Λόντου ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6728/2011, 11/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6728/2011 Μεταξύ: XXXXX Λόντου, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 11.5.2018 Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Κυριακίδης για κ.κ. Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ανάγονται χρονικά στο έτος 2003 όταν η ενάγουσα είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα με όχημα το οποίο ασφαλιστικά καλυπτόταν από την εναγόμενη εταιρεία. Η ενάγουσα το έτος 2005 καταχώρησε εναντίον των προσώπων τα οποία ήταν ασφαλισμένοι της εναγομένης εταιρείας την αγωγή με αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου και ειδοποίησε για την εν λόγω καταχώρηση την εναγόμενη εταιρεία. Παρά την ειδοποίηση που απέστειλε η ενάγουσα προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνοντάς της για την καταχώρηση της ως άνω αγωγής η εναγόμενη εταιρεία δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης σε αυτή. Η εν λόγω αγωγή περί τον Δεκέμβρη του 2006 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησής της και στις 26.3.2008 κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της ενάγουσας το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα επαναφοράς της. Μετά την επαναφορά της η αγωγή προχώρησε με απόδειξη και στις 31.5.2011 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας η οποία στη συνέχεια απευθύνθηκε στην εναγόμενη εταιρεία για να της καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά. Η εναγόμενη αρνήθηκε να το πράξει και ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν υπόχρεα να πληρώσει τα εν λόγω ποσά αφού δεν είχε ειδοποιηθεί από την ενάγουσα για την επαναφορά της αγωγής και για τον λόγο αυτό η ενάγουσα προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία αξιώνει εναντίον της εναγόμενης τα ακόλουθα: «Α. Των ποσών που έχουν επιδικασθεί με την Αγωγή αρ. 39/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου υπέρ της ενάγουσας ως εξής:
- Του ποσού των €5.939,25 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €2.969,62 από 20.7.2003 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως.
- Του ποσού των €45.000 με τόκο 8% ετησίως από 5.5.2008 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως.
- Του ποσού των €8.
- Του ποσού των €3.922,80 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €3.943,80 από 11.1.2005 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €495,45 ΦΠΑ. Β. Έξοδα της αγωγής αυτής, νόμιμο τόκο επί των εξόδων και ΦΠΑ. Γ. Έξοδα επίδοσης». ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 20.7.2003 στο δρόμο Αγίας Νάπας - Κάβο Γκρέκο Παραλιμνίου επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα μεταξύ της Ενάγουσας η οποία οδηγούσε το όχημά της με αρ. εγγραφής XXXXX22 και του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX82 ιδιοκτησίας της XXXXX Σπιτέρη το οποίο οδηγείτο από τον XXXXX Σπιτέρη και ήταν ασφαλισμένο για ευθύνη έναντι τρίτου από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Η ενάγουσα στις 11.1.2005 καταχώρησε την αγωγή αρ. 39/2005 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου εναντίον της XXXXX και του XXXXX Σπιτέρη και στις 12.1.2005 με συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ειδοποίησε τους εναγόμενους για την έγερση της εν λόγω αγωγής και τους εφοδίασε με αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής. Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 17.1.2005 προς τον δικηγόρο της ενάγουσας του γνωστοποίησαν τη λήψη της ειδοποίησης ημερομηνίας 12.1.
- Στις 31.5.2011 εξεδόθη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στα πλαίσια της αγωγής αρ. 39/2005 με την οποία οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να πληρώσουν στην ενάγουσα τα ποσά που φαίνονται στην Αιτούμενη θεραπεία υπό στοιχείο Α. 1-4 της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία είναι νομικά υπόχρεη να πληρώσει τα ποσά τα οποία επιδικάσθηκαν προς όφελός της στα πλαίσια της αγωγής αρ. 39/
- Λόγω της άρνησης της εναγόμενης εταιρείας να της καταβάλει τα εν λόγω ποσά καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπισή της αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η ασφαλιστική κάλυψη που παρείχε ήταν γενική κάλυψη έναντι τρίτου του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX82 υπό συγκεκριμένους όρους ή/και προϋποθέσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι τον Φεβρουάριο 2008 αντιλήφθηκε ότι η αγωγή του Ε. Δ. Αμμοχώστου με αρ. 39/2005 είχε απορριφθεί από τα τέλη του 2006 λόγω παράλειψης προώθησής της από την πλευρά της ενάγουσας και πως ούτε η ίδια η ασφαλιστική εταιρεία ούτε ο XXXXX ή/και η XXXXX Σπιτέρη είχαν λάβει μέρος στη διαδικασία μέχρι τότε και δεν είχαν πρόσβαση στο φάκελο της διαδικασίας. Τον Μάρτιο 2008 η ενάγουσα προχώρησε με μονομερή αίτηση και επανέφερε την πιο πάνω απορριφθείσα αγωγή, εν αγνοία τόσο της εναγόμενης όσο και των ως άνω ασφαλισμένων της, χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να ειδοποιηθεί δεόντως ή/και γραπτώς ή/και νομότυπα ή/και σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ευθύνη έναντι Τρίτου) Νόμο 96(Ι)/2000 και κατόπιν προχώρησε μονομερώς εναντίον των ασφαλισμένων και εξέδωσε την απόφαση στην οποία της επιδικάσθηκαν τα ποσά που ζητούνται με την επίδικη αγωγή. Είναι επίσης ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα προχώρησε σε όλα τα πιο πάνω διαβήματα χωρίς να επιδώσει ή/και να επιδώσει νομότυπα ή/και χωρίς να ειδοποιήσει δεόντως ή/και γραπτώς ή/και νομότυπα ή/και σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ευθύνη έναντι Τρίτου) Νόμο 96(Ι)/2000 ως όφειλε να πράξει είτε στην εναγόμενη είτε στους ασφαλισμένους, ούτε την αίτηση για επαναφορά της αγωγής, ούτε και για το Διάταγμα επαναφοράς της αγωγής. Ούτε προχώρησε σε επίδοση ή/και σε οποιαδήποτε νομότυπη επίδοση ή/και ούτε ειδοποίησε δεόντως ή/και γραπτώς ή/και νομότυπα ή/και σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ευθύνη έναντι Τρίτου) Νόμο 96(Ι)/2000, είτε την εναγόμενη είτε τους ασφαλισμένους της, ως όφειλε διά νόμου να πράξει, ούτε για τη μονομερή αίτηση για έκδοση ερήμην απόφασης ούτε και για την ερήμην απόφαση, αφότου εκδόθηκε. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν είναι νομικά υπόχρεη να πληρώσει ή/και να καλύψει τα ποσά τα οποία ζητά η ενάγουσα γιατί η ίδια ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς ή/και εκ νέου για την επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής με αριθμό 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου ή/και ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ειδοποιήσει γραπτώς ή/και εκ νέου για την επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής με αρ. 39/2005 ή/και ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ειδοποιήσει γραπτώς την εναγομένη για την επαναφορά της αγωγής ως όφειλε διά νόμου να πράξει ή/και εντός στις αναφερόμενες στο Νόμο προθεσμίες και ως εκ τούτου κωλύεται (estopped) ή/και εμποδίζεται από του να αξιώνει πληρωμή των επίδικων ποσών. Με την Απάντηση της η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ήταν ενήμερη των διαδικασιών και των σχετικών διαβημάτων τα οποία είχε λάβει σχετικά η ενάγουσα για την επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής όσο και των σχετικών επόμενων διαδικασιών οι οποίες έλαβαν χώρα μέχρι και την έκδοση της απόφασης αφού είχαν λάβει μέρος στη διαδικασία με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακρόαση οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις χωρίς την προσκόμιση επιπλέον μαρτυρίας. Ως παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκαν τα ακόλουθα: «Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο για τους σκοπούς της αγωγής αυτής ήταν ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και λειτουργούσα στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 με έδρα την Λευκωσία και ήταν κάτοχος άδειας άσκησης ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των προνοιών του σχετικού νόμου. Κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω οι Εναγόμενοι εξέδωσαν ασφαλιστήριο συμβόλαιο μηχανοκινήτου οχήματος που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφαλιστική Ευθύνη Έναντι Τρίτου Νόμος του 2000) το οποίο κατά την 20.7.2003 ίσχυε και κάλυπτε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX82 το οποίο οδηγείτο υπό του XXXXX Σπιτέρη και ήταν ιδιοκτησία της XXXXX Σπιτέρη. Την 20.7.2003 στο δρόμο Αγίας Νάπας - Κάβο Γκρέκο Παραλιμνίου επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα μεταξύ της ενάγουσας η οποία οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημά της με αριθμό εγγραφής XXXXX22 και του XXXXX Σπιτέρη ο οποίος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX82 ιδιοκτησία της XXXXX Σπιτέρη. Η ενάγουσα η οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και την ημέρα της καταχώρησης της αγωγής αυτής διαμένει στη Λευκωσία, την 11.1.2005 καταχώρησε την Αγωγή αρ. 39/2005 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στο εξής η «ΑΓΩΓΗ» εναντίον των εις την παράγραφο 3 πιο πάνω αναφερομένου οδηγού και της ιδιοκτήτριας του οχήματος XXXXX82 για το οποίο την ημερομηνία του δυστυχήματος ήτοι την 20.7.2003 υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη σε ισχύ με ασφαλιστές εκδότες του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τους Εναγομένους. Η Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της την 12.1.2005 με συστημένη επιστολή ήτοι γραπτή ειδοποίηση ειδοποίησε τους Εναγομένους για την έγερση της ΑΓΩΓΗΣ και τους εφοδίασε τόσο με αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της ΑΓΩΓΗΣ το οποίο εκδόθηκε την 11.1.2005 όσο και με αντίγραφο της Αστυνομικής Έκθεσης η οποία αφορούσε το επίδικο δυστύχημα. Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερομηνίας 17.1.2005 προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας του γνωστοποίησαν τη λήψη της ειδοποίησης ημερομηνίας 12.1.
- Την 31.5.2011 εξεδόθη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στα πλαίσια της ΑΓΩΓΗΣ με την οποία οι Εναγόμενοι στην ΑΓΩΓΗ οι περιγραφόμενοι στις παραγράφους 2 και 3 πιο πάνω διετάχθησαν να πληρώσουν στην ενάγουσα τα ακόλουθα ποσά:
- Του ποσού των €5.939,25 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €2.969,62 από 20.7.2003 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως.
- Του ποσού των €45.000 με τόκο 8% ετησίως από 5.5.2008 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως.
- Του ποσού των €8.
- Του ποσού των €3.922,80 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €3.943,80 από 11.1.2005 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €495,45 Φ.Π.Α. Η εκδοθείσα την 31.5.2011 υπέρ της Ενάγουσας απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή Αρ.39/2005 του Ε.Δ. Αμμοχώστου δεν έχει ανασταλεί με οποιονδήποτε τρόπο. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τους Εναγομένους όπως καταβάλουν τα εις αυτή επιδικασθέντα και αξιούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά. Από τα επιδικασθέντα ποσά, ποσό ΛΚ540,00 που ήταν μέρος των ειδικών αποζημιώσεων, αποτελούσε τις ζημιές του οχήματος της ενάγουσας οι οποίες είχαν προκληθεί από το επίδικο δυστύχημα. Δηλώθηκε επίσης ότι η Ενάγουσα πέραν του Τεκμηρίου 1 που είναι η επιστολή ημερομηνίας 12.1.2005 προς τους εναγόμενους, δεν έχει αποστείλει εις τους εναγόμενους άλλη ειδοποίηση, που να αφορά την επιθεώρηση των ζημιών του αυτοκινήτου. Τον Φεβρουάριο του 2008 η εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι η αγωγή 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου είχε απορριφθεί ήδη από τα τέλη του 2006, λόγω παράλειψης προώθησής της από την πλευρά της ενάγουσας. Ούτε η εναγόμενη ούτε και οι ασφαλισμένοι της XXXXX και XXXXX Σπιτέρη, είχαν λάβει μέρος στη διαδικασία μέχρι τότε. Η ενάγουσα με μονομερή αίτηση επανέφερε την πιο πάνω απορριφθείσα αγωγή 39/2005 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, με απόφαση ημερομηνίας 26.3.2008, χωρίς η εναγόμενη ή οι πιο πάνω ασφαλισμένοι της, XXXXX και XXXXX Σπιτέρη να ειδοποιηθούν γραπτώς εντός 7 ημερών, όπως προνοείται από τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ευθύνη έναντι Τρίτου) Νόμο 96(Ι)/2000 για αυτήν την εξέλιξη». Στη διαδικασία κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια 7 έγγραφα με τη δήλωση ότι αυτά δεν κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά ως έγγραφα που υπήρξαν και δηλώθηκε ότι οι ημερομηνίες που αυτά φέρουν είναι οι ημερομηνίες που συντάχθηκαν. Τα εν λόγω τεκμήρια είναι τα ακόλουθα: · Τεκμήριο 1 συστημένη επιστολή, ημερομηνίας 12.1.2005 του κ. Γ. Παπαθεοδώρου προς την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ Λτδ μαζί με απόδειξη του τμήματος ταχυδρομικών υπηρεσιών για την αποστολή της. · Τεκμήριο 2 αντίγραφο Κλητηρίου Εντάλματος στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου. · Τεκμήριο 3 αντίγραφο της επιστολής των Εναγομένων, ημερομηνίας 17.1.2005 προς τον δικηγόρο της ενάγουσας, κ. Γ. Παπαθεοδώρου. · Τεκμήριο 4 απόφαση στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερομηνίας 31.5.
- · Τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 1.6.2011 από τον κ. Γ. Παπαθεοδώρου προς τους εναγόμενους. · Τεκμήριο 6 πιστό αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου και · Τεκμήριο 7 αιτιολογημένη απόφαση Φ. Ζωμενή, ημερομηνίας 31.5.2011, στην αγωγή αρ. 39/2005 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κ. Παπαθεοδώρου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα έδωσε στην εναγόμενη εταιρεία την ειδοποίηση η οποία προνοείται από το άρθρο 15
(1)(α) και από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η ειδοποίηση δίδεται αναφορικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, χωρίς να τίθεται κανένας απολύτως περιορισμός ως προς το είδος της αξίωσης είτε αυτή αφορά γενικές ή ειδικές ζημιές, είτε ζημιές σε όχημα ή αξίωση για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Εισηγήθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι η αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου σε κάποιο στάδιο απερρίφθη και στη συνέχεια επαναφέρθηκε δεν ισοδυναμεί με νέα ή άλλη αγωγή και συνεπώς η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει εκ νέου την εναγόμενη εταιρεία για την επαναφορά της ως άνω αγωγής. Ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε ότι η αγωγή με αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου προωθήθηκε εν αγνοία της εναγομένης χωρίς αυτή να είχε ειδοποιηθεί δεόντως, ως απαιτούν οι πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000, αφού, ενώ είχε απορριφθεί περί το 2008, εν συνεχεία «επανάρχισε» και προωθήθηκε εν αγνοία της εναγομένης στην παρούσα αγωγή ως επίσης και εν αγνοία των εναγομένων - ασφαλισμένων της σε εκείνη την αγωγή. Ήταν επίσης εισήγηση του κ. Κυριακίδη ότι υπό τις πιο πάνω συνθήκες και σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Νόμου ως θα πρέπει να ερμηνευτούν με βάση τις δεδομένες αρχές ερμηνείας κανόνων δικαίου, η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει υποχρέωση για κάλυψη η πληρωμή των επιδικασθέντων με την απόφαση ημερομηνίας 31.5.2011 αποζημιώσεων και δικηγορικών εξόδων. Ήταν επίσης εισήγησή του ότι η έννοια της φράσης «έναρξη της διαδικασίας» στο σχετικό άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου 96
(1)/2000 δεν συνεπάγεται πάντοτε την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος αλλά μπορεί να περιλάβει και άλλα χρονικά σημεία, αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Εισηγήθηκε επίσης ότι η λέξη «έναρξη» της διαδικασίας στο ίδιο ως άνω άρθρο θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει και την περίπτωση της «επανέναρξης» ή «επαναφοράς» της διαδικασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στη σχετική με τα εγειρόμενα στην παρούσα υπόθεση νομοθεσία η οποία είναι ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμος (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου Νόμος) 96(Ι)/2000 ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: Άρθρο 2: «δικαστική απόφαση» σημαίνει απόφαση ή διάταγμα που εκδίδεται από αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας στα πλαίσια οποιασδήποτε διαδικασίας για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που αφορά αποζημιώσεις για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, και δεν περιλαμβάνει απόφαση ή διάταγμα (δικαστική ή διαιτησίας) που σχετίζεται με εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, βάσει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεσις) Νόμου Υποχρέωση ασφαλιστών να ικανοποιούν αποφάσεις Δικαστηρίων/Εξαιρούμενη ευθύνη 14
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε- (α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε (β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούμενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Προϋποθέσεις για καταβολή αποζημίωσης Άρθρο 15
(1): Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, ή (β) σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά ζημιά σε περιουσία, εκτός εάν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση (
- i)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση, και (
- ii)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζημιά πριν από την επιδιόρθωση της ή την αντικατάσταση οποιωνδήποτε εξαρτημάτων και/ή ανταλλακτικών που υπέστησαν ζημιά: Νοείται ότι, η προθεσμία των έξι μηνών δεν αρχίζει να υπολογίζεται, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει δημιουργηθεί το αγώγιμο δικαίωμα δεν ήταν σε θέση, εξαιτίας σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας του συμβάντος που δημιούργησε το δικαίωμα αυτό ή άλλης εύλογης αιτίας, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση ή . ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα και ευρήματά του προκύπτουν τα ακόλουθα : · Κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη εταιρεία ήταν ασφαλιστές εν τη εννοία του Νόμου 96(Ι)/2000 και είχαν εκδώσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο κάλυπτε το μηχανοκίνητο όχημα XXXXX82 το οποίο οδηγείτο από τον XXXXX Σπιτέρη. · Η ενάγουσα καταχώρησε στις 11.1.2005 την αγωγή με αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον της ιδιοκτήτριας του οχήματος XXXXX82 XXXXX Σπιτέρη και του οδηγού αυτού XXXXX Σπιτέρη. · Η ενάγουσα στις 12.1.2005, εντός της προθεσμίας των 7 ημερών που τότε προβλεπόταν από το άρθρο 15
(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000, ειδοποίησε γραπτώς ήτοι με συστημένη επιστολή την εναγόμενη για την έγερση της αγωγής. · Τον Φεβρουάριο του 2008 η εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι η αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου απορρίφθηκε περί τα τέλη 2006 λόγω παράλειψης προώθησής της. · Ούτε η εναγόμενη ούτε και οι ασφαλισμένοι της XXXXX και XXXXX Σπιτέρη, είχαν λάβει μέρος στη διαδικασία μέχρι τότε. · Η αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου επαναφέρθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της ενάγουσας με Διάταγμα του εν λόγω Δικαστηρίου στις 26.3.2008. · Η επαναφορά της αγωγής έγινε χωρίς η εναγόμενη ή οι ασφαλισμένοι της να ειδοποιηθούν γραπτώς εντός 7 ημερών για αυτή την εξέλιξη. · Εναντίον της XXXXX Σπιτέρη και του XXXXX Σπιτέρη και υπέρ της ενάγουσας εκδόθηκε απόφαση στις 31.5.2011 από το Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή με αρ. 39/2005 με την οποία διατάχθηκαν να πληρώσουν στην ενάγουσα τα επίδικα ποσά. · Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένως τους εναγομένους όπως της καταβάλουν τα εις αυτή επιδικασθέντα και αξιούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά. · Από τα επιδικασθέντα ποσά, ποσό ΛΚ540,00 που ήταν μέρος των ειδικών αποζημιώσεων, αποτελούσε τις ζημιές του οχήματος της ενάγουσας οι οποίες είχαν προκληθεί από το επίδικο δυστύχημα. · Πέραν του Τεκμηρίου 1 που είναι η επιστολή ημερομηνίας 12.1.2005 προς τους εναγόμενους, η ενάγουσα δεν έχει αποστείλει εις τους εναγόμενους άλλη ειδοποίηση που να αφορά την επιθεώρηση των ζημιών του αυτοκινήτου της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η ενάγουσα εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000, ούτως ώστε η εναγόμενη εταιρεία να είναι νομικά υπόχρεη να πληρώσει προς αυτή τα ποσά τα οποία της επιδικάσθηκαν στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παροχή ειδοποίησης από κάποιον ενάγοντα προς την ασφαλιστική εταιρεία είναι προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η εκ του Νόμου υποχρέωσή της να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά. Με αυτή διασφαλίζεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν θα βρεθεί ξαφνικά υπόχρεη να ικανοποιήσει μια δικαστική απόφαση χωρίς να είχε προηγουμένως τη δυνατότητα να λάβει μέρος στη διαδικασία και να λάβει τα δικά της μέτρα εάν το επιθυμεί συμμετέχοντας σε αυτή. Έχοντας υπόψη μου το άρθρο 15
(1)(α) του Ν. 96(Ι)/2000 (ως ίσχυε τότε) καθώς και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του Νόμου. Η ενάγουσα για να δικαιούται να αξιώσει πληρωμή από την εναγόμενη πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι εκπλήρωσε τις εξής προϋποθέσεις: (
- i)ότι πριν ή εντός 7 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε Δικαστική Απόφαση ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε για την έγερση της διαδικασίας και ότι (
- ii)η ειδοποίηση προς τον ασφαλιστή ήταν γραπτή. Κρίνω σκόπιμο πρώτα να εξετάσω ποια μπορεί να είναι η έννοια της λέξης «διαδικασία» η οποία χρησιμοποιείται από το άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου. Είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι η λέξη «διαδικασία» δεν χρησιμοποιείται απομονωμένη αλλά διαβάζεται σε συνδυασμό με τη φράση «στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση». Συνεπώς αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η διαδικασία στην οποία εκδόθηκε απόφαση δεν μπορεί να είναι οποιαδήποτε άλλη εκτός από τη διαδικασία της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η εν λόγω Δικαστική απόφαση και στην προκειμένη περίπτωση αυτή είναι η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Το επόμενο θέμα το οποίο χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο η ενάγουσα ειδοποίησε την εναγόμενη εντός 7 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην αγωγή αρ. 39/2005. Το γεγονός ότι στο άρθρο 15
(1)(α) χρησιμοποιούνται οι λέξεις «έναρξη» και «έγερση» της διαδικασίας δεν κρίνω πως σημαίνει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές διαδικασίες ή δύο διαφορετικά χρονικά σημεία κατά τα οποία μία διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει. Η «έναρξη της διαδικασίας» αναφέρεται στον χρόνο κατά τον οποίο ξεκίνησε η αγωγή, γι' αυτό και πριν από τη φράση αυτή γίνεται αναφορά σε ημέρες, ενώ η «έγερση της διαδικασίας» δεν αναφέρεται σε χρόνο αλλά στο ότι ειδοποιείται η ασφαλιστική εταιρεία για το γεγονός ότι ξεκίνησε η διαδικασία δηλαδή ότι καταχωρήθηκε η αγωγή. Η πλευρά της εναγομένης εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την εν λόγω υποχρέωσή της καθότι δεν ειδοποίησε την εναγόμενη εταιρεία για την επαναφορά της αγωγής με αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Ήταν η εισήγηση ότι η φράση «έναρξη της διαδικασίας» δεν σημαίνει πάντοτε την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος αλλά, αναλόγως των περιστάσεων, μπορεί να σημαίνει και κάτι άλλο. Προς υποστήριξη της εισήγησης ότι μπορεί η ως άνω φράση να σημαίνει και κάτι άλλο έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Cross v. British Oak Insurance Company Ltd
(1938)KB167 στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο η φράση «commencement of proceedings» σημαίνει πάντοτε την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ή αν μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο, αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης. Αποφασίστηκε ότι η εν λόγω φράση δεν σημαίνει κατ' ανάγκη την καταχώρηση του κλητηρίου αλλά η έναρξη της διαδικασίας μπορεί υπό τις περιστάσεις, να έχει διαφορετικό νόημα, πάντοτε έχοντας υπόψη το σκοπό του νομοθέτη που είναι να λάβει ο ασφαλιστής επαρκή και πλήρη γνώση της διαδικασίας και να μπορέσει εάν το επιθυμεί να λάβει μέρος σε αυτή. Έχω την άποψη ότι το θέμα το οποίο συζητήθηκε ειδικότερα στην υπόθεση Cross (ανωτέρω) ήταν το πότε θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα η έναρξη της διαδικασίας όταν ο τριτοδιάδικος ο οποίος προστίθεται στην διαδικασία καταχωρεί ανταπαίτηση εναντίον του εναγομένου. Στην εν λόγω υπόθεση η οποία αφορούσε αγωγή την οποία κίνησε κάποιος Baker εναντίον κάποιου Fowler ο Cross, ο οποίος είχε προστεθεί στη διαδικασία ως τριτοδιάδικος από τον εναγόμενο Fowler, καταχώρησε ανταπαίτηση εναντίον του Fowler ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στην εταιρεία British Oak Insurance Company Ltd, χωρίς να δώσει ειδοποίηση της ανταπαίτησής του στην ασφαλιστική εταιρεία η οποία κάλυπτε τον Fowler. Λέχθηκε ότι για τους σκοπούς της ανταπαίτησης του τριτοδιάδικου Cross εναντίον του εναγομένου η «έναρξη της διαδικασίας» δεν θα μπορούσε να είναι η ημέρα καταχώρησης του κλητηρίου αλλά η ημέρα καταχώρησης της ανταπαίτησης. Έχοντας αυτά υπόψη κρίνω ότι ο λόγος της ως άνω υπόθεσης, τα εγειρόμενα σε εκείνη ζητήματα καθώς και τα γεγονότα της δεν προσομοιάζουν με την παρούσα υπόθεση και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Ο κ. Κυριακίδης εισηγήθηκε επίσης ότι η λέξη «έναρξη» στο σχετικό άρθρο 15
(1)(α) του Νόμου 96
(1)/2000 θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει και την περίπτωση της «επανέναρξης» ή «επαναφοράς» της διαδικασίας, εννοώντας ότι στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης η ενάγουσα όφειλε να ενημέρωνε την εναγόμενη για την επαναφορά της αγωγής για να λάμβανε μέρος στη διαδικασία. Η απάντηση στην πιο πάνω εισήγηση εξαρτάται από την απάντηση η οποία θα πρέπει να δοθεί προηγουμένως στο ερώτημα κατά πόσο η λέξη «έναρξη» η οποία χρησιμοποιείται στο Νόμο χρήζει ερμηνείας. Στην υπόθεση GHALANOS DISTRIBUTORS LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)4 Α.Α.Δ. 128, αναφέρθηκε ότι «όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel
(1891)A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs
(1922)1 A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v.Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204)». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η εν λόγω λέξη είναι σαφής και πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη συνηθισμένη της έννοια και δεν χρήζει ερμηνείας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας - Γ' Έκδοση» του Γ. Μπαμπινιώτη ως «έναρξη» καθορίζεται «η πράξη με την οποία σηματοδοτείται η αρχή ενέργειας, γεγονότος, κατάστασης κλπ» και ως «Επαναφορά» το «να επανέλθει κάτι σε ισχύ». Προκύπτει από αυτά ότι οι δύο ως άνω λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στη λέξη «έναρξη» περιλαμβάνεται και η λέξη «επαναφορά». Με όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η εισήγηση του κ. Κυριακίδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και δεν αποδέχομαι τη θέση ότι η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση έπρεπε να ειδοποιούσε την εναγομένη για την επαναφορά της εν λόγω αγωγής αφού τέτοια υποχρέωση προκύπτει μόνο για την έναρξη, δηλαδή την καταχώρηση της αγωγής. Το γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή επαναφέρθηκε μετά την αρχική απόρριψή της δεν μεταβάλλει τα γεγονότα αφού η αγωγή ακόμα και μετά την επαναφορά της συνεχίζει να έχει τον ίδιο αριθμό, τα ίδια διάδικα μέρη και τα ίδια επίδικα θέματα. Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι η αγωγή αρ. 39/2005 καταχωρήθηκε στις 11.1.2005 και στις 12.1.2005 η εναγόμενη ειδοποιήθηκε γραπτώς με συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας. Κρίνω ότι η ενάγουσα είχε δεόντως εκπληρώσει την υποχρέωσή της να ενημερώσει την εναγόμενη όταν στις 12.1.2005 της απέστειλε τη σχετική γραπτή ειδοποίηση με την οποία την ενημέρωνε για την καταχώρηση της αγωγής αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Ο βασικός σκοπός της ειδοποίησης προς την εναγόμενη εταιρεία επετεύχθη. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε λάβει μέρος σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στη διαδικασία της αγωγής αρ. 39/2005 αφού ουδέποτε καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκε γραπτώς από τον δικηγόρο της ενάγουσας στις 12.1.
- Η παράλειψή της να εμφανιστεί στην εν λόγω αγωγή διήρκεσε από τις 12.1.2005 που της επιδόθηκε η σχετική γραπτή ειδοποίηση μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2008 όταν αντιλήφθηκε ότι η αγωγή είχε ήδη απορριφθεί από τον Δεκέμβριο του
- Έχοντας υπόψη μου ότι η ενάγουσα ειδοποίησε γραπτώς την εναγόμενη εταιρεία για την έγερση της εν λόγω αγωγής και ότι αυτή δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να πράξει οτιδήποτε άλλο και να ειδοποιούσε εκ νέου την εναγόμενη για την αίτηση για επαναφορά της αγωγής. Δεν κρίνω ότι η επαναφορά της εν λόγω αγωγής συνιστά καθ' οιονδήποτε τρόπο άλλη διαδικασία για την οποία δημιουργήθηκε εκ νέου υποχρέωση της ενάγουσας να ειδοποιούσε σχετικά την εναγόμενη εταιρεία αλλά παραμένει η ίδια διαδικασία η οποία άρχισε με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος στις 11.1.
- Η υποχρέωση της ενάγουσας εκπληρώθηκε στις 12.1.2005 όταν και ειδοποίησε γραπτώς την εναγόμενη για την καταχώρηση της αγωγής αρ. 39/2005 και ουδέν άλλο όφειλε να πράξει. Η επαναφορά της αγωγής δεν μετέβαλε τη διαδικασία η οποία συνέχισε να είναι η ίδια, μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με τα ίδια επίδικα θέματα και συνεπώς η ενάγουσα δεν ήταν υπόχρεη να ειδοποιήσει εκ νέου την εναγόμενη για αυτό. Υπό αυτά τα γεγονότα κρίνω ότι η ενάγουσα είχε εκπληρώσει τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000 και δεν όφειλε να ειδοποιούσε εκ νέου την εναγόμενη για την μονομερή αίτηση την οποία καταχώρησε για την επαναφορά της επίδικης αγωγής ούτε και για την επαναφορά της. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Κυριακίδη ότι η ενάγουσα δεν απέστειλε στην εναγόμενη γραπτή ειδοποίηση για την επιθεώρηση των υλικών ζημιών και πως λόγω αυτής της παράλειψής της δεν δικαιούται απόφαση επί του σχετικού κονδυλίου παρατηρώ ότι στην ουσία με αυτή την εισήγηση ζητείται από το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει την εγκυρότητα ή και την ορθότητα της απόφασης στην αγωγή αρ. 39/2005. Η απόφαση στην αγωγή 39/2005 Ε. Δ. Αμμοχώστου είναι τελεσίδικη, βρίσκεται σε ισχύ και οποιαδήποτε επέμβασή του παρόντος Δικαστηρίου θα γινόταν καθ' υπέρβαση εξουσίας. Είναι σαφές ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει ή άλλως πως ασχοληθεί με την απόφαση που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Αμμοχώστου στην αγωγή αρ. 39/2005 καθότι κάτι τέτοιο ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συνεπώς η ως άνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Αναφορικά με την άλλη εισήγηση του κ. Κυριακίδη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβληματιστεί αναφορικά με τις συνέπειες της απόφασής του στην παρούσα αγωγή σε συνάρτηση με το ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης στην αγωγή αρ. 39/2005 Ε.Δ. Αμμοχώστου, κρίνω ότι είναι αρκετό να λεχθεί ότι η εν λόγω εισήγηση δεν αφορά επίδικο θέμα εγειρόμενο από τα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Ως γνωστό η δίκη κατά πάγια νομολογία δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και όχι έξω από αυτή (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης (Παφίτης ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης ως ακολούθως: (α) για το ποσό των €5.939,25 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €2.969,62 από 20.7.2003 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 31.12.2014 και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, (β) για το ποσό των €45.000 με τόκο 8% ετησίως από 5.5.2008 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 31.12.2014 και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, (γ) για το ποσό των €8.000 και (δ) για το ποσό των €3.922,80 με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €3.943,80 από 11.1.2005 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 31.12.2014 και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως πλέον €495,45 Φ.Π.Α. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο