← Κύπρος

Λουκά κ.α. ν. Magico Wood Houses Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2604/2009, 15/5/2018

Λουκά κ.α. ν. Magico Wood Houses Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2604/2009, 15/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2604/2009 Μεταξύ:

  1. XXXXX Λουκά
  2. XXXXX Χριστάκη Ενάγοντες και
  3. Magico Wood Houses Ltd
  4. XXXXX Αχιλλέως
  5. XXXXX Αχιλλέως Εναγόμενοι και Magico Wood Houses Ltd Eξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες και
  6. XXXXX Λουκά
  7. XXXXX Χριστάκη Εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι Ως τροποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 06.04.2015
  8. XXXXX Λουκά
  9. XXXXX Χριστάκη Ενάγοντες και
  10. Magico Wood Houses Ltd
  11. XXXXX Αχιλλέως
  12. Επίσημος Παραλήπτης, ως Διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX Αχιλλέως Εναγόμενοι 15 Μαΐου, 2018 Για τους ενάγοντες αρ.1 και 2 και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους αρ.1 και 2, εμφανίζεται η κα Α. Χριστοδουλίδου για τους κ.κ. Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1 και 2 και τους εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες, εμφανίζεται η κα Κ.Λούτσιου Απόφαση Οι ενάγοντες αρ.1 και 2 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι αρ.1 και 2 («οι ενάγοντες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) εγκαλούν τους εναγομένους αρ.1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες («οι εναγόμενοι αρ.1») καθώς και τον εναγόμενο αρ.2 για παραβίαση συμφωνίας, καθήκοντος επιμέλειας και θέσμιου καθήκοντος ως, επίσης, και για δόλο και απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις). Η δικογραφημένη βάση της αγωγής περιλαμβάνει και τους εξής ισχυρισμούς: Στις 19.05.2006 οι ενάγοντες, oι οποίοι τυγχάνουν σύζυγοι, ως πελάτες, και οι εναγόμενοι αρ.1, ως κατασκευαστές, συνήψαν γραπτή συμφωνία κατασκευής κατοικίας («η συμφωνία ημερ. 19.05.2006»). Ως τίμημα συνεφωνήθηκε το ποσόν των Λ.Κ.105.000- (πλέον €179.403,15). Κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006, ως και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1, δεν ήσαν εγγεγραμμένοι εργολήπτες. Οι ενάγοντες αγνοούσαν το γεγονός αυτό. Μάλιστα όταν, κατά ή περί το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006, ερώτησαν σχετικώς τον εναγόμενο αρ.2, εκ των μετόχων και διευθυντών των εναγομένων αρ.1, αυτός τους απήντησε καταφατικά. Η αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων αρ.1 και 2 προεκάλεσε στους ενάγοντες ζημίες. Οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις, γενικές, ειδικές και παραδειγματικές. Οι εναγόμενοι αρ.1 και 2 κατεχώρισαν υπεράσπιση δια της οποίας απορρίπτουν τις αιτιάσεις, τις μομφές και τις αξιώσεις των εναγόντων. Παραδέχονται, όμως, το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006 καθώς, επίσης και το γεγονός ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένοι εργολήπτες ως η ισχύουσα νομοθεσία προνοεί. Αντιτείνουν πως οι εναγόμενοι αρ.1 και 2 εγνώριζαν πολύ καλά και εγκαίρως το γεγονός αυτό.. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αρ.1 και 2 ισχυρίζονται τα εξής: «..ο Ενάγοντας 1 γνώριζε από πρώτο χέρι τις προσπάθειες που κατέβαλλαν οι Εναγόμενοι 1 για να αποκτήσουν άδεια εργολάβου και την καταχώρηση προς τούτο σχετικής αίτησης...» (δείτε στην παρα.3 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ.1 ανταπαιτούν το ποσόν των Λ.Κ.18.818 (πλέον €32.153), ως το υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής για πρόσθετες κατασκευαστικές εργασίες, τις οποίες εξετέλεσαν στο πλαίσιο της επίδικης συναλλαγής, προς όφελος των εναγόντων, καθώς και γενικές αποζημιώσεις. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση οι ενάγοντες απορρίπτουν τις θέσεις και τις αιτιάσεις των εναγομένων αρ.1 και 2 καθώς και τις αξιώσεις των εναγομένων αρ.
  13. Επαναλαμβάνουν δε το αρχικό δικόγραφό τους. Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, η αγωγή απεσύρθηκε και απερρίφθηκε σε όση έκταση αυτή αφορά στην εναγομένη αρ.
  14. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν εφ΄όσον η φύση τους καθιστούσε τη διαδικασία αυτή πρόσφορη και κατάλληλη. Τα ζητήματα που εγείρονται με την απαίτηση και την ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα (G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς

(2010)1 Α.Α.Δ. 63). Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων και την προβολή της υπεράσπισής τους στην ανταπαίτηση κατέθεσαν ενόρκως ο ενάγων αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1) και ο XXXXX Παπαστυλιανού (Μ.Ε.2), Πολιτικός Μηχανικός. Για την προβολή της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.1 και 2 και την απόδειξη της ανταπαίτησης των εναγομένων αρ.1 κατέθεσαν ενόρκως ο εναγόμενος αρ.1 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.1), η πρώην εναγομένη αρ.3 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.2) και ο XXXXX Γεωργίου (Μ.Υ.3), εργοδηγός και επιστάτης. Επιπλέον της προφορικής κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκε η συμφωνία ημερ. 19.05.2006 (τεκμήριο 2) καθώς και επιστολή ημερ. 16.04.2009, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών (τεκμήριο 13). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και η έγγραφη μαρτυρία είναι κατατεθειμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Όπως θα φανεί στη συνέχεια κρίσιμοι μάρτυρες για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων καταλήγουν να είναι ο ενάγων αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1), ο εναγόμενος αρ.2 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.1) και η πρώην εναγομένη αρ.3 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.2). Για την τύχη της απαίτησης και της ανταπαίτησης κρίσιμα είναι τα όσα οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν εν σχέσει με το κύρος της συμφωνίας ημερ.19.05.2006 και την σχετική γνώση των εναγόντων κατά το χρόνο σύναψής της. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό τα πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν δια των τελικών αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Η κατασκευή κατοικίας αποτελεί, δυνάμει του άρθρου 2 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου (Ν.29(Ι)/2001, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), «οικοδομικό έργο», για την εκτέλεση του οποίου καθορίζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συναφώς σημειώνεται πως, εν προκειμένω, κρίσιμος είναι ο Ν.29(Ι)/2001, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 16.03.2001 (ως η ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, άρθρο 57 του Νόμου), ως νομοθέτημα ειδικό εν σχέσει με τον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Την εφαρμογή, του Ν.29(Ι)/2001 επιβάλλει το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Oι ρυθμίσεις του Ν.29(Ι)/2001, ως νόμου ειδικού, υπερισχύουν των ρυθμίσεων του Κεφ.
  1. Εφ΄οσον η κατασκευή κατοικίας αποτελεί «οικοδομικό έργο» (άρθρο 2 του Ν.29(Ι)/2001), την εκτέλεσή του δύναται να αναλάβει μόνον πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο, μεταξύ άλλων, έχει εγγραφεί ως εργολήπτης δυνάμει του Ν.29(Ι)/2001 (άρθρο 25 του Ν.29(Ι)/2001). Η εγγραφή γίνεται στο Μητρώο Εργοληπτών, επί τη βάσει συγκεκριμένης διαδικασίας και αφού ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις («ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ: Εγγραφή Εργοληπτών», άρθρα 14 επ. του Ν.29(Ι)/2006). Το άρθρο 25 διαλαμβάνει τα εξής: «
  2. Απαγόρευση ανάθεσης της εκτέλεσης έργου σε μη εγγεγραμμένο και κάτοχο ετήσιας άδειας εργολήπτη: Κανένας δεν μπορεί να αναθέτει σε ή να επιτρέπει την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού ή και τεχνικού έργου από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποίαν ανήκει το έργο». Πρόκειται για αυστηρή νόμιμη προϋπόθεση η σημασία της οποίας επιτείνεται δεδομένων των προνοιών του άρθρου 30 του Ν.29(Ι)/2001, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «
  3. Ακυρότητα συμβατικών υποχρεώσεων:
(1)Με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη...» Αυτές οι αυστηρές νομοθετικές επιταγές, σε συνδυασμό με το αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο επιμαρτυρείται και από το τεκμήριο 13, πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένος εργολήπτης, καθιστούν την συμφωνία ημερ.19.05.2006 (τεκμήριο 2), κατ΄αρχήν άκυρη και ανεφάρμοστη. Ας σημειωθεί πως η συμφωνία ημερ. 19.05.2006 διαλαμβάνει την εκ μέρους μη εγγεγραμμένου εργολήπτη ανάληψη της υποχρέωσης εκτέλεσης οικοδομικού έργου επ' αμοιβή και παρουσιάζεται, στα δικόγραφα και την μαρτυρία, ως η πηγή των επίδικων αξιώσεων. Ο διά νόμου (άρθρα 2, 25 και 30 του Ν.29(Ι)/2001) παράνομος χαρακτήρας της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006 έχει ως κατ΄αρχήν αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα. Σε περίπτωση παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν, διά της δικαστικής οδού, θεραπείες βασιζόμενα σε αυτήν (Ευχρίσω Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ν. Θεμιστοκλέους
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 456 και Chr. Mavrikios Constructions Ltd ν. Χατζηκωσταντά
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1093). Η συναρτωμένη με τα άρθρα 2, 25 και 30 του Ν. 29(Ι)2001 παρανομία της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006 είναι έκδηλη δεδομένης της περιγραφής της στα δικόγραφα των διαδίκων και δεδομένης της μαρτυρίας την οποίαν αυτοί προσεκόμισαν. Έτσι, είναι επιτρεπτή ακόμη και η αυτεπάγγελτη εξέτασή της (Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.α ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Ιωάννου ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1595, Χρίστου ν. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2039 και Δημητρίου ν. Συμεωνίδη
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1018).
(2)Οι ως άνω διαπιστώσεις περί της παρανομίας της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006 οδηγούν, άνευ άλλου τινός, την ανταπαίτηση σε αποτυχία. Ας σημειωθεί πως είναι αναντίλεκτο το γεγονός πως οι εναγόμενοι αρ.1 εγνώριζαν, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006, πως οι ίδιοι δεν ήσαν εγγεγραμμένος εργολήπτης.
(3)Την ίδια κατάληξη θα έχει και η απαίτηση εάν αποδειχθεί πως, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006, οι ενάγοντες εγνώριζαν την παρανομία της. Γι΄αυτό το προκριματικής φύσης ζήτημα κρίσιμη είναι η μαρτυρία του ενάγοντος αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1), του εναγομένου αρ.2 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.1) και της πρώην εναγομένης αρ.3 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.3): Εν πρώτοις σημειώνεται, πως κατά την κυρίως εξέτασή τους, η οποία διεξήχθηκε, κατ΄ουσίαν, με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτών δηλώσεων, ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει (έγγραφα αρ.1, 2 και 3, αντιστοίχως), οι μάρτυρες αυτοί υπεστήριξαν τις δικογραφημένες θέσεις τους. Όμως, η αντεξέταση των τριών αυτών προσώπων υπήρξε χρήσιμη γιατί φώτισε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, ανέτρεψε ή επιβεβαίωσε, αναλόγως, την εικόνα που αυτοί επεχείρησαν να δημιουργήσουν δια της κυρίως εξέτασής τους και καθόρισε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Καταγράφονται σχετικώς τα εξής: (α) Κατά την αντεξέτασή τους, το ζεύγος του εναγομένου αρ.2 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.1) και της πρώην εναγομένης αρ.3 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.2), με λόγο σταθερό και κατά τρόπον περιεκτικό και ευθυγραμμισμένο, απερίφραστα επανέλαβαν πως ο ενάγων αρ.1 εγνώριζε εξ αρχής και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο πως οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένος εργολήπτης ως ο Ν.29(Ι)/2001ορίζει. Οι μάρτυρες αυτοί επεσήμαναν πως η γνώση του ενάγοντος αρ.1 επιμαρτυρείται και από το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως αυτός εγνώριζε τους ιδίους καθώς και τους εναγομένους αρ.1 επί μακράν σειράν ετών και πως αυτός εργοδοτήθηκε, έστω για μικρό χρονικό διάστημα, από τους τελευταίους. (β) Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος αρ.2 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.2) και η πρώην εναγομένη αρ.3 XXXXX Αχιλλέως (Μ.Υ.3) επαρουσίασαν την εικόνα ειλικρινών και αξιόπιστων ανθρώπων. Εξέφρασαν, κατά τρόπον γνήσιο και πειστικό, την έκπληξη και την αντίθεσή τους προς όσα ο ενάγων αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1) εδήλωσε, ισχυριζόμενος πως, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006, ο ίδιος αγνοούσε πως οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένος εργολήπτης. (γ) Αντιθέτως, ο ενάγων αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1), άνδρας ώριμης ηλικίας (34 ετών), ο οποίος έλαβε πανεπιστημιακή μόρφωση (πτυχιούχος Μηχανολόγος), ο οποίος διαθέτει πείρα και ο οποίος είναι δραστήριος επαγγελματικά (εργοδοτείται στο Ίδρυμα Έρευνας) δεν πείθει όταν ισχυρίζεται πως πίστεψε ότι οι εναγόμενοι αρ.1 ήσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένος εργολήπτης γιατί του επεδείχθηκε το πιστοποιητικό εγγραφής τους ως εταιρείας. Την εκδοχή αυτή προώθησε ο ενάγων αρ.1 Δαμιανός Λουκά (Μ.Ε.1) κατά την αντεξέτασή του. Όμως, η φυσιογνωμία του ενάγοντος αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Κ.1), ως αυτή ανεδείχθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, παραπέμπει σε έναν μορφωμένο και δραστήριο άνδρα, με αντίληψη και εμπειρίες. Ο ενάγων αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1) δεν παρουσιάσθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως άτομο αμόρφωτο, ούτε ως άτομο άπειρο και ούτε ως είναι άτομο ευπειθές ώστε να γίνει πιστευτός όταν ισχυρίζεται πως διαβάζοντας το πιστοποιητικό εγγραφής των εναγομένων αρ.1 ως εταιρείας, δεν το κατενόησε και το εξέλαβε σαν πιστοποιητικό εγγραφής στο προβλεπόμενο, από το Ν.29(Ι)/2001, Μητρώο Εργοληπτών. (δ) Η εκδοχή του κρίσιμου γεγονότος της συγκεκριμένης γνώσης, ως αυτή προωθήθηκε από τον ενάγοντα αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1), κατά την αντεξέτασή του, είναι αντίθετη με την ανθρώπινη εμπειρία και την κοινή λογική. Είναι αντίθετη με την ανθρώπινη εμπειρία και την κοινή λογική η εκδοχή πως ένας εγγράμματος, ενήλικας, έμπειρος και επαγγελματικά δραστήριος άνδρας, όταν εδιάβασε το πιστοποιητικό εγγραφής μίας εταιρείας στο μητρώο του Τμήματος του Εφόρου Εταιρειών, δεν το κατενόησε και το αντελήφθηκε ως πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας αυτής στο Μητρώο Εργοληπτών. Η αναξιοπιστία του ενάγοντος αρ.1 XXXXX Λουκά (Μ.Ε.1) οδηγεί στην διαπίστωση πως, κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006 ως και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τόσον ο ίδιος όσον και η σύζυγός του ενάγουσα αρ.2 εγνώριζαν πως οι εναγόμενοι αρ.1 δεν ήσαν εγγεγραμμένος εργολήπτης. Άρα, αυτοί εγνώριζαν την παρανομία της συμφωνίας ημερ. 19.05.2006. Ως αποτέλεσμα τούτου, διαπιστώνεται πως οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν αξιώσεις βασιζόμενοι στην συμφωνία ημερ. 19.05.2006.
(4)Ούτε τα διαζευκτικώς προβαλλόμενα περί παραβίασης καθήκοντος επιμέλειας, περί παραβίασης θέσμιου καθήκοντος, περί δόλου και περί απάτης (ή ψευδών παραστάσεων) δύνανται να τελεσφορήσουν εφ' όσον η επίκλησή τους εδράζεται στην συμφωνία ημερ. 19.05.2006 [(Ευχρίσω Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ν. Θεμιστοκλέους (ανωτέρω)]. Επί του ζητήματος τούτου καθοδηγητική είναι η απόφαση Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets
(2009)1 (B) A.A.Δ, 802, διά της οποίας καθίσταται σαφής και επαναλαμβάνεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν εφ' όσον ορισμένη δραστηριότητα κρίνεται ως παράνομη τότε αυτή αδυνατεί να θεμελιώσει οιανδήποτε θεραπεία. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets (ανωτέρω), στις σελ. 811 και 812, αναφέρονται τα εξής: «.όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγής που προέρχονται όμως από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία. Το ενιαίο του δικαίου επιβάλλει και ενιαία αντιμετώπιση, επιτάσσει δε ισότιμη και κοινή μεταχείριση. Και ενώ αποδίδει δίκαιη και εύλογη θεραπεία αναδυόμενη από διαπιστωθέντα γεγονότα κατατάσσοντας τα στην ορθή νομική τους βάση, ασχέτως της δικογραφικής τους ανεπάρκειας, (Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437 και Κυπριανού v. Βασιλείου
(2004)1 Α.Δ.Δ. 1320), οφείλει ταυτόχρονα να αποστερήσει το διάδικο που αναμειγνύεται σε παράνομες ενέργειες από οποιαδήποτε θεραπεία, έστω και αν επιχειρεί τεχνηέντως να θεμελιώσει τέτοια θεραπεία διατρέχοντας μέσα από διάφορες πιθανές νομικές βάσεις. .................................................................................. Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων οφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δύο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή, να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παρανόμων συμβάσεων.» Καταληκτικά διαπιστώνεται πως τόσον η απαίτηση όσον και η ανταπαίτηση οδηγούνται σε απόρριψη εφ΄όσον οι συμβεβλημένοι δεν μπορούν να επικαλούνται, ενώπιον του Δικαστηρίου, συμφωνία την παρανομία και την ακυρότητα της οποίας εγνώριζαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο [Ευχρίσω Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ v. Θεμιστοκλέους (ανωτέρω), Chr. Mayrikios Constructions Ltd v. Χατζηκωνσταντά (ανωτέρω). Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η παρανομία της όλης συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων δικαιολογεί την απόφαση να μην εκδοθούν διαταγές για τα έξοδα (Χριστοδούλου v. Αntonius H.F.M. Vraets (ανωτέρω), 813). Καμιά διαταγή για τα έξοδα. (Υπ)............ Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.