← Κύπρος

AG Leventis House Ltd ν. M. AVRAAMIDES & CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4230/2017, 10/5/2018

AG Leventis House Ltd ν. M. AVRAAMIDES & CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4230/2017, 10/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4230/2017 Μεταξύ: AG Leventis House Ltd Εναγόντων και

  1. M. AVRAAMIDES & CO LTD
  2. XXXXX ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 10.5.2018 Μονομερής Αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 15.11.2017 για Προσωρινό Διάταγμα Για τους Αιτητές: κ. Στυλιανού για κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ιωάννου για κ.κ. Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία ζητούν Διάταγμα διά του οποίου να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εισέρχονται ή/και να επεμβαίνουν ή/και να κατέχουν ή/και να χρησιμοποιούνή/και να εκμεταλλεύονται ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνουν σε ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων το οποίο βρίσκεται στην οδό Αναστασίου Γ. Λεβέντη 12 (πρώην Λεωνίδου). Αξιώνουν επίσης Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σε κινητή ή/και ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγόντων ή για απώλειες απολαβών και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα υποστούν λόγω της παράνομης επέμβασης των εναγομένων επί του ακινήτου τους και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Την ημέρα καταχώρησης της επίδικης αγωγής οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα μονομερή αίτηση για προσωρινό Διάταγμα την οποία το Δικαστήριο διέταξε να επιδοθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία και καταχώρησαν ένσταση. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται από το Δικαστήριο Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εισέρχονται ή/και να επεμβαίνουν ή/και να κατέχουν ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνουν στην επίδικη με την παρούσα αγωγή ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων καθώς και στους χώρους στάθμευσης πέριξ αυτής μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αιτούνται επίσης Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εμποδίζουν και/ή παρενοχλούν και/ή απαγορεύουν στους Ενάγοντες και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των Εναγόντων από το να εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή αναλάβουν την κατοχή και/ή εκμεταλλεύονται και/ή χρησιμοποιούν την επίδικη με την παρούσα αγωγή ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων καθώς και στους χώρους στάθμευσης πέριξ αυτής μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 άρθρα 12, 13 και 43, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 8 και 9, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ρωσσίδη στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Στην ένορκη δήλωσή του ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει μεταξύ άλλων,ότι είναι ο γραμματέας των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική γνώση και εμπλοκή και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό αποτελεί ιδιοκτησία των εναγόντων οι οποίοι αγόρασαν τα 2/3 μερίδιά του περί το έτος 2008 και αργότερα το υπόλοιπο 1/3 μερίδιο. Οι εναγόμενοι σε άγνωστο για εκείνο χρόνο συνήψαν συμφωνία ενοικίασης με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του ακινήτου με σκοπό την προς αυτούς ενοικίαση του ισογείου καταστήματος που βρίσκεται στον ισόγειο χώρο του επίδικου ακινήτου, επί της οδού Αναστάσιου Λεβέντη αρ. 12 στη Λευκωσία. Το υποστατικό ενοικιαζόταν για πολλά χρόνια από τον εναγόμενο αρ. 2 είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα είτε από την εναγόμενη 1 εταιρεία και εντός αυτού διατηρούσαν για πολλά χρόνια κατάστημα πώλησης αθλητικών ειδών και ειδών ένδυσης και υπόδεσης, γνωστό ως Avraamides Sports. Oι εναγόμενοι αναγνώρισαν τους ενάγοντες ως τους νέους ιδιοκτήτες του ακινήτου και τους κατέβαλλαν ανελλιπώς τα μηνιαία ενοίκια. Οι εναγόμενοι παρέμειναν στο εν λόγω υποστατικό μέχρι τα μέσα Απριλίου του 2014 όταν για δικούς τους λόγους αποχώρησαν από αυτό και παρέδωσαν στους ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή του. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν πλήρως τον τερματισμό της ενοικίασης και δεν αξίωσαν από τους εναγόμενους αποζημιώσεις ή ζημιές λόγω της αποχώρησής των. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες σκέφτονταν να εκμεταλλευτούν τον επίδικο χώρο, είτε κατεδαφίζοντας το επίδικο υποστατικό και ενοποιώντας το με τεμάχιο γης το οποίο επίσης τους ανήκει και βρίσκεται πίσω από αυτό, είτε με διάφορους άλλους τρόπους. Οι σκέψεις τους αυτές πήραν σάρκα και οστά αφού ήδη εδώ και χρόνια έχουν ετοιμαστεί και εκπονηθεί σχετικές μελέτες και βρίσκονται στο τελικό στάδιο του σχεδιασμού και υλοποίησης του έργου. Επισύναψε ως Τεκμήριο Β τις σχετικές μελέτες που έγιναν το έτος 2013 και ως Τεκμήριο Γ μεταγενέστερες μελέτες για εκμετάλλευση του ακινήτου ως χώρου στάθμευσης. Ανεξάρτητα από τους πιο πάνω σχεδιασμούς, ένα χρόνο μετά την εγκατάλειψη του υποστατικού από τους εναγόμενους η κατάσταση του κρίθηκε επικίνδυνη από τον Δήμο Λευκωσίας και έγιναν συστάσεις στους ενάγοντες να προχωρήσουν άμεσα σε επισκευές του. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες προχώρησαν τον προγραμματισμό τους με σκοπό την τελική κατεδάφιση και εκμετάλλευση του ακινήτου, έχοντας σε γνώση τους ότι οι εναγόμενοι αποχώρησαν και εγκατέλειψαν πλήρως το επίδικο υποστατικό. Παρόλα αυτά, πριν από λίγες μέρες οι ενάγοντες ειδοποιήθηκαν από πρόσωπα τα οποία εργάζονται στη Λεβέντειο Πινακοθήκη η οποία βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ακίνητο ότι εντός του επίδικου υποστατικού υπήρχε κινητικότητα και ότι κάποια πρόσωπα προέβαιναν σε αλλαγές εντός του εν λόγω υποστατικού με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευσή του και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πως κάποιοι θα εισέβαλαν σε ξένη ιδιοκτησία και θα προέβαιναν με τόση άνεση σε αλλαγές και τροποποιήσεις. Λόγω της φύσεως των εκτελούμενων εργασιών και λόγω του ότι οι κλειδαριές στις θύρες του υποστατικού δεν αλλάχθηκαν μετά την αποχώρησή των εναγομένων υποψιάστηκαν ότι πιθανό τις εργασίες να τις εκτελούσαν οι εναγόμενοι και πράγματι στις 6.11.2017 διαπίστωσε ότι επαναλειτούργησε το κατάστημα των εναγομένων χωρίς αυτοί να ζητήσουν την άδεια των εναγόντων. Αμέσως μετά οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να απευθύνουν επιστολή προς τους εναγόμενους με την οποία τους κάλεσαν να παύσουν να χρησιμοποιούν το υποστατικό και να αποχωρήσουν άμεσα από αυτό. Οι εναγόμενοι μέσω επιστολής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10.11.2017 η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο ΣΤ δήλωσαν ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές και πως ο λόγος που δεν πληρώνουν ενοίκιο είναι γιατί αυτό το εισηγήθηκαν οι ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι με βάση τη νομική συμβουλή την οποία έλαβαν οι ενάγοντες από τους δικηγόρους τους πιστεύει ότι αυτοί έχουν καλή και βάσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων θεραπειών. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα οι ενάγοντες θα υποστούν ζημιές και βλάβες οι οποίες θα είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο είτε να υπολογισθούν είτε να αποζημιωθούν εκ των υστέρων αφού οι εναγόμενοι έχουν πλήρη έλεγχο του υποστατικού και είναι σε θέση να καταστρέψουν το εσωτερικό του υποστατικού. Περαιτέρω, με τις τροποποιήσεις που γίνονται επ' αυτού υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης ή πτώσης του υποστατικού και αυτό πιθανό να έχει ανυπολόγιστες και μη επανορθώσιμες συνέπειες τόσο για τους εναγόμενους και τους υπαλλήλους τους όσο και για τους ενάγοντες οι οποίοι ως ιδιοκτήτες του χώρου φέρουν την κύρια ευθύνη και ενδεχομένως να βρεθούν υπόλογοι για καταστάσεις οι οποίες εκφεύγουν του έλεγχου και της εποπτείας τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι λόγω ακριβώς της συνεχούς παράνομης, προκλητικής και γεμάτης θράσος συμπεριφοράς των εναγομένων το Δικαστήριο θα πρέπει να τους τιμωρήσει και να τους απαγορεύσει και να τους εμποδίσει από το να χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται το υποστατικό από το οποίο αποχώρησαν και για τη χρήση του οποίου δεν έχουν δώσει έκτοτε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Είναι ο ισχυρισμός του ότι εάν επιτραπεί στους εναγόμενους να εισέρχονται στο υποστατικό θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ιδίους οι οποίοι έχουν ήδη προβεί σε σχετικές μελέτες και προγραμματισμούς ως προς τη διαμόρφωση του χώρου ο οποίος τους ανήκει. Ο προγραμματισμός τους έγινε με βάση τα σημερινά δεδομένα και τις σημερινές τιμές και αξίες και δεν γνωρίζουν ποια θα είναι τα δεδομένα σε 5 ή 6 χρόνια. Οι εναγόμενοι οι οποίοι διατηρούν άλλο κατάστημα σε κοντινή απόσταση από το επίδικο υποστατικό δεν θα υποστούν οικονομική ή άλλη βλάβη σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και σε περίπτωση που δεν εμποδιστούν με Δικαστικό Διάταγμα να εισέρχονται στο υποστατικό τότε υπάρχει υπαρκτός και ορατός κίνδυνος οι εναγόμενοι να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες και μη υπολογίσιμες ζημιές στους αιτητές. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν, όπως προανέφερα, ένσταση με την οποία προβάλλουν 6 λόγους για τους οποίους ζητούν την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ισχυρίζονται ότι πολλοί από τους ισχυρισμούς των εναγόντων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή/και παραπλάνησαν το Δικαστήριο καθότι δεν αποκάλυψαν την αλήθεια, ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της παράνομης επέμβασης αφενός γιατί δεν υπήρξε τέτοια επέμβαση και αφετέρου επειδή είναι θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού το οποίο κατέχουν νόμιμα και το οποίο ουδέποτε εγκατέλειψαν, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αίτηση καθότι ουδέποτε τερματίστηκε η ενοικίαση βάση της οποίας κατέχουν το υποστατικό ως θέσμιοι ενοικιαστές και ότι οι ενάγοντες ουδεμία ζημιά θα υποστούν από τη μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων σε αντίθεση με τους ιδίους οι οποίοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού σε περίπτωση που αποξενωθούν από την κατοχή του υποστατικού οι ενάγοντες στην ουσία θα λάβουν με την αίτηση ό,τι ζητούν με την αγωγή τους. Η ένσταση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 7 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 ΘΘ.1-13 και στους Κανόνες της επιείκειας και της πρακτικής του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και στη Νομολογία και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αβρααμίδη. Ο κ. Αβρααμίδης ισχυρίζεται ότι από το έτος 1976 που ιδρύθηκε η εναγόμενη 1 εταιρεία πάντοτε ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του και στην πορεία των ετών κατέστη θέσμιος ενοικιαστής. Επισύναψε προς τούτο ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της αίτησης Κ.17/1996 η οποία καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του υποστατικού στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 1.3.2002 με την οποία οι δικηγόροι των προηγούμενων ιδιοκτητών του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό τους ενημέρωναν για κάποια αύξηση στο καταβαλλόμενο τότε ποσό ενοικίου. Αρνείται τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αποχώρησαν από το επίδικο υποστατικό ούτε παρέδωσαν την κατοχή του στους ενάγοντες ούτε υπέγραψαν οτιδήποτε για να τερματιστεί η ενοικίασή του ούτε συνεννοήθηκαν οποτεδήποτε με τους ενάγοντες για παράδοση του υποστατικού σε αυτούς. Παραδέχεται ότι τα τελευταία χρόνια δεν καταβάλλεται ενοίκιο στους ενάγοντες αλλά πληρώνονται κανονικά όλα τα υπόλοιπα έξοδα σε σχέση με το επίδικο υποστατικό και επισύναψε ως Τεκμήριο 3 απόδειξη του ηλεκτρικού ρεύματος για αυτό. Ισχυρίζεται ότι ήταν οι ενάγοντες που τους εισηγήθηκαν να μην πληρώνουν ενοίκιο καθότι έχουν σκοπό να κατεδαφίσουν το επίδικο υποστατικό. Το έτος 2013 λόγω της οικονομικής κρίσης μειώθηκαν οι πωλήσεις του καταστήματος και ως εκ τούτου περί τα τέλη του 2014 αυτό μετατράπηκε σε αποθηκευτικό χώρο για να εξυπηρετεί το κατάστημα το οποίο διατηρούν σε κοντινή απόσταση περί τα 50 μέτρα. Αυτό το οποίο συνέβη τον Οκτώβριο του 2017 ήταν να ανανεώσουν εξωτερικά την εικόνα του καταστήματος και να το λειτουργούν πλέον, πέραν από αποθηκευτικό χώρο και ως κατάστημα λιανικής πώλησης με εξυπηρέτηση πελατών. Αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι επενέβησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στο υποστατικό και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ουδέποτε αλλάχθηκαν οι κλειδαριές του εν λόγω υποστατικού ήταν γιατί αυτοί εξακολουθούν να είναι νόμιμα οι ενοικιαστές του. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αρχική επιδίωξη των εναγόντων ήταν η κατεδάφιση του κτιρίου και αυτό αποτελεί τον πραγματικό λόγο καταχώρησης της επίδικης αίτησης ο οποίος καταδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι από το έτος 2013 αυτοί είχαν ετοιμάσει και εκπονήσει σχετικές μελέτες. Τέλος ισχυρίζεται ότι από τη νομική συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους των εναγομένων το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αίτηση για το λόγο ότι οι εναγόμενοι είναι θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού και ζητά την απόρριψή της. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση με αντεξέταση του κ. Αβρααμίδη επί των ισχυρισμών του που περιέχονταν σε μερικές από τις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεώς του η οποία συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων και με αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο μερών με τις οποίες υποστηρίζουν έκαστος τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. Ο κ. Στυλιανού εισηγήθηκε ότι από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αγωγή των εναγόντων βασίζεται στην παράνομη, παράτυπη και εντελώς καταχρηστική συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι χρησιμοποιούν το επίδικο υποστατικό των εναγόντων χωρίς την άδεια και τη συναίνεσή τους χωρίς να τους καταβάλλουν οποιοδήποτε τίμημα για αυτό και χωρίς να έχουν υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες σε οποιοδήποτε χρόνο. Είναι η εισήγησή του κ. Στυλιανού ότι η αποχώρηση των εναγομένων από το υποστατικό έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2014 όταν αποχώρησαν από αυτό και παρέδωσαν κενή και ελεύθερη την κατοχή του στους ενάγοντες. Η αποχώρησή τους από αυτό συνάγεται από το ότι έπαψαν να πληρώνουν ενοίκια, έπαψαν να το λειτουργούν ως κατάστημα και από το ότι αφαίρεσαν τις πινακίδες τους από το εξωτερικό του καταστήματος. Εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και ότι είναι ορθό και δίκαιο να γίνει αυτό καθότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη από την έκδοσή τους αφού κανένα δικαίωμα δεν έχουν ή μπορεί να έχουν στον χώρο του καταστήματος. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη από την έκδοση των Διαταγμάτων αφού ακόμα και με την έκδοσή τους δεν θα εμποδιστεί η λειτουργία της επιχείρησής τους λόγω του ότι λειτουργούν και άλλο κατάστημα μόλις λίγα μέτρα πιο κάτω από το επίδικο υποστατικό. Η κα Ιωάννου με τη σειρά της εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου καθότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψαν την αλήθεια, ούτε στοιχειοθετείται το αδίκημα της παράνομης επέμβασης καθότι οι εναγόμενοι είναι θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. Εισηγήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων οι εναγόμενοι θα υποστούν απροσδιόριστη οικονομική ζημιά και απώλεια πελατείας αφού θα αποξενωθούν της κατοχής του επίδικου καταστήματος και ουσιαστικά οι ενάγοντες με την αίτησή τους θα πάρουν όσα ζητούν με την αγωγή τους χωρίς οι εναγόμενοι να ακουστούν με τη δέουσα διαδικασία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει Διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.
  4. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v.A. Pieris Estates Ltd, Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ.1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (ισοζύγιο της ευχέρειας). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των 3 προϋποθέσεων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητες τις 3 προϋποθέσεις. Προϋπόθεση (α) - Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση εξετάζει κατά πόσο από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιόν του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο οι ενάγοντες να αποδείξουν το ουσιαστικό του δικαιώματός τους αλλά να δείξουν στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν θα αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε ούτε θα καταλήξει επί της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Έχοντας αυτό υπόψη αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων αναφορικά με το κατά πόσο οι εναγόμενοι αποχώρησαν αυτοβούλως κατά το έτος 2014 και αργότερα παράνομα επενέβησαν στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία τους επανερχόμενοι αυθαίρετα σε αυτή, καθώς και οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού δεν θα κριθούν ούτε θα αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο αλλά κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς η θέση του κ. Στυλιανού ότι οι καθ' ων η αίτηση παράνομα εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό καθώς και η θέση της κας Ιωάννου ότι αυτοί αποτελούν θέσμιους ενοικιαστές του δεν θα αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο. Έχοντας υπόψη μου ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου με τις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις και όσα προέκυψαν κατά την αντεξέταση του κ. Αβρααμίδη και τα οποία δεν είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων προκύπτει αφενός ότι οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίο ευρίσκεται το επίδικο υποστατικό και αφετέρου ότι εντός αυτού του υποστατικού οι εναγόμενοι διεξάγουν επιχειρηματική δραστηριότητα, φαίνεται ότι οι ενάγοντες εκ της ιδιότητάς τους αυτής τυγχάνουν έννομης προστασίας. Περαιτέρω φαίνεται ότι σε περίπτωση που κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι το χρησιμοποιούν χωρίς να έχουν δικαίωμα προς τούτο θα είναι παράνομοι επεμβασίες και θα είναι υπόχρεοι να αποζημιώσουν τους ενάγοντες. Από τα πιο πάνω προκύπτει αντικειμενικά η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και συνεπώς η ως άνω προϋπόθεση ικανοποιείται. Προϋπόθεση (β) πιο πάνω - Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας Κατά την εξέταση της συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί ότι αυτή υφίσταται εφόσον οι ενάγοντες δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων όπως θα απαιτείτο να πράξουν για να αποδείξουν την αγωγή τους. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας σε αυτό το στάδιο γίνεται στη βάση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, χωρίς αυτό όμως να ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη μου ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αμφισβητείται ότι η ιδιοκτησία του ακινήτου στο οποίο ευρίσκεται το επίδικο υποστατικό ανήκει στους ενάγοντες ούτε ότι οι εναγόμενοι το χρησιμοποιούν, ασχέτως εάν ισχυρίζονται ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές αυτού, αντικειμενικά φαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι επειδή είναι θέσμιοι ενοικιαστές δεν στοιχειοθετείται το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και ότι λόγω αυτής της κατ' ισχυρισμό ιδιότητάς τους το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Είναι νομολογημένο όμως ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225) και για το λόγο αυτό οι πιο πάνω ισχυρισμοί θα κριθούν και αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο. Με τα πιο πάνω υπόψη δεδομένα και για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι ενάγοντες προσκόμισαν μαρτυρία η οποία δημιουργεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας, υπό την έννοια ότι εάν στο τέλος καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι εναγόμενοι παράνομα επενέβησαν στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία τους τότε οι ενάγοντες θα δικαιούνται σε θεραπεία. Προϋπόθεση (γ) πιο πάνω - Πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στο τέλος της δίκης θεωρείται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην παρούσα υπόθεση ο κ. Ρωσσίδης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν ήδη προβεί σε σχετικές μελέτες και προγραμματισμό ως προς τη διαμόρφωση του χώρου ο οποίος τους ανήκει και ο προγραμματισμός αυτός έλαβε χώρα με τα σημερινά δεδομένα και τις σημερινές τιμές και αξίες. Λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων οι εργασίες των εναγόντων θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω του ότι θα αυξηθεί το κόστος υλοποίησης του σχεδιασμού τους και δεν θα μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά την οποία θα υποστούν από την μη εκμετάλλευση του χώρου ως χώρου στάθμευσης. Φαίνεται πράγματι ότι η ζημιά την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες από τη μη λειτουργία του σχεδιαζόμενου χώρου στάθμευσης αφενός και αφετέρου από την αύξηση του κόστους υλοποίησης του έργου, θα είναι όχι απλώς δύσκολο αλλά μάλλον αδύνατο να υπολογιστεί και πράγματι πρόκειται για περίπτωση όπου ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος. Με βάση όλα τα πιο πάνω, φαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ισοζύγιο της Ευχέρειας Όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις δεν προχωρά χωρίς άλλο στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων αλλά οφείλει περαιτέρω να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης να πράξει τούτου. Εφόσον έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, έρχομαι τώρα να σταθμίσω κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνεται με βάση τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιον του το Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο (Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd) και με αυτό υποδηλώνεται το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης ήταν εσφαλμένη υπό την έννοια ότι είχε χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο ο οποίος απέτυχε να αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη ή με το να παραλείψει να χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο που τελικά πέτυχε. Προχωρώντας να σταθμίσω το ισοζύγιο της ευχέρειας λαμβάνω υπόψη μου τα όσα αναφέρονται σχετικά στην ένορκη δήλωση του κ. Ρωσσίδη στις παραγράφους 17, 18 και 24 σε σχέση με τις σκέψεις των εναγόντων για την εκμετάλλευση του ακινήτου είτε με την κατεδάφιση του υποστατικού το οποίο βρίσκεται εντός αυτού και την ενοποίηση του εν λόγω ακινήτου με τεμάχιο γης το οποίο βρίσκεται πίσω από αυτό, είτε για κατεδάφισή του και εκμετάλλευσή του ως χώρου στάθμευσης. Όπως ο ίδιος ισχυρίζεται αυτές οι σκέψεις έχουν πάρει σάρκα και οστά και βρίσκονται στο τελικό στάδιο του σχεδιασμού και της υλοποίησης του έργου. Φαίνεται από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του κ. Ρωσσίδη πως όποια και να είναι η τελική μορφή εκμετάλλευσης του ακινήτου την οποία θα επιλέξουν οι ενάγοντες αυτή περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση την κατεδάφιση του επίδικου υποστατικού. Είναι φανερό ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα δημιουργηθεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση εις βάρος των εναγομένων οι οποίοι ακόμα και σε περίπτωση που απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή δεν θα μπορούν να επανέλθουν στο επίδικο υποστατικό το οποίο, όπως και οι ενάγοντες παραδέχονται, ενοικίαζαν για πολλά χρόνια και διατηρούσαν εκεί επίσης για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα κατάστημα πώλησης, μεταξύ άλλων, αθλητικών ειδών και ειδών υπόδεσης γνωστό ως Avraamides Sports. Από την άλλη οι ενάγοντες ναι μεν έχουν προχωρήσει σε σχεδιασμούς η υλοποίηση όμως των οποίων δεν έχει ξεκινήσει. Η εισήγηση του κ. Στυλιανού ότι η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα εμποδίσει τη λειτουργία της επιχείρησης των εναγομένων αφού διατηρούν άλλο κατάστημα λίγα μέτρα πιο κάτω δεν με βρίσκει σύμφωνο καθότι παραγνωρίζει ότι σε περίπτωση που μετά τη δίκη της ουσίας της αγωγής αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι πράγματι ήταν θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού δεν θα μπορούν σε αυτή την περίπτωση να τύχουν της προστασίας που παρέχει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/1983 στους θέσμιους ενοικιαστές και η έκδοση τους θα ισοδυναμεί με έξωσή τους από αυτό. Αυτή η εισήγηση παραγνωρίζει επίσης ότι δεν δύναται παρά μόνο για τους περιορισμένους λόγους που επιτρέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 να εκδοθεί Διάταγμα έξωσης εναντίον ενός θέσμιου ενοικιαστή. Η προστασία της οποίας τυγχάνουν οι εναγόμενοι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι αποτελούν θέσμιους ενοικιαστές αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο κατάστημα και δεν πρέπει να συνδέεται καθόλου με το γεγονός ότι παραδίπλα διατηρούν και άλλο κατάστημα και για το λόγο αυτό αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Διακρίνω περαιτέρω ότι υφίσταται ακόμα ένας λόγος για τον οποίο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Ενδεχόμενη έγκρισή της αίτησης και έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στην ουσία θα διεκπεραιώσει ένα ουσιαστικό μέρος της αγωγής (Akis Express v. Aris Express
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572) κάτι το οποίο είναι ανεπιθύμητο. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησής τους, πέραν των Διαταγμάτων αξιώνουν επίσης Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή/και ως απώλειες απολαβών και/ή ως διαφυγόντα κέρδη. Φαίνεται όμως ότι η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση είναι η νομιμότητα ή όχι της κατοχής του επίδικου υποστατικού από τους εναγόμενους. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και απαγορευθεί στους εναγόμενους να κατέχουν ή να εισέρχονται στο επίδικο υποστατικό στην ουσία είναι σαν να αποφασίζεται από αυτό το ενδιάμεσο στάδιο μια από τις ουσιαστικές πτυχές της αγωγής. Αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση υπέρ των εναγόντων στην αγωγή χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να αμφισβητήσουν την ουσία της αγωγής κατά την κυρίως δίκη και πρόκειται για περίπτωση όπου το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.