υποστεί η ίδια, διασυνδέοντας κάτι τέτοιο με την αδυναμία υπολογισμού των ετών που θα μπορούσε στο μέλλον να εργάζεται. Έχει ήδη σημειωθεί πως αν υπάρχει υποχρέωση επαναπρόσληψης της θα κριθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, το οποίο δύναται να εκδώσει ανάλογο διάταγμα ενώ το κατά πόσον υπάρχει υποχρέωση εφαρμογής του όρου 7(γ) θα κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο επίσης έχει την εξουσία να διατάξει την εφαρμογή του σχετικού όρου. Δεν έχει υποδειχθεί και δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αδυναμία να διαταχθεί η εργοδότρια (ξεχωριστή νομική οντότητα από τη Stardon Ltd) σε κατάλληλο ένδικο μέσο να εφαρμόσει οποιαδήποτε από τις αποφάσεις, ακόμα και αν υπάρξει διαφοροποίηση της μετοχικής δομής της Stardon Ltd στην οποία ο Ιδρυτής κατείχε ουσιαστικά το 50% των μετοχών. Σε τέτοια περίπτωση βέβαια δεν έχει τεθεί θέμα δυσκολίας στον υπολογισμό αποζημιώσεων για την περίοδο που μεσολαβεί μέχρι την τυχόν επαναπρόσληψη της. Ακόμα όμως και εάν δεν καταστεί δυνατή η εφαρμογή του όρου 7(γ) λόγω πιθανής αλλαγής της μετοχικής δομής της Stardon Ltd δεν συμφωνώ ότι είναι αδύνατος ο υπολογισμός αποζημιώσεων στη βάση των αρχών που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, δεδομένου ότι ο μισθός και άλλα ωφελήματα της Αιτήτριας είναι γνωστά. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει προβληθεί αδυναμία ή δυσκολία οποιουδήποτε των Καθ΄ ων και ιδιαίτερα του Καθ΄ ου 1 να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στην περίπτωση που κριθεί ότι κακώς δεν συμμορφώθηκε με τον όρο 7(γ). Ισοζύγιο της Ευχέρειας Στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψιν το ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο περί πρόθεσης αποξένωσης, ότι πρόκειται για μετοχές κάποιας μετόχου εταιρείας στην εργοδότρια εταιρεία και ότι ο όρος 7(γ) αναφέρεται απλώς στη λήψη κάθε απαραίτητου μέτρου για συνέχιση της εργοδότησης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταργεί το συνταγματικό δικαίωμα διάθεσης ιδιοκτησίας (μετοχών), θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της μη έκδοσης του διατάγματος, ακόμα δηλαδή και αν συνέτρεχαν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν πληρούνται δύο εκ των προϋποθέσεων έκδοσης του διατάγματος ως έχει εξηγηθεί ενώ και το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων 1, 2 και 3 (Εναγομένων 1, 2 και 3) ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Εν σχέσει με τον Καθ΄ ου 4 (Εναγόμενο 4) καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα, δεδομένου ότι δεν έλαβε ουσιαστικό μέρος στη διαδικασία. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.